Παρασκευή 3 Οκτωβρίου 2008

ΜΕ ΣΠΡΕΙ

Στη Βουλιαγμένης πηγαίνοντας για Ελληνικό. Στη διαφημιστική αφίσα της στάσης του λεωφορείου. Στίχοι από το βιβλίο μου ΟΙ ΑΛΛΟΙ ΠΟΥ ΕΙΜΑΙ. Έκπληξη. Σε κόκκινο και μπλε. Του Πανιωνίου. Ή της αρτηρίας.

Λειτουργούν τα ποιήματα;

Κυριακή 31 Αυγούστου 2008

ΤΖΑΚ ΚΕΡΟΥΑΚ


Υμνος στην τζαζ, στο περιθώριο και στην χαμένη αθωότητα
Ο Τζακ Κέρουακ φτιάχνει έναν ήρωα που του μοιάζει


Τζακ Κέρουακ
Πικ
μετ. Γιάννης Λειβαδάς
εκδ. Απόπειρα, σελ. 136


Λίγους μόλις μήνες πριν από τον θάνατό του, τον Οκτώβριο του 1969, ο Τζακ Κέρουακ ολοκλήρωσε τη δακτυλογράφηση αυτού του μικρού βιβλίου, τελευταίου στη σειρά της μεγάλης βιβλιογραφίας του, βουτώντας μέσα σε ένα ωκεανό χειρογράφων που μπόρεσε να τιθασεύσει, με τη βοήθεια του αλκοόλ, και να πραγματώσει αυτό το απροσδόκητα γλαφυρό και απολαυστικό κείμενο. Ο μικρός έγχρωμος Αμερικανός Πικ –μια ακόμα εκδοχή του Χάκλμπερρι Φιν του Μαρκ Τουέν– που το σκάει από το σπίτι του με τη βοήθεια του μεγάλου αδελφού του για να συναντήσει τα λαμπερά φώτα της Νέας Υόρκης, της Καλιφόρνια και της ελευθερίας του δρόμου, είναι, φυσικά, κατάστικτος, από την κορφή ώς τα νύχια, με όλα όσα απασχολούν τον Κέρουακ. Η τρέλα με την τζαζ και τον δρόμο, η αντοχή του περιθωρίου και του ταξιδιού, η χαμένη εντιμότητα και η χαμένη αθωότητα των λούζερ της ζωής, είναι εδώ, λες και συνεχίζονται οι Υποχθόνιοι, ο Δρόμος και οι Ντεζολέισον Εϊντζελς.

Αδειο τζουκ μποξ

Ο Πικ μοιάζει φτυστά στον συγγραφέα του. Με μια διαφορά: αυτός θα τα καταφέρει, ο δημιουργός του όχι. Δείχνει από πολύ νωρίς να πιστεύει ότι αν κάτι ακόμα υπάρχει, βρίσκεται σε αυτό που δεν φανταζόμαστε ότι υπάρχει. Και σαν γνήσιος ήρωας του Κέρουακ δίνει τα πάντα για να το αναζητήσει, να το φτάσει, να το κερδίσει. Ο Κέρουακ ανασηκώνει λίγο τον μουσαμά, αποκαλύπτοντας το πτώμα, αλλά και τη γοητεία της Αμερικής. Μιας Αμερικής που κουράστηκε να είναι φτωχειά, κουράστηκε να μοιάζει με άδειο τζουκ μποξ που απλώς «τρώει» τα κέρματα αυτών που ποθούν να ακούσουν τη μουσική της. Τα όσα απευθύνει ο Σλιμ στη Σίλα στη σελίδα 69 του βιβλίου νομίζεις ότι είναι παρμένα από κάποιο παλιό τραγούδι του Σπρίνγκστιν: «Δουλειά, μάλιστα, πρέπει να πιάσω δουλειά, Σίλα. Αύριο, πρωί πρωί θα βγω έξω και θα ψάξω για δουλειά. Ξέρεις γιατί θα βρω σίγουρα; Γιατί τη χρειάζομαι. Ξέρεις γιατί τη χρειάζομαι τη δουλειά; Γιατί δεν έχω λεφτά.»
Η γλώσσα του κειμένου –μια τρυφερή σλανγκ των χόμπος και των αμόρφωτων ταξιδευτών της αμερικανικής υπαίθρου– φαίνεται να αναπολεί την πρόδηλη φυσικότητα της ζωής, αυτήν που μας κάνει να εμπιστευόμαστε το ένστικτο και τη φαντασία. Και να θρηνεί την απώλειά της. Ο ρυθμός της αφήγησης είναι καταιγιστικός, ιδρώνει για να τα καταφέρει στο σόλο του, ανεβαίνει και κατεβαίνει τις κλίμακες σεληνιασμένος, όπως το παίξιμο του Σλιμ στο σαξόφωνο, θυμίζει ουρλιαχτό αδέσποτου σκύλου που αναζητάει απεγνωσμένα τροφή. Οπως πίεζε ο αδελφός του Πικ το σαξόφωνο, «βγάζοντάς του τα σωθικά», έτσι πιέζει και ο Κέρουακ την καρδιά της αφήγησης, κάνοντας την να βαστά την αναπνοή της. Ολη αυτή η γλώσσα, ελλειμματική λόγω του περιορισμένου λεξιλογίου που «υποχρεούται» να χρησιμοποιήσει ο συγγραφέας για να αναπλάσει τον μύθο του, όλος αυτός ο χύμα ρομαντισμός για ό,τι είναι προσωρινά χαμένο, όλο αυτό το αυτοκαταστροφικό παιχνίδι που απειλείται από στιγμή σε στιγμή με κατάρρευση, επιτυγχάνει εν τέλει να καταστεί παντοδύναμο όπλο στα χέρια ενός αμετανόητου πολεμιστή και να επιβεβαιώσει το ταμπεραμέντο του.

«Ηττημένος»

Ο Κέρουακ είναι ένας «ηττημένος», που συχνάζοντας στις αντιξοότητες, έχει κερδίσει την πραγματικότητα στα σημεία, καταφέροντάς της απανωτά πλήγματα। Ετσι κερδίζει χρόνο, ανανεώνοντας γύρους। Ετσι βάζει τον θάνατο συνεχώς σε παρένθεση। Η μετάφραση του ποιητή Γιάννη Λειβαδά, μελετητή της μπιτ κουλτούρας, είναι υποδειγματική। Χαμηλόφωνη, αντηχεί σε σωστά ελληνικά που ρέουν αβίαστα, σαν πνευστό, που ενώ παίζει free jazz, καταφέρνει να διατηρηθεί μέσα στη μελωδική φράση και να την εξελίξει. Διαβάζοντας τις πρώτες, αυστηρά περιγραφικές, σελίδες του βιβλίου, θα ορκιζόμουν, αν δεν γνώριζα το όνομα του συγγραφέα του, ότι ήταν κάποιος νέος Αμερικανός ερωτευμένος με τον Χέμινγουει. Προχωρώντας, λίγο μετά, η βαριά, λασπωμένη μπότα του Κέρουακ πάτησε δυνατά στις σελίδες. Και τις έλιωσε.

Σταύρος Σταυρόπουλος
Καθημερινή

Δευτέρα 14 Ιουλίου 2008

ORNETTE COLEMAN: ΤΕΛEIΩΝΟΝΤΑΣ ΜΕ ΕΝΑ ΣΑΞΟΦΩΝΟ


Κινηματογράφος "Παλλάς", Παρασκευή 11 Ιουλίου 2008

ΤΟ ΒΡΑΔΥ της Παρασκευής, γύρω στις 9, ο πεζόδρομος της Βουκουρεστίου, έξω απ΄ το «Παλλάς», είχε γεμίσει με πρόσωπα που πάνω τους ήταν αποτυπωμένη η νοσταλγία και η αγωνία μιας εποχής που έφυγε, ξεχνώντας να χαιρετήσει. Το κουαρτέτο που στα τέλη του 50, άφηνε την μουσική σκηνή της Αμερικής με ανοιχτό στόμα, με την αρτίστικη ματιά του στον τρόπο που ονειρευόταν την εξέλιξη της σύγχρονης τζαζ (Ornette Coleman – alto sax, Don Cherry – trumpet, Charlie Haden – bass, Billy Higgins – drums) δεν ήταν φυσικά εκεί, όμως η ισχνή φιγούρα του 78χρονου Τεξανού σαξοφωνίστα Ορνέτ Κόλεμαν, περίμενε υπομονετικά για να μας πάρει απ΄ το χέρι, και με καύσιμο τη μουσική, να μας περάσει απέναντι σε απάτητους πλανήτες.

Μπαίνοντας βιαστικά - ως συνήθως - συνάντησα στην είσοδο του κινηματογράφου, τον διευθυντή του περιοδικού «Διαβάζω», Γιάννη Μπασκόζο, που ήταν εκεί για να δει κι αυτός από κοντά τον τελευταίο επιζώντα θρύλο της τζαζ. Χαιρετηθήκαμε με το χαμόγελο των παιδιών που συμφωνούν στη τάξη για τη ζαβολιά που θα κάνουν. Το πρόσωπό μας φωτίστηκε – από αναμονή. Λίγο πιο κάτω ο ποιητής Γιάννης Λειβαδάς και ο Γιάννης Λουζιώτης της «Αλεξάνδρειας», συμπλήρωναν με τον ιδεωδέστερο τρόπο αυτή τη μυστική συμφωνία των Γιάννηδων, αυτό το αυτοσχεδιαστικό τρίο που ήρθε εκεί, ανώνυμα, για να διαλυθεί ήσυχα μέσα στη μουσική. «Να προλάβουμε τουλάχιστον να τον δούμε», μου είπε ο πρώτος Γιάννης κι εγώ προχώρησα προς τις σκάλες του εξώστη, συμφωνώντας. Εκεί συνάντησα τον Χάρη, που με περίμενε από τις αρχές του 70, ήπια ένα καπουτσίνο που θύμιζε ληγμένο γάλα, και περάσαμε μέσα: Εγώ, ο Χάρης, οι Γιάννηδες, οι δεκαετίες. Παλιά, με τον Χάρη, παίζαμε μόνοι μας το παιχνίδι του μουσικού μαραθώνιου – οι άλλοι είχαν μείνει αρκετά πίσω – όταν η Σοφία περίμενε έξω απ’ το δωμάτιο. Σε κάποια χιλιόμετρα προπορευόμουν εγώ, σε κάποια άλλα ο Χάρης. Η εναλλαγή στη κορυφή της κούρσας είχε ενδιαφέρον, αλλά και ένα αναμενόμενο αποτέλεσμα: Ακόμα να τερματίσουμε.

Ο άνθρωπος που έπαιξε με όλους τους μεγάλους (ακόμα και με ροκ μουσικούς, όπως ο Gerry Garcia των Grateful Dead και ο Frank Zappa), σαν ηχηρή απόδειξη της μόνης αλήθειας που πίστεψε στην καριέρα του - αυτήν της ελευθερίας - αφού περπάτησε με δυσκολία τη μικρή σκηνή του «Παλλάς», κάθισε αργά στο σκαμπό, μπροστά στο αναλόγιο, ακουμπώντας απαλά το στόμα του στο άλτο. Πίσω του, ένας ντράμερ, ένας κιθαρίστας και ένας μπασίστας, θα αγωνίζονταν, επί δύο ώρες, αλαφιασμένοι, να τον παρακολουθήσουν με την άκρη του ματιού τους, να εξελίσσει τον όρο «Μουσική σήμερα».

Πώς γίνεται κάτι τέτοιας δουλεμένης μορφής, τέτοιας ρυθμικής κίνησης, τέτοιας μελωδικής έκτασης, να ηχεί τόσο απελπιστικά μακρινό και free; Πώς γίνεται να υπάρχει τέτοιος υποδόριος σεβασμός σε ιδιώματα, σε σταθμούς, σε αρχέτυπα, που συγχρόνως διαλύονται κυριολεκτικά από ένα ζευγάρι γέρικα πνευμόνια, για να αναγεννηθεί απ’ τις στάχτες τους ο νέος ήχος;
Ο μίστερ Κόλεμαν προφανώς γνωρίζει καλά. Το πρώτο σαξόφωνο που αγόρασε στα 13 του, του το έμαθε. Ο Τσάρλι Πάρκερ που ήθελε να ξεπεράσει, επίσης.
Στο encore, άφησε κάτω το άλτο, όπως οι πολεμιστές το όπλο τους, πήρε ένα βιολί που του άλλαξε τα φώτα, καίγοντας στις χορδές του ένα 15λεπτο θρίαμβο συναισθημάτων όλων των αποχρώσεων, χαιρέτησε τον κόσμο, που τον αποθέωσε, μαζί με τους μουσικούς του, και αποχώρησε με ένα τόσο άτολμο και ασταθές βήμα, που θύμιζε βέβαια 80χρονο, αλλά δεν θύμιζε σε τίποτα εκείνο τον νεαρό επαναστάτη που είχε καταλάβει τη σκηνή του «Παλλάς» για να διαιωνίσει το βασίλειό του.
Η μουσική είχε βρει ξανά τα χαμένα της βήματα. Κι εγώ, τον δρόμο για το καλοκαίρι που είχε παρκάρει παράνομα σε μια πάροδο της Σταδίου. Και καιροφυλακτούσε.

Νέος κύκλος, νέα αρχή, νέα σχέδια. Καλό ακούγεται. Μακάρι να είναι, κιόλας.


Σταύρος Σταυρόπουλος, 14/07/2008

Πέμπτη 26 Ιουνίου 2008

ΤΕΤΟΙΟ ΑΤΙΜΟ ΚΟΚΚΙΝΟ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΚΟΚΚΙΝΟ ΤΟ ΔΙΚΟ ΜΑΣ



Κατερίνα Γώγου


ΑΠΟΚΛΕΙΣΜΕΝΗ από τους λογοτεχνικούς κανόνες, τις ανθολογήσεις ποιητών της γενιάς της, τις επίσημες παρουσίες σε εκδηλώσεις τέχνης, τις σικέ συνεντεύξεις σε Κυριακάτικα φύλλα, τις ερμαφρόδιτες λέξεις, τις ερμαφρόδιτες λύσεις, τις ερμαφρόδιτες στάσεις, η Κατερίνα (68 χρόνια από την γέννησή της, 26 απ’ όταν τη γνώρισα, 15 από το θάνατό της, και ποτέ μου δε μπόρεσα να την πω Γώγου), έζησε τα 53 χρόνια που της έμελλε να ζήσει, σαν πουλάκι. Πληγωμένο, με μπανταρισμένα φτερά, αλλά τιτιβίζοντας. Με απίστευτο τσαμπουκά, με απίστευτο θράσος, με απίστευτα όνειρα. Κι όταν δεν άντεχε άλλο να βλέπει να ξεπουλάν τη φάρα της, άναψε ένα τσιγάρο από κείνα τα δικά μας των αστραπών, έριξε μια φτυσιά και την «έκανε». Με 300 και βάλε. Σαν επίσημη αιτία θανάτου της αναφέρεται η υπερβολική δόση αλκοόλ και χαπιών. Ήταν όμως, μια ακόμα, από κείνες τις συνηθισμένες «δολοφονίες» που το κράτος, η εξουσία, η οποιασδήποτε μορφής εξουσία (ακόμα και αυτή των Εξαρχείων) «επιλέγει» ως λύση για τα «άτακτα» παιδιά. Για όσους της χαλάνε τη μόστρα, το πρόσωπο στον καθρέφτη. Κι η Κατερίνα τα χαλούσε όλα. Τα γκρέμιζε γιατί ήθελε να τα φτιάξει απ’ την αρχή. Δε μασούσε με τίποτα. Δε χαμπάριαζε. Ούτε από εφόδους στο σπίτι της, ούτε από επαγγελματικούς και κοινωνικούς αποκλεισμούς , ούτε από το νοίκι που δεν έφτανε ποτέ. Ήτανε έτσι να κάνουμε θα πέσει η πόρτα. Μπέσα, ντόμπρα, φόρα παρτίδα. Ένα πρόσωπο, σκέτο νεράκι. Την έλεγαν «σαλεμένη». Γιατί δεν έκανε «χάρες». Εκπτώσεις. Νοθείες. Να σερβίρει Κουρτάκη για κρασί εικοσιπενταετίας. Γιατί δεν ήταν προσκυνημένη. Να παρακαλάει τον Φίνο, τον τάδε, τον πιασ’ το αυγό και κούρευτο. Τάχωνε εδώ κι εκεί, αριστερά και δεξιά κι έγραφε βάλιουμ, μαντράξ, στεντόν, τριπτιζόλ – ξέρετε εσείς γιατρέ μου – σε ταράτσες ετοιμόρροπων κτιρίων, σε πλατείες περικυκλωμένες από μπατσικά, σε συγκεντρώσεις με πουλημένους συντρόφους, σε σπίτια χωρίς θέρμανση με χαλασμένα πατώματα, σε δρόμους χωρίς ανθρώπους, σε αγώνες χωρίς νόημα.

Από πέντε χρονών στο σανίδι – πουτάνα θεατρίνα – όλο ανακάτευε τη τράπουλα κι όλο δεν έβγαινε το χαρτί. Κι όλο ο θάνατος έκοβε. Σημαδεμένη τράπουλα, με χέρια και πόδια. Σα να μη τόξερε. Κόλαγε το μουστάκι κι έβγαινε με τη βεντάλια στη βροχή. ΄Ηθελε πρώτα να τελειώνει με τα γουρούνια και μετά να ψάξει ακρογιαλιές. Δε γινόταν να αλλάξει ο κόσμος με εξοχές. Με βουλευτιλίκια, ακροκέραμα και γαριασμένες μπουγάδες. Ανεβασμένη σε μια καρέκλα. Με τον ίδιο ηλίθιο φιόγκο. Με τον ίδιο ολόιδιο φόβο. 5 χρονώ, 19 χρονώ, 20, 30, 53.

Μόλις φύγει τούτο το άδικο θάρθω να σας βρώ / Μπορεί να μην τα καταφέρω στις σκάλες / Θαρθώ όμως οπωσδήποτε / Μπορεί να μου λείπει η φωνή ή το φως από τα μάτια μου / Σε μας δε χρειάζονται και πολλά / Σύντροφοι.
(ΙΔΙΩΝΥΜΟ, εκδ. Καστανιώτη, 1980)

Το βιβλίο της Σπυράκου, «Κατερίνα Γώγου: Έρωτας θανάτου» (εκδ. Βιβλιοπέλαγος) είναι το μοναδικό που κυκλοφορεί για το έργο της και καλύπτει - αν και αρκούντως φεμινιστικό και πρόδηλα έξω απ’ τα νερά του- ένα τεράστιο κενό της ελληνικής βιβλιογραφίας. Μια μαύρη τρύπα ντροπής. Αποτελεί διασκευή μέρους της διδακτορικής της διατριβής με θέμα τον θάνατο και την θηλυκότητα στο έργο τεσσάρων ποιητριών - ανάμεσά τους και η Κατερίνα. Είναι η πρώτη σοβαρή απόπειρα να αποτιμηθεί ένα τεράστιο – και σε άντερα και σε αισθητική - έργο που έχει σκοπίμως αποσιωπηθεί από την «σοβαρή» κριτική γιατί δήθεν ήταν εποχικό και ο θόρυβος που προκάλεσε με τις απανωτές επανεκδόσεις του ήταν ανακλαστικός των χρόνων που ακολούθησαν τη δικτατορία. Γιατί δήθεν ήταν «προφορικό», «εναλλακτικό», «ανάρμοστο». Μπα; Μέχρι κι ο Γκόρπας τη πάτησε. Ο Θωμάς που ήτανε μεγάλη καρδιά, μεγάλος δάσκαλος. Σα δε ντρεπόμαστε, λέω γω. Γι αυτό η Δημουλά είναι σήμερα ακαδημαϊκός και η Κατερίνα πεθαμένη. Δηλαδή τι, υπάρχουν εκδοχές του «κανονικού», του «πολιτικά ορθού», του «σοφά ισορροπημένου» στη ποίηση; Τι σόι κανόνες είναι αυτοί; Ποιοι τους έγραψαν; Στη λογοτεχνική μας παράδοση, που έσπευσε να χαρακτηρίσει το έργο της Κατερίνας προϊόν της διαταραγμένης ψυχικής της κατάστασης, και να το στείλει σ’ ένα συρτάρι, δεν χωράνε οι χρήστες, οι τρόφιμοι της πλατείας, οι έξω απ’ τις πατενταρισμένες λογικές και πρακτικές του συναφιού – ό, τι κι αν έχουν καταθέσει ως λέξεις; Μα, αυτοί δεν είναι οι μόνοι από τους οποίους μπορείς να αναμένεις μια πρωτοπορία; Οι μόνοι που είναι ικανοί να πεθάνουν για ένα ιδανικό;

Η άποψη μου –έχω πολλές, ακόμα– είναι ότι η Κατερίνα ήταν μια απ’ τις σημαντικότερες, αν όχι η σημαντικότερη ποιητική ανάφλεξη που συνέβη στην σύγχρονη λογοτεχνική μας ενδοχώρα. Ενάντια σε κάθε λογής βόλεμα, σε κάθε λογής εφησυχασμό, σε κάθε λογής λογική. Μια γραμματολογική βόμβα. Και ως τέτοια πρέπει να αντιμετωπιστεί από δω κι εξής. Να μεταμορφωθεί, επιτέλους, από βασίλισσα της σκόνης και της αυτοκαταστροφής, σε βασίλισσα του λόγου. Από Μαγιακόφσκι της πλατείας Εξαρχείων, σε Ελληνίδα Σάρα Κέιν. Από Ούλρικε Μάινχοφ, σε Σύλβια Πλαθ. Καιρός είναι.

Η Κατερίνα δεν ήταν ασχημόπαπο. Πάντα κύκνος ήτανε.
Άντε, γιατί ποτέ δε σημαδεύουνε στα πόδια.


Σταύρος Σταυρόπουλος
, 26/06/2008

Τρίτη 15 Απριλίου 2008

ΓΙΩΡΓΟΣ ΧΕΙΜΩΝΑΣ


Ο EΛΛΗΝ AΜΛΕΤ ΕΚΑΤΕΒΗ ΣΤΟ ΦΩΣ

Όταν κοιτάζω τους ανθρώπους είναι σαν αγάλματα κι ο κόσμος είναι μια αρχαία πολιτεία ερείπια στο δάσος χαμένη κι έρημη, όμορφη σαν όνειρο κι έχει πεθάνει χιλιάδες χρόνια κι οι άνθρωποι είναι αγάλματα, οι άνθρωποι πέθαναν πριν χιλιάδες χρόνια, διατηρούν την ομορφιά τους πως διατηρείται τόση ομορφιά;
-ΓΙΩΡΓΟΣ ΧΕΙΜΩΝΑΣ


ΕΓΡΑΦΕ ΜΕ ΠΕΝΑΚΙ που είχε τόσο λεπτή μύτη, ώστε συχνά του έσπαγε. Το χειρόγραφό του θύμιζε περισσότερο σκαλιστή πλάκα –ιερογλυφικό αποτύπωμα κάποιου αρχαίου πολιτισμού, παρά σελίδα προορισμένη να τυπωθεί. Ερχόταν από αλλού. Η μορφή του δεν είχε τίποτε το μέτριο, τίποτε το συμβατικό. Ντυμένος σχεδόν πάντα στα μαύρα, με μακριά μαλλιά, έμοιαζε περισσότερο με ροκ σταρ, παρά με διανοούμενο. Τα βιβλία του ήταν τσαλακωμένα κολάζ από όνειρα και εικόνες, από ζεστές λέξεις που ξεστομίζουν οι μελλοθάνατοι – προικισμένοι με την αγωνία της αναχώρησης. Τα έκοβε απ’ το σώμα του, τα ξεκολλούσε, γι αυτό σιγά σιγά λιγόστευε η σάρκα του. Είχε μείνει λειψός. Μια κάτισχνη φιγούρα που της έλλειπαν κομμάτια, αφού είχε ανταλλάξει την αρτιμέλειά του με μια ποίηση που πεζολογούσε θανάσιμα. Αρκούσε μια φράση για να περάσεις μαζί της μήνες, ένα αλληγορικό δείπνο από λέξεις που όσο και αν έτρωγες, έφταναν και περίσσευαν για να τρέφεσαι μια ζωή. Ήταν ένας ολιγογράφος που η λογοδιάρροια του δεν σταματούσε ποτέ. Ένας πολυλογάς της σιωπής.

Έβλεπε τους ανθρώπους σαν μύγες να πετούν «γύρω απ’ την πληγή του κόσμου». Αυτός, ήταν η πληγή. Άλλοτε, «σαν αγγέλους μαζεμένους στην ανοιχτή να τον κοιτάζουν». Ή σαν αλλόκοτους θεατές που «απολαμβάνουν την δυστυχία μας». Αυτός, ήταν η δυστυχία. Περιβεβλημένος μονίμως από ένα μανδύα νυκτός, έβλεπε όσα δεν μπορούμε να δούμε εμείς, που έχουμε και διαστήματα ημέρας. Οι προτάσεις του σταματούσαν στη μέση, λες και εκείνη τη στιγμή κοβόταν το νήμα που τον ένωνε με τα γήινα, ενώνονταν με τις επόμενες, γεμάτες χρονικές ανακολουθίες, σε ένα λαμπρό βατερλό του συντακτικού. Μεταμφιεσμένος σε Άμλετ - ο Άμλετ της σελήνης, όπως τον αποκάλεσε με τους στίχους του ο Μάνος Ελευθερίου – τρεφόταν αμίλητος από τις σκέψεις του μυαλού. Τρεφόταν απ’ τη τροφή του ανθρώπου.
Κάποτε, όταν πια βαρέθηκε να καπνίζει λέξεις και να σημειώνει θανάτους μέσα του «για το μοναδικό πράγμα στον κόσμο που έχει αιτία» - την ποίηση, άνοιξε μια μεγάλη τρύπα στον ύπνο του και πέρασε απέναντι: με φαντασμαγορία, με λάμψη, με βαρύτητα. Διελύθη, όμορφος, μέσα σε μια ανεξέλεγκτη εκδρομή. Ξεψύχησε πάνω στο φως, εκεί όπου πάντα ανήκε. Ήταν ο πιο νέος 62χρονος που υπήρξε ποτέ.

Οκτώ χρόνια από τον θάνατό του, το «σύμπτωμα» Χειμωνά εξακολουθεί σήμερα να απασχολεί την νεοελληνική γραμματολογία. Ο παράλληλος συνδυασμός της αγέρωχης –αλλά μελαγχολικής - μορφής του με το δυσπρόσιτο – αλλά ιδιοφυές - έργο του, τροφοδότησε τον μύθο του που γιγαντώθηκε και «συνέβη» ως βόμβα στα θεμέλια της λογοτεχνικής μας ενδοχώρας.
Ποιος ήταν στην πραγματικότητα αυτός ο μυστηριώδης γιατρός που έκανε την ειδικότητά του στις λέξεις; Ποιος ήταν αυτός ο μοναχικός man in black που ακύρωσε έτσι βίαια το συντακτικό μας, επιβάλλοντας στα κείμενα τον δικό του νόμο της περιπλανώμενης τελείας; Ένας αλχημιστής του 21ου αιώνα; Ένας αρχιερέας της εύγλωττης σιωπής; Ένας συμβολικός άγγελος που εξέπεσε του αξιώματός του για να το δημιουργήσει εκ νέου;

«Οι πεζογράφοι με θεωρούν ποιητή, οι ποιητές πεζογράφο, οι γιατροί λογοτέχνη, οι λογοτέχνες γιατρό, οι Καβαλιώτες Θεσσαλονικέα, οι Θεσσαλονικείς Αθηναίο, οι Αθηναίοι Θεσσαλονικέα και Καβαλιώτη…» ( από την τελευταία του συνέντευξη, Καθημερινή, 14/11/99).

Ένα αίνιγμα ακρότατου μοντερνισμού στη ζωή και την τέχνη, η προσωποποίηση ενός εκθαμβωτικού νεωτερισμού και μιας βασανισμένης συμμαχίας για την κατάργηση των ορίων του λόγου, ο ντοκτέρ ιβέρ ή γιατρός ινεότης, ή όπως αλλιώς ονομάζεται μια αβυσσαλέα διάνοια, ο νευρολόγος – ψυχίατρος Γιώργος Χειμωνάς, πήρε τη λύση στα χέρια του, έριξε το μυστικό της στη τσέπη του, άνοιξε το βήμα του και απήλθε της πραγματικότητας που ποτέ του δεν αναγνώρισε. Σκεπασμένος από την εικόνα του:

«Απομακρύνθηκε ο ορίζοντας. Η ζωή φάνηκε πρώτα στους τοίχους. Είναι ένας τοίχος αλειμμένος μ’ ένα υλικό σαν σημασία. Αλλού οι τοίχοι εξογκώνονταν κι εξείχαν σαν να γεννούσαν αγάλματα κι άμορφα ακόμα που μόλις σχηματίζονταν εκρέμονταν από τους τοίχους. Αργά εκατέβαινε ο ουρανός. Υπέροχος κεφαλόδεσμος από λοξά βαριά καλύμματα λύθηκαν κι έπεφταν αργά για να φανεί ξανά πόσο καλό είναι το φως…»
(από τους Χτίστες)

Νιώθω πώς όποιος προσπάθησε να εξηγήσει αυτό το ανοίκεια «μεικτό» ύφος του Γιώργου Χειμωνά στα Γράμματα, ήρθε αντιμέτωπος με την προσπάθεια του λόγου να αρθρώσει το άρρητο. Και πνίγηκε. Όπως θα πνιγεί μοιραία κι αυτό το κείμενο στη βιάση του να αναμεταδώσει μερικά μόνο σποραδικά σήματα εντοπισμού του.
Τότε γιατί γράφεται; Για να καταστεί εξηγητικό της αδυναμίας εξήγησής του; Για να βρεθεί σε κάποιο πεδίο που να του επιτρέπεται η δυνητική επικοινωνία με την εσώτατη βάση του; Μήπως για να αποκτήσει δικαίωμα συμμετοχής στην παραβατικότητα ενός αστραφτερού λόγου;
Ίσως για όλα αυτά μαζί. Ή και για κάποια άλλα που εμπλέκονται με τη συνήθη ματαιοδοξία όσων γράφουν. Το μόνο που μπορώ να βεβαιώσω εδώ, είναι πως ο Χειμωνάς υπήρξε ένας «αυτιστικός» λογοτέχνης. Όχι με τον συνήθη τρόπο που οι λογοτέχνες υπάρχουν, περίκλειστοι και αποκλεισμένοι από τους άλλους, αλλά με την στενά «ιατρική» έννοια του όρου, βιώνοντας καρτερικά και ξεχωριστά την παθολογία του, ασκώντας το σώμα του στην απελπισμένη αποσπασματικότητα των φράσεων. Κάθε κριτική αναφορά θα ήταν, νομίζω, εξαρχής καταδικασμένη.

Στο έργο του, που θα παραμείνει επίκαιρο και εξωφρενικά μοντέρνο και μετά από 50 χρόνια, αλλά, κυρίως, «θανάσιμα ελληνικό» - κατά την πολύ ωραία φράση του Άρη Μαραγκόπουλου – ακεραιώνονται σχεδόν όλες οι τέχνες: Γλυπτική, ζωγραφική, μουσική, κινηματογράφος, ποίηση. Για να συμμαχήσουν εναντίον του εχθρού του ποιητή, που ως γιατρός ψυχών, δεν κατάφερε να περιθάλψει ποτέ τη δική του.
Αυτός ο απομακρυσμένος άγγελος, ο πρίγκιπας της απέραντης εικόνας που αγαπούσε τον Σέξπηρ και τον Κέιβ, απέλειπε λυπημένος. Επέταξε την άσπρη μπλούζα του γιατρού, έσπασε ένα μπουκάλι λύπη, άνοιξε όλες τις αποθήκες του μυαλού του και εκατέβη στο φως. Μια απ’ αυτές τις νύχτες που έκανε συνέχεια στα βιβλία του. Φεύγοντας, πήρε μαζί του όλο το αρχείο της ελληνικής λογοτεχνίας. Τώρα, στη θέση της υπάρχει ένας κενός δίσκος. Ένας νεκρός υπολογιστής που περιμένει απλά να ανακυκλωθεί.

Σταύρος Σταυρόπουλος, 15/04/2008

Δευτέρα 7 Απριλίου 2008

LEONARD COHEN: REMEMBER ME? I USE TO LIVE FOR MUSIC



Terra vibe park, 30 Ιουλίου 2008

ΠΟΘΟΣ ΕΙΝΑΙ το άλογο που αμαξώνει τη θλίψη. Είναι η ανεξίτηλη δαχτυλιά που ανοίγει το σώμα, τον χάρτη του έρωτα. Η διαπεραστική μελάνη του πνεύματος. Για όλες τις Μαριάνες και τις Σουζάνες του κόσμου που δρασκελίζουν κρυφά ένα μέρος κοντά στο ποτάμι για να μου προσφέρουν τσάι με πορτοκάλια. Για όλες τις αγάπες που μου τον παίρνουν – όπως η Joplin – όταν το ζώο μου ουρλιάζει αήττητο, σε ένα άφτιαχτο κρεβάτι του Chelsea Hotel, ενώ η λιμουζίνα τους περιμένει στο δρόμο. That night that you planned to go clear. Did you ever go clear?
Γυμνές, φορούν μόνο ένα διάσημο μπλε αδιάβροχο φθαρμένο στους ώμους που τους γδέρνει τη σάρκα. Την ήβη, όλοι οι άγγελοι είναι εκεί θυμωμένοι. Και σιωπηλοί.
Παρίσι της δεκαετίας του 70, στα καφέ, like a bird on the wire. Αν το φεγγάρι είχε μια αδελφή, θα ήσουν εσύ. Στο Σηκουάνα το φεγγάρι δεν είναι παρά μια πέτρα που βρήκε κοντά στην όχθη του κάποιος τυχερός και την έριξε στη τσέπη του. Το Παρίσι δεν τελειώνει ποτέ, είναι το αγαπημένο παιχνίδι των ποιητών. Κάτι σαν τον αιφνίδιο σπασμό της κοιλιάς σου, λίγο πριν ξεσπάσει ο οργασμός. Εγώ. I want to come again.

Στα «ευρωπαϊκά μπλουζ» του Κοέν η θλίψη έχει αξιοπρέπεια. Το τσεκούρι είναι φτιαγμένο από χρυσό, η λίμνη είναι ο καθρέφτης της γυναίκας. Αφήνει όλες τις πόρτες ανοιχτές στο φως της σελήνης. Θα περάσω κάτω απ’ τα πόδια σου, κάτω απ’ τη δική σου αψίδα θριάμβου. I will kill you if I must, I will help you if I can. Σειρά σου τώρα να πεθάνεις από έρωτα, σειρά μου να αναστηθώ. Με τραγούδια, ψηλαφώντας τα δικά μας δευτερόλεπτα. Με βραδινές μπαλάντες που σκάλισα στις βεράντες της Ύδρας instead of fucking you more often.
Είδες; Είμαι τελικά τόσο ελεύθερος που μπορώ ακόμα και να σου φέρω την Αμερική μου στον ίσιο δρόμο. Τα ερωτικά μου κουρέλια στο πιάτο σου. Fucking America, fucking you. Δέκα φορές Καναδός, στις αδιάψευστες ποσοστώσεις μιας ραγδαίας ζωής. Δέκα φορές Υδραίος Καβάφης που αποχαιρετά την Αλεξανδρινή Αλεξάνδρα του, δέκα φορές μαγεία που εξαπατά όλους τους φρουρούς της καρδιάς σου. Πεζοναύτης του πνευματικού κόσμου σου. Ποίημα με αυτοκόλλητο όνομα ράχης. Ακατάλληλο. Θλιμμένο κουκουνάρι. Κανείς.

Εντάξει, φύγε αν πρέπει / θα φτιάξω μόνος μου το Σύμπαν / θα τα αφήσω όλα να κολλήσουν πάνω μου / κάθε θλιμμένο κουκουνάρι / κάθε ανιαρή πευκοβελόνα / Και θα στείλω τη στοργή μου / από αυτό το ξυρισμένο κεφάλι / 360 μοίρες / προς όλα τα δραματικά τοπία / όλες τις καταχνιές και τα χιόνια / που διασχίζουν / τα λαμπερά βουνά / για να φτάσω στις γυναίκες που κολυμπούν / στους χειμάρρους / και χτενίζουν τα μαλλιά τους / στις σκεπές / στους άφωνους που με κάλεσαν / από την εκπληκτική σιωπή τους / στους μικρόψυχους ενώ είναι πλούσιοι / για να φτάσω σε όλες τις μορφές της σκέψης / και τα διάτρητα διανοητικά αντικείμενα / που μπορείς τώρα / στο τέλος της εφιαλτικής σου ζωής / να αποκτήσεις.
(Leonard Cohen, ΕΔΩ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΚΙΝΑ)

Μπορώ ακόμα να σε σχεδιάσω με μια ματιά. Αλήθεια. Χωρίς καν μολύβια. Έρχομαι, να μου πετάς κέρματα στο τζουκ-μποξ, για να μην τελειώσω. Θα κάνω ό, τι μου πεις. Θα κλάψω στις άκρες των σεντονιών σου, θα πατήσω τον Νόμο στο λαιμό. Θα σε ανταμείψω με όλα τα μέλη μου να καίγονται από ζάλη. I’ m your man.
Έρχομαι, για να ζήσω μέσα σου, με τις μελαχρινές φάρσες μου, με τις μυστικές μου ανοησίες. Πρώτα θα πάρουμε το Μανχάταν, μετά το Βερολίνο. Μετά, θα γίνουμε ο κόσμος όλος, πάνω σ’ ένα κρεβάτι διαλυμένο από τις προσευχές μας. Σ’ ένα μηχανάκι που θα το γέρνει ο άνεμος, όλα τα πρωινά του κόσμου, παραμελημένοι απ’ όλους.
Έρχομαι, να με χορέψεις στις παρακλήσεις σου. Να με πας ως το τέλος της αγάπης. Θέλω να νιώσω τον μικρό σεισμό που ανασηκώνει το στήθος σου, μέσα σε δωμάτια αυλές, εγώ ο βετεράνος με το κόκκινο παράσημο του έρωτα, εγώ απ’ το άλλο ημισφαίριο, που θα σε γνωρίσω ξανά στον εαυτό μου, μια νύχτα αργή, όταν θα μαζεύουμε βιαστικά τις καρδιές μας για να φύγουμε,

ανήσυχοι, φυσικά
ηττημένοι, φυσικά
γέροι, φυσικά
ευγνώμονες, φυσικά

αλλά διαλυμένοι επιτέλους
στο χρυσαφένιο μας φως.

Σταύρος Σταυρόπουλος, 07/04/2008

Παρασκευή 21 Μαρτίου 2008

ΟΙ ΑΛΛΟΙ ΠΟΥ ΕΙΜΑΙ


Μικρές ιδέες μέχρι ιδεοληψίας, αποφθέγματα σαν λαμπερά μετέωρα της ανέκφραστης επιθυμίας, αφορισμοί της τοξοβολούσας άρνησης της γεφυροποιού επικοινωνίας που έρχεται κι όλο δεν έρχεται συγκροτούν αυτό το ποιητικό σώμα.

διαβάστε όλη τη κριτική του Β.Καλαμαρά στην Ελευθεροτυπία
http://www.enet.gr/online/online_issues?pid=51&dt=21/03/2008&id=69762656
και μια σελίδα από εφημερίδα της Χίου
ΤΙ ΕΓΡΑΨΕ Ο ΤΥΠΟΣ ΓΙΑ ΤΟ «ΟΙ ΑΛΛΟΙ ΠΟΥ ΕΙΜΑΙ»

Με αφετηρία τις πολλαπλές εκδοχές του εγώ που συνωθούνται μέσα στο ίδιο σώμα σαν μεγάλα επάλληλα σύμπαντα, ο Σταύρος Σταυρόπουλος αποκαλύπτει, ανασηκώνοντας ελαφρά το πέπλο των πραγμάτων, μια πυκνότατη φόρμα συναισθημάτων που προβάλλονται ως στοχασμοί πάνω στο σκηνικό των λέξεων. Μια συλλογή από μικρής έκτασης κείμενα από ένα συγγραφέα που από τους πεζογράφους θεωρείται ποιητής και από τους ποιητές πεζογράφος.

Βασιλική Μπάρμπα – ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΤΥΠΟΣ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Το ρήμα συνήθως καταγγελτικό. Το επιγραμματικό απόφθεγμα κυρίαρχο. Η ύπαρξη επιζητεί – ίσως μάταια – τα εαυτής. Μαρτυρίες και συνεπαγωγές υποψιασμένου βίου, οι οποίες αποφεύγουν μελοδραματισμούς και κοινότοπες εκφάνσεις. Οι παράλληλες πεζογραφικές εκδοχές του Σ.Σταυρόπουλου διακρίνονται, επίσης, για την σαφή ποιητική τους απόκλιση. Πρόκειται για έναν συνεπή και εν εγρηγόρσει τελούντα δημιουργό πορείας.

Γιώργος Βέης – YEARBOOK, ΣΤΙΓΜΙΟΤΥΠΑ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ 2007-2008

Ο Σταύρος Σταυρόπουλος στο πέμπτο βιβλίο του καταφέρνει να συνδυάσει με τρόπο μοναδικό την ακρίβεια του πεζού λόγου με τον μινιμαλισμό της ποίησης, την αμεσότητα της εικόνας με το βάθος του δοκιμίου. Τα ποιήματα της συλλογής αυτής είναι γραμμένα πάνω στο γνώριμο τρίπτυχο του συγγραφέα έρωτας-θάνατος-μουσική, αλλά φωτίζονται από ένα απροσδόκητο φως: το φως της διαρκούς αμφιβολίας, το φως που διαρρέει όταν ο άνθρωπος μένει μόνος να αναρωτιέται για τα αληθινά και τα ψεύτικα.

Χριστίνα Δρούζα – FAQ

Ειρωνικός, υπαινικτικός, μελαγχολικός, θλιμμένος, σαφής και αφηρημένος μαζί, ηττημένος αλλά πάντα νικητής μέσα από τις εμπειρίες, συμβολικός, δηκτικός, ερωτικός και ποιητικός πάντα, ο Σταύρος Σταυρόπουλος «παίζει» με τις λέξεις σε ένα scrable από συναισθήματα και αισθήσεις, με την «απουσία» και την «έλλειψη» να κυριαρχούν και την μνήμη αδίστακτη να κρυφογελά και να επαίρεται για τη δύναμή της. ΄Ένα βιβλίο σαν δρομολόγιο τρένου μες στη βροχή, με επιβάτες στιγμές του χτες – μέγκενη στις επιλογές του παρόντος και στα όνειρα του μέλλοντος.

Γιόλα Αργυροπούλου – ΤΗΛΕΡΑΜΑ

Ένας «διαφορετικός» Σταυρόπουλος αναδύεται από τις σελίδες του Οι άλλοι που είμαι , ένας Σταυρόπουλος που δείχνει να αφήνει στην άκρη την «εκρηκτικότητα» της γραφής του, να αμφιβάλλει και να διερωτάται για όλα, να διαχειρίζεται την αλήθεια του με τρόπο ανατρεπτικό. Τα γνωστά θέματα του συγγραφέα εμφανίζονται και πάλι ως προσφιλή του, όμως πιο απαιτητικά από ποτέ, πιο αποφασισμένα να παζαρέψουν ως το τέλος την ίδια τους την αυτοτέλεια (…). Ο έρωτας είναι πανταχού παρών, επιπλέει στις σελίδες του βιβλίου σαν χάρτινο καραβάκι που καθελκύεται με επισημότητα στο παρελθόν. Είτε σαν αφοπλιστική δήλωση, είτε σαν νοσταλγική αποτίμηση του χαμένου χρόνου, είτε σαν μακρινός απόηχος μιας προσδοκίας που επιμένει. Και η αγωνία των λέξεων – η προσφορότερη απ’ τις εκδοχές του εαυτού μας – στήνει το δικό της πανηγύρι σαν «η αφοσιωμένη τυπογραφία μιας συμμετρίας που καταρρέει». Σε κάθε περίπτωση, αφορμή είναι η ποίηση. Που «αποχαρακτηρίζεται» στο νέο βιβλίο του Σταυρόπουλου, για να βρεί – επιτέλους – το πραγματικό της νόημα: Την ακεραιότητα της στιγμής.

METRO


Ποιήματα μέσα στο φως γιατί οι σκιές πληθαίνουν, παντού.

Γιώργος Χρονάς – ΟΔΟΣ ΠΑΝΟΣ


Ο Σταύρος Σταυρόπουλος της πληθωρικής ροκ γραφής με την οποία ταυτίστηκε κυρίως με το δεύτερο έργο του Το ροκ που παίζουν τα μάτια σου (Απόπειρα, 2002), ασχολήθηκε τα τελευταία χρόνια με την ποίηση και εξελίσσοντας κατά πολύ το προσωπικό του ύφος συγκέντρωσε τον καρπό της δουλειάς του στην ποιητική συλλογή Οι άλλοι που είμαι (Μεταίχμιο). Το μέτρο και η αυστηρότητα της ποιητικής πρόζας κατάφεραν να τιθασεύσουν τον άναρχο, παρορμητικό και ροκ χαρακτήρα των προηγούμενων κειμένων του και να αναδείξουν πως πίσω απ’ τα φθαρμένα τζιν των πεζογραφικών του εμφανίσεων κρύβεται μια αριστοτεχνική, μαύρη βελούδινη γραφή. Τα ευθύβολα και λακωνικά του μονόστιχα άλλοτε θυμίζουν συνθήματα πόλης και άλλοτε ενσταλαγμένη σοφία δοσμένη στη φόρμα του χαικού. Ο χρόνος, ένας από τους μεγάλους πρωταγωνιστές αυτής της συλλογής, είναι φανερό ότι ευθύνεται όχι μόνο για τις ιδέες που κυοφορούν τα ποιήματα αλλά, κυρίως, για το ίδιο το γλωσσικό εργαλείο του γράφοντος, που εδώ προσφέρεται στην πιο κρυστάλλινη μορφή του.

Νικόλ Λαφαζάνη – ΔΙΑΒΑΖΩ

(…) Σήμερα επιχειρεί μιας αμιγώς ποιητική προσέγγιση με το Οι άλλοι που είμαι (2007), η οποία κατά τη δική μου άποψη, αποτελεί μια «άηχη απόδειξη μιας ανώριμης ωριμότητας». Εξηγούμαι αμέσως, γιατί αυτό το «ανώριμης ωριμότητας» μπορεί εύκολα να παρεξηγηθεί. Λέω «ανώριμη», γιατί ανώριμη παραμένει – ευτυχώς – η ματιά του στον κόσμο, η συναισθηματική διαχείριση των καταστάσεων, η διατίμηση των αξιών σ’ ένα σύμπαν μοναξιάς. Συνεχίζει να παρατηρεί έκθαμβος και να απορεί διαρκώς, χωρίς να διαθέτει τελεσίδικες παρηγορητικές απαντήσεις, γιατί είναι «ένα παιδί που μεγάλωσε», αλλά η «ενήλικη συνείδησή του φοράει κοντά παντελονάκια και παίζει γκαζές στις γειτονιές». Λέω «ωριμότητα», γιατί εδώ πια αναφέρομαι στην ωριμότητα της γραφής, στη σίγουρη τεχνική και στη καλοδουλεμένη φόρμα. Κοντολογίς, ένας ασυμβίβαστος στην ψυχή, που συνυπάρχει μ’ έναν έμπειρο στη γραφή – ιδανικός συνδιασμός για την ποίηση. (…) Δεν είναι τόσο οι τόνοι που έχουν αναπάντεχα χαμηλώσει κι έχουν αφοσιωθεί αποκλειστικά στη «γραμματική των δακρύων», δεν είναι που το λεκτικό παραλήρημα υποχωρεί προς χάριν μιας επιλεκτικής εσωστρέφειας. Εκείνο που πρωτίστως εντυπωσιάζει, είναι πως εδώ, ο ατημέλητος και συχνά άναρχος λόγος της πεζογραφίας του, ευπειθώς καλουπώνεται και ευπρεπώς ενδύεται, γιατί ο συγγραφέας σοφά γνωρίζει πως η ποίηση επιβάλλει αυστηρότερη φόρμα και αισθητική συμμετρία.
Αν φοβηθήκατε πως αυτή η περισσότερο θλιμμένη και λιγότερο εμπύρετη κατάθεσή του – που συνοδεύεται από στοχαστική ανακεφαλαίωση και κατακτημένη τεχνική – σημαίνει ότι ο ποιητής άρχισε να γερνά, ουδείς λόγος ανησυχίας. Άλλωστε, για τον Σταυρόπουλο, είναι πια πολύ αργά για να γεράσει!

Γιάννης Ευσταθιάδης – ΔΕΚΑΤΑ

Η ποίηση του Σταυρόπουλου είναι ποίηση – προεχόντως – σε πρώτο πρόσωπο. Ποίηση που του επιτρέπει συχνά να αυτοβιογραφείται. Είναι – συχνά – ποίηση ερωτική. Το υποκείμενο, ευάλωτο, έτοιμο να δοθεί, απευθύνεται στο σκοτεινό ή φωτεινό αντικείμενο του πόθου. Κτητικά ή ικετευτικά. Έτσι το δεύτερο ενικό πρόσωπο εισάγεται με ένα είδος απεγνωσμένου διαλόγου, όπου δεν αναμένεται η απάντηση: Μια πρόσκληση κα ηχώ της. Η γραφίδα του είναι σαν μια βελόνα τατουάζ. Οι λέξεις χαράζονται αδιόρατα στην αρχή, ανεξίτηλα στη συνέχεια. Μοιάζουν να σωματοποιούν την αγωνία του δημιουργού τους.
Το Οι άλλοι που είμαι είναι ένα εξαιρετικά διυλισμένο απόσταγμα εικόνων, που παρά την πεζότροπη μορφή τους, παραμένουν βαθιά ποιητικές. Ίσως το πιο ιδιόρρυθμο βιβλίο του Σταυρόπουλου. Και το πιο κρυπτικό.

Βασίλης Πολύζος – ΟΔΟΣ ΠΑΝΟΣ

Βγαλμένα κατευθείαν από καλοκαιρινές διακοπές στις Κυκλάδες – εξού και η αφιέρωση σε ορισμένα από τα νησιά του νησιωτικού συμπλέγματος – δεν αφήνονται στην τουριστική λάμψη του ήλιου, αλλά καθεύδουν στη λεπτολόγο άρθρωση όχι του ανείπωτου, αλλά του εξαντλητικά ειπωμένου. Από αυτό το πολύ της χρήσης, όταν το νόημα πάει να εξαντλήσει τις αντοχές του. Μικρές ιδέες μέχρι ιδεοληψίας, αποφθέγματα σαν λαμπερά μετέωρα της ανέκφραστης επιθυμίας, αφορισμοί της τοξοβολούσας άρνησης της γεφυροποιού επικοινωνίας που έρχεται και όλο δεν έρχεται συγκροτούν αυτό το ποιητικό σώμα. Η όποια ροκίζουσα συνεκφορά του λόγου δεν παρελθοντολογίζει, γιατί το παρελθόν είναι ακόμα ζωντανό (…), είναι η εμμονή σε ότι έζησε ο Σταύρος Σταυρόπουλος και δεν επιθυμεί διόλου να υπερβεί. Γιατί έχει ακόμη θέρμη και θερμοκρασία, είναι ζεστό και κοχλάζον, γιατί αρνείται να γίνει ο ενήλικος που του δείχνει η ηλικία του. Εφηβίζει «επικίνδυνα», συνειδητά ωστόσο, τα μακριά μαλλιά πλέον δεν ανεμίζουν, όμως η ανέμη που γυρίζει δεν λέει νεοπαγή παραμύθια πειστικά. Και καθώς απειθεί, δίνει κλότσο να γυρίσει το νήμα εκείνου «του παλαιού κουτσού Σαββατοκύριακου που χαμήλωσε αισθητά ο κόσμος».

Βασίλης Καλαμαράς – ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ


Από την πρώτη στιγμή που διάβασα λέξεις πάνω στο χαρτί του Σταύρου Σταυρόπουλου, έστω και όχι όσο άγρια σίγουρες για τον εαυτό τους παρουσιάζονται στο τελευταίο βιβλίο του, είχα την αίσθηση ενός ανθρώπου που ενδιαφερόταν για το παιχνίδι του κειμένου και όχι για το είδος εκείνο της εύτακτης συμπεριφοράς που συνηθίσαμε να ονομάζουμε σύνθεση. Δεν ενδιαφερόταν καν τι λογής κείμενο έγραφε, αλλά μόνο γι’ αυτό που μπορεί να κάνει ένα κείμενο στον ίδιο και στους αναγνώστες του. Ένα κείμενο πέρα από την περιοχή της κατευθυνόμενης ρητορικής. Ίσως για αυτό να είναι τόσο γοητευτικό. Κάποτε κάποτε, σκεφτόμουν πώς ήταν δυνατόν να γράφει τόσο καίρια πράγματα με τόση ατημελησία. Ώσπου υποπτεύθηκα πως αυτή η ατημελησία ήταν η δική του στρατηγική: Η διατήρηση της απουσίας, του κενού, της οδυνηρής ζήτησης. Όχι η παρηγοριά ή η επένδυση των χαμένου χρόνου με λόγια, αλλά η αναπαράσταση του ανέφικτου, προκειμένου να μην απολεσθεί: Μια άλλη διαλεκτική του πόθου (…).
Ο Σταυρόπουλος έχει πια σχηματίσει τον χαρακτήρα του σαν συγγραφέας, τον οποίον μπορεί να μεταδίδει σε διαφορετικούς ανθρώπους. Διαχειρίζεται με θαυμαστό τρόπο το ενιαίο του πρόσωπο, μένοντας αφοσιωμένος σε αυτό που πραγματικά υπηρετεί: την μορφή. Μ’ αυτήν μπορεί να παίζει μαζί μας το ερεβώδες παιχνίδι της ματαιότητας, μέσα και έξω από το βιβλίο, σε ένα σύμπαν στο οποίο παραμένουμε όλοι τραγικά μετανάστες έως ότου μας αρνηθεί την παραμονή.
Κι αυτό είναι νομίζω η πρωταρχική σημασία της αληθινής γραφής.

Γιώργος Μπλάνας – ΠΟΙΗΤΙΚΗ

Ο λόγος του, άλλοτε είναι γεμάτος συμβολισμούς και άλλοτε «φωνάζει» τις αναφορές του, που εκτείνονται από τον Αρτώ και τον Χειμωνά έως τον Βαν Μόρισον και τον Τζόν Κολτρέιν. Ντόμπρα και βιωματικά λόγια, μελαγχολικά και συνάμα ταξιδιάρικα.

Θανάσης Μήνας - SOUL