Τετάρτη 1 Μαρτίου 2006

ΓΙΑ ΟΣΟ ΡΟΚ ΑΝΤΕΧΕΙΣ ΑΚΟΜΑ

Τον μάθαμε με Το ροκ που παίζουν τα μάτια σου πριν από τρία χρόνια. Επέστρεψε φέτος με το Για όσο ροκ αντέχεις ακόμη από τις εκδόσεις Απόπειρα. Ο Σταύρος Σταυρόπουλος, είναι όλα αυτά που θέλαμε να γίνουμε και δεν γίναμε και όλα εκείνα που θέλαμε να μείνουμε και δεν μείναμε...

διαβάστε εδώ όλη την κριτική του reader's-diggest

ΤΙ ΕΓΡΑΨΕ Ο ΤΥΠΟΣ ΓΙΑ ΤΟ "ΓΙΑ ΟΣΟ ΡΟΚ ΑΝΤΕΧΕΙΣ ΑΚΟΜΑ"

Τέσσερα βιβλία σχεδόν αυτοβιογραφικά κι όλα ροκ. Γραφή σπονδυλωτή κι όμως ασπόνδυλη, γιατί ο ρυθμός είναι ασθματικός και λαχανιασμένος. Συλλαμβάνει ως φάντασμα τις δεκαετίες του παλμού της καρδιοκτυπούσας, γι αυτό ο κόσμος είναι απτός δια του τρίτου ματιού του βλέποντος δια της διαισθήσεως τα μέλλοντα. Ο Σταύρος Σταυρόπουλος είναι ένας του παφλάζοντος αίματος αμετανόητος και οι αμετανόητοι ή τα κερδίζουν ή τα χάνουν όλα. Αρκεί να μην φοβούνται της απώλειας την οδό τη γονοποιό.

Βασίλης Καλαμαράς – «ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ»

Ο Σταύρος Σταυρόπουλος αφήνει την πένα του ακόμη μια φορά να κυλήσει πάνω σε θρυλικά ακόρντα, λαβωμένους στίχους, σε ένα ροκ σε πρώτο πρόσωπο, υποβάλλοντας ένα σενάριο από εκμυστηρεύσεις και αλλεπάλληλες παραδοχές. Ένα ροκ ημερολόγιο που δεν μετράει χρόνο – μόνο ίσως αντοχές, σε ένα σκληρά τρυφερό τοπίο φτιαγμένο με ό,τι έχει μείνει μέσα μας.

Μαρία Μαρκουλή – «ΤΑ ΝΕΑ»

Ένα βιβλίο-ντοκιμαντέρ. Ασπρόμαυρο. Εικόνες που τρέχουν γρήγορα, λαχανιασμένα, σαν να φοβούνται να σταματήσουν έστω και στιγμιαία. Κομμάτια ενός παζλ που δεν επιθυμεί να συμπληρωθεί. Κύκλος που αρνείται να κλείσει. Ένα ταξίδι σε μια εποχή που τα πάρτι είχαν γεύση βερμούτ με παγάκια και που μπορούσες να αναρωτιέσαι «που πάνε τα καλοκαίρια όταν τελειώνουν…». Ένα μουσικό παραμύθι για μεγάλα παιδιά, αφιερωμένο σε μια γενιά που πιστεύει πως οι μέρες που έρχονται δεν θα μοιάζουν σε τίποτα με αυτές που πέρασαν, αλλά αυτό δεν σημαίνει πως είναι υποχρεωμένη να ενηλικιωθεί. Σε μια γενιά που δεν θεωρεί την νοσταλγία, ανάμνηση.

Αύρα Αλεξανδρή – «UP MAGAZINE»

Ένα θελκτικό παραμύθι για τα γοητευτικά συναισθήματα μιας σπουδαίας μουσικής

Άγγελος Μαστοράκης – «ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ 9»


Ο Σταύρος Σταυρόπουλος μιλάει μια γλώσσα που τσακώνεται με την επίσημη πραγματικότητα. Παράφορη, αναπάντεχη, μοναχική, που ιδρώνει με τις συλλαβές της, που νοσταλγεί έρωτες, που διακονεί και δεξιώνεται την μουσική των συμβάντων της γενιάς του. Τα μικρά, σπονδυλωτά κείμενα του Για όσο ροκ αντέχεις ακόμα είναι ακριβώς αυτό: μια αισθησιακή κοσμηματοθήκη γεγονότων που μελωδούν, που σημαίνουν, που αντιστέκονται στην φθορά με μια σχεδόν φετιχιστική ευλάβεια. Είναι καταιγίδες, ξόρκια, έρωτες των πόλεων, στιγμιότυπα ψυχής, αναμμένες φωτιές σε έρημες παραλίες. Οι ηρωίδες του Σταυρόπουλου παρεκτρέπονται με μια συναρπαστική κομψότητα μέσα σε μια κοινωνία που γλιστράει, επιδιώκοντας να τις αφήσει οριστικά πίσω της. Έχουν χάσει προ πολλού τα ερείσματά τους, το μέτρο της λογικής. Οι φωνές τους είναι κολασμένες, αλλά αληθινές. Τόσο που να σε ξαφνιάζει η αμεσότητά τους, η νοσταλγία των ιδιότροπων ονείρων τους.
Ένα βιβλίο που αντιστέκεται στην ασκήμια της καθημερινότητας.

«METRO»

Ένα μουσικό παραμύθι για μεγάλους είναι αυτό το μουσικό και ποιητικό βιβλίο. Μια ιδιότυπη κατακερματισμένη αυτοβιογραφία, μια εκ βαθέων εξομολόγηση, ποτισμένη με ροκ μελωδίες που αγάπησε όχι μόνο ο συγγραφέας αλλά και μια ολόκληρη γενιά.

Ειρήνη Μιχαλούδη – «ΕΘΝΟΣ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ»

«Το ροκ είναι η λογοτεχνία της παιδικής μου ηλικίας. Ο Ντοστογιέφσκι των παιδικών μου χρόνων λεγόταν Mick Jagger... ». Τρία χρόνια σχεδόν μετά το «Ροκ που παίζουν τα μάτια σου», ο Σταύρος Σταυρόπουλος αφήνεται ξανά να κολυμπήσει μέσα στους συνειρμούς του. Η ποίηση της ζωής σαν ημερολόγιο στο οποίο τα ροκ βιώματα έχουν χρωματίσει βαθιά μέσα του τοπία της πόλης και των νησιών – τα μπαρ, οι έρωτες, η λογοτεχνία, τα τραγούδια, οι εξομολογήσεις, όλα τρέχουν ελεύθερα και μεθυσμένα, σε καλούν να τα εισπράξεις με τον τρόπο του συγγραφέα. Εκατό περίπου σελίδες με πρόζα ποιητικών συχνοτήτων που μπορούν να σε κερδίσουν όπως ένας καλός ροκ δίσκος – ο ίδιος συστήνει Neil Young.

Κωστής Παπαγιώργης – «ΑΘΗΝΟΡΑΜΑ»

Ο Σταύρος Σταυρόπουλος, ο συγγραφέας που μας ταξιδεύει με τα πρισματικά κείμενα του «Για όσο ροκ αντέχεις ακόμα» (εκδ. Απόπειρα ), ανήκει σε μια γενιά, ή μάλλον στην ωραία «φράξια» μιας γενιάς, που θέλησε να συγκατοικήσει με τα πάθη της και να τραγουδήσει ξανά και ξανά το τραγούδι που ξεγελάει το χρόνο. Η ποίηση του ροκ και το ροκ της ποίησης στάθηκαν οι μελωδικοί και ρυθμικοί οδοδείκτες αυτής της γενιάς που μπόρεσε εμπράκτως να αμφισβητήσει ό, τι δεν ήταν γνήσια έκφραση γνήσιων παθών. Μες στο κόκκινο κιτς της μεταπολιτευτικής Αθήνας κάποιοι νεαροί κατάφεραν να κάνουν συνεχή σλάλομ ανάμεσα στα στερεότυπα και να ψελλίσουν, να μουρμουρίσουν, να ουρλιάξουν τις μικρές και μεγάλες ανακαλύψεις τους. Άλλοτε σπασμωδικά και άλλοτε μεθοδικά, αλλά πάντα με εντιμότητα και με μια ευγενική διαλεκτική ανάμεσα στις προσηλώσεις και τις απορρίψεις, οι άνθρωποι αυτοί μίλησαν, όπως ο Σταύρος Σταυρόπουλος, για τους έρωτες στα μπαρ, για τα βινύλια που λατρέψαμε και μας καθόρισαν για πάντα, για εκείνο το σόλο απελπισίας του Neil Young, για την προκλητική αισθητική της διακεκαυμένης ζώνης όπου πυρακτώθηκε η εφηβεία μας. Μελωδικός αντάρτης, επαναστάτης με αιτία και με ένα μόνιμο σάουντρακ να του καίει το μυαλό και να οδηγεί την πένα του, ο Σταυρόπουλος γράφει «με σιωπές, με ανοιχτά πανιά και μάτια καλειδοσκόπια» (…) για όλα εκείνα τα όχι και τόσο κακόφημα, τελικά, στέκια όπου παίχτηκε ένα κρυφό αλλά μεγάλο στοίχημα, το στοίχημα που έκανε κάποιους ανθρώπους ακραιφνείς δημιουργούς, ποιητές της ζωής, ιδιοφυίες της φιλίας. Εύγε σε συγγραφείς σαν τον Σταυρόπουλο, που έρχονται να αναμοχλεύσουν κάποια όμορφα πάθη, να μας θυμίσουν αυτά που ποτέ δεν πάψαμε να θυμόμαστε και να δώσουν μια ακόμα ώθηση στην πιτσιρικαρία να πάρει τη σκυτάλη και να κάνει ν’ ακουστούν ξανά χειμαρρώδη ποιήματα και παλλόμενα πεζογραφήματα!

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης – «CITY PRESS »


Μετά το «Ροκ που παίζουν τα μάτια σου» - ένα αυτοβιογραφικό κείμενο για την γενιά της αμφισβήτησης που επέζησε στις δεκαετίες, το καινούργιο βιβλίο του Σταυρόπουλου, «Για όσο ροκ αντέχεις ακόμα», αποτελεί τη φυσική συνέχεια του προηγούμενου. Ένα μουσικό παραμύθι για μεγάλους, όπου κυριαρχεί η ροκ μουσική, οι αφηγήσεις, ο μονόλογος, δημιουργώντας ένα μοναδικό ψηφιδωτό ήχων, λέξεων και χρωμάτων. Η γενιά που σημαδεύτηκε από το ροκ εν ρολ είναι και πάλι παρούσα. Άντεξε την ωριμότητα και την ξεπέρασε. Περπατά σε τοπία αναμνήσεων αποδεχόμενη τον εαυτό της.

Σιδέρης Ντιούδης – «ΥΠΟΒΡΥΧΙΟ»

Το βιβλίο είναι ένα τεράστιο ερωτικό γράμμα. Γραφή σε μικρές προτάσεις, γεμάτη αναφορές, που ξεσπά μέσα από κομμάτια ροκ συγκροτημάτων της εποχής του 60 και του 70, της εποχής που το ροκ ήταν περισσότερο ρομαντικό και εμπνευσμένο, γιατί μετά ή εμείς μεγαλώσαμε ξαφνικά ή το ροκ μεγάλωσε κι αυτό μαζί μας και δεν είναι πια το ίδιο. Είναι όμως ερωτικό γράμμα ή μήπως είναι ατόφια ποίηση;

Δημήτρης Γκενεράλης - «INTEX»


Βιβλίο παραληρηματικού ερωτισμού.

Αντώνης Ξαγάς – «HERETOLOGY»


Απίστευτοι στίχοι…Τελικά είναι κάτι λόγια μέσα στα τραγούδια που μας αρέσουν, που μπορούμε να τα βάλουμε στη ζωή μας, σαν μουσική υπόκρουση σε στιγμές…σε καταστάσεις…σε ανθρώπους… Αυτό έχει κάνει ο Σταύρος Σταυρόπουλος, δυο βιβλία ξεχωριστά, κάτι εντελώς διαφορετικό…, μια ιστορία αγάπης μέσα από στίχους τραγουδιών που μπλέκονται με την αλήθεια και τις στιγμές που μένουν για πάντα καρφωμένες στο μυαλό.

blogspot.com – «HIGH & DRY»

Τον μάθαμε με «Το ροκ που παίζουν τα μάτια σου». Επέστρεψε φέτος με το «Για όσο ροκ αντέχεις ακόμα». Ο Σταύρος Σταυρόπουλος είναι όλα αυτά που θέλαμε να γίνουμε και δεν γίναμε. Και όλα εκείνα που θέλαμε να μείνουμε και δεν μείναμε…Προσωπικά δεν τον γνωρίζω, αλλά έχοντας διαβάσει τα δυο βιβλία του μου μοιάζει πολύ οικείος. Το σίγουρο είναι ότι κάποτε (σε ένα μακρινό κάποτε της δεκαετίας του 80 ) κάπου είχαμε συναντηθεί: Στην παλιά Αμοργό ή στα Μάταλα, στην Ίο πριν τους κοτεράδες ή στην άγονη γραμμή. Βιβλία σαν κι αυτό λειτουργούν σαν ξυπνητήρια κοιμισμένων συνειδήσεων. Ευτυχώς, σαν αναγνώστες, αντέχουμε πολύ ροκ ακόμα. Όλα είναι δρόμος μίστερ Σταυρόπουλε…Για τη γενιά μας, για όλα εκείνα που χάσαμε και ο Σταυρόπουλος συνεχίζει να έχει: 10 με άριστα το 10.

Diavazo.blogspot.com – «ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ»


Η γενιά των σημερινών σαραντάρηδων που μεγάλωσε με καλή ροκ και γαλουχήθηκε μέσα από τον ελεύθερο έρωτα, σίγουρα πρέπει να είναι η πιο μελαγχολική. Και γι αυτό και η πιο ποιητική. Δεν είναι τυχαίο ότι σε αυτήν ανήκει η σύγχρονη γενιά συγγραφέων και μια δράκα από καλούς αρθρογράφους που τείνουν να εκλείψουν. Αν η συναυλία του Gallagher σας λέει κάτι ή αν ακούτε ακόμα Dylan και Bowie, τότε το βιβλίο αυτό είναι για σας.

Τίνα Μανδηλαρά – «ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ»

Όνειρο κι εφιάλτης μαζί. Ζωή και θάνατος εμφιαλωμένα στο ίδιο μπουκάλι. Μετά «Το ροκ που παίζουν τα μάτια σου», ο Σταύρος Σταυρόπουλος γδέρνει με λύσσα και μανία τις πληγές του έρωτα, γράφοντας το πιο οργισμένο ερωτικό γράμμα που έχετε διαβάσει ποτέ, ντυμένο σε ροκ στίχους και μουσική. Μια ελεγεία του έρωτα; Μια μπαλάντα γι’ αυτόν; Μια διαδήλωση με όλα τα αναρχικά συναισθήματα του πάθους να σπάνε και να καίνε ό, τι βρουν μπροστά τους; Ο έρωτας εδώ βασανίζεται, υποφέρει αβάσταχτα, μεθάει, ξενυχτάει, χαϊδεύει και βρίζει ταυτόχρονα, όπως δυναμώνει και την ίδια στιγμή αποδυναμώνεται, γίνεται μίσος, οργή, ενοχοποιεί και ενοχοποιείται για να συνεχίσει, κυνηγημένος και κυνηγός. Χορεύει, ακούει δίσκους 33 στροφών, φοράει σκισμένα τζιν… Σε πάει στο χείλος του γκρεμού και της αβύσσου, χαρίζοντας σου τη ζωή την τελευταία στιγμή. Αν στη χαρίζει τελικά… Ένα βιβλίο με σελίδες-μολότωφ που καίνε μαζί με αγάπες και όνειρα την άχρηστη παθητικότητά μας. Τρέχοντας ή περπατώντας πάνω στις σελίδες αυτού του «τυπωμένου δρόμου» του Σταύρου Σταυρόπουλου, καθένας μας μπορεί να τραβήξει τη δική του πορεία. Όμως, «αυτό το ροκ δεν θα τελειώσει ποτέ»…Γιατί το μόνο ναρκωτικό που όσο κι αν εθιστείς σ’ αυτό, στο τέλος θα σ’ αφήσει ζωντανό, είναι ο έρωτας.

Γιόλα Αργυροπούλου – «ΤΗΛΕΡΑΜΑ»

(…) Το μυθιστόρημα που επιλέγει την δεύτερη εκδοχή της πραγματικότητας, την εσωτερική πραγματικότητα, σπάνια το βλέπουμε, γιατί σπάνια κάποιος αποφασίζει να δώσει την μάχη της λογοτεχνίας, να παλέψει με τα φαντάσματα, τα πιο πραγματικά όντα στον κόσμο μας (…). Το καινούργιο βιβλίο του Σταύρου Σταυρόπουλου είναι βέβαιο πως καλύπτει μια χαρά την επιθυμία του Ρολάν Μπαρτ για μια μυθιστορηματική μορφή, η οποία θα διατηρεί τον «δοκιμιακό» χαρακτήρα της – κι αν είναι δυνατόν θα ανανεώνει την ίδια την έννοια του δοκιμίου – χωρίς να μπορεί να θεωρηθεί μυθιστόρημα. Γιατί το «Για όσο ροκ αντέχεις ακόμα» δεν μπορεί να θεωρηθεί μυθιστόρημα. Ούτε νουβέλα, ούτε διήγημα, ούτε αφήγημα, σπονδυλωτό ή όχι. Ασφαλώς αφηγείται. Αλλά στέκεται με απόλυτη ειλικρίνεια απέναντι στην ανάληψη μιας τέτοιας ευθύνης (…).
Χρειάζεσαι ποίηση, πεζογραφία, δοκίμιο, διαλόγους, ημερολογιακές σημειώσεις, ό, τι μπορείς να βρεις για να ενορχηστρώσεις ένα λογοτεχνικό κείμενο που θα πάει μέχρι το τέλος των συνεπειών, που θα απαλύνει την πληγή της γραφής. Ένα λογοτεχνικό κείμενο σαν το «Για όσο ροκ αντέχεις ακόμα». Γιατί όπου υπάρχει γραφή – όχι γράψιμο – υπάρχει και μια πληγή, που θέλει ή ευελπιστεί πως θα κλείσει.

Γιώργος Μπλάνας – «HIGHLIGHTS»

Ποίηση σε πρόζα; Πεζογραφία με ποιητικές καταβολές; Σελίδες ημερολογιακών εξομολογήσεων; Μυστική επιστολογραφία χωρίς παραλήπτη; Καλλίγραφες σημειώσεις στο περιθώριο τετραδίων – και της ζωής; Μια διαρκής ελεγεία στο χρόνο; (…) Η γραφή του Σταυρόπουλου περιφρονεί τις απαντήσεις, για τον απλούστατο λόγο ότι δεν τις γνωρίζει. Πυκνή, άναρχη, καλλιεπής, ατημέλητη, συχνά παράλογη, πάντα ονειρική, προκλητικά ευφραδής, αυθάδης, αλλά με μια εσώτατη – στη φόδρα – αξιοπρέπεια, οδηγείται εύφορα στον ερωτικό παροξυσμό. Ο Σταυρόπουλος εκπροσωπεί μια γενιά που δεν είναι πια νέα, αλλά και δεν έχει ακόμα γεράσει. Άρα, δεν έχει την εύκολη συνηγορία της νεότητας, ούτε όμως τη σοφή παρηγορία του γήρατος. Αυτή η διαρκής ακροβασία ανάμεσα σε δυο – αμφότερα μελαγχολικά – ηλικιακά όρια είναι που κάνει την κατάθεσή του εμπύρετα θλιμμένη. Ίσως σ’ αυτό το κρίσιμο μεταίχμιο, ο Σταυρόπουλος αφήνει σκοπίμως τις λέξεις του να είναι τριμμένες και ανθρώπινες, όπως το τζιν που ατονεί στο γαλάζιο και κάνει το τραγούδι του βραχνό, σαν στοχαστικό απόηχο του Tom Waits ή σαν ξεψυχισμένο κιθαρισμό του Jimmy Hendrix. Requiem στην παρελθούσα νεότητα, πρελούδιο στην ανεξερεύνητη ωριμότητα, το «Για όσο ροκ αντέχεις ακόμα» του Σταύρου Σταυρόπουλου, με τις λέξεις του σε θέση διψομανών μουσικών οργάνων, καλεί την γενιά του σ’ ένα αποχαιρετιστήριο πάρτι για την αποφοίτηση της αθωότητας. Ασφαλώς δε, κατά τη δήλωση του Σαββόπουλου, «είναι ο αρχηγός σ’ αυτό το πανηγύρι».

Γιάννης Ευσταθιάδης – «ΔΕΚΑΤΑ»

Δευτέρα 6 Φεβρουαρίου 2006

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ: ΛΕΞΕΙΣ ΕΩΣ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΩΝ ΣΥΝΕΠΕΙΩΝ


(η ομιλία του Γιώργου Μπλάνα στην παρουσίαση του βιβλίου ΓΙΑ ΟΣΟ ΡΟΚ ΑΝΤΕΧΕΙΣ ΑΚΟΜΑ στο βιβλιοπωλείο ΜΙΚΡΟΣ ΚΟΡΑΗΣ στις 2.2.2006)


Καλησπέρα σας

«Έχουμε φτάσει σ' ένα σημείο της νεωτερικότητας που είναι πολύ δύσκολο να αποδεχτούμε ανυποψίαστα την ιδέα ενός έργου μυθοπλασίας. Τα έργα μας είναι πλέον έργα γλώσσας. Η μυθοπλασία μπορεί να προσπεράσει, να μείνει στο πλάι, να είναι έμμεσα παρούσα. Ίσως δεν θα γράψω ποτέ ένα «μυθιστόρημα», δηλαδή μια ιστορία προικισμένη με χαρακτήρες και με χρόνο. Αυτό πού θέλω, είναι να δοκιμάσω μυθιστορηματικές μορφές, οι όποιες θα διατηρούν τον δοκιμιακό χαρακτήρα τους κι αν είναι δυνατόν θα ανανεώνουν την ίδια την έννοια του δοκιμίου, χωρίς καμιά να μπορεί να θεωρηθεί «μυθιστόρημα».

Τα λόγια αυτά ανήκουν στον Ρολάν Μπαρτ, την πιο προικισμένη πένα του δεύτερου μισού του 20ου αιώνα στην Γαλλία, τον μοναδικό άνθρωπο που θα μπορούσε να γράψει κλασικό μυθιστόρημα, στεκόμενος στο ύψος ενός Μπαλζάκ. Κι όμως δεν έγραψε. Προτίμησε να μην διαχειριστεί απλά αυτό που υπήρχε, αλλά να ονειρευτεί αυτό που θα μπορούσε να υπάρξει.

Αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς με τους εαυτούς μας, το μόνο πράγμα που μας ανήκει ολοκληρωτικά είναι οι επιθυμίες μας, οι επιδιώξεις μας — άσχετα από την επίτευξή τους— τα όνειρά μας, άσχετα από την πραγματοποίησή τους. Όποιος διαθέτει στοιχειώδη αίσθηση της λογικής, είναι υποχρεωμένος να παραδεχθεί πως ζούμε τις ζωές μας σαν ζωές άλλων. Αναπολούμε στιγμές που ζήσαμε, στιγμές που δεν εκτιμήσαμε αρκετά όταν τις ζούσαμε, και ονειροπολούμε μελλοντικές στιγμές, που ίσως δεν ζήσουμε ποτέ, αλλά κι αν τις ζήσουμε θα είναι πάντα άλλες.
Συνεπώς, αυτός που θα ήθελε σήμερα να γράψει ένα μυθιστόρημα ρεαλιστικό, ένα μυθιστόρημα που θα εξιστορεί σε πραγματικό χρόνο τις περιπέτειες πραγματικών χαρακτήρων, πρέπει να διαλέξει ανάμεσα σε δύο εκδοχές του πραγματικού.

Η μία εκδοχή έχει σχέση με αυτό που συμβαίνει στο σώμα μας ως κοινωνικό εργαλείο. Η άλλη εκδοχή έχει σχέση με το σώμα και την ψυχή μας ως ιδιοκτησίες μας. Το σώμα μας ως κοινωνικό εργαλείο σπάνια αποδεχόμαστε πως μας αφορά. Η ψυχή μας και το σώμα μας ως ιδιοκτησίες μας είναι πάντα αλλού.

Το μυθιστόρημα που επιλέγει την πρώτη εκδοχή της πραγματικότητας, το γνωρίζουμε. Είναι ένα μυθιστόρημα εντελώς πλαστό. Ο χρόνος και τα πρόσωπα και οι καταστάσεις είναι καρικατούρες μιας κοινωνικής πραγματικότητας που λίγο ως πολύ την θεωρούμε ξένη προς εμάς.
Το μυθιστόρημα που επιλέγει την δεύτερη εκδοχή της πραγματικότητας, την εσωτερική πραγματικότητα, δηλαδή, σπάνια το βλέπουμε, γιατί σπάνια κάποιος αποφασίζει να δώσει την μάχη της λογοτεχνίας, να παλέψει με τα φαντάσματα, τα πιο πραγματικά όντα στον κόσμο μας.

«Ο συγγραφέας είναι συλλέκτης φαντασμάτων. Μαζεύει αυτά που τον απασχολούν περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, που τον καταδιώκουν τόσο, ώστε να προσπαθήσει νατους δώσει πραγματική υπόσταση ή να τα αποτελειώσει. Η εξουσία του αφορά όντα που δεν υπάρχουν πραγματικά. Τα φαντάσματα κατοικούν μέσα του, ζουν στη σκιά του, τρέφονται απ’ το πνεύμα του. Αν τα σκοτώσει θα επανέλθουν με άλλη μορφή, αν αποφασίσει να τα διαμορφώσει, προβιβάζοντάς τα σε ενεργά, κινδυνεύει να τον σκοτώσουν αυτά».

Τα λόγια αυτά μπορείτε να τα συναντήσετε στο καινούργιο βιβλίο του Σταύρου Σταυρόπουλου, και είναι βέβαιο πως περιγράφουν με την μέγιστη δυνατή ακρίβεια την αφηγηματική τακτική που ακολουθεί.
Για να είμαι ειλικρινής, το συγγραφέα τον γνώρισα πριν από λίγες μέρες, αλλά πιστεύω πως αυτό που κάνει καλύπτει μια χαρά την επιθυμία του Ρολάν Μπαρτ για μια μυθιστορηματική μορφή, η όποια θα διατηρεί τον «δοκιμιακό» χαρακτήρα (κι αν είναι δυνατόν θα ανανεώνει την ίδια την έννοια του δοκιμίου), χωρίς να μπορεί να θεωρηθεί «μυθιστόρημα».

Το «Για όσο ροκ αντέχεις ακόμα» δεν μπορεί να θεωρηθεί μυθιστόρημα, ούτε νουβέλα, ούτε διήγημα, ούτε αφήγημα, σπονδυλωτό ή όχι.
Ασφαλώς αφηγείται. Αλλά στέκεται με απόλυτη ειλικρίνεια απέναντι στην ανάληψη μιας τέτοιας ευθύνης.
Κάποτε οι άνθρωποι έλεγαν μιαν ιστορία με αρχή μέση και τέλος, φροντίζοντας να μιμηθούν το μάτι ενός φανταστικού θεατή. Αυτό που κάνει σήμερα η κάμερα. Κάπου κάπου σχολίαζαν τις πράξεις των ηρώων, καλύπτοντας την σκοτεινή πλευρά της δράσης: το μέσα του ήρωα.
Όσο περνούσε ο καιρός, αυτά τα σχόλια γίνονταν όλο και πιο μεγάλα, ώσπου η δράση δεν ήταν παρά μια αφορμή για το μυθιστόρημα. Οι μυθιστοριογράφοι έκαναν ψυχολογία, αυτό που κάνουν σήμερα οι συγγραφείς βιβλίων ψυχικής υποστήριξης.

Τι έμεινε λοιπόν στο μυθιστόρημα; Μια άδεια φόρμα, ένα σακί, που πλήθος επαγγελματιών γεμίζουν καθημερινά με παραφράσεις τηλεοπτικών σειρών.
Και η λογοτεχνία; Οι λέξεις; Πώς μπορεί κανείς να αφηγηθεί με λέξεις μια ιστορία, σήμερα; Προσέξτε, μιλώ για λέξεις, όχι για σήματα που θα καθοδηγήσουν τον ενδεχόμενο σεναριογράφο ή θα αναπαριστούν τα γραφόμενα στο μυαλό του αναγνώστη σαν να έβλεπε ένα σίριαλ.
Όταν καταπιάνεσαι λοιπόν με τις λέξεις, και θέλεις να κάνεις στον αναγνώστη αυτό που μόνο οι λέξεις μπορούν να του κάνουν, είσαι υποχρεωμένος να πας μέχρι το τέλος των συνεπειών.

Ποιες είναι αυτές οι συνέπειες, μπορούμε να το δούμε πεντακάθαρα στο «Για όσο ροκ αντέχεις ακόμα». Αυτό που μας αφηγείται είναι μια απλή ερωτική ιστορία. Αλλά μια απλή ερωτική ιστορία αφηγείται σχεδόν πάντα τον τρόπο με τον οποίο ερωτεύεται ένας άνθρωπος, και ο τρόπος με τον οποίο ερωτεύεται ένας άνθρωπος αφηγείται τον τρόπο με τον οποίο του ανήκει το σώμα του και η ψυχή του.
Πλην όμως ο τρόπος με τον οποίο του ανήκει το σώμα του και η ψυχή του αφηγείται την ιστορία των επιθυμιών που επένδυσε στο περιβάλλον του, τις επιτεύξεις και τις ακυρώσεις.

Η ζωή μπορεί να είναι πολύ απλή. Λες ένα «Σ’ αγαπώ» και δέχεσαι τις συνέπειες. Αν θέλεις όμως να αφηγηθείς ένα «Σ’ αγαπώ», το να περιγράψεις με τυπικό τρόπο την σκηνή δεν λέει ούτε καν «Σ’ αγαπώ».
Για να αφηγηθείς ένα «Σ’ αγαπώ» πρέπει να καταθέσεις λέξεις που θα λένε την ιστορία αυτής της κουβέντας — ξεχωριστή για κάθε άνθρωπο. Δηλαδή να καταθέσεις την ιστορία αυτού του ανθρώπου, το φάντασμα που προσπάθησε να εξευμενίσει, και το εξαγρίωσε, δίνοντάς του μιαν άλλη μορφή.
Χρειάζεσαι ποίηση, πεζογραφία, δοκίμιο, διαλόγους, ημερολογιακές σημειώσεις, ό,τι μπορείς να βρεις για να ενορχηστρώσεις ένα λογοτεχνικό κείμενο, που θα απαλύνει την πληγή της γραφής.

Γιατί όπου υπάρχει γραφή —όχι γράψιμο— υπάρχει μια πληγή, που θέλει ή ευελπιστεί πως θα κλείσει. Ποια είναι αυτή η πληγή;

Αυτό πια θα το νοιώσετε, διαβάζοντας το «Για όσο ροκ αντέχεις ακόμα».


Σας ευχαριστώ

Γιώργος Μπλάνας

Σάββατο 4 Φεβρουαρίου 2006

ΧΩΡΙΣ ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΙΣΑΙ ΞΕΓΡΑΜΜΕΝΟΣ


( η ομιλία μου στην παρουσίαση του βιβλίου ΓΙΑ ΟΣΟ ΡΟΚ ΑΝΤΕΧΕΙΣ ΑΚΟΜΑ στο βιβλιοπωλείο ΜΙΚΡΟΣ ΚΟΡΑΗΣ στο Χαλάνδρι στις 02.02.2006 )



Το βιβλίο αυτό είναι μια ιστορία μέσα σε μια άλλη ιστορία – αυτήν του προηγούμενου βιβλίου μου Το ροκ που παίζουν τα μάτια σου. Στα βιβλία, όπως και στη ζωή, χρειάζεται πάντα να υπάρχει μια ιστορία να την αφηγηθείς γιατί μέσα από αυτήν θυμάσαι τον εαυτό σου καλύτερα. Χωρίς ιστορία είσαι ξεγραμμένος.
Θεωρώ ότι τις μεγάλες και σημαντικές ιστορίες ο άνθρωπος τις ξαναζεί, αφού είναι σχεδόν προορισμένος για αυτές. Μπορεί και να τις παραγγέλνει κατά ένα τρόπο ή κατά ένα άλλο να είναι απών την στιγμή που συμβαίνουν και να μην τις αντιλαμβάνεται.
Όταν ξεκίνησα να γράφω το Για όσο ροκ αντέχεις ακόμα η ιδέα ήταν περίπου αυτή: να κάνω ένα βιβλίο ελλειπτικό, ανοιχτό, άμεσο, ώστε την όποια πλοκή του να μπορούσε να την ορίζει ο ίδιος ο αναγνώστης. Ήθελα οι ήρωες μου να είναι «κρυφοί», να μην εμφανίζονται στις σελίδες του. Αυτά, σαν αφηγηματική πρόθεση.

Πολλοί υποστηρίζουν ότι τα βιβλία μου δεν είναι «κανονικά», δεν είναι μυθιστορήματα, τα χαρακτηρίζουν αφηγήματα και μάλιστα «εναλλακτικά», επειδή δεν υπάρχουν ήρωες, μυστήριο, πλοκή, η γνωστή κυρίαρχη συνταγή του αρχή – μέση – τέλος. Μα, υπάρχουν, απλώς δεν είναι «εμφανή». Θέλω να πω, φυσικά και υπάρχει αρχή – μέση – τέλος, απλώς ίσως ακολουθείται άλλη σειρά! Φυσικά και υπάρχουν ήρωες, μπορεί όμως να μην είναι απαραίτητα πρόσωπα. Θα μπορούσαν, ας πούμε, να είναι εποχές, εικόνες ή και τραγούδια ακόμα. Τα τραγούδια ήταν σίγουρα οι ήρωες στο προηγούμενο βιβλίο μου.

Δίδεται η δυνατότητα στον αναγνώστη να τα αναζητήσει όλα αυτά, να πλάσει τους δικούς του χαρακτήρες με βάση τα ερεθίσματα που του παρέχονται. Η συμμετοχή του σε ένα αναβαθμισμένο επίπεδο είναι απαραίτητη, του προσφέρει ελευθερία σκέψης, του απλώνει την φαντασία και τελικά καθορίζει και την σχέση του με τον συγγραφέα ως ισότιμη, μια και για μένα αυτό είναι το ζητούμενο.
Οι συγγραφείς δεν είναι παρά καθημερινά πρόσωπα που απλώς έχουν τη διάθεση ή την ανάγκη να πουν κάποια πράγματα σε κάποιους άλλους. Ο τρόπος που το κάνουν διαφέρει, και αυτή η διαφορά είναι που προσδιορίζει, σύμφωνα με τους «κριτικούς» και τα αφηγηματικά είδη.

Όσα συμβαίνουν σε αυτό το βιβλίο δεν είναι όλη η ιστορία, είναι μόνο κάποια στιγμιότυπα. Μικρές λεπτομέρειες που σε προκαλούν ξαφνικά να τις αξιοποιήσεις. Η πραγματική ιστορία συμβαίνει εκτός των σελίδων του και είναι ο τρόπος που ο καθένας μας ξεχωριστά αντιλαμβάνεται τα γεγονότα. Το Για όσο ροκ αντέχεις ακόμα αφήνει κενό χώρο, αρνείται να τον συμπληρώσει και να τον καταθέσει ως περαιωμένο, αφού έτσι θεωρεί ότι αποκλείει τον ενεργό ρόλο του αναγνώστη.
Έχει να κάνει πολύ με την απουσία ενός σημαντικού προσώπου, ενός σημαντικού γεγονότος, μιας σημαντικής στιγμής, αυτής της κρίσιμης και καθοριστικής στιγμής που άλλαξε, με μαγικό τρόπο, όλες τις άλλες. Έχει να κάνει πολύ με την επικοινωνία και την ανάγκη μας να ξεφορτωθούμε κάποια «συναισθηματικά βάρη» που μας εμποδίζουν να προχωρήσουμε παρακάτω. Έχει να κάνει πολύ με την απώλεια, έναν εικονικό θάνατο, - πόσα αγαπημένα πράγματα έχουμε χάσει, γνωρίζοντας ότι δεν θα τα ξαναβρούμε;

Το ίδιο το βιβλίο είναι ένας μικρός θάνατος, μια ανυπολόγιστη απώλεια. Από την στιγμή που το γράφεις το χάνεις οριστικά. Είναι σαν ένα ωραίο γυναικείο πρόσωπο που ξαφνικά και πολύ γρήγορα είδες στο δρόμο περνώντας με το λεωφορείο. Δεν θα το ξαναδείς. Οι λέξεις που τοποθετείς στο χαρτί είναι μια προσπάθεια να συνδεθείς απευθείας με τα βαθύτερα τοπία της ύπαρξης σου, μια κατεξοχήν πράξη αυτογνωσίας που σκοπεύει να αποκαταστήσει τις ισορροπίες σου με το κοινωνικό περιβάλλον. Αν έχεις βρει τις ισορροπίες σου δεν χρειάζεσαι τις λέξεις για να στις υποδείξουν. Δεν έχεις κανένα λόγο να είσαι συγγραφέας.

Οι άνθρωποι που γράφουν δεν έχουν κάποια ιδιαίτερη ευκολία με τις λέξεις. Αντίθετα, έχουν κάποια δυσκολία, στην αγωνία τους να τις βρουν και να εκθέσουν δημόσια κομμάτια του εαυτού τους. Η διάθεση εξομολόγησης που δείχνουν δεν είναι απλή, είναι επώδυνη σαν τοκετός, και αυτή για μένα θα έπρεπε να είναι η ουσιαστική συνεισφορά τους στο άνοιγμα ενός διαλόγου με το κοινό τους.
Στο Για όσο ροκ αντέχεις ακόμα αυτός ο διάλογος είναι εμφανής. Δεν θα χαρακτηρίσω το επίπεδο διεξαγωγής του, αυτό θα το κάνουν άλλοι, «ειδικότεροι». Εκείνο για το οποίο είμαι σίγουρος είναι ότι υπάρχει. Αυτός ο διάλογος είναι η πρωταρχική ουσία της γραφής και ο σημαντικότερος λόγος που το βιβλίο αυτό γράφτηκε.

Η ερωτική σχέση που περιγράφεται εδώ, τα θραύσματά της ακριβέστερα, είναι μια σχέση οδύνης και σαν τέτοια πρέπει να ειδωθεί. Το ανώδυνο, το φαινομενικά απλό, δεν προσέλκυσε ποτέ το ενδιαφέρον του συγγραφέα. Είναι μια σχέση που η αρχή της εκτίθεται στο προηγούμενο βιβλίο μου Το ροκ που παίζουν τα μάτια σου και εδώ συνεχίζεται ως ενεργή απουσία που καθορίζει και προσδιορίζει τις εξελίξεις. Είναι μια αβάσταχτη παρουσία αυτή η απουσία, μια πάλη ανάμεσα σε έναν ευάλωτο Ενεστώτα και έναν αδυσώπητο Παρατατικό που δεν έχει τέλος. Κάποια στιγμή ο Παρατατικός εξομοιώνεται με πραγματικό Ενεστώτα, ενθρονίζεται κυρίαρχος στο παρόν, και αυτό το παιχνίδι είναι ο έρωτας που συνεχίζεται με άλλο πρόσωπο και τελικά θριαμβεύει σε βάρος ενός ιδιωτικού χρόνου.

Ο έρωτας δεν είναι κάτι που μπορείς να αφηγηθείς μόνο με λέξεις. Μπορείς να περιγράψεις την οδύνη του, την απουσία του εγώ, την πλάτη του καθώς φεύγει, αλλά πώς να αποτυπώσεις την αρμονία των δονήσεων που προκαλεί, πώς να ανακαλύψεις την ίδια του την ουσία; Χρειάζεσαι χρώματα, ρυθμούς, αναπνοές που να κόβονται. Είναι ένα πολύ ακραίο συναίσθημα για να αναζητήσεις, έστω προσωρινά, καταφύγιο. Το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να το ζήσεις. Στο Για όσο ροκ αντέχεις ακόμα ο έρωτας προσωποποιεί ένα ακόμα ιδανικό, αυτό που κάνει τις επιθυμίες μας να παραμένουν πεισματικά ζωντανές.

Υπάρχει ένα ακόμα βασικό κλειδί που ξεκλειδώνει κάποιες μυστικές πόρτες του βιβλίου και αυτό το κλειδί αφορά στην απεύθυνση που αλλάζει ρόλους και ιδιότητες διαρκώς, παραμένοντας πάντα στην θηλυκή της υπόσταση: Η γενιά, Η εποχή, Η γυναίκα.
Υπάρχουν σημεία που οι ρόλοι γίνονται δυσδιάκριτοι, δεν γνωρίζεις καν αν αυτός ο ιδιότυπος διάλογος είναι μεταξύ του αφηγητή και μιας γυναίκας ή του αφηγητή και της γενιάς του. Θεωρώ και εδώ ότι πρόκειται για ένα παιχνίδι που «χαιδεύει» την φαντασία και δίνει βήμα στον αναγνώστη να καταθέσει - κι αυτός με τη σειρά του - την δική του ξεχωριστή εκδοχή, που μπορεί να είναι εξίσου ενδιαφέρουσα ή και πιο ενδιαφέρουσα ακόμα από την συγκεκριμένη οπτική του συγγραφέα.

Δεν θα σταθώ ιδιαίτερα στην μουσική πλευρά του Για όσο ροκ αντέχεις ακόμα. Τα βιβλία έχουν πάντα την δική τους ξεχωριστή μουσική, είτε αναφέρονται σε αυτήν με έμμεσο ή άμεσο τρόπο, είτε όχι. Έχω αρκετές φορές πει ότι το ροκ λειτούργησε σαν καταλύτης στην εφηβεία μου, συνδέοντας γεγονότα και στόχους και σε ένα μεγάλο βαθμό καθόρισε την ενηλικίωση μου και την στάση μου απέναντι στα πράγματα. Είναι φυσικό κάτι που αγαπάς να μεταφέρεται και στο κείμενό σου.
Νομίζω ότι αυτά τα λίγα είναι αρκετά. Δεν θέλω να σας κουράσω περισσότερο.

Σας ευχαριστώ πολύ


Σταύρος Σταυρόπουλος

Τετάρτη 7 Δεκεμβρίου 2005

ΤΟ ΡΟΚ ΠΟΥ ΠΑΙΖΟΥΝ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΣΟΥ



Πολλές φορές όμως τα θέλω δε γίνονται ζωή κι έτσι βρισκόμαστε μόνοι, αντιμέτωποι με την απουσία και με το μέλλον που - πιστεύουμε πως-, αποκλείεται να μας δώσει ξανά λίγη απ’ την παλιά ουσία, εκείνη που έκανε τη γη να γυρίζει. Κι αυτά, καθώς ο χρόνος περνά, οι βεβαιότητες γκρεμίζονται, το χθες θολώνει. Μένει η αφή του έρωτα μόνιμος συνοδοιπόρος στα σταυροδρόμια του κόσμου μας και τα λόγια που είπαμε, οι λέξεις που δε θα γνωρίσουν ποτέ τη λήθη. Θυμάσαι;

διαβάστε όλη την κριτική του Λάκη Φουρουκλά στο elogos >>

ΤΙ ΕΓΡΑΨΕ Ο ΤΥΠΟΣ ΓΙΑ «TO ΡΟΚ ΠΟΥ ΠΑΙΖΟΥΝ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΣΟΥ»

Συντονισμένοι στην τροχιά των Ξύλινων Σπαθιών, των U2, των Rolling Stones και δεκάδων άλλων ροκ γκρουπ, με τις διάσπαρτες εικόνες των δρόμων του Μοσχάτου και των αμμόλοφων της Νάξου να συνοδεύουν το ταξίδι μας, ακολουθούμε τις «ασκήσεις αναπνοής» του συγγραφέα, ο οποίος μας προειδοποιεί : «αυτό το βιβλίο δεν είναι μυθιστόρημα, είναι μόνο εσύ, λέξεις γι’ αυτό το εσύ…». Ένα βιβλίο κραυγή που ψηλαφεί το κενό και σπαράζει. Ουρλιάζει, μεταφέροντάς μας την ανάμνηση μιας σχέσης που γράφτηκε με την καύτρα του τσιγάρου. Ο Σταυρόπουλος γράφει και αισθάνεσαι ότι εκλύεται καπνός απ’ τις λέξεις. Σαν χύτρα που βράζει. Σαν ηλεκτρικό σόλο που είναι έτοιμο να σπάσει τον ενισχυτή.

Χάρις Ποντίδα – εφημ. « ΤΑ ΝΕΑ »

Ένα βιβλίο σαν δίσκος 33 στροφών που ακούγεται στη διαπασών. Θλιμμένα τραγούδια, εφηβικά όνειρα, σιωπές όσο να καπνίσεις ένα τσιγάρο, το τέλος μιας εποχής και μιας ερωτικής σχέσης. Ταινίες που είδαμε και ξανάδαμε, βιβλία που αγαπήσαμε, θραύσματα του παρελθόντος, σημειώσεις που κρατάς όταν θέλεις να ξορκίσεις έναν έρωτα…
Ένα βιβλίο από εκείνα που μόνο κάποιοι ρομαντικοί επιμένουν να γράφουν στις μέρες μας.

Αγγελική Μπιρμπίλη – περιοδ. « ΜΕΝ »

Έρωτας και μουσική συνυπάρχουν εδώ αρμονικά, καθώς ο αφηγητής μας μεταδίδει με τρόπο άμεσο μερικούς απ ‘τους κραδασμούς της ύπαρξης του. Απλό και όμορφο, σαν αμαρτία.

Λάκης Φουρουκλάς – περιοδ. « ΛΟΓΟΣ »

Η αλήθεια της ερωτικής σχέσης αποκρυπτογραφείται μοναδικά μέσα από στίχους που ξεφεύγουν, μπλέκονται με τους συνειρμούς του συγγραφέα, ανακατεύονται με βλέμματα και ταινίες, πριν παρουσιαστούν μπροστά στα μάτια μας σαν τελευταίος ύμνος σε αυτό που έχει προσωρινά χαθεί. Το ροκ που παίζουν τα μάτια σου είναι γεμάτο θλιμμένα τραγούδια, καταιγιστικούς ρυθμούς και εικόνες που διαδέχονται η μια την άλλη πριν προλάβεις να πάρεις αναπνοή.

εφημ. « METRORAMA »

Ο Σταύρος Σταυρόπουλος σηματοδοτεί το τέλος μιας περιόδου σιωπής με μια προσωπική κατάθεση που ισορροπεί ανάμεσα στη λογοτεχνία και την ποίηση, ανάμεσα στο ροκ εν ρολ και τον έρωτα. Οι έντονες ερωτικές στιγμές, οι οριακές ισορροπίες μιας σχέσης δένουν αρμονικά με την ροκ μουσική και μας ταξιδεύουν «σε μια εποχή που γύρισε τις πλάτες της στην ενηλικίωση, προσπαθώντας να διασώσει τη δική της αλήθεια». Ασκήσεις αναπνοής, όταν η σχέση έχει πλέον τελειώσει και το μόνο που μένει είναι το άτομο που ασθμαίνει μπροστά στο ακραίο ερωτικό βίωμα.

Γιώργος Μητρόπουλος – περιοδ. « ΜΟΝΟΠΟΛΗ »

Ο Σ.Σ. μιλάει για το ροκ, τα πρόσωπα που αγαπά – σαν να μιλάει για δικά του πρόσωπα.

Γιώργος Χρονάς – περιοδ. « ΟΔΟΣ ΠΑΝΟΣ »

Ένα φάσμα αναφορών τόσο άναρχο και ευρύ, όσο αυτό που κυκλώνουν οι Ντορς και ο Κούντερα, ο Κιθ Τζάρετ και ο Γούντι Άλεν, ο Τζόν Λι Χούκερ και ο Νίτσε, ο Νιλ Γιάνγκ και ο Νταλί, ο Ντύλαν και οι Τρύπες, ο Γκοντάρ και οι Ντιπ Πέρπλ…Πώς να γίνει, συμβαίνει ενίοτε να ακούει και να διαβάζει και να βλέπει κανείς…

Αργύρης Ζήλος – περιοδ. « ΔΙΦΩΝΟ »

Έπειτα από μια σχέση έντονη, βιωμένη στα άκρα, με οριακές ισορροπίες και για τις δύο πλευρές, ο δρόμος σε βγάζει σε μια έρημο, σε ένα τοπίο μοναχικό που προσπαθείς σιγά- σιγά να πλαισιώσεις με ανθρώπους και συναισθήματα, γεμίζοντας το κενό που έχει δημιουργηθεί. Μέχρι αυτό να συμβεί, η μουσική, η απελπισμένη κραυγή ενός ροκ τραγουδιού, καθοδηγεί τις αντιδράσεις και κατευθύνει τα βήματα ανακλαστικά.

Ζ.Π.Χ. – εφημ. « Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ »

Ο Σταύρος Σταυρόπουλος σ’αυτό το βιβλίο που είναι κατάθεση ψυχής, ταξιδεύει απ’ το μουσικό καταφύγιο του Νικόλα Άσιμου μέχρι τον παράδεισο των Ρόλινγκ Στόουνς. Πραγματοποιώντας μια προσωπική διαδρομή, που όμως αφορά πολλούς, ανοίγει την καρδιά του και μας ξεναγεί σε τοπία που όλοι έχουμε περπατήσει και θα θέλαμε να ξαναβρεθούμε. Σε αυτό το φωτεινό σημείο της ζωής, συναντιόνται οι Μπλάντ Σουίτ εντ Τίαρς με το « Αι λαβ γιου μορ δαν γιου νέβερ νόου » και η φωνή του αξέχαστου Παύλου Σιδηρόπουλου στο « Να μ’ αγαπάς ».

Νίκος Κολοκοτρώνης – εφημ. « ΗΧΩ »

Βιβλίο γραμμένο με γλώσσα ποιητική που το απαρτίζουν τραγούδια ροκ συγκροτημάτων και μουσικών. Το κάθε τραγούδι σε αντιπροσωπεύει., η μουσική επουλώνει τις πληγές. Άλλωστε ο έρωτας και το ροκ εν ρολ έχουν πολλά κοινά σημεία. Τελικά ο έρωτας είναι το ίδιο θανατηφόρος με την μουσική που ακούς τα βράδια και σε νανουρίζει ;

Κατερίνα Βουγιούκα – περιοδ. « ABOUT »

Ένα βιβλίο για τον έρωτα και το ροκ εν ρολ. Δομημένο όπως ακριβώς ένας δίσκος βινυλίου, με εξώφυλλο, δύο πλευρές, δέκα τραγούδια, οπισθόφυλλο και credits Το ροκ που παίζουν τα μάτια σου επιχειρεί να επιβεβαιώσει στην πράξη ότι αν ο έρωτας είναι μια υπόθεση εργασίας, είτε σαν έκφραση επικοινωνίας, είτε σαν ανάγκη φυγής, είτε ακόμα σαν αρρώστια, τότε η μουσική είναι το αντίδοτο – η γιατρειά. Η οδύνη, το ανεκπλήρωτο, το ντελίριο του έρωτα, είναι συναισθηματικές εντάσεις που γίνονται δονήσεις ηλεκτρικές καθώς περνούν σα νότες μέσα απ’ το σώμα, εκφράζοντας και μεταφέροντας μια κατάθεση ψυχής. Οι τυπωμένες λέξεις μπερδεύονται με τις ηχογραφημένες, οι προτάσεις γίνονται στίχοι τραγουδιών, η μανία για αλήθεια είναι εδώ, το σκηνικό θυμίζει συναυλία των Στόουνς.

Εύα Αναστασίου – περιοδ. « METROPOLIS PRESS »

Βιβλίο γραμμένο σε μια γλώσσα προσωπική, ποιητική, που άλλοτε κόβει σαν ξυράφι τις λέξεις και άλλοτε τις αφήνει και απλώνουν, δείχνοντας τις ατέλειωτες να ασφυκτιούν και να λαχανιάζουν μέσα στο ιδίωμα της πρόζας. O Σταυρόπουλος γράφει συνθέτοντας κομμάτια του εαυτού του, γεφυρώνοντας το χάσμα ανάμεσα στο συνειδητό και το ασυνείδητο.

Γιάννης Μουταφτσής -- εφημ. « ΜETRORAMA »

Ο έρωτας ακούγεται όπως το ροκ εν ρολ σ’ αυτό το αφήγημα, που χορεύει σε δρόμους πολυπληθείς και σε δρόμους της νυχτός, όπου τα όρια σπάνε γιατί δεν αντέχουν την ταχύτητα του σώματος και του μυαλού. Και από κοντά σαν πριόνι κόβει και ράβει του μυαλού την αγωνία η οδύνη και το ανεκπλήρωτο που κυλάει εντός, το ξημέρωμα που αφήνει κάτι γλυφό στη γεύση, ενώ το βινύλιο γυρνάει, χριτς- χρατς ακούγεται σαν μουσική που τελείωσε και έμεινε εκεί η βελόνη του πικάπ ακίνητη. Η γενιά του ροκ διεκδικεί το δικαίωμα της να υπάρχει τραγουδώντας ακόμα.

Βασίλης Καλαμαράς – εφημ. « ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ »


Εικόνες από διακοπές στην άγονη γραμμή, τα παρακμιακά μπαρ, τις cult ταινίες, αναμνήσεις από γκρίζα απογεύματα σε συνοικιακούς δρόμους, χαμένους έρωτες, κομμάτια και αποσπάσματα μιας ζωής που αναλώθηκε στην αμφισβήτηση και στην αντίσταση ( σε όλα τα επίπεδα ), μα πάνω απ ‘όλα εικόνες γεμάτες μουσική. Ο Σιδηρόπουλος και ο Άσιμος, οι Rolling Stones και η Janis Joplin, o Lou Reed και ο Neil Young, oι Sex Pistols και οι Joy Division, οι Ενδελέχεια και τα Διάφανα Κρίνα περνάνε απ’ τις σελίδες ρίχνοντας σποραδικά ρεφρέν με σκληρά ακόρντα και σλόου μελωδίες με υπόγεια δύναμη. Ένα βιβλίο χωρισμένο σε «τραγούδια» αντί σε κεφάλαια, οργισμένο, τρυφερό, βιωματικό, ποιητικό.
Μια προσωπική ματιά στη γενιά των «κουρελιών που τραγουδάνε ακόμη», μια γενιά που αρχίζει να εκλείπει αλλά εξακολουθεί να ονειρεύεται την επανάσταση που εκκρεμεί.

Θύμιος Νικολόπουλος – περιοδ. « ΑΘΗΝΟΡΑΜΑ »


Μια ροκ ιστορία αγάπης. Σκέψεις και συναισθήματα μέσα από τραγούδια και ήχους με τους οποίους κάποιοι – οι « καταραμένοι » παρελθουσών εποχών – μεγαλώσαμε. Ο Σταύρος Σταυρόπουλος γράφει για έναν έρωτα χαμένο, έναν έρωτα από αυτούς που μένουν, που ο χρόνος δεν μπορεί να σβήσει και μόνο μέσα απ ‘την μουσική μπορεί να ειπωθεί. Μέσα από λόγια και μελωδίες που και αυτές αποτυπώθηκαν στην ψυχή σου. Το ροκ που παίζουν τα μάτια σου είναι ένα έργο που διακρίνεται από μια έντονη ποιητική διάθεση. Για την ακρίβεια είναι ολόκληρο ένα ποίημα όπου οι σκέψεις του χαρακτήρα μπλέκονται με τραγούδια που ενώνονται με προσωπικές του στιγμές. Στίχοι, μουσικές και αναμνήσεις ταλαιπωρούν τον κεντρικό ήρωα του βιβλίου μέσα απ’ τους – ομολογουμένως δύσκολους - συνειρμούς του συγγραφέα. Ένα βιβλίο που όλοι θα διαβάσουν, αλλά λίγοι θα εκτιμήσουν. Μάλλον όμως αυτό ήταν και το ζητούμενο.

Δημήτρης Τσελούδης – περιοδ. « EXODOS »


Ροκ αισθητική που υπερασπίζεται με πάθος το όνειρο και την αθωότητα, αθωότητα χαμένη ίσως για πάντα στο απέραντο μαύρο δυο ματιών…

Μάνια Αποστολοπούλου - περιοδ. « MONEY AND LIFE »


Ένα κάλεσμα στην ευαισθησία και την ποίηση που κρύβει μέσα του ο καθένας μας είναι τούτο το βιβλίο, μια ροκ γραφή, καταγραφή της πραγματικότητας και του ονείρου μαζί. Της πραγματικότητας που απελπίζεται και του ονείρου που πάντα ελπίζει, εύχεται, επιθυμεί. Σκέψεις – μυστικοί δρόμοι με το φως του έρωτα οδηγό και μια μουσική που πάει κόντρα στο ρεύμα, στη φθορά, στη συγκατάβαση. Σελίδες ποτισμένες με αλήθειες ζωής, φιλοσοφίες καθημερινές, δοσμένες έτσι που σου υγραίνουν τα μάτια.

Γιόλα Αργυροπούλου – περιοδ. « ΤΗΛΕΡΑΜΑ »

Ερωτικό μυθιστόρημα δομημένο όπως ένας δίσκος βινυλίου, με δυο πλευρές και δέκα τραγούδια, όπου η μουσική εμφανίζεται ως το αντίδοτο στον έρωτα. Στίχοι γνωστών τραγουδιών «διατυπώνουν ό,τι είναι αδύνατο να χαραχτεί στο χαρτί».

Μαίρη Παπαγιαννίδου – περιοδ. « ECHO & ARTIS »

Κατάθεση ψυχής για το τέλος μιας ολόκληρης εποχής που έφυγε ανεπιστρεπτί. «Χορευτικό αφήγημα» για την αθωότητα και το βίαιο κατρακύλισμα στην ενηλικίωση από τον Σταύρο Σταυρόπουλο, που εμμένει στα ιδανικά της γενιάς του. Ποιητικό, βιωματικό και άναρχο θυμίζει « ασκήσεις αναπνοής, χάρτινα παιδικά καραβάκια, χαμένα ηλιοβασιλέματα, παλιές γειτονιές, άδεια μπουκάλια Μπυράλ, παράνομες συχνότητες, ασπρόμαυρα όνειρα, ροκ μανιφέστα». Μελωδίες και καταραμένοι στίχοι, η Τζόπλιν και οι Στόουνς, ο Κούντερα και ο Νίτσε, τα θερινά σινεμαδάκια, το πρώτο τσιγάρο, το τελευταίο δάκρυ, το τέλος μιας εποχής, μιας ερωτικής σχέσης και της ίδιας της μυθολογίας μας. Ο συγγραφέας μιλάει από καρδιάς για τον έρωτα και το ροκ εν ρολ, εξορκίζοντας στο χαρτί την προσωπική του διαδρομή που ο χρόνος αδυνατεί να σβήσει, καθώς πέρασε δια παντός στο αέναο των θραυσμάτων…

Αλεξάνδρα Δήμου – περιοδ. « ΡΑΔΙΟΤΗΛΕΟΡΑΣΗ »

Ποιητικός, λυρικός, συχνά παραληρηματικός, ο λόγος του Σταύρου Σταυρόπουλου θυμίζει σάουντρακ μιας ιστορίας που ακούγεται στη διαπασών…

Βικτωρία Παπαγιάννη – περιοδ. « 7 ΜΕΡΕΣ ΤV »

Σαν ένα παλιό καλό ροκ μυθιστόρημα, σαν ένας 60s δίσκος 33 στροφών, το βιβλίο του Σταυρόπουλου διαβάζεται και ακούγεται απνευστί, διαθέτοντας το νεύρο, την απόγνωση και τον συναισθηματισμό ενός ροκ τραγουδιού.

Ειρήνη Κώνστα – περιοδ. « FREE »

Μια αφήγηση της ζωής σ’ έναν απόλυτα προσωπικό ρυθμό, λαχανιασμένο, ποιητικό, οργισμένο και ερωτικό, επιχειρεί ο Σταύρος Σταυρόπουλος στο βιβλίο του Το ροκ που παίζουν τα μάτια σου. Γεγονότα, πρόσωπα και σύμβολα της τρέχουσας μυθολογίας μας επεμβαίνουν στο κείμενο μαζί με στίχους τραγουδιών που όλοι τραγουδήσαμε, σχηματίζοντας μια μπαλάντα που δεν θέλουμε να θυμόμαστε ξεχασμένη σε βινύλιο.

Αντώνης Κυριαζάνος – περιοδ. « MADAMME FIGARO »


Παίρνεις μαζί σου το βιβλίο του Σταύρου Σταυρόπουλου – κάθε σελίδα και στίχος, κάθε ενότητα και τραγούδι – και ξεκινάς γι άλλη γη κι άλλα μέρη. Φλερτάροντας με την ποίηση ο συγγραφέας στέλνει ανοιχτές επιστολές σε μια αγαπημένη που έχει χαθεί. Στις σελίδες του παραμονεύουν οι Τράφικ και η Τζόπλιν, οι Τρύπες και οι Στόουνς, τα Ξύλινα Σπαθιά και καμιά εκατοστή ακόμα μουσικοί και κινηματογραφιστές, γειτονιές όπως το Μοσχάτο και τα Εξάρχεια, ελληνικά νησιά και καλοκαίρια…

Αναστασία Καμβύση – περιοδ. « ΜΕΤRO »


Το ροκ των σελίδων. Έτσι διαβάζεται και έτσι έχεις την αίσθηση από τις πρώτες του κιόλας αράδες πως είναι γραμμένο για να διαβαστεί Το ροκ που παίζουν τα μάτια σου . Γιατί ο Σταύρος Σταυρόπουλος δεν κρύβει τον ροκ φαν που ζει μέσα του. Του δίνει πένα να γράψει, τον αφήνει να συνδυάσει μουσική και στόρι – όχι, δεν πρόκειται για μυθιστόρημα, μοιάζει με μεγάλη επιστολή που έχει τον παραλήπτη της ( «ασκήσεις αναπνοής», όπως το λέει ο ίδιος ), καθώς μέσα στην αφήγηση κάνουν την εμφάνιση τους γνωστοί και μη εξαιρετέοι, όπως οι Ρόλινγκ Στόουνς και τα Ξύλινα Σπαθιά, ο Άλεν Γκίνσμπεργκ και ο Πέδρο Αλμοδοβάρ. Κι αν έχεις περάσει από δρόμους βινυλίου διαβάζεις εύκολα και πίσω απ ‘τις γραμμές ένα δεύτερο αφήγημα μιας ροκ, ελληνικής πραγματικότητας που «ζει» παράλληλα με όλα όσα συμβαίνουν μπροστά, εκεί έξω ή δίπλα μας ακριβώς.

Μαρία Μαρκουλή – εφημ. « ΤΑ ΝΕΑ »


Σαν δίσκος 33 στροφών που αντί για αυλάκια έχει λέξεις να αποτυπώνουν την μουσική σε ένα παράλληλο σύμπαν με την πραγματικότητα. Οι U2, οι Τρύπες και ο Neil Young τραγουδούν στις γειτονιές του Μοσχάτου, στις παραλίες και στα χαμένα βλέμματα της γλυκιάς συμμορίας των ήχων. Ένα βιβλίο γεμάτο από αναμνήσεις και μελωδίες.

Μάρω Αγγελοπούλου – περιοδ. « ΠΟΠ + ΡΟΚ »

H μυθολογία της ροκ σκηνής συνδυασμένη με φρασεολογικούς κιθαρισμούς, σε ένα μυθιστόρημα που περιγράφει την επίδραση του ροκ στην καθημερινότητα μιας άλλης εποχής, όπως την βίωσαν όσοι τόλμησαν να ξεχωρίσουν. Στο δεύτερο κατά σειρά βιβλίο του Σταύρου Σταυρόπουλου.

Πάνος Πιλάτος – περιοδ. « PENTHOUSE »

Το ροκ που παίζουν τα μάτια σου αποπειράται να γεννήσει μουσική μέσα από τις λέξεις. Η σχέση του κειμένου με τις νότες είναι τόσο καταλυτική που εξ αρχής ο αναγνώστης την αντιλαμβάνεται. Στίχοι τραγουδιών μπλέκονται με τις σκέψεις, τους συνειρμούς και τις αναμνήσεις του ήρωα που βιώνει με όση θλίψη, οδύνη και νοσταλγία αρμόζει σε μια ανάλογη περίπτωση, το τέλος μιας σχέσης.

Μαριάννα Κυριακάκη – περιοδ. « ΠΡΟΘΗΚΗ »


Ένα βιβλίο που θυμίζει πιο πολύ βινύλιο παρά τυπωμένο χαρτί, ένα βιβλίο γεμάτο μουσική, τραγούδια, κινηματογράφο και πολλές συγκινήσεις.

Γιώργος- Ικαρος Μπαμπασάκης – εφημ. « CITY PRESS »


Το βιβλίο του Σταύρου Σταυρόπουλου ξεχειλίζει από ροκ μουσική, όπως εμφανώς δηλώνει και ο τίτλος του. Στίχοι από τραγούδια ροκ συγκροτημάτων και μουσικών βρίσκονται διάσπαρτα στο κείμενο, που είναι έντονα προσωπικό, ποιητικό, βιωματικό.

Σιδέρης Ντιούδης – περιοδ. « ΥΠΟΒΡΥΧΙΟ »


Με «πρόφαση» την μουσική, τον ηλεκτρισμό και το ροκ εν ρολ, ένα προσωπικό ταξίδι προς τον πλανήτη όπου η μουσική, ο έρωτας, το ταξίδι και το όνειρο προχωρούν σε μια συνάντηση που φαντάζει μάλλον επικίνδυνη, καθώς κάθε στιγμή παραμονεύει η πραγματικότητα, η φθορά και η ενδεχόμενη απώλεια. Το ροκ που παίζουν τα μάτια σου θα μιλήσει «σ’ αυτούς που τρελάθηκαν, μετρώντας μια μια τις στιγμές που χωρίζουν το φως απ’ το απόλυτο σκοτάδι», μα και «στις αγάπες που ξεχάστηκαν στη σκιά, έγιναν πουλιά και χάθηκαν μεσ’ στη νύχτα…»

Έλλη Καλούδη - περιοδ. « ΜΕΤΡΟΠΟΛΙΣ »


Ο συγγραφέας με το βιβλίο αυτό, ανοίγει τις κουρτίνες της ψυχής του και προσκαλεί τον αναγνώστη σε μια underground κατάδυση στο σύμπαν της μνήμης και της λήθης ενός έρωτα. Μας αποκαλύπτει το μέγεθος της νοσταλγίας που μπορεί να ανασύρει η απώλεια ενός προσώπου, μιας ιδέας, μιας εποχής. Ο λόγος του είναι απροσδόκητος, ακραία ποιητικός και καταγράφει τα ταξίδια του νου του μέσα από ένα κρεσέντο ροκ αισθητικής και στυλ. Η μουσική υπάρχει παντού μέσα στις σελίδες για να ηχογραφεί τον πόνο της απουσίας. Τα λόγια του, σαν στίχοι σε γράφιτι γραμμένο σε τοίχους, σαν ανεπίδοτες επιστολές ή γράμματα που δεν πρόλαβαν να καούν. Και όπου ο λόγος δεν φτάνει, φτάνει η μουσική και οι στίχοι από γνωστά ελληνικά και ξένα ροκ τραγούδια που αγαπήθηκαν, να συμπληρώνουν τα κενά σε κάθε σελίδα. Το ροκ που παίζουν τα μάτια σου είναι η επιτομή μιας γενιάς που διεκδίκησε πολλά και διαψεύστηκε, αλλά παραμένει ακόμα στο προσκήνιο.

Νίκη Κουμαρτζάκη – περιοδ. «LADIES & GENTLEMEN»


Ένα βιβλίο για τους στίχους που σου πιπιλάνε το μυαλό απ’ την εφηβεία σου, για το πώς ερωτεύτηκες, έζησες, χώρισες, πέθανες, αντιστάθηκες, ακούγοντας πάντα τη μουσική της γενιάς σου. Ένα βιβλίο χωρισμένο σαν μια κασέτα, η συλλογή της ζωής σου, κομμάτι κομμάτι. Το ροκ ξεπηδά ανάμεσα απ’ τις σελίδες του, παίζει το ρόλο του καλύτερου σου φίλου, της γκόμενας που δεν σε άντεξε και την έκανε ένα βροχερό πρωινό, της Αριστεράς που την βαρέθηκες αλλά γεμίζεις τύψεις όταν της γυρνάς την πλάτη. Μια μεγάλη πορεία με ανοιχτά τα μάτια να κοιτάζουν, να παρατηρούν, να δακρύζουν ή και να αδιαφορούν όταν ο ήχος μέσα σου δυναμώνει, σε γεμίζει, σε κυκλώνει, αφήνοντας σε ανήμπορο σε μια γωνιά, στο περιθώριο.

Αγγελική Μπιρμπίλη – εφημ. « ATHENS VOICE»

Η απώλεια της αγαπημένης πυροδοτεί ένα φλογισμένο κείμενο που αρθρώνεται μέσα από κερματισμένα τραγούδια, τραγούδια του έρωτα που σηματοδοτούν μαζί με τον ίμερο, την οπισθοδρόμηση μιας εποχής, τη διάψευση μιας γενιάς. Απομονωμένος σ’ ένα περίκλειστο σύμπαν κατάφορτο από τσιγάρα, αλκοόλ, αναμνήσεις, τραγούδια, ταινίες και βιβλία ο αφηγητής εξαπολύει ένα θερμό κατηγορητήριο – ελεγεία στην άλλοτε ερωτική του σύντροφο. Φλερτάροντας με την αυτοκαταστροφή, αφήνεται χωρίς προσχήματα ή αναστολές στην κατάρρευση και την συντριβή για να βιώσει στον απόλυτο βαθμό της την οδύνη της απουσίας. Ένας ονειροπόλος που προσπαθεί να στριμώξει το παρελθόν στο παρόν, ένας αιθεροβάμων που νιώθει ότι ο χρόνος έχει ρημάξει ανεπανόρθωτα το ζωτικό του χώρο, τις αναμνήσεις του, που βρίσκεται σε απόγνωση, απόρροια της εξουθενωτικής, αμείλικτης και προφανώς αδιέξοδης αντιπαράθεσής του με την απουσία. Η πεζολογία δίνει τη σκυτάλη στην ποίηση, οι λέξεις αγκαλιάζονται με στίχους, η συγκρότηση καταλήγει ακαταληψία, ο λόγος είναι κοφτός, ασθματικός, άναρχος, η υβριστική οργή γίνεται παθιασμένη εξομολόγηση, η οξεία μομφή εξελίσσεται σε σπαρακτική παράκληση. Στο ροκ που παίζουν τα μάτια σου η φωνή σπαράσσεται από απελπισία, άλλοτε ουρλιάζει κι άλλοτε πνίγεται. Το βιβλίο μοιάζει να γράφτηκε με κομμένη την ανάσα, σαν ύστατη απόπειρα επικοινωνίας. Η μουσική αφυπνίζει προσωπικές στιγμές του συγγραφέα, παροτρύνει σε ατέρμονους, δαιδαλώδεις συνειρμούς, γίνεται παραμυθία και λύτρωση, το μοναδικό αντίδοτο ενός αθεράπευτα ρομαντικού.
Ο Σταύρος Σταυρόπουλος συνθέτει ένα αυτοβιογραφικό σάουντρακ για απαρηγόρητους νοσταλγούς του ροκ, μια ιδιότυπη, καυτή, λυγμική εκμυστήρευση, ένα μουσικό ημερολόγιο, σημειώσεις στο χείλος μιας ακραίας απόγνωσης, ένα ταξίδι στον προσωπικό του, λεηλατημένο από την απουσία κόσμο, ένα λυρικό παραλήρημα, μια θλιμμένη μπαλάντα.
Πρόκειται για ένα πρωτότυπο πειραματισμό πάνω στις δυνατότητες της γραφής, μια ξεχωριστή προσπάθεια που αξίζει να προσεχτεί για την γνήσια πρωτοτυπία της και το πάθος του δημιουργού της.

Λίνα Πανταλέων – περιοδ. «ΔΙΑΒΑΖΩ»

Κυριακή 18 Σεπτεμβρίου 2005

ΓΙΑ ΟΣΟ ΡΟΚ ΑΝΤΕΧΕΙΣ ΑΚΟΜΑ



Θα ανοίξουμε μια πλωτή διώρυγα για ερωτευμένους, τα μάτια σου θα είναι πάλι κατάμαυρα και θα δεσπόζουν στους δρόμους, θα φοράς εκείνη την κοντή φουστίτσα που φορούσες στην Αίγινα, θα φοράω το μακό της Κεφαλονιάς, θα έχω μακρύνει τα μαλλιά μου πολύ, θα έχεις διαβάσει Ρολάν Μπαρτ, θα έχω αντέξει την πίεση των ημερών, θα μου έχεις αγοράσει ένα καινούργιο βραχιολάκι, θα σου αφήνω cd του Van Morrison κάτω απ ‘το μαξιλάρι μαζί με σοκολάτες υγείας και σημειώματα «μ’ αγαπάς;», τα πρωινά θα μου σερβίρεις κέικ βανίλια με παγωτό σε στρογγυλούς δίσκους, θα έχω δερμάτινο παντελόνι, δερμάτινα βιβλία, δερμάτινο βλέμμα, ο χρόνος θα επιπλέει μέσα μας σα φελλός, όταν ξημερώνει θα με παίρνεις αγκαλιά και θα πηγαίνουμε βόλτα στη θάλασσα, θα φτιάχνουμε γοργόνες στην άμμο, θα τις ζωντανεύουμε και θα μας ταξιδεύουν μακριά, τα βράδια, όταν θα πέφτει σκοτάδι πηχτό, θα με κολλάς στο σώμα σου σαν αυτοκόλλητο σηματάκι από παιδικό παιχνίδι, εγώ θα σου διαβάζω ποιήματα του Ελυάρ και δοκίμια του Ντεμπόρ και του Πας, θα είσαι απροσδόκητα όμορφη, θα είμαι απροσδόκητα τυχερός, θα βλέπω στα μάτια σου όλες τις συναυλίες των Who, θα βλέπεις στα χέρια μου όλες τις τροχιές των άστρων, δεν θα σταματήσεις ποτέ να αγαπάς την σιωπή, δεν θα σταματήσω ποτέ να καπνίζω, δεν θα χρειάζεται πια να μιλάω, θα σου λέω στίχους από τραγούδια και συ θα τα καταλαβαίνεις όλα, όταν ζαλίζεσαι θα σου αγοράζω σκουλαρίκια από πλανόδιους ή αλυσιδίτσες για τη μέση, όταν απελπίζομαι θα μου κλείνεις το μάτι και θα χαμογελάς πονηρά, τα όνειρα που θα κάνουμε θα τα αριθμούμε και θα τα κρεμάμε πόστερ στους τοίχους, θα πιστεύεις ότι ο έρωτας καταβροχθίζει το χρόνο, σε όλα τα παραμύθια θα πέφτει χρυσόσκονη ανακατεμένη με αθωότητα, τα ρολόγια στους πίνακες του Νταλί δεν θα λειώνουν γιατί ο χρόνος θα’ ναι αιώνιος, ένα απόγευμα θα χτυπήσει η πόρτα και θα μπει η Patti Smith, θα σου χαρίσει το άσπρο φόρεμα που φοράει στο εξώφυλλο του Wave, θα κρατήσω τα περιστέρια, οι επόμενες κόπιες του άλμπουμ θα εκδοθούν χωρίς περιστέρια και με την Patti Smith γυμνή, το «Dancing Barefoot» θα κοπεί απ’ την λογοκρισία γιατί θα έχουν προστεθεί στίχοι που θα λένε για μας, θα συναντιόμαστε κρυφά στη χώρα των θαυμάτων κάτω από ουρανούς με μαρμελάδα και μεγάλα σοκολατένια βουνά, μέσα σε κίτρινα υποβρύχια, εκεί θα μας περιμένουν οι καρδιές του λοχία Πέπερ που δεν θα είναι μοναχικές, μανταρινιές από σελοφάν και η μικρή Αλίκη, μια μέρα με λιακάδα θα καβαλήσουμε τη μηχανή και θα χωθούμε στα σύννεφα, δεν θα φοβάσαι στις στροφές, θα φτιάξω ένα ροκ συγκρότημα και θα το πω «Διαμαντένια Προβλήτα», θα παίζεις μπάσο και θα γράφουμε τους στίχους μαζί, τα καλοκαίρια θα περιοδεύουμε σε τουρνέ, τους χειμώνες θα αγοράζεις τελάρα και θα ζωγραφίζουμε τις ψυχές μας, θα ζούμε ακόμα τόσο μακριά που θα μπορείς να απλώσεις το χέρι σου και να κατεβάσεις τον ήλιο, θα σου πω «το τέλος δεν είναι παρά μόνο η αρχή», θα μ’ αγαπήσεις ως την άκρη του χρόνου.

Κι έτσι αποκοιμήθηκα, ενώ ο ήλιος ξεφλουδιζόταν.


(απόσπασμα από το βιβλίο μου, Για όσο ροκ αντέχεις ακόμα, εκδ. Απόπειρα, 2005)

Τετάρτη 24 Αυγούστου 2005

ΟΝΕΙΡΑ ΑΠΟ ΑΛΑΤΙ ΚΑΙ ΑΜΜΟ


στην Παναγιώτα (παρόλα αυτά)

Η ΠΟΛΗ ΠΟΥ ΖΩ τα Σαββατοκύριακα αδειάζει. Κάποιοι θεοί του Ολύμπου μεταμφιεσμένοι σε πλοία εξπρές μεταφέρουν στις πλάτες τους τούς κατοίκους της που θέλουν να αποδράσουν. Τους αποθέτουν σε βράχια σπαρμένα στην μέση του Αιγαίου που ονομάζονται νησιά. «Το πλοίο σε λίγο θα προσεγγίσει το λιμάνι της Σερίφου, παρακαλούνται οι κύριοι επιβάτες να ετοιμάζονται για την αποβίβασή τους».
Αλλαγή πορείας με ναυτικά μίλια, με άδεια πακέτα τσιγάρων, με άδεια βλέμματα. Οι διακοπές είναι αδιάκοπες επιθυμίες, παραλίες τόσο έρημες που μπορεί και να αρρωστήσουν από μοναξιά. Δυτικές Κυκλάδες, rooms to let και ζεστά ρακόμελα. Πατημένοι σκορπιοί. Γιαούρτια με μέλι και παγωμένες σοκολατόπιτες. Ο χωματόδρομος δεξιά, υπόσχεση για ερημική παραλία. Η ρόδα σπινάρει, ακολουθεί τα σημάδια του τρακτέρ. Μ’ αγαπάς; Όλοι λένε σ’ αγαπώ. Μα, αυτό δεν είναι απάντηση, είναι ταινία του Γούντι Άλλεν.
Σπηλιές με τιρκουάζ νερά τρυπάνε από παντού τη Μήλο. Το ζευγάρι στον Παπάφραγκα φιλήθηκε τη στιγμή ακριβώς που ο ήλιος βυθιζόταν στην θάλασσα Η μοναχική τέχνη της φύσης ξαπλώνει τεμπέλικα στο Κλέφτικο. Τρομοκρατία της ομορφιάς. Άγιοι κατέλαβαν τις παραλίες που παλιά λυμαίνονταν οι πειρατές και τους έδωσαν τα ονόματά τους. Για να τους θυμούνται. Ρομαντικές βόλτες στη χώρα, σε στενά δρομάκια που στρίβουν και χάνονται στο κενό σαν μικροσκοπικά φίδια. Ένα μεγάλο πηγάδι, φρουρός του χθες, εκκλησάκια στο γκρεμό.
Μπερδεύομαι, βαδίζω συνεχώς σε διαφορετικούς δρόμους και καταλήγω στο ίδιο σημείο. Λαβύρινθος, αναζητώ τον Θησέα. Από ψηλά τα σπίτια στο λιμάνι μοιάζουν με βρεγμένα σπιρτόκουτα. Μικρά μπαρ ξεφυτρώνουν από την πιο απίθανη γωνιά, πρώην σιδηρουργεία, πρώην μανάβικα που τους πρόσθεσαν φώτα, σκάλες και μουσικές και γέμισαν κόσμο, μπαλκόνια που κρέμονται απ’ το κεφάλι σου, άνθρωποι πολύχρωμοι που συζητούν δυνατά, ερωτεύονται, χαμογελούν, κλαίνε, καπνίζουν, φτιάχνουν πύργους από μπουκάλια μπύρας. Μυρίζει αγιόκλημα. Πότε ξημερώνει εδώ;

Ψάχνω χάρτες, προορισμούς, αποβάθρες. To hear the jazz go down. Χρειάζομαι μέρες για να διακόψω από τον εαυτό μου ή απ’ τον κόσμο; Ξαφνική βροχή στην Αχιβαδολίμνη. Θα σ’ αγαπάω κάθε μέρα. Όνειρα που γεννιούνται, μεγαλώνουν, ισορροπούν λίγο πριν τη διάψευση, λίγο πριν τα καταργήσει ο ήλιος. Εξαιτίας του ήλιου συμβαίνουν όλα. Όνειρα από θυμάρι και αλμυρίκια. Όνειρα από αχάτη, λευκή άμμο και βασιλικό. Συνομωσία του άσπρου και του γαλάζιου στην άκρη του γιαλού, στην άκρη του κόσμου. Κλειστά μάτια, κλειστά κινητά. Για αποσυμπίεση. Διακριτική απομόνωση με την άδεια της Τelestet.
Στο Καρνάγιο η μπύρα 6 ευρώ. Ιδιωτικά φεγγάρια. Αλάτι ανακατεμένο με αντηλιακό, μια επιθυμία για περιπέτεια που δεν έρχεται. Ιδρώτας, δίψα, οι αναμνήσεις καίνε. Κουβαλάνε στην πλάτη τους τα χρόνια. Αυτός ο ήλιος δεν θα σταματήσει ποτέ;
Ομελέτες με ανανά, Portioli, ο καλύτερος καφές του κόσμου. Οι φραπέδες καθυστέρησαν φέτος, φταίει η αντιβίωση. Γνωρίζω ανθρώπους που δεν θα ξαναδώ. Είναι οι αγαπημένοι μου, ο φόβος του άγνωστου τους κάνει ευγενικούς. Καμιά φορά και ευχάριστους. Η μυθολογία του νησιού προτρέπει σε συναντήσεις. Ούτως ή άλλως η ζωή είναι μια αναπάντεχη βόλτα.

Παρατηρώ το γραπτό μου. Νομίζω ότι οι λέξεις αφήνουν μεταξύ τους μεγάλα κενά. Λες και θέλουν περισσότερο να κρύψουν, παρά να αφηγηθούν. Μοιάζουν με ερωτική εξομολόγηση· παραλείπουν ό, τι έχει σχέση με την αλήθεια. Αναρωτιέμαι πως θα έπρεπε να είναι μια αληθινή αφήγηση, τι θα έπρεπε να την συγκροτεί. Η γεωμετρία των προτάσεων είναι σημαντική. Όπως και η ευκρίνεια των προθέσεών τους. Οι προτάσεις δεν πρέπει να είναι αραιές, στο διάκενό τους χάνονται τα σημαντικότερα γράμματα.
Όταν φανούν τα ντοκ του Πειραιά η διάθεση σκοτεινιάζει. Για λίγο. Στο Λυκαβηττό η Patti Smith φώναξε this is my fucking riffle και έδειξε την κιθάρα της. Μετά έσπασε τις χορδές μια-μια και άρχισε να πυροβολεί. Νόμιζα πως βρισκόμουν στο 68, η οργάνωση είχε γενική συνέλευση και η Patti ήταν η πρόεδρος που καλούσε τα μέλη της σε αγωνιστική ετοιμότητα. Ήμουν στα όρια της παρανομίας. Το βράδυ της συνέντευξης ήταν ποιητική, παθιασμένη, υπέροχη, ανταλλάξαμε δώρα, μου χάρισε το πιο ερωτικό της χαμόγελο. Η επανάσταση κάνει τα χρόνια αόρατα, η ομορφιά δεν έχει ηλικία. Με περιμένουν κι άλλα, πολλά. Μετά πάλι καράβια, κορμοράνοι, τα γνωστά. Κι εσύ. Οι νύχτες στην πόλη τα καλοκαίρια μας αντιγράφουν.

Σταύρος Σταυρόπουλος, 24/08/2005

Δευτέρα 16 Αυγούστου 2004

ΤΗΣ ΝΙΚΟΛΕΤΑΣ


( η σύντομη τοποθέτησή μου στην παρουσίαση του βιβλίου Το ροκ που παίζουν τα μάτια σου, στο βιβλιοπωλείο ΕΥΡΥΠΙΔΗΣ στο Χαλάνδρι, στις 17.10.2002 )


Αν θα μπορούσα με δυο φράσεις να περιγράψω αυτό το βιβλίο, θα το χαρακτήριζα σαν μια προσπάθεια να φιλμογραφηθεί το πάθος. « Τα πάθη είναι σπάνια » έλεγε ο Μπαλζάκ, είναι όμως στην πλειοψηφία τους και ανιδιοτελή. Είναι ό,τι μπορούμε να βιώσουμε στα άκρα χωρίς λόγους και σκοπιμότητες. Ξοδεύουμε τον εαυτό μας και τον άλλον έτσι απλά, όχι γιατί ίσως αξίζει να υπηρετήσουμε ή να υπηρετηθούμε, αλλά γιατί δεν υπάρχει τρόπος να πράξουμε διαφορετικά.
Λειτουργούμε με το μαντήλι στα μάτια, γινόμαστε σκοινοβάτες που εκτελούν άσκηση ριψοκίνδυνη. Το ρίσκο και ο βαθμός επικινδυνότητας που μας συναρπάζει – όσο μεγαλύτερα, τόσο καλύτερα – είναι το μέτρο που βάζουμε ως προϋπόθεση μοναδική για να συνεχίσουμε.
Οι ισορροπίες είναι οριακές, ο ένας παρατηρεί τον άλλον ενδελεχώς, πότε τον συμπληρώνει, πότε αφαιρεί ιδιότητες και χαρακτηριστικά, αφήνοντας τον γυμνό. Η σχέση γίνεται παιχνίδι κανιβάλων που στο τέλος καταβροχθίζει τους ίδιους τους παίκτες.

Αυτή εδώ η μικρή ιστορία κράτησε επτά χρόνια, και σαν διάρκεια τουλάχιστον απέκτησε μία ταυτότητα συμβολική, μια ιερή διάσταση. Θεώρησα καθήκον μου να την αποτυπώσω στο χαρτί με έναν ιδιαίτερο τρόπο, γιατί ιδιαίτερη υπήρξε, βάζοντας δίπλα της, μέσα της, τη μουσική που αγαπώ, έτσι ώστε η μία να μην ξεχωρίζει απ’ την άλλη, η μια να απαλύνει τον πόνο που προξενεί η άλλη, να ξαλαφρώνει το ειδικό βάρος της, να ακυρώνει τον κυρίαρχο ρόλο της.
Η αναίρεση της γυναικείας παρουσίας μέσα απ’την μουσική και αντίστροφα, αυτή η διαρκής και αέναη εναλλαγή ηδονών και οδών, με έκανε να θέλω να παρουσιάσω ένα εγχείρημα που να κρατά ίσες αποστάσεις ανάμεσα στον έντυπο και τον ηχογραφημένο λόγο, αποδεικνύοντας στην πράξη ότι μπορεί κανείς, μερικές φορές και να διαβάζει και να ακούει και να βλέπει και να αισθάνεται συγχρόνως.

Το ροκ που παίζουν τα μάτια σου είναι ένα βιβλίο-δίσκος, με δομή δίσκου εννοώ, με εξώφυλλο, πλευρές, τραγούδια και οπισθόφυλλο, που ήταν για μένα πάντα μια μεγάλη πρόκληση.
Την ευκαιρία να την υλοποιήσω μου την έδωσε μία κοπέλα που ζήσαμε μαζί στον Παράδεισο και στην Κόλαση, στο καλό και στο κακό, και που σήμερα είναι εδώ μαζί μας, στα μπροστινά καθίσματα, με κοιτάζει με απορία και χαμογελά.

Την ευχαριστώ για όλα.

Σταύρος Σταυρόπουλος