Παρασκευή 6 Ιουλίου 2007

ΑΓΝΩΣΤΟΥ ΙΟΥ





Απέναντι σ’ έναν ιογενή κόσμο, η σκέψη οφείλει να γίνει κι αυτή ιογενής, δηλ. ικανή να δημιουργεί συσχετισμούς ή διαχωρισμούς διαφορετικούς από εκείνους της αντικειμενικής κριτικής ή ακόμα και της διαλεκτικής κριτικής. Οφείλει να είναι αγκυροβολημένη σ’ αυτήν την ιογένεια του κόσμου και ταυτόχρονα να είναι ο αντίποδάς της, διαφορετικά δεν υπάρχει ως σκέψη.
- ΖΑΝ ΜΠΟΝΤΡΙΓΙΑΡ


ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΠΡΟΚΥΠΤΟΥΝ από την εμμονή και τον, ως ένα βαθμό, ιδιαζόντως τραυματικό εθισμό του συγγραφέα τους, να δημιουργεί - ενίοτε ως μικρός θεός - μικρά, αυτοδύναμα σύμπαντα, μέσα στα οποία θα ήθελε διακαώς να ζήσει, περιγράφοντας μια πραγματικότητα που δεν συμβαίνει.
Τα δείγματα αυτά της τέχνης του, τα ελευθεριάζοντα κάντος αυτής της εσωτερικής, μη πραγματικής πραγματικότητας, τα αποθέτει, εν καιρώ πολέμου, όταν πέφτει το σκοτάδι και οι δαίμονες του ξεσηκώνονται, σε εδάφη που ουσιαστικά ελέγχονται από τους αναγνώστες ή τους κριτικούς, και είναι ναρκοθετημένα, με κίνδυνο να τραυματιστεί θανάσιμα. Μόνο ένα πράγμα αξίζει να αφηγηθεί: αυτό που δεν υπάρχει – αφού δεν βλέπει κανένα απολύτως λόγο να περιγράψει ή να εξερευνήσει περιοχές που είτε είναι γνωστές, είτε έχουν μελετηθεί επαρκώς από άλλους. Περιγράφοντας τον φανταστικό του κόσμο, τον κάνει πραγματικό, τα όνειρά του αποκτούν ξαφνικά τετραγωνικά, εμβαδόν, συγκεκριμένες διαστάσεις. Η «μεταμόρφωση» του Κάφκα, είναι ένα τέτοιο παράδειγμα μεταγλώττισης του άρρητου, του ανοίκειου, του ανύπαρκτου – αλλά συγχρόνως πραγματικότερου του πραγματικού. Οι ήρωες του Μπέκετ ή οι μη-ήρωες του, είναι ένα άλλο. Το πολύ καλό περσινό ντεμπούτο της Αγγελικής Στρατηγοπούλου, «Δεν θα ξαναρωτήσω τον μπαμπά» (εκδ. Μελάνι ), επίσης. Το ψεύδος του δημιουργού είναι η αληθινή του αλήθεια, και η ποιότητα της ηθοποιίας του στο έργο της ζωής, έχει να κάνει με την φωτεινότητα της προσωπικής του τέχνης.

Όποτε ο συγγραφέας αναγκάζεται να υποδυθεί απλώς τον εαυτό του – απεκδυόμενος ρόλους, ήρωες ή ιδέες που τον απηχούν, αλλά δεν του ανήκουν – οι πιθανότητες να «επιτύχει» τον στόχο του μειώνονται αισθητά. Αντίθετα, αν τον παρεκτείνει, απλώνοντάς τον μέχρι εκεί που ονειρεύεται, αν τον υπερβεί και η «μεταμόρφωσή» του αυτή επωαστεί και συντελεστεί σε διαφανές περιβάλλον, με υψηλές θερμοκρασίες και την θέληση να χτυπάει την βελόνα στο κόκκινο, τότε το αποτέλεσμα δείχνει διαμετρικά αντίθετο. Αμεσότερο. Ακουμπά το είδος εκείνο της ωριμότητας που επιτρέπουν στον εαυτό τους οι επαναστάτες. Ποιο όμως είναι το μέσον που έχει, η πυξίδα που χρησιμοποιεί, τα ψίχουλα που σκορπίζει στο δρόμο για να θυμάται να ξαναγυρίσει;
Φυσικά, οι λέξεις. Όπως ακριβώς ο χειρούργος οφείλει να ξέρει να χειρουργεί, έτσι και ο συγγραφέας οφείλει να ξέρει να γράφει. Να ιερουργεί με τις λέξεις, να χελιδονίζεται, να επιτρέπει στην ομορφιά να διαρρέει, σαν φήμη που αφήνεται να εξαπλωθεί. Ένα πράγμα που δεν ξέρει ότι δεν ξέρει ο έλληνας συγγραφέας. Η ανακούφιση στην οποίαν προσβλέπει γράφοντας, είναι πρόβλημα του παχέος εντέρου του και όχι της λογοτεχνίας. Καταδικασμένος στην αναζήτηση της πλοκής, «υποχρεώνεται» σε συνεχή copy-paste, προβάλλοντας ιστορίες χωρίς μορφή, χωρίς σχήμα, χωρίς προσωπικό άρωμα. Λες και αυτό ήταν το στοίχημα. Λες και αυτός ήταν ο τελικός του προορισμός: Να ομιλεί με έπαρση, επί παντός του επιστητού, θεωρώντας ότι ο κόσμος είναι απαραίτητο να γνωρίζει την άποψή του για το φαινόμενο του θερμοκηπίου ή τις τελευταίες προεδρικές εκλογές της Γαλλίας. Να ομιλεί γενικώς.

Η περιοχή της λογοτεχνίας θα έπρεπε να είναι προστατευόμενος χώρος και όχι διατηρητέο ερείπιο που απειλεί να καταρρεύσει μπροστά στα αδιάφορα μάτια του Υπουργείου Πολιτισμού, του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου, του Συλλόγου Εκδοτών Ελλάδας, των αρμόδιων πολιτιστικών φορέων, των κριτικών επιτροπών, των κρατικών βραβείων, του ειδικού Τύπου, των μαυσωλείων του πνεύματος που σχετίζονται, έμμεσα ή άμεσα, με τον χώρο και ζουν απ’ αυτόν. Το μικρόβιο του «πολιτισμού» πρέπει κάπως να ταυτοποιηθεί, να μελετηθούν προσεκτικά οι παρενέργειές του, να εντοπιστούν οι ευαίσθητες πληθυσμιακά ομάδες, να απομονωθούν τα «αλλεργικού» τύπου περιστατικά. Πρέπει να ξέρουμε επιτέλους ποιοι το έχουν και ποιοι δεν το έχουν.
Δεν μπορεί σήμερα, να διαθέτουμε περισσότερους συγγραφείς και ποιητές, απ’ ότι δημόσιους λειτουργούς ή οικονομικούς μετανάστες, και οι αναφορές μας να συνεχίζουν να είναι ο Πλάτωνας και ο Αριστοτέλης, που ειρήσθω εν παρόδω, δεν καταφέραμε να μελετήσουμε – αλλά γι αυτό υπάρχουν οι ξένοι. Ούτε μπορεί να ανακαλύπτουμε τώρα το μυθιστόρημα, σαράντα χρόνια από το θάνατό του, λες και ανακαλύψαμε την πυρίτιδα, αισθανόμενοι ότι έχουμε επιτελέσει το χρέος μας απέναντι στην λογοτεχνία.

Ο ήχος και η εικόνα των λέξεων είναι πιο σημαντικά απ’ την υπόθεση που περιγράφουν. Αυτό πρέπει να γίνει κατανοητό από όλους.

Πως, δεν ξέρω. Αν το ήξερα, θα το έγραφα.

Σταύρος Σταυρόπουλος, εφημ metro, 06/07/2007

Δευτέρα 2 Απριλίου 2007

ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΕΣ ΑΚΡΟΤΗΤΕΣ




Τα βιβλία στο σπίτι μου προελαύνουν σιωπηλά, αθώa. Δεν μπορώ να τα αναχαιτίσω.
- ΚΑΡΛΟΣ ΜΑΡΙΑ ΝΤΟΜΙΝΓΚΕΣ


ΤΟ ΘΑΥΜΑΣΙΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ του Αργεντινού συγγραφέα Κάρλος Μαρία Ντομίνγκες
( 1955 ), «Το χάρτινο σπίτι», που κυκλοφόρησε πριν οκτώ περίπου μήνες από τις εκδόσεις Πατάκη, σε μετάφραση Λένας Φραγκοπούλου, θίγει με τρόπο εξαιρετικά τρυφερό ένα μεγάλο ζήτημα: αυτό της προέλευσης των βιβλίων, της καταγωγής τους, του κατά πόσον αυτά είναι ικανά να συνυπάρξουν μαζί μας, αλλάζοντας το πεπρωμένο μας. Είναι τα βιβλία ζωντανοί οργανισμοί που αναστατώνουν τις προσωπικότητές μας και μας συμπεριφέρονται με μια ευρεία γκάμα συναισθημάτων, τόσο απρόβλεπτων, που μπορούν να μας «επιβάλλουν» να τους αφιερώσουμε τη ζωή μας ολόκληρη; Κάτι περισσότερο, απαντά ο Ντομίνγκες, αφού τα θεωρεί ανώτατη μορφή ζωικού οργανισμού, που αξίζει και πρέπει να προστατευθεί.
«Κάποτε σκεφτόμουν να φτιάξω μια εσωτερική σκάλα για να επικοινωνούν τα δυο διαμερίσματα, αλλά κατάλαβα εγκαίρως ότι δεν έπρεπε να μολύνω τα βιβλία με τη ζωή του σπιτιού. Όπως και να το κάνεις, λερώνονται» λέει ο αφηγητής του, που προσπαθεί εναγωνίως να τα ταξινομήσει σε μεγάλες τζαμωτές βιβλιοθήκες εκτός του χώρου που ζει, για να μην εκτίθενται στον κίνδυνο του ανθρώπινου ιού.

Αυτή η παράξενα αλεξίσφαιρη κοινωνία των βιβλίων, αυτή η μεγάλη πολιτεία που βασίζεται στην αρμονία και τον εσωτερικό ρυθμό, έχει τους χρυσούς κανόνες της. Απαιτεί τον μέγιστο βαθμό αγάπης και λειτουργεί ως εξαιρετικό αντίβαρο της εγκόσμιας παρουσίας μας στον ακήρυχτο πόλεμο με τους «άλλους» που είμαστε. Πώς οργανώνει άραγε κανείς ένα τέτοιο «χάρτινο» καταφύγιο, πώς θεσπίζει τους τελετουργικούς νόμους του, πώς επιτυγχάνει την αέναη πρόσβαση στα έγκατα της σοφίας του; Ένα φετίχ χωρίς φετίχ, μια ορχήστρα δωματίου εκκωφαντικών, πάντως, ντεσιμπέλ που ουρλιάζουν στα αυτιά μας αγαπημένες σελίδες, προελαύνει καθημερινά στους χώρους μας, σαρώνοντας όλο και περισσότερα αξιοποιήσιμα τετραγωνικά, εξωθώντας μας μακριά, εκεί όπου ο μοναδικός ορίζοντας περικλείεται από κομψές βιβλιοδεσίες, γερές ράχες, πυκνούς τίτλους και εκλεπτυσμένες ιστορίες, που φτάνουν και περισσεύουν για να ζήσουμε ό, τι δεν θα ζούσαμε ούτε σε εκατό ζωές, αποφεύγοντας τον «πόνο» και την «πλαστικότητα» του ανθρώπινου τρόπου.

Ωστόσο το αβάσταχτο άχθος του χώρου που θα καταλάβει τελικά αυτό το καινούργιο «χάρτινο» βασίλειο, θα αποτελεί πάντα ένα δυσεπίλυτο πρόβλημα. Ακόμα κι αν τον βρούμε, πώς θα ταξινομήσουμε τόσες χιλιάδες τίτλους, και κυρίως, ποιά βάση δεδομένων θα χρησιμοποιήσουμε για να αντλούμε απρόσκοπτα τις πληροφορίες μας; Θα είναι μια αλφαβητική ταξινόμηση, μια χρονολογική, μια ειδολογική, μια γεωγραφική, ή θα βασίζεται κυρίως σε ανθρώπινα χαρακτηριστικά και συμπεριφορές – θα τοποθετούσαμε π.χ. στο ίδιο ράφι δυο συγγραφείς τσακωμένους, όπως τον Μπόρχες με τον Λόρκα; Θα βάζαμε ποτέ δίπλα στον Φλομπέρ και τον Προυστ ένα εγχειρίδιο για την ιστορία του καφέ;
Εκτός κι αν αποφασίσουμε – όπως ο ήρωας του Ντομίνγκες – να κάνουμε τα βιβλία σπίτι μας, χρησιμοποιώντας για τούβλα, τόμους του Κόνραντ, του Κορτάσαρ, του Χέμινγουεη και του Καμύ, για παράθυρα ποιήματα της Έμιλυ Ντίκινσον και για πόρτες τους προσωκρατικούς ή τον Σαίξπηρ. Χωρίς τσιμέντο ενδιάμεσα, για να εναλλάσσουμε τις πλευρές τους.
«Τη σκότωσε ένα αυτοκίνητο. Όχι το ποίημα», λέει στην αρχή του βιβλίου του ο Ντομίνγκες, για το θανατηφόρο ατύχημα που είχε η ηρωίδα του Μπλούμα Λέννον από χτύπημα διερχόμενου αυτοκινήτου. Ήταν βυθισμένη στην ανάγνωση ενός ποιήματος.

Τα βιβλία δεν σκοτώνουν. Είναι οι αναμνήσεις μας, οι φωτογραφίες της ζωής μας. Τα κόμιξ της ωριμότητας που προσπέρασε. Εκτελούν επικίνδυνες αποστολές μέσα μας, μας βάζουν σε περιπέτειες, χωρίζουν τον χρόνο σε ημίχρονα. Κάνουν το παιχνίδι συναρπαστικό.

Μπορούμε να τα αγαπάμε γι αυτό που μας δίνουν. Και να τα σεβόμαστε γι αυτό που είναι.

Σταύρος Σταυρόπουλος, εφημ. metro, 02/04/2007

Δευτέρα 12 Φεβρουαρίου 2007

ΕΚΔΟΤΕΣ, ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΗ ΓΡΑΦΗ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΚΕΚΡΑΓΑΡΙΑ


ΕΠΕΙΔΗ ΔΕΝ ΓΡΑΦΟΥΜΕ ΠΙΑ ΣΕ ΠΛΑΚΕΣ, αλλά σε σελίδες που καταλήγουν σε τυπογραφεία, επειδή τα βιβλία υπάρχουν σήμερα κυρίως ως νόθα παιδιά του ερωτικού τριγώνου εκδότες – συγγραφείς – κριτικοί, που οδηγείται, όπως όλα τα ερωτικά τρίγωνα, σε αδιέξοδο, επειδή ό, τι διαμεσολαβείται χάνει σημαντικό μέρος της καθαρότητάς του, αφαλατώνεται και παίρνει την θέση που του προορίζουν σε ένα ακίνδυνο ράφι, επειδή κάθε ανταπόκριση στην καλλιτεχνική δημιουργία είναι υπονομευμένη και προϊόν εξαπάτησης, επειδή η πορεία και ο δημιουργικός κύκλος ενός βιβλίου εξαρτώνται από ένα σωρό παράγοντες, εκτός της ίδιας του της αξίας, επειδή ό, τι γράφεται στον τύπο είναι χαλκευμένο τουλάχιστον κατά το ήμισυ από τις προσωπικές σχέσεις, επειδή τα λογοτεχνικά περιοδικά και τα ένθετα εξελίσσονται όλο και περισσότερο σε κλειστές φατρίες που μοιράζουν το ίδιο βαρετό πιάτο στα ίδια βαρετά πρόσωπα κάθε χρόνο, επειδή όποιος θέλει σήμερα δηλώνει εκδότης, συγγραφέας, κριτικός και η μπάλα χάνεται κάπου στη μέση με τις γνωστές τερατογεννήσεις, επειδή οι φορείς που οδηγούν το λεωφορείο έχουν τόση σχέση με τον πολιτισμό όση εγώ με το φεμινιστικό κίνημα, επειδή κανείς δεν έχει καταλάβει πως αποφασίζονται οι χορηγίες, επειδή καλά είναι τα βιβλία, αλλά να βγάλουμε και κανα φράγκο, επειδή η αρπαχτή βασιλεύει, επειδή δεν γνωρίζουμε πως απονέμονται τα κρατικά βραβεία, πως επιλέγονται αυτοί που στελεχώνουν τις κριτικές επιτροπές, πως αποφασίζονται οι υποψηφιότητες, επειδή όλα είναι θολά και λείπει οξυγόνο, επειδή οι γενιές και οι ομάδες ευνοούν το διαίρει και βασίλευε, επειδή ο ένας βλογάει τα γένια του άλλου και είναι όλοι σπανοί, σε μια αλλοπρόσαλλη σχέση που βασίζεται στην ανταποδοτικότητα – κοινώς αλλαξοκωλιά –, επειδή στο τσίρκο αυτό οι κλόουν που παραμένουν έχουν μάθει να εκτελούν λάθος το νούμερό τους λόγω του γνωστού φόβου, όποιος φεύγει απ’ το μαντρί τον τρώει ο λύκος, επειδή μόνο λύκοι έμειναν τελικά και σε λίγο θα αρχίσουν να τρώγονται κι αυτοί μεταξύ τους, επειδή το ταξίδι των λέξεων από ενδιαφέρουσα περιπλάνηση τείνει να καταλήξει Τιτανικός που βυθίζονται οι άξιοι και επιπλέουν οι φελλοί, επειδή ο σνομπισμός, η ημιμάθεια και το φαίνεσθαι συγκροτούν αναγκαία και ικανή συνθήκη ισότιμης συμμετοχής στην πολιτισμική κολυμπήθρα που κατασκευάζουν οι μηχανισμοί για να αυτοπροστατεύονται, επειδή τα κείμενα είναι λίγο σοβαρότερη υπόθεση από το αρχή – μέση – τέλος και κανείς δεν δείχνει να το καταλαβαίνει, επειδή οι αναγνώστες μπερδεύονται και οι εκδότες μπερδεύουν, επειδή στις διάφορες εκδηλώσεις διάφοροι περιφέρουν τις φάτσες τους αντί να στήνουν τα αυτιά τους, επειδή τα φώτα σε λίγο θα σβήσουν και θα βρεθούμε ενώπιος ενωπίω, στο «μόνον της ζωής μας ταξίδιον», γυμνοί, με ένα κεφάλι γεμάτο άχρηστο υλικό για την επόμενη ανακύκλωση, επειδή κουράστηκαν πια οι ιστορίες να ιστορούνται, τα λόγια να λέγονται και η σιωπή να διασώζει, επειδή εδώ είναι Βαλκάνια και αριθμούνται περισσότεροι ποιητές από υπαλλήλους και περισσότεροι εκδότες από ενεργούς αναγνώστες, επειδή οι ποιητές είναι πολλές φορές υπάλληλοι και οι εκδότες δεν είναι ποτέ αναγνώστες, επειδή αυτό εδώ δεν είναι ένα σοβαρό κείμενο αλλά λυπάμαι, δεν έχω άλλο, επειδή καμιά φορά χάνω την υπομονή μου αλλά ξαναβρίσκω την παιδικότητά μου, επειδή η γραφή είναι σαμποτάζ, βόμβα, κυνηγητό σε σκοτεινούς δρόμους, επειδή μετά λίγη ντροπή δεν περίσσεψε, επειδή όλα αυτά και πολλά ακόμα μαζί,

λέω να κρατήσουμε σήμερα μιας εβδομάδας σιγή για τους ερωτευμένους με το βιβλίο, αυτούς τους λίγους γραφικούς και μοναχικούς καβαλάρηδες του χώρου που ακόμα πιστεύουν στην τρομοκρατία των λέξεων.

Πίσω έχει η αχλάδα την ουρά.

Σταύρος Σταυρόπουλος, εφημ metro, 12/02/2007

Τρίτη 19 Δεκεμβρίου 2006

Η ΑΒΑΣΤΑΧΤΗ ΕΡΗΜΙΑ ΤΗΣ ΓΡΑΦΗΣ


Η τέχνη του καιρού μας είναι θορυβώδης, κάνοντας εκκλήσεις για σιωπή
- ΣΟΥΖΑΝ ΣΟΝΤΑΓΚ, Η αισθητική της σιωπής


ΣΤΟ ΔΟΚΙΜΙΟ ΤΟΥ «La litterature et le droit a la mort» ( ελλην.μεταφρ. Νίκος Ηλιάδης, «Η λογοτεχνία και το δικαίωμα στο θάνατο», εκδ. Futura 2003 ) που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Critique στις αρχές του 1948, ο γάλλος διανοητής Maurice Blanchot ( 1907-2003 ) αναρωτιέται γιατί γράφουμε και που ακριβώς στοχεύουμε με αυτό. Αν ο συγγραφέας κατ’ επέκταση έχει περισσότερο ανάγκη το έργο για να υπάρξει ή το έργο τον ίδιο τον συγγραφέα για να καταστεί έργο. Τι απασχολεί τον συγγραφέα, τι «οπλίζει» το χέρι του τη στιγμή που ξεκινάει να γράψει, τι τροφοδοτεί την υπομονή και την έμπνευσή του; Η αυταρέσκειά του; Μια διάθεση ματαιοδοξίας που ξεκινά απ’ το μηδέν για να καταλήξει στο μηδέν, αφού όλα τα γράμματα και οι αριθμοί, όπως λέει ο ποιητής Γιάννης Υφαντής, είναι μεταμορφώσεις αυτού του μαγικού σχήματος που λέγεται μηδέν; Η προσπάθεια να δει τον κόσμο και τον εαυτό του, αμφισβητώντας και τους δυο, πάνω στα ερείπια της γλώσσας; Ο αναστοχασμός μιας πραγματικότητας που δεν αποδέχεται ως τέτοια;

Ας υποθέσουμε ότι το έργο έχει γραφτεί. Μαζί του γεννήθηκε και ο συγγραφέας. Προηγουμένως δεν υπήρχε κανείς για να το γράψει. Με αφετηρία το έργο, υπάρχει ένας συγγραφέας που συγχέεται με το βιβλίο του, αφού είναι ο δημιουργός του. Υπάρχουν και οι αποδέκτες του, που είναι οι «άλλοι» (αναγνώστες, κριτικοί, εκδότες). Εδώ αρχίζει μια αλυσίδα παρεξηγήσεων: Ο συγγραφέας, αφού δώσει τη μάχη του, παρατηρεί τους άλλους να επιδεικνύουν ενδιαφέρον για το έργο του, διαφορετικό απ’ αυτό που ο ίδιος είχε φανταστεί, βλέπει να δίνουν σε αυτό άλλη διάσταση και οντότητα, που εν προκειμένω ο ίδιος αδυνατεί να αναγνωρίσει. Και το απορρίπτει. Απορρίπτοντας αυτό το μεταμορφωμένο έργο, αυτή την διαστρέβλωση έργου, αυτό που έχει γίνει πια έργο των «άλλλων», ο συγγραφέας απορρίπτει και τον εαυτό του ως δημιουργό. Το έργο του έχει εξαφανιστεί και μαζί του εξαφανίζεται και ο ίδιος. Εμφανίζονται τότε τα γνωστά αδιέξοδα, ο λαβύρινθος που θα πρέπει να διαβεί, ως Ρουβικώνα, η συνείδηση του δημιουργού.
Ο κίνδυνος να γράφεις για τους άλλους, για να αποκαλύψεις στους άλλους την δική τους φωνή, αυτή που δεν θέλουν να ακούσουν από τους εαυτούς τους, αλλά την αποδέχονται (;) από κάποιον τρίτο, εγείρει ερωτηματικά: Ποιανού είναι αυτή η φωνή; Ο συγγραφέας δεν την αναγνωρίζει ως δική του. Οι άλλοι αγωνίζονται να την απωθήσουν, να απαλύνουν έστω την έντασή της, γιατί είναι ενοχλητική και τους καίει σαν αλήθεια. Που ανήκει λοιπόν και κυρίως, πόσο αποτελεσματική μπορεί να αποβεί;
Αυτή η φωνή έχει, νομίζω, μια μόνο μια κατεύθυνση: Να απειλήσει την αλλοτριωμένη λογοτεχνική γλώσσα μέσα απ’ τη μορφή, μέσα από μια χειροτεχνία του ύφους, και να την ξεπεράσει, καταργώντας την. Οφείλει αυτή η φωνή να επισημαίνει κάτι διαφορετικό κι απ’ το περιεχόμενό της, κάτι που είναι το ίδιο το περίφραγμά της, αυτό που την κάνει ακριβώς να επιβάλλεται ως Λογοτεχνία. Γράφει ο Roland Barthes στο δοκίμιό του «Ο βαθμός μηδέν της γραφής» (εκδ. Ράππα 1983, μεταφρ. Κατερίνα Παπαιακώβου ): «Η μορφή αιωρείται μπροστά στο βλέμμα σαν ένα αντικείμενο. Ό, τι κι αν κάνουμε, παραμένει ένα σκάνδαλο: υπέροχη, φαίνεται απαρχαιωμένη. Αναρχική, είναι ακοινωνική. Ιδιότυπη σε σχέση με τις εποχές ή τους ανθρώπους, είναι οπωσδήποτε μοναξιά».

Αν κάτι δηλώνει ανεπιφύλακτα την λογοτεχνική ενασχόληση, αυτό είναι η μοναξιά. Μια μοναξιά από λέξεις που σπεύδει να σηκώσει το βλέμμα της προς τα πάνω, ξεκινώντας όχι από το τι λέει ένα έργο, αλλά από το πως λέει αυτό που έχει να πει. Γράφουμε άλλωστε για τρεις λόγους: Είτε γι αυτό που είμαστε, είτε γι αυτό που θα θέλαμε να είμαστε, είτε γι αυτό που νομίζουμε ότι είναι οι άλλοι. Και στις τρεις περιπτώσεις η μοναξιά είναι ίδια, το αποτέλεσμα πανομοιότυπο: Βιώνουμε το αδιέξοδο μιας λογοτεχνίας, που άλλοτε προσπαθεί να διαφοροποιηθεί από αυτό που της επιφυλάσσεται να είναι - δημιουργώντας όμως παράλληλα τους δικούς της κανόνες, μέσα από τους κανόνες που καταλύει - και άλλοτε αρκείται στις συμβάσεις που την δημιούργησαν, σηκώνοντας αδιάφορα τους ώμους και αλλάζοντας μόνο το εξωτερικό της περίβλημα.
Ο Απολινέρ έδωσε τον απόλυτο ορισμό: «Κάνουμε κενές χειρονομίες ανάμεσα στις μοναξιές».

Σταύρος Σταυρόπουλος, εφημ. metro, 19/12/2006

Δευτέρα 4 Σεπτεμβρίου 2006

ΟΙ ΗΡΩΕΣ ΤΩΝ ΒΙΒΛΙΩΝ



ΚΑΘΟΜΑΙ ΕΔΩ, στα Κιόνια της Τήνου, μια απ’ τις αποβάθρες του κόσμου, στην ταβέρνα του Μάνθου, που την γλείφει ένας αρρωστημένος νοτιάς, βλέπω απέναντί μου την Σύρο χαμένη μέσα στις φωτοσκιάσεις του νερού, και σκέφτομαι τους ήρωες των μυθιστορημάτων. Σκέφτομαι πόσο ψεύτικοι είναι, πόσο ανειλικρινείς, πόσο άπιστοι. Μεταπηδούν με τρομερή άνεση από βιβλίο σε βιβλίο, από συγγραφέα σε συγγραφέα, προκειμένου να εξασφαλίσουν ένα άλλοθι ζωής που να τους προφυλάσσει απ’ την ανυπαρξία τους, που να χρησιμοποιείται σαν αντίδοτο της πραγματικότητας που δεν αντέχουν να ζήσουν. Μοιάζουν με σκουπίδια που μεταφέρονται από χωματερή σε χωματερή, με σπασμένα καράβια που η ξυλεία τους χρησιμοποιείται εκ νέου. Γιατί δεν έχουν φύγει ποτέ από τις σελίδες των βιβλίων, αφήνοντάς τις κενές, γιατί δεν έχουν πάει να γίνουν πραγματικά γέλια, θυμοί, μαγικά χαλιά, διήμερα στα νησιά, Κυριακές που τελειώνουν με την δύση του ηλίου; Η ιστορία της λογοτεχνίας είναι γεμάτη απ’ αυτούς τους δειλούς γίγαντες που κρύβονται πίσω απ’ το δάκτυλό τους, προσφέροντας γη και ύδωρ για ένα πρωταγωνιστικό ρόλο, που φοβούνται να αυτοπροσδιοριστούν και να αυτοβιογραφηθούν, μήπως χαθούν από προσώπου γης. Πώς και δεν αυτονομείται κανείς τους, πώς και δεν σκοτώνει τον συγγραφέα του για να πάει να ζήσει σαν οδηγός λεωφορείου στο Παρίσι, σαν ελαιοπαραγωγός στην Σαντορίνη, σαν οδοκαθαριστής στο δήμο Μοσχάτου, σαν άλτο σαξόφωνο στην τζαζ ορχήστρα της Νέας Ορλεάνης;

Προτιμώ τα βιβλία που δεν έχουν ήρωες, περιττές περιγραφές. Μου αρέσουν οι πρωτοπρόσωπες αφηγήσεις που μένουν πιστές στον δημιουργό τους, κι αυτός είναι ένας μόνιμος καυγάς με τον εκδότη μου που βλέπει τις νουθεσίες του να πέφτουν στο κενό. Οι αληθινές λέξεις είναι που αξίζουν – όχι οι ήρωες – και καμιά φορά είναι αυτές που πονάνε κιόλας. Ο πόνος, η οδύνη του τοκετού τους, το σχήμα και η μορφή τους, ο τρόπος που εκφέρονται και «γράφουν» στο χαρτί, ο ίσκιος τους, είναι τα βασικά πλεονεκτήματα ενός – για μένα – καλού βιβλίου. Η λογοτεχνία έχει κληρονομικότητα στον πόνο. Ένα τέτοιο βιβλίο είναι το «Ιατρείον ασμάτων» (εκδ. Μικρή Άρκτος) της καλής δημοσιογράφου Στέλλας Βλαχογιάννη που περιέχει αποσπάσματα από τις ραδιοφωνικές εκπομπές της στο Δεύτερο Πρόγραμμα, ένα βιβλίο όπου πρωταγωνιστεί ο κατεξοχήν λόγος, αυτός που συλλαμβάνει θραύσματα ζωής και τα σχηματοποιεί, μπαίνοντας στον πυρήνα των γεγονότων, ατρόμητος και ευθυτενής, χωρίς να «κρυώνει» ή να «χλομιάζει» από μοναξιά ή από τρέλα.

Την Στέλλα δεν την γνωρίζω. Δεν έτυχε. Έχουμε μάλλον μιλήσει στο παρελθόν κάνα δυο φορές στα τηλέφωνα περιοδικών που δουλεύαμε, αλλά τίποτα περισσότερο. Δεν έχω ακούσει ποτέ μου εκπομπή της στο ραδιόφωνο. Νομίζω πως είναι από εκείνες τις ελάχιστες περιπτώσεις που η γραφή της, όχι μόνο σε ακουμπάει, αλλά σου βαράει κλωτσιά στο καλάμι· την αισθάνεσαι στο πετσί σου να σου αλέθει την σάρκα αλύπητα. Χαίρομαι να ανακαλύπτω τέτοια «υγρά» κείμενα που «θεραπεύουν» την αρρώστια των λέξεων, τέτοια «ιατρεία ασμάτων» που σε νοτίζουν με πρωτότυπες εκδοχές ψυχής, με συγκλονιστικά ρεφρέν παρατεταμένης εφηβείας. Αυτού του είδους τα βιβλία δεν κάνουν πεζοδρόμιο, δεν λανσάρονται στις βιτρίνες όπως οι πουτάνες του Άμστερνταμ. Είναι εκκωφαντικά σιωπηλά και με χαμηλωμένο βλέμμα. Όταν πάτε να τα συναντήσετε μην κορνάρετε για να κατέβουν, μην στείλετε SMS «είμαι από κάτω», ακούν μόνο στο σφύριγμα. Είναι μιας άλλης εποχής που δεν προσπαθεί πια να αλλάξει τον κόσμο, θέλει απλά να μην την αλλάξει αυτός.

Ο αέρας εδώ έχει κόψει, ο ορίζοντας έχει σχεδόν χαθεί. Το τσιγάρο, ο καφές, ο Τσε, τελείωσαν. Η Τήνος ετοιμάζεται για την βραδινή της έξοδο, ένας κόσμος προσπαθεί να ξαναγεννηθεί μέσα στην κοκεταρία. Μόνο η μοναξιά εφημερεύει πάλι.

Σταύρος Σταυρόπουλος, εφημ. metro, 04/09/2006

Πέμπτη 20 Ιουλίου 2006

IGGY POP: ΜΕ ΤΟΝ ΤΡΟΠΟ ΤΟΥ IGGY






Θέατρο Βράχων, Βύρωνας, 17 Ιουλίου 2006

Η δυτική σοφία πασχίζει, εδώ και εικοσιπέντε αιώνες, να δει τον κόσμο.
Δεν έχει καταλάβει πως τον κόσμο δεν τον βλέπεις, τον ακούς.
- ΖΑΚ ΑΤΤΑΛΙ, «Θόρυβοι» ( εκδ. Ράππα, 1991 )


ΤΗΝ ΠΕΡΑΣΜΕΝΗ ΤΕΤΑΡΤΗ, μια μέρα μετά την πανσέληνο, το Θέατρο Βράχων είχε γεμίσει ασφυκτικά. Ο κόσμος περίμενε τον Iggy, έτσι η εμφάνιση των Puressence που προηγήθηκαν πέρασε σχεδόν απαρατήρητη. Ήταν όλοι εκεί: Παλιοί ροκάδες που έκαναν μια μικρή παραχώρηση στον εαυτό τους, αποδεχόμενοι ότι ήταν ακόμα ζωντανοί. Στελέχη επιχειρήσεων με κάζουαλ ντύσιμο που φλέρταραν τη νεαρή γραμματέα τους. Κορίτσια με μωβ μαλλιά που πίστευαν ότι οι Clash ήταν συγκρότημα του art-rock. Γενιές ανακατεμένες , διαφορετικές, που είχαν μαζευτεί για να επισημοποιήσουν τον θρίαμβο μιας ταινίας στην οποία δεν πρόλαβαν να παίξουν. Κάτι σαν αναπάντεχο αφιέρωμα, σαν τελευταίο φύλλο μιας μεγάλης εφημερίδας που έκλεινε. Όλος ο θίασος ήταν επί σκηνής, για να γιορτάσει τα γενέθλιά του. Πώς γίνεται τόσοι άνθρωποι να έχουν γεννηθεί την ίδια μέρα;

Όταν έσβησαν τα φώτα, ένας κόκκινος προβολέας έκανε το βράχο να μοιάζει ματωμένος. Κι όταν γύρω στις 11.00, ένας μεταλλαγμένος, ημίγυμνος και εξαγριωμένος Iggy βγήκε χοροπηδώντας στη σκηνή, η ανδρεναλίνη που απελευθερώθηκε φάνηκε αρκετή για να μετακινήσει όλο τον Βύρωνα. Τέσσερα άτομα έπαιξαν ξεροσφύρι για μιάμιση ώρα τις ζωές τους στα ζάρια, έκαναν αυτό που απλά έπρεπε και μας άφησαν να παραμιλάμε. Μας πέταξαν στα μούτρα όλη την ακατέργαστη πολυσημία του ροκ εν ρολ, έναν απελέκητο, ξερό, τραχύ, ανελέητο, και φασαριόζικο κοκτέηλ από τρεις, όλες κι όλες, νότες, που πάνω τους χτίστηκε ολόκληρη η μαγεία του μπλούζ-ροκ, μια φτυσιά στο πρόσωπο, και έφυγαν τρέχοντας προς τα αποδυτήρια της κόλασης.

Η δύναμη που αφήνει πίσω της μια ροκ συναυλία, μοιάζει με οργασμό που δεν ολοκληρώθηκε: ένας ερμαφρόδιτος πόθος, όλο γωνίες και ακμές, που σε βασανίζει και σε αφήνει νύχτα στη μέση του ωκεανού, αναγκάζοντάς σε να κολυμπήσεις στα τυφλά για να σωθείς. Αντίθετα, η ανάγνωση ενός βιβλίου, θυμίζει περισσότερο σεξ με φίλους και μάλιστα ασφαλές· με τις δέουσες, δηλαδή, προφυλάξεις. Είναι παράξενο, αλλά το καλοκαίρι είναι μια απελπιστικά οριακή εποχή, και ως τέτοια θα πρέπει να την διατρέξουμε, για να καταφέρουμε να επιζήσουμε των παθών μας. Ο νόμος του ένστικτου εκεί γιγαντώνεται, οι κόρες των ματιών διαστέλλονται, ο ήλιος αναγορεύεται σε βασιλιά της σάρκας. Ζούμε κάτω από τις διαταγές του και μας αρέσει το ξάναμμα του προσώπου και οι ιριδισμοί του νερού μπροστά σε ένα κατάπληκτο βλέμμα. Ο κατεξοχήν αναγνώστης, ο άνθρωπος που γι αυτόν το βιβλίο αποτελεί σημαίνοντα παράγοντα στην διαμόρφωση του χρόνου της ζωής του, το καλοκαίρι ξεκουράζει τα μάτια του. Αυτό κάναμε πάνω στο γεωφυσικό πλέγμα του γυμνού κορμιού του Iggy, αυτό κάναμε στο εύκρατο και αειθαλές χαμόγελο του κοριτσιού που χτυπιόταν σα φίδι στην άκρη της σκηνής, τινάζοντας τα μαλλιά του σαν βέργες στον ουρανό, αυτό θα κάνουμε και στις παραλίες της Νάξου που βουλιάζουν μεγαλόπρεπα μέσα σε μια γαλαζοπράσινη μοναδικότητα.

Διαβάζουμε έντεκα μήνες το χρόνο γιατί έτσι μας αρέσει και ένα μήνα ξεφυλλίζουμε τις λευκές σελίδες των ονείρων μας, που τις συμπληρώνουμε όπως και όποτε θέλουμε, προσπαθώντας να αντιδράσουμε στην συνηθισμένη ροή των γεγονότων. Χρειάζεται να βγούμε έξω από τον εαυτό μας για να τον παρατηρήσουμε, κι αυτό κάνουμε, τριγυρνώντας άσκοπα και ασήμαντα, ανακαλύπτοντας την ποίηση του τυχαίου. Όπως η κεφαλιά του Ζινεντίν Ζιντάν στον Ματεράτσι ήταν το συναρπαστικότερο στιγμιότυπο ενός αφάνταστα πληκτικού και συμβατικού μουντιάλ που ευτυχώς τελείωσε, έτσι και η διακοπή της αγαπημένης συνήθειας του διαβάσματος, αποτελεί σημαντικότατη αναζωογονητική δύναμη για μας.
Οι βρυχηθμοί ζωής του Iggy Pop στον Βύρωνα και τα εφιαλτικά ριφ του σαξοφωνίστα του, που φόρτωναν ακανόνιστα, στην μουσική των Stooges, έναν, ούτως ή άλλως, πρωτόγονο ήχο, σκορπίζοντας τις νότες πάνω στους βράχους, σαν αυτοσχέδιες βόμβες που η δράση τους συνεχίζεται εσαεί, είναι το καταλυτικότερο παράδειγμα ανάγνωσης μερικών σελίδων εκτός βιβλίου, που παρόλα αυτά είναι βιβλίο, αποτελώντας μάλιστα την αρχέγονη ουσία του.

I wanna be your dog. Χαθείτε στην λευκότητα των σελίδων αυτών, σε δαιμονικές μουσικές, σε αχαλίνωτα ένστικτα και σε εκρηκτικές φαντασίες, συμπληρώνοντας το λειψό ψηφιδωτό της ζωής σας. Διακόψτε τη σχέση σας με την επίσημη πραγματικότητα, τώρα. Κρατείστε τους ήχους ψηλά.

Είναι ζήτημα τιμής να κερδίσουμε μια ακόμα παράταση.

Σταύρος Σταυρόπουλος, 17/07/2006

Παρασκευή 14 Απριλίου 2006

ΟΤΑΝ Η ΜΝΗΜΗ ΠΑΙΖΕΙ ΦΥΣΑΡΜΟΝΙΚΑ



Αναβιώνοντας τη μορφή της χαμένης μητέρας

ΒΑΣΙΛΗΣ ΑΛΕΞΑΚΗΣ
Θα σε ξεχνάω κάθε μέρα
«ΕΞΑΝΤΑΣ»
ΣΕΛ. 232, ΕΥΡΩ 12

Ηρωας στο τελευταίο μυθιστόρημα του Βασίλη Αλεξάκη είναι η μνήμη. Μια μνήμη ιαματική, δονούμενη σαν παλμογράφος: ο αφηγητής «θυμάται» κάθε μέρα μ' έναν τρόπο εξαιρετικά απλό και άμεσο. Επικαλείται τη μαρτυρία της στωικά, για να σημειώσει τα γεγονότα που συνέβησαν την τελευταία 12ετία, προκειμένου να καταρτίσει ένα ιδιότυπο δελτίο ειδήσεων και να το χαρίσει στη χαμένη μητέρα του. Είναι μια πράξη καταγραφής των στιγμών που χάθηκαν, μια πράξη μεγαλοσύνης και γενναιότητας προς τιμήν της απουσίας.

Χάριν αυτής της απουσίας -που ο Ρολάν Μπαρτ ονομάζει «αβάσταχτη παρουσία»- ο Αλεξάκης συνθέτει τη μακροσκελέστερη επιστολή της ζωής του, παγιδευμένος σε δύο ουσιαστικά χρόνους: στο χρόνο της απουσίας και στο χρόνο της απουσίας-παρουσίας, όταν δίνει σάρκα και οστά σε έναν νεκρό.

Παρά τον ερωτισμό που ελλοχεύει σε όλο το κείμενο, το λατρευτικό αντικείμενο του αφηγητή -η νεκρή μητέρα- παρουσιάζεται σαν υπαρξιακός αιφνιδιασμός, σε μια κάθε άλλο παρά οιδιπόδεια εκδοχή της: είναι η φωνή που διεγείρει το υποσυνείδητο του συγγραφέα και του επιτρέπει να ιστορήσει. Η συνειρμική στήριξη που χρειάζεται ένας συγγραφέας έρχεται μέσα από αυτήν τη φαντασιακή παρουσία που δεσπόζει στην αφήγηση. Γύρω της πλέκονται εξομολογητικές ενδοσκοπήσεις, σημαντικά γεγονότα, αυτοβιογραφικές λεπτομέρειες, ακατάστατες παρατηρήσεις και κριτικές ματιές.

Ο Αλεξάκης είναι ένας ανήσυχος δάσκαλος που αφηγείται τη ζωή του με έναν ευλύγιστο και ταυτοχρόνως αγωνιώδη τρόπο· σαν να παίζει πινγκ-πονγκ. Μπορεί και «θυμάται» τη γλώσσα κάθε μέρα, για να παραφράσω λίγο τον εξαιρετικό τίτλο του -δάνειο κάποιου ηλικιωμένου Ινδού ποιητή στο Λουξεμβούργο για το άδοξο τέλος μιας ερωτικής σχέσης του. Σκυμμένος στην αλληλογραφία της μητέρας του ανασύρει εικόνες του παρελθόντος, συναρμολογεί διαστήματα, ταξινομεί ημερομηνίες και τελικά αφουγκράζεται την ίδια του τη ζωή για μία και μοναδική ανάγκη: αυτήν της απελπισμένης επικοινωνίας με κάποιον κοντινό σου που νιώθεις πως σε καταλαβαίνει.

Παρίσι - Αθήνα

Μοιράζοντας τη ζωή του για ολόκληρες δεκαετίες ανάμεσα στην Αθήνα και το Παρίσι, ο Αλεξάκης κατάφερε να απαιτήσει από δύο γλώσσες ταυτόχρονα τις λέξεις εκείνες που συλλαβίζουν οι εραστές στις ιδιαίτερες στιγμές τους. Μπόρεσε να τις καταστήσει ερωτικές του παρτενέρ, να εμπνεύσει τις αγωνίες τους, να προβλέψει τις ανάσες και τις συγκοπές που χρειάζονται, χωρίς να παραπονιέται καμία από τις δύο για ολιγωρία ή απιστία, χωρίς η μία να ζηλεύει την άλλη για τη θέση της στην καρδιά του. Είτε στην Αναγνωστοπούλου είτε στην οδό Ζιζ υπήρξε αδιάλλακτος με τις λέξεις -η λύση στο ασυμπλήρωτο σταυρόλεξο της μητέρας του. Δεν δέχτηκε κανένα συμβιβασμό.

Στο «Θα σε ξεχνάω κάθε μέρα» ο συγγραφέας ταξιδεύει στις αναμνήσεις του, όχι απαραίτητα για να τις διαλευκάνει, αλλά ίσως για να τις προσφέρει σε ένα εξαιρετικό δείπνο, σαν επιδόρπιο. Οι συνδαιτυμόνες του -η μητέρα, αλλά και ο ίδιος ο αναγνώστης- απολαμβάνουν από την αρχή τη θαλπωρή του τραταρίσματος.

Μπορούμε να φανταστούμε τη λιτή αίθουσα με το διακριτικό φωτισμό και στο βάθος το τραπέζι στρωμένο: είναι ένα δείπνο διαλόγου, ένα δείπνο απολογισμού, σερβιρισμένο από ένα σίγουρο και σταθερό χέρι. Μια απόπειρα προσέγγισης δύο προσώπων που έχουν να ιδωθούν χρόνια και έχουν να πουν πολλά.

Ο Αλεξάκης χορδίζει καλά το όργανό του πριν καθήσει στο τραπέζι, για να είναι όσο οξύς και λυτρωτικός γίνεται. Στην τραγωδία που θα στήσει θέλει ο ίδιος να κρατά το σκήπτρο της κάθαρσης. Θα προσπαθήσει να θυμηθεί γεγονότα -αυτός ο βασανιστικά και αναπόφευκτα παρών-, για να τα παραθέσει με χρονολογική σειρά στον απόντα. Μέσα απ' αυτά θα καταγράψει τη δική του πορεία στο χρόνο, θα επανεξετάσει τη θέση του απέναντί τους και θα αναρωτηθεί για το στίγμα που άφησαν.

Το βάσανο της γραφής

Ο Αλεξάκης, όπως οι περισσότεροι αυθιστορούμενοι συγγραφείς, γράφει, χρόνια τώρα, το ίδιο βιβλίο, το οποίο διορθώνει και ξαναδιορθώνει, αλλάζοντάς του τίτλους και κεφάλαια. Οπως ο Ουίτμαν με τα «Φύλλα χλόης» και ο Πεσόα με «Το βιβλίο της ανησυχίας».

Υπηρετεί το προσωπικό του όραμα μέσα από τη διαδικασία της γραφής. Με τις λέξεις κατοχυρώνει τη μοναξιά του. Ο ίδιος έχει πει -και είναι εντυπωσιακό να το βιώνεις- ότι όταν γράφει, ξεχνάει να φάει ή να κοιμηθεί. Εχει επίσης πει ότι τελειώνοντας κάποιο βιβλίο του και ξαναβγαίνοντας στον κόσμο, εκπλήσσεται όταν καταλαβαίνει ότι η ζωή συνεχιζόταν και κατά το διάστημα της «υποχρεωτικής» απουσίας του, ότι τα γεγονότα συνέχιζαν να συμβαίνουν και χωρίς αυτόν.

Η πρόταση αυτή περικλείει, εκτός της ολοκληρωτικής αφοσίωσης, και ένα διαπιστευτήριο αθωότητας. Η σκηνή στο πλοίο, όπου ο Αλεξάκης κρύβεται κάτω από το τραπέζι του σαλονιού για να τρομάξει το έκπληκτο γκαρσόνι, ή η σκηνή στο προαύλιο του νοσοκομείου, που κυνηγιέται με ένα σκυλί ενώ ο γιατρός τον περιμένει για εγχείρηση, είναι ενδεικτικές του πνεύματος ενός συγγραφέα που προσπαθεί να ενηλικιώσει το παιδί μέσα του, παραμένοντας συγχρόνως παιδί.

Ο Αλεξάκης «κρύβεται» στο έργο του όπως ακριβώς κάνει και η περσόνα του στο πλοίο, για να προφυλαχτεί από τη διακριτική απουσία που λεηλατεί τον προσωπικό του χώρο. Οπως κυνηγιέται με το σκυλί, κυνηγιέται και με το όνειρό του: αποφεύγοντας τα σοβαρά, βρίσκει τρόπο να τα διεκπεραιώνει, διακωμωδώντας τα. Στρέφεται προς τα μέσα για να εξωτερικεύσει την ατομικότητά του, για να φανερώσει τα αισθηματικά του γνωρίσματα. Γράφει όπως ζωγραφίζει και ζωγραφίζει όπως γράφει: Βιωματικά. Με το φλέγμα του δημιουργού που, εξομολογούμενος τη ζωή του, καταπραΰνει τα τραύματά του.

Η λογοτεχνία είναι βέβαια μεγάλο βάσανο. Σαν τη γυναίκα των ονείρων σου: απαιτεί όλο σου το χρόνο, ένα αποκλειστικό δόσιμο χωρίς τέλος, που ενίοτε γίνεται σαράκι και σε τρώει σιγά σιγά. Ο Αλεξάκης γνωρίζει καλά τη σημειολογία της. Ο λόγος του είναι «μια μνήμη που επανέρχεται». Ορμητικός, θυμίζει τον αέρα της Τήνου τα καλοκαίρια. Δείχνει να δυναμώνει με τα χρόνια, ακουμπώντας στην ωριμότητά του. Σαν να παίζει φυσαρμόνικα.


ΣΤΑΥΡΟΣ ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ


ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑΣ - 14/04/2006