Τετάρτη, 1 Ιουνίου 2016

ΧΩΡΙΣ ΕΜΕΝΑ

Photo: ΜΑΓΔΑΛΕΝΑ ΦΟΥΣΕΚΗ


Εγώ είμαι ποιητής, έφεδρος ποιητής, που αυτομόλησα στην άλλη μεριά της ζωής. Δεν θυμάμαι ακριβώς πως έγινε, ούτε πότε έγινε ξέρω, μιας και ποτέ δεν τα είχα καλά με το χρόνο. Θυμάμαι μόνο πως γεννήθηκα Σάββατο αρχές Δεκέμβρη και πως έβρεχε και είχε κρύο πολύ εκείνο το βράδυ. Η μάνα μου είχε πει πως άκουγε το κλάμα μου να της τρυπάει τα αυτιά πριν γεννηθώ. Τις νύχτες εξαντλημένη από τις δουλειές με φίλαγε στο μέτωπο να κοιμηθώ και μύριζε, θυμάμαι, πατάτες τηγανιτές.

Εκεί στην αλλαγή της χιλιετίας (είχε πολύ θόρυβο τότε, γέμισε ο τόπος βεγγαλικά, και πολλές ευχές για ευτυχία και ειρήνη στον κόσμο) είπα πως δεν θέλω να γεράσω, αυτό με φόβιζε περισσότερο από το θάνατο. Και να ξέρετε πως εκείνο το βράδυ που πέθανα τα είχα όλα. Το αλκοόλ, ο Λαπαθιώτης , ο Ρεμπώ και ο Ηλίας Λάγιος με βοήθησαν να τα ξεφορτωθώ όλα. Τη Θεία Πρόνοια, την αξιοπρέπεια, τις σπουδές μου στα Μαθηματικά, τις μάσκες οξυγόνου ποίησης, το φόβο να γίνω πραγματικότητα, την αυταπάτη να μην είμαι πραγματικότητα, τον ακριβοπληρωμένο μόνιμο εραστή με τα γαλανά μάτια, τους κακοπληρωμένους εραστές των σκοτεινών δρόμων, τα φαντάσματα και τις φωνές της νύχτας, τα κενά αέρος, το φόβο της ανυπαρξίας, τον πόνο για τη βεβαιότητα πως η γη θα γυρίζει και χωρίς εμένα, τον πόνο για τη βεβαιότητα πως οι φίλοι θα με ξεχάσουν και τόσα άλλα που τώρα δε θυμάμαι.

Παραμέρισα την πραγματικότητα που έκρυβε την αλήθεια. Παραμέρισα τις λέξεις και με είδα. Τι είναι αληθινό, σκέφτηκα, και κατέληξα στο συμπέρασμα πως το πιο αληθινό πράγμα στη ζωή μας είναι ο πόνος. Μόνο το νεκρωμένο σώμα δεν αντιδρά στον πόνο.  Αλήθεια; γιατί σας τα λέω αυτά; Ίσως θέλω να πιστεύω με αυτόν τον τρόπο στη μετά θάνατο ζωή. Ξέρετε πως παλιότερα κορόιδευα τέτοιες αντιλήψεις. Αλήθεια σας λέω, όλα ήταν τόσο όμορφα εκείνο το βράδυ. Όλα ήταν τόσο ψεύτικα εκείνο το βράδυ στο δασάκι της μιας νύχτας. Πανσέληνος Αυγούστου. Είμαστε πέντε, είπα. Όχι είμαστε τέσσερις, είπε ο φίλος με το κομμένο χέρι. Τίναξε το άδειο μανίκι του και βγήκε η ανεπάρκεια, το aids, και ο άσσος μπαστούνι ανάποδα. Οι υπόλοιποι έκαναν πίσω. Φοβήθηκαν. «Άσσος μπαστούνι ανάποδα;», ψέλλισαν έντρομοι και με κοίταξαν. Όμως εγώ ήξερα και δε φοβήθηκα. είχα κάνει πολλές πρόβες θανάτου. Είχα περπατήσει στα κύματα και δεν ήξερα κολύμπι. Είχα ήδη πέσει από τον πέμπτο όροφο και δεν είχα φτερά, μόνο είχα βάρος και κάποιες λέξεις ποτισμένες με αψέντι.

Γι’ αυτό σας λέω δεν θυμάμαι πότε έγινε.

Γιατί ο θάνατος είχε έρθει πριν από το θάνατο.


Μαρία Μαραγκουδάκη


Δεν υπάρχουν σχόλια: