Σάββατο 11 Μαρτίου 2017

ΕΙΠΑ ΣΕ ΟΛΟΥΣ ΠΩΣ ΔΕΝ ΗΣΟΥΝ ΠΟΤΕ ΕΔΩ





Της Διώνης Δημητριάδου

Το παράδοξο των αντιθέσεων εισβάλλει ορμητικά στον ποιητικό λόγο του Σταύρου Σταυρόπουλου. Και διεκδικεί τη θέση του στη θέαση του κόσμου. Λέξεις που σε αιφνιδιάζουν, με σκληρό περίβλημα, το οποίο είναι έτοιμο να αυτοκαταργηθεί, μόλις υποψιαστείς πως η ουσία δεν είναι οι λέξεις (ποτέ δεν ήταν) αλλά το σώμα που εμπεριέχουν αυτές.

Αυτή η ποίηση έχει σώμα

Εύκολα το προσδιορίζεις συλλέγοντας σκηνές από πάλλοντα ερωτικό σπασμό, εντοπίζοντας και απομονώνοντας λέξεις με το φορτίο του πάθους. Ωστόσο, δεν είναι ερωτική ποίηση παραδόξως. Τουλάχιστον με τον τρέχοντα κοινό ορισμό της. Εκεί που πας να παρασυρθείς από τη σκηνοθεσία του ποιητή (απόλυτη στις σκηνικές επιταγές της) αντιλαμβάνεσαι αίφνης ότι ο θίασος επί σκηνής (αυτός των δύο ατόμων) σε οδηγεί έξω από τα θεατρικά δρώμενα, σε μια άλλη όψη της ζωής. Το σώμα, επομένως, θα πρέπει αλλού να αναζητηθεί. Στο βάρος των εικόνων, στην αίσθηση της αφής (παντοδύναμη αυτή έτσι κι αλλιώς) που διατρέχει το διάβασμά σου. Μια ποίηση που την αγγίζεις, όχι μόνον γιατί σου φέρνει αναπόφευκτα στον νου δικά σου πράγματα, αλλά κυρίως γιατί κατορθώνει να σου δείξει περίοπτα τον κόσμο του ποιητή.

Αυτή η ποίηση έχει όραμα

Ενώ, όμως, μοιάζει να πατάει γερά σ’ αυτόν τον κόσμο, ξαφνικά ανατρέπει τα δεδομένα της και σε οδηγεί έξω απ’ αυτόν. Η ποίηση αυτή, λοιπόν, έχει και όραμα. Αρνούμενη αυτό που βλέπει γύρω της, ψάχνει την αλήθεια μιας επόμενης κοσμικής εικόνας. Με κυρίαρχη τη μορφή της γυναίκας. Μα, πώς μπορεί να γίνει αυτό; Ήδη οι οριοθετήσεις με βάση το φύλο διαμορφώνουν την εικόνα του κόσμου, λειτουργούν πίσω από τις λέξεις που χρησιμοποιούμε με τη σαφή πρόταξη του αρσενικού στη δομή της σκέψης μας (καθοδηγούμενη σοφά από τη γραμματική-αρωγό κάθε ανισότητας) και με την ερωτική πράξη να αποδεικνύει κάθε φορά την απόλυτη κυριαρχία του ανώτερου αρσενικού. Ή μήπως δεν είναι έτσι ακριβώς;

Αυτή η ποίηση έχει άποψη

Συνειδητοποιείς την ανατροπή των όρων, μια έσωθεν προερχόμενη ανακατάταξη. Μια αναμέτρηση με τα υπάρχοντα στερεότυπα, που η ίδια η φύση αρνείται. Γιατί, όπως φαίνεται, ο κόσμος έχει θηλυκή φύση. Μια διαδικασία γέννησης του καινούργιου που υλοποιείται μόνον μέσω του θηλυκού μηχανισμού. Εκεί η φύση τελειούται, ολοκληρώνει τον σκοπό της, που εμπεριέχεται -κατά το αριστοτελικό- στην αρχική ιδέα ή γενεσιουργό αιτία. Ο στόχος είναι και η εμπεριεχόμενη σ’ αυτόν εκπλήρωση του στόχου, ένα και το αυτό. Αυτή η θηλυκή παρουσία στα ποιήματα αποδεικνύεται κυρίαρχη, τουλάχιστον στη σκέψη του ποιητή. Σαν μια γυναίκα ή πολλές γυναίκες, χωρίς αυτό να έχει ιδιαίτερη σημασία, αφού περισσότερο λειτουργεί σαν μια εικόνα αρχετυπική που κυκλώνει τον άνδρα/ποιητικό υποκείμενο από παντού. Πότε έχει όνομα, πότε είναι η γυναίκα σύμβολο της αχαλίνωτης ερωτικής επιθυμίας, που δεσπόζει στη συνεύρεση, πότε πάλι η απουσία της είναι τόσο δυνατή και εμφανής σαν παρουσία. Σε όλες τις περιπτώσεις είναι συνυφασμένη με το μυστήριο. Μια κρυπτική φύση που αφήνει αναγνώσιμα ίσως μόνο τα σημάδια της συνουσίας για τον αρσενικό σύντροφο, που μέσα απ’ αυτά ερμηνεύει τη συνολική παρουσία/απουσία. Αρκούν όμως αυτά; Ή, για να τεθεί καλύτερα το ερώτημα, αυτή η συνουσία μήπως πράγματι αποκαλύπτει τον κόσμο της γυναίκας, αλλά μόνο για όποιον επικεντρώσει το βλέμμα του σ’ αυτά όχι για το εμφανές αλλά για το -απείρως βαθύτερο- δυσδιάκριτο;

«Ό,τι κι αν κάνω
Δεν θα μάθω ποτέ
Πώς νιώθει κάποια σαν κι εσένα
Με ολόκληρο ζωολογικό κήπο μέσα της
Θαμπά μεσάνυχτα
Στο κέντρο μιας πόλης
Γεμάτης κάγκελα
Και με κατεβασμένο το εσώρουχο»

Ποίηση της απουσίας

Η ποίηση αυτή εμπεριέχει την απουσία, την εξαφάνιση. Μιας γυναίκας; Της γυναίκας; Των ανθρώπων; Του κόσμου, όπως τον ξέρουμε; Ο τίτλος της συλλογής σ’ αυτό παραπέμπει. Μια πράξη εξαφάνισης, η οποία μπορεί να έχει συντελεσθεί ήδη, οπότε ο ποιητής τη βιώνει και την καταγράφει, ή αλλιώς πρόκειται να συντελεσθεί με τη συμβολή του. Η εξαφάνιση και ακολούθως η εμφάνιση του νέου, ο επαναπροσδιορισμός του κόσμου.

Η αφορμή

Και μόνον ένα από αυτά να ισχύει, μορφοποιεί την αφορμή του λόγου. Η ποίηση αυτή μας δείχνει και τη διαδικασία της δημιουργίας της, άρα εν μέρει είναι και αυτοαναφορική. Μήπως, λοιπόν, όλο αυτό ήταν η διαδικασία υλοποίησης του ποιητικού και όχι του κοσμικού οράματος; Συχνά το συναντάμε αυτό στην ποίηση, η αφορμή δηλαδή να διεκδικεί ίσο μερίδιο στον χώρο με το αποτέλεσμα-ποίημα – όσο φυσικά μπορούμε να εισχωρήσουμε στην απολύτως προσωπική αρχική ιδέα. Ίσως εδώ να ισχύει αυτό. Τουλάχιστον ο ποιητής δίνει τα έναυσμα για μια τέτοια σκέψη:



«Είπα σε όλους πως δεν ήσουν ποτέ εδώ
Πως ήσουν ένα φανταστικό πρόσωπο
Ιδέα για βιβλίο
Σενάριο
Κινηματογραφική ταινία
Τους είπα πως δεν υπήρχες
Επειδή μόνο εσύ υπήρχες για μένα
Πριν τώρα και πάντοτε»

Η ποιητική αλήθεια

Ταυτόχρονα όμως, με τους παραπάνω στίχους, αυτοαναιρείται ως απλός δημιουργός του ποιήματος που χρησιμοποιεί (και καταχράται ενδεχομένως) το πρόσωπο ή το γεγονός ως αφορμή για το ποίημα, το οποίο πλέον καθίσταται αυτοσκοπός. Άρα, τι ισχύει εδώ; Η αλήθειατου ποιητή, η ειλικρινής του πρόθεση να μιλήσει γι’ αυτό που αρνείται και γι’ αυτό που επιθυμεί. Αυτό ισχύει και υπερισχύει. Το σκηνικό είναι μια ευφάνταστη τεχνική που επιτρέπει τη θέαση του κόσμου του. Όλη η ουσία βρίσκεται στην ικανότητα του αναγνώστη να δει πίσω από τη σκηνοθεσία, πίσω από το σενάριο, πίσω από το ποίημα. Την οραματική εικόνα του κόσμου.
Αν φυσικά δεχθούμε ότι ενδιαφέρει η θέση του αναγνώστη. Ανοιχτό ένα τέτοιο θέμα, δεν είναι καινούργιος ο προβληματισμός. Επανέρχεται κάθε φορά που η ποίηση προβληματίζει ως προς την ευθύβολη σχέση της με τον αποδέκτη της. Γιατί, παρά την οραματική του διάσταση (ένα όραμα πάντοτε διεκδικεί τη συμμετοχή του άλλου) μοιάζει απολύτως μοναχικός ο λόγος.

«Όταν σε περικυκλώνει η στάχτη
Το μόνο που έχεις
Είναι να κρεμάσεις τον επόμενο κόσμο
Στην πλάτη σου
Και να προχωρήσεις»

Το ενδιαφέρον από εδώ και πέρα εντοπίζεται στη διάθεση του αποδέκτη/αναγνώστη να συμπορευτεί με τον ποιητή.

Το ποιητικό υγρό τοπίο

Οι πέντε εποχές στις οποίες χωρίζεται η ποιητική συλλογή προσδίδουν στον λόγο την υγρασία που απαιτείται για να κυλήσουν οι λέξεις απρόσκοπτα. Μπορεί μόνο η Εποχή της Βροχής να παραπέμπει σε υγρό τοπίο, ωστόσο και οι υπόλοιπες είναι ποτισμένες ως το κόκαλο από το πρωταρχικό αυτό στοιχείο της ζωής. Ακόμα και η Εποχή της Πέτρας καθόλου δεν θυμίζει ξηρασία. Το νερό, το πρώτο περιβάλλον του ανθρώπου, σταθερή αναφορά της μνήμης του, που τον επαναφέρει στην αρχική μήτρα; Μια ανακύκλωση των δεδομένων μας ή μήπως μια ροή ακατάπαυστη που θα ξαναδώσει στη ζωή νόημα αφήνοντας πίσω ό,τι σάπιο και ρυπαρό;

Η ποίηση των αντιθέσεων

Στην προμετωπίδα επιλέγω από τις δύο υπομνήσεις του ποιητή τη σκέψη του Γιώργου Χειμωνά (η άλλη από την Ελένη του Ευριπίδη): «Είδα ολόκληρη την ζωή μου να τρέχει προς τα εμπρός. Προς έναν τοίχο από φως. Ξεψύχησα πάνω στο φως. Στους αιώνες έμεινα εκεί φωτισμένος πεθαμένος». (Γιώργος Χειμωνάς, Ο εχθρός του ποιητή)
Δεν γνωρίζω τον συνειρμό που προκάλεσε αυτή τη συνύπαρξη, όμως με το δικαίωμα που μου δίνεται από την αναγνωστική (άρα οιονεί συμμετοχική) ιδιότητα, φέρνω στον νου τη φράση του Άγγελου Σικελιανού, έτσι όπως την ενσωματώνει ο Γιώργος Σεφέρης στις Δοκιμές του: «η μόνη μέθοδο είναι ο θάνατος!» (Δοκιμές, τόμος β, «Άγγελος Σικελιανός»). Πρόκειται για την ίδια αντίθεση ανάμεσα στους δύο πόλους που ο άνθρωπος αναγνωρίζει, τη ζωή και τον θάνατο (αγνοώντας αυτό που προηγείται και αυτό που έπεται), είτε μιλά ο Σικελιανός είτε ο Χειμωνάς είτε ο ποιητής μας εδώ. Και πάνω σ’ αυτή τη σύνθεση των αντιθέτων δομεί την ποίησή του.

ΔΙΩΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ
Περιοδικό BookPress
11.3.2017

link δημοσίευσης

Τρίτη 7 Μαρτίου 2017

ΒΕΡΕΣ



Παράξενο είδος προς εξαφάνιση.
Που αγνοείται.
Προκλητικά.

(μέχρι σήμερα)




Δευτέρα 27 Φεβρουαρίου 2017

ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΣΥΝΗΘΙΖΟΥΝ ΝΑ ΔΙΝΟΥΝ ΟΝΟΜΑΤΕΠΩΝΥΜΑ ΣΤΙΣ ΜΑΤΑΙΟΔΟΞΙΕΣ ΤΟΥΣ





-Ποια βιβλία έχετε αυτόν τον καιρό πλάι στο κρεβάτι σας;
Πολλά, δεν χρειάζεται να αναφέρω τίτλους. Στο κομοδίνο μου υπάρχουν πάντα πολλά βιβλία, που διαρκώς ανανεώνονται. Μου μιλούν. Είναι μια καθημερινή επαφή ζωής αυτή. Κατ’ άλλους, μη ζωής.

-Ποιος ήρωας/ηρωίδα λογοτεχνίας θα θέλατε να είστε και γιατί;
Κανείς. Οι ήρωες των βιβλίων ολοκληρώνουν τον κύκλο τους μέσα στο βιβλίο. Και πεθαίνουν.

-Με ποιον ποιητή ή συγγραφέα θα θέλατε να δειπνήσετε;
Με κάποιον νεκρό. Ο θάνατος είναι μια επιστροφή στην αφετηρία, ο κύκλος απ’ την αρχή. Βρίσκεσαι πάλι στο σημείο μηδέν, στο σημείο απ’ όπου ξεκίνησες και καλείσαι να γεννηθείς ξανά. Είναι εντυπωσιακό αυτό: Η διαδρομή από το τίποτα στο τίποτα ονομάζεται ζωή. Θα έλεγα τον Γιώργο Χειμωνά, πάντως.

-Ποιο ήταν το τελευταίο βιβλίο που σας έκανε να θυμώσετε;
Η «Πράξη εξαφάνισης», το τελευταίο μου βιβλίο (εκδ.Σμίλη). Γιατί θα μου υπενθυμίζει πάντα μια πρόστυχη εξαφάνιση. Αυτό που κυρίως κάνει η Τέχνη είναι να δίνει αξία στο ανύπαρκτο, το χαμένο, το θνησιγενές. Κάποιοι το εκμεταλλεύονται. Το χρησιμοποιούν. Οι άνθρωποι συνηθίζουν να δίνουν ονοματεπώνυμα στις ματαιοδοξίες τους. Δεν ισχύουν, όμως.

-Και το τελευταίο που σας συγκίνησε;
Το ίδιο. Για τους ίδιους λόγους.

-Ποιο κλασικό βιβλίο δεν έχετε διαβάσει και ντρέπεστε γι’ αυτό;
Θα ντρεπόμουν, αν σας έλεγα ένα. Είναι πολλά. Λυπάμαι.

-Συστήστε μας το τελευταίο σας βιβλίο.
Είναι μια ποιητική συλλογή που ασχολείται με τις εποχές του κόσμου. Και γενικότερα, με την εξαφάνιση των ανθρώπων. Σας το ανέφερα πριν. Πρόκειται για μια πράξη προσδιορισμού της ανυπαρξίας.

-Ποιητής, πεζογράφος ή κάτι ανάμεσα στα δύο;
Οι πεζογράφοι θεωρούν ότι είμαι ποιητής και οι ποιητές ότι είμαι πεζογράφος. Προφανώς, δεν έχει καμία σημασία αυτό. Εκείνο που θέλω να επιτύχω, αφού είναι αδύνατον να τελειοποιήσω την ζωή μου, είναι να τελειοποιήσω το έργο της, που είναι η γραφή. Σ’ αυτήν είμαι προσηλωμένος, όχι στην ειδολογική της κατηγοριοποίηση.

-Έχετε φβ, τουίτερ κτλ; Εάν ναι, εμποδίζουν ή εμπλουτίζουν το γράψιμο και το διάβασμα;
 Το Facebook είναι ένας κοινόχρηστος τόπος όπου επικοινωνείται το ιδιωτικό - και τις περισσότερες φορές συμπίπτει με το ιδιοτελές. Η μαζικότητα του μέσου το καθιστά αφερέγγυο.  Σήμερα αποτελεί περισσότερο έναν εύκολο τρόπο συνάντησης ανθρώπων, όχι ιδεών. Ένα διαδικτυακό γραφείο γνωριμιών. Εκείνο που είναι θλιβερό είναι η ομοιότητά του με την κανονική ζωή:  Σαν καθρέφτης. Με τους ίδιους όρους, τους ίδιους κανόνες, τους ίδιους συμπαίκτες. Το λέει ο Μπέκετ στο Watt: «Μια αιώνια ακαθαρσία. Απ’ την αρχή ως το τέλος». Παρόλα αυτά, έχω.

***


ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ
Τέχνες και Γράμματα
19 Φεβρουαρίου 2017



[ΥΓ. Η φωτογραφία είναι ελεύθερη δικαιωμάτων]

ΔΕΙΤΕ ΤΗΝ ΣΕΛΙΔΑ ΤΗΣ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑΣ ΕΔΩ

 

Κυριακή 12 Φεβρουαρίου 2017

ΤΟ ΕΡΩΤΙΚΟ ΠΕΝΘΟΣ ΩΣ ΑΠΟΛΥΤΡΩΣΗ ΤΗΣ ΕΜΠΕΙΡΙΑΣ




Ο ποιητής έχει μοναδικό σκοπό να οικοδομήσει έναν κόσμο έξω από χώρο και χρόνο, όπου όλα παρέχονται ως τετελεσμένη ολότητα, το πράγμα χωρίς περιβάλλον και το γεγονός χωρίς πριν ή μετά, και η ιδιαιτερότητα της ποιητικής σημασίας θα έγκειτο στο ότι είναι υπαρξιακή, περιπαθής. Στον αντίποδα της καθημερινής γλώσσας, που νοεί τα πράγματα ως καθαρές σχέσεις, η ποίηση δεν αναφέρεται στην ενσωματωμένη εμπειρία, αλλά στην ωμή και αφελή εμπειρία.

                                                                                         Jean Cohen[1]

Στην Πράξη εξαφάνισης που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Σμίλη, μια ποιητική συλλογή όπου το πρώτο ποίημα έχει τον τίτλο «Επίλογος» ενώ το τελευταίο τιτλοφορείται «Πρόλογος», ο Σταύρος Σταυρόπουλος, καταλύοντας συχνά τους συντακτικούς και γραμματικούς κανόνες της γλώσσας προκειμένου να επανεφεύρει εξ αρχής το νόημα, παγιδεύεται μέσα στον αέναο κύκλο των πρωταρχικών δυνάμεων του σύμπαντος, της ζωής και του θανάτου, του καλού και του κακού, στο πλαίσιο ενός ερωτικού διαλόγου με μια απουσία περισσότερο παρά με μια παρουσία, αναμετρώμενος με την αδυνατότητα ή την απολυτότητα της μεταμόρφωσης του αγαπημένου σώματος σε μια ποιητική μούσα.
«Αλλά φοβόταν τη ζωή», γράφει ο Σταυρόπουλος στο τέλος του μικρού κειμένου με το οποίο προλογίζει τα ποιήματά του. «Γιατί η ζωή της έπαιρνε όσο θάνατο είχε απομείνει και τον λιγόστευε. Γιατί έχασε τόσο άδικα το θάνατο μέσα απ’ τα χέρια της».
«Το όνομα μπορεί να πάει παντού, το σώμα όχι», παραθέτει ο ποιητής στην αρχή της συλλογής του από την Ελένη του Ευριπίδη. Και εάν η λέξη είναι ο θάνατος του πράγματος, όπως έλεγε ο Λακάν, ο Σταυρόπουλος μετατρέπει την ίδια την οδύνη αυτού του πένθους σε δημιουργό αιτία της συγγραφικής διαδικασίας όσο και της ανάλογης ζωογόνησης του ιδεώδους του ερωτικού πόθου. Στην επιφάνεια του καθρέφτη των στίχων του, ο ποιητής τεμαχίζει το είδωλό του ως έγχρονου υποκειμένου, συνημμένο στο ερώμενο σώμα, για να του επιστραφεί ως ολοκληρωμένο, ιδανικό ποιητικό του Εγώ.

«Αρκεί μόνο, μέσα σε μια αστραπή, να δω τον άλλον να ’χει πάρει την όψη ενός αδρανούς, ταριχευμένου, θα ’λεγα, αντικειμένου, για να με κάνει να μεταθέσω τον πόθο μου από αυτό το εκμηδενισμένο αντικείμενο στον πόθο μου τον ίδιο», γράφει ο Ρολάν Μπαρτ στα Αποσπάσματα του ερωτικού λόγου. «Ποθώ τον πόθο μου – το αγαπημένο πλάσμα δεν είναι πια το έρεισμά του. Μεθώ στην ιδέα μιας τόσο σπουδαίας υπόθεσης, που αφήνει μίλια πίσω της το πρόσωπο που κατέστησα πρόσχημα γι’ αυτήν».[2]

Μέσα από τους στίχους του, ο Σταυρόπουλος στήνει το σκηνικό της εξαφάνισης τόσο του αντικειμένου του πόθου όσο και της συμβολοποίησης, ή και ιεροποίησης, της ζωϊκής, ζωτικής επιθυμίας, με τρόπο που να καθιστά πρωταγωνιστή την αναπαράσταση της εμπειρικής παθολογικής κατάστασης του ανθρώπου, όπως έγραφε ο Γκαίτε για τον ρόλο της ποίησης εν γένει.[3] «Υπάρχω ερήμην μου / Χωρίς λέξεις ωραίες» διαβάζουμε στη σελίδα 18. «Μόνο για να σε πω / Με όλα τα ονόματα / Που προδίδεις // Κανένα δεν στέριωσε // Κανένα δεν βρέθηκε / Αντάξιο ενός αληθινού ζώου / Να σε καρφώσει πάνω στα γράμματα / Να σε κάνει ανεξίτηλα δίκαιη / Μπροστά στο χαρτί / Μελάνι / Που έχασε τη ζωή της / Σε δυο διαφορετικές τραγωδίες».
Ή αλλού: «Και οι άγραφες ακόμα λέξεις / Των βιβλίων μας / Άλλαζαν κάθε τόσο πλευρό // Προσπαθώντας να βολευτούν / Στο κρεβάτι μας».

«Εφόσον τα πάντα ουσιαστικά είναι υποκειμενικά», γράφει ο Πεσόα, «ένα δημιούργημα του σύμπαντος είναι, καθαυτό, το ίδιο το σύμπαν, κάθε άνθρωπος είναι ουσιαστικά δημιουργός. Πρέπει μάλιστα να ξέρει ότι είναι δημιουργός, και να ξέρει να δείχνει ότι το ξέρει. Αν η φράση αυτή είναι βαθυστόχαστη, τότε είναι αυτό που ονομάζουμε ποίηση».[4] Και στην Πράξη εξαφάνισης, ο ποιητής ακυρώνεται ως δημιουργικό υποκείμενο για να αναδυθεί ως Δημιουργός του ίδιου του ποιητικού αιτίου ως απόλυτης κοσμογονικής αρχής, μέσα από τις δυνάμεις του φωτός και του σκότους.

Σε παρόμοιο πλαίσιο, ο Σταυρόπουλος χρησιμοποιεί συχνά τη συμβολική του νερού καθόλη την έκταση της ποιητικής του συλλογής, ενώ ένα κομμάτι της τιτλοφορείται «Η εποχή της βροχής». Την αναφορά, γενικότερα, στο υγρό στοιχείο – ένα στοιχείο που συμπληρώνει την κοσμογονική επίδραση της φωτιάς – τη συναντάμε συχνά στην προσωκρατική φιλοσοφία, και κυρίως στον Θαλή, που πίστευε ότι το ύδωρ είναι η αρχή των πάντων. Η αρχαία μυθολογία, από την άλλη, έχει πολλούς και ωραίους μύθους σχετικά με λίμνες και ποτάμια. Σε έναν τόπο όπου κυριαρχεί το υγρό στοιχείο, όπου νερά τρέχουν, κυλούν και γονιμοποιούν τη γη, τα ποτάμια, τα πέλαγα και οι θάλασσες γίνονται θεοί, συνδέοντας το ιερό με την καθημερινή ζωή των ανθρώπων. Μια τέτοια έννοια θείας επιφάνειας διατήρησε διαχρονικά η συμβολική του υγρού στοιχείου, που συνδέθηκε επιπλέον και με μια απόκρυφη μυστική ενόραση, αφού το υγρό στοιχείο είναι (στη φυσική του φαινομενικότητα) εκείνο που συνδέει το χθόνιο με το υποχθόνιο, ενώ ο ποταμός έγινε μυθολογικά το πέρασμα από το εγκόσμιο στο επέκεινα, και η θάλασσα, θεολογικά, το σημείο όπου συγκλίνουν όλα τα ποτάμια (όλοι οι «δρόμοι της ζωής»). Ήδη, η ηρακλείτεια μεταφορά του ποταμού εξεικονίζει την ασυνέπεια και την ασυνάφεια που χαρακτηρίζουν τη σχέση ανθρώπου και ιστορίας, καθώς και το ασύμπτωτο του φαίνεσθαι με το είναι. Όλα αλλάζουν παραμένοντας τα ίδια, και όλα διατηρούν την ταυτότητά τους μεταβαλλόμενα απεριόριστα. Η εικόνα του υγρού στοιχείου ως η απόλυτη ασυμμετρία μορφής και περιεχομένου ανακαλεί στην πραγματικότητα το ζήτημα της «μεταμόρφωσης» μέσα στο χρόνο, το ανερμήνευτο του πλέγματος που παράγει τις οντολογικές σημασιοδοτήσεις.

Κλείνω με δύο αποσπάσματα από την ποιητική συλλογή του Σταυρόπουλου, ενδεικτικά της οργασμικά και οργανικά σπειροειδούς κίνησης τού αντεστραμμένου του χρόνου: «Όλα είναι ερημιά ερημιά ερημιά ερημιά μου είπε / Φορούσε άσπρη στολή βιβλίου / Και κατευθυνόταν ολοταχώς / Προς την παιδική μου ηλικία // Με αυτό τον τρόπο τελείωσε». «Ήταν ένας αυτός / Και μία αυτός / Πάλι ένας / Απλώς η ζωή τον τιμώρησε / Και του άφησε τα μάτια της // Οι ταινίες πρέπει να τελειώνουν είπε / Έστω και στα τυφλά».[5]

[info: για την ποιητική συλλογή «Πράξη εξαφάνισης» του Σταύρου Σταυρόπουλου, εκδ. Σμίλη]

[1] Από το Le haut language. Théorie de la poétique. Παρίσι: Flammarion, 1966. Παρατίθεται στο Maurice Delcroix, Fernand Hallyn, Εισαγωγή στις σπουδές της λογοτεχνίας, μτφρ. Ι.Ν. Βασιλαράκης, Αθήνα: Gutenberg, 2000, σελ. 57.
[2] Ρολάν Μπαρτ, Αποσπάσματα του ερωτικού λόγου, μτφρ. Βασίλης Παπαβασιλείου, Αθήνα: εκδ. Ράππα, σελ. 45.
[3] Σίλλερ – Γκαίτε, Αλληλογραφία, μτφρ. Θανάσης Λάμπρου, Αθήνα: Κριτική, 2001, σελ. 235.
[4] Fernando Pessoa, Λογοτεχνικά δοκίμια, μτφρ. Μαρία Ζ. Παπαδοπούλου, Αθήνα: Printa, 2006, σελ. 124.
[5] Σ.σ. 41,45.

Ειρήνη Σταματοπούλου
περιοδικό για το βιβλίο και τις τέχνες "Ο Αναγνώστης" 
11 Φεβρουαρίου 2017

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ