Παρασκευή, 12 Φεβρουαρίου 2016

"ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΠΟΛΛΟΙ ΠΟΥ ΠΙΣΤΕΥΟΥΝ ΑΚΟΜΑ ΣΕ ΧΑΡΤΙΝΑ ΚΑΡΑΒΑΚΙΑ, ΕΡΩΤΕΥΜΕΝΑ ΣΚΙΑΧΤΡΑ ΚΑΙ ΤΕΤΟΙΕΣ ΜΑΛΑΚΙΕΣ ΓΙΑ ΝΑ ΠΗΔΗΧΤΟΥΝ"


                                  ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΟ POPAGANDA ΚΑΙ ΣΤΟΝ ΓΙΩΡΓΟ ΒΟΥΔΙΚΛΑΡΗ

Ο Σταύρος Σταυρόπουλος είναι ένας συγγραφέας που δεν χωράει σε στερεότυπα. Κυκλοφόρησε την πρώτη του ποιητική συλλογή νεότατος, και κατόπιν σιώπησε εκδοτικά για σχεδόν μια εικοσαετία. Απομακρύνθηκε ολοταχώς από μια μεγάλη επιτυχία, γιατί δεν τον ενδιαφέρει πια το περιτύλιγμά της. Ξέρει πως έχει προχωρήσει πολύ από τότε, και νιώθει δυσάρεστα όταν του μιλούν γι αυτή. Απεκδύθηκε μετά βδελυγμίας τη μυθολογία των Εξαρχείων, παρόλο που θα μπορούσε να δρέπει διά βίου τις δάφνες της. Και δεν επαναπαύεται σε καμιά κατακτημένη φόρμα, ψάχνοντας κάτι καινούριο με κάθε νέο του βιβλίο. Τίμησε με την εμπιστοσύνη του την Popaganda μιλώντας έξω από τα δόντια για όλα, όπως το συνηθίζει. Δεν δίνει συχνά συνεντεύξεις, και δεν φοβάται να γίνει δυσάρεστος όταν το θεωρεί απαραίτητο.
Καθίσαμε στο Φλοράλ και μιλήσαμε επί ώρες, διακόπτοντας κάθε τόσο για να χαιρετήσουμε κάποιο περαστικό φίλο. Αναπόφευκτα ίσως, η συζήτηση γυρνάει στην περίφημη κρίση και τις συνέπειές της στην καθημερινότητά μας.

Για άλλη μια φορά, ο Σταύρος Σταυρόπουλος δεν μασάει τα λόγια του:

«Το είδαμε στην Πορτογαλία, στην Ισπανία, ακόμα-ακόμα και στην Ιρλανδία, ότι οι άνθρωποι ήρθαν πιο  κοντά. Ήμουνα βέβαιος ότι η κρίση θα βγάλει ένα καλό, δηλαδή θα μας ενώσει, θα μας βάλει κάτω από τη σκέπη του Ανθρώπου. Έγινε ακριβώς το αντίθετο! Βγήκε το τέρας. Γιατί; Το περίφημο ελληνικό κράτος δεν μετράει πάνω από 150 χρόνια ιστορίας, είναι νεοσύστατο – ως θεσμοί δηλαδή. Ουσιαστικά είναι ένα κράτος το οποίο δεν ιδρύθηκε ποτέ. Περιμένει τη σύσταση του. Δεν πρόκειται γιατί δεν υπάρχει το αντικείμενο. Σημειολογικά. Οι άλλοι, οι “ξένοι” μπόρεσαν να έρθουν πιο κοντά επειδή ήταν λαοί. Εμείς δεν είμαστε λαός, είμαστε Λάος. Από τα δέκα εκατομμύρια, τα πέντε εκατομμύρια είναι μετανάστες, και τα άλλα πέντε εκατομμύρια είναι μπάτσοι! Καταπληκτικό, ε; Τέτοια αστυνόμευση, από την εποχή του Γιωργάκη του Παπανδρέου, το ’09 κι εδώ, δεν υπήρχε ούτε στη δικτατορία… Κάθε στενό το φυλάνε δέκα αστυνομικοί! Κι έχουμε και αύξηση της εγκληματικότητας…»

Εγώ έχω μια άλλη απορία: Καλά, οι αστυνομικοί είναι εκεί. Η αντίδραση γιατί δεν είναι πιο έντονη;

Υπάρχουν νόμοι που δεν εφαρμόζονται, επειδή αυτοί που καλούνται να τους εφαρμόσουν είναι Έλληνες, με όλη την σημασία αυτής της καταγωγής. Πρέπει κάποια στιγμή να περάσουμε από το άρρωστο και ιδιοτελές φαίνεσθαι στο ξεκάθαρο και λυτρωτικό είναι. Ο καθένας να πάρει στα σοβαρά το ρόλο του και να μην τον προγράφει με βάση το πόσο μισεί τον εαυτό του. Η ρίζα του κακού βρίσκεται στο ότι μισούμε τον εαυτό μας θανάσιμα και το βγάζουμε στα πρόσωπα των πολιτών, των ερωτικών μας συντρόφων, των φίλων, εκεί από όπου περιμένουμε, εις μάτην, την αναγνώριση, την μαγεία, βγάζουμε όλες μας τις ατέλειες. Έχουμε μόνο κόμπλεξ σαν λαός, τίποτε άλλο. Η σύγχρονη ιστορία μας ποια είναι; Ο Τσαρούχης; O Θεοδωράκης; Ο Ελύτης; Οι σημερινοί Ισπανοί, που απέχουν τρεις γενιές από τον εμφύλιο, έχουν μνήμη. Εμείς δεν έχουμε. Μπορεί, όπως λέει το ΚΚΕ, να μην υπήρχε αστική τάξη εδώ, αλλά υπήρχαν δέκα τζάκια, τα οποία είχαν κόκκινες γραμμές αδιαπέραστες. Ήταν βουτηγμένοι στη διαφθορά, αλλά από τον προπάππου και την προγιαγιά μεταφερόταν μια οσμή αξιών τις οποίες ακολουθούσαν, έστω κι από παράδοση. Η οικογένεια ακόμα κρατούσε. Μετά τη δικτατορία τι έγινε; Ήρθε ο Καραμανλής που μας είπε να προσευχηθούμε γι’ αυτόν και προσευχηθήκαμε, και μετά ήρθε ο Αντρέας το ’81 και είπε «θα δημιουργήσω μια αστική τάξη». Δημιούργησε μία εκ του μηδενός, με βίλες στην Εκάλη και το Ψυχικό, με τέσσερα αυτοκίνητα ο καθένας, αλλά χωρίς μνήμη. Γιατί ο καθένας από αυτούς, πριν να τους κάνει θεσμούς και υπουργούς και θεματοφύλακες του πατριωτισμού μας ο Αντρέας, μπορεί να ήταν και μανάβης ή υπάλληλος ή θυρωρός πολυκατοικίας. Επομένως δεν υπήρχε μνήμη για να ανατρέξεις. Χάθηκαν τα όρια, κι ο καθένας έκανε ό, τι ήθελε για να βγάλει τα κόμπλεξ και τη μανία του για τον πλουτισμό, για το σεξ, για τη φήμη.

Σίγουρα δεν υπήρχε μια αστική τάξη με καλλιέργεια, όπως, ας πούμε, στη Γαλλία.

Η Γαλλία είναι κράτος συγκροτημένο, με μεγάλη και πρόσφατη, ιστορία πολιτισμού. Έζησα εκεί τρία χρόνια και διαπίστωσα έναν τεράστιο σεβασμό προς όλα. Θα σου πω ένα περιστατικό. Το 1979, είμαι σε ένα καλό διαμέρισμα (arrondissement) του Παρισιού, νομίζω στο 4ο, σε ένα μπιστρό. Έχουν έρθει φίλοι από την Ελλάδα. Μέσα οι άνθρωποι μιλούσαν σχεδόν ψιθυριστά, δεν τους άκουγες. Αρχίσαμε εμείς να μιλάμε όπως στην Ελλάδα. Μετά από είκοσι λεπτά ήρθε ένας τύπος του μαγαζιού και, πολύ ευγενικά, μας σήκωσε χωρίς σχεδόν να μας ακουμπήσει ή να μας ψέξει, με ένα μαγικό τρόπο, μας πήγε μέχρι την πόρτα και μας είπε: «οι καφέδες είναι κερασμένοι από το μαγαζί, αλλά σας παρακαλώ να μην ξανάρθετε!» Το έχω νιώσει εδώ αυτό, γιατί όποτε πάω σε ένα καφέ να γράψω κάτι ή να μιλήσω λίγο με τον εαυτό μου, να συγκεντρωθώ, γύρω μου γίνεται της πουτάνας. Είμαστε άνθρωποι των κραυγών. Οι ευγενείς το λένε «μεσογειακοί». Δεν είμαστε καθόλου της ήρεμης ενατένισης, της σκέψης, της απόσυρσης μέσα μας. Δεν έχουμε κανένα πολιτισμό κατά βάθος. Σκεφτόμαστε για να δείξουμε στους άλλους ότι σκεφτόμαστε. Αγαπάμε για να το διαφημίζουμε, γιατί ποτέ δεν μάθαμε να αγαπάμε. Αν με ρωτήσεις για μία από τις πολλές ιδιότητες των Ελλήνων, η πρώτη που θα μου έρθει στο μυαλό είναι η υποκρισία. Αντίθετα αν ρωτήσεις έναν από τους εθνοπατριώτες, τους παλιούς αριστερούς ή τους πρώην πασοκτζήδες, θα σου πούνε το φιλότιμο. Αρχίδια. Έχεις δει εσύ κανένα φιλότιμο στα χρόνια που ζεις;

Στη Γαλλία ήσουν για σπουδές;

Ναι. Ήθελα να σπουδάσω κοινωνιολογία στο Λονδίνο και πήγα εκεί. Είχα δώσει εξετάσεις στο Πανεπιστήμιο, αλλά εκείνο το καλοκαίρι που οι γονείς μου με είχαν κλείσει μέσα για να διαβάσω και να προετοιμαστώ, εγώ διάβασα δέκα φορές το «Μια Εποχή Στην Κόλαση» του Ρεμπώ, τις «Σημειώσεις ενός Πορνόγερου» του Μπουκόφσκι, την «Μαύρη Άνοιξη» του Χένρυ Μίλερ και άκουσα όλους τους δίσκους των Stones. Είχα κι ένα 45άρι, το «Angie», από αυτά με τη γλώσσα και την κίτρινη ετικέτα, και το άκουγα σε ένα παλιό πικάπ περί τις 30 φορές την ημέρα. Μ’ άρεσε αυτό: «We can say were satisfied». Όταν έμπαινε ο πατέρας μου έβαζα από πάνω τα βιβλία για τις εξετάσεις! Αποτέλεσμα: Όταν έγιναν οι εξετάσεις, πρώτο μάθημα ήταν η έκθεση. Είμαι πρώτος με 38 μονάδες! Διπλό 19 κι από τους δύο εξεταστές! Δεν μπήκα φυσικά, γιατί στα άλλα έγραψα χάλια, μονάδα… ούτε την εκφώνηση των θεμάτων δεν καταλάβαινα! Αλλά για δύο μέρες μου έμεινε η μοναξιά της κορυφής. Ήμουν πρώτος και βγήκα τελευταίος. Έφυγα, λοιπόν, για το Λονδίνο, για να πολεμήσω τη Θάτσερ στα γκαράζ. Έκατσα εκεί δύο μήνες, είχα μια γκόμενα που την έλεγαν Σύντια, κλασική νερόβραστη Αγγλίδα. Ομίχλη, δεν είδα τον ήλιο δύο μήνες. Τρελάθηκα!
Δεν ξέρω πώς βρέθηκα στο Παρίσι, κάποια φίλη ήταν εκεί, μιλήσαμε στο τηλέφωνο, πήγα. Δεν ήξερα να πω ούτε bonjour. Γράφομαι στην Alliance Francaise για να κάνω ταχύρρυθμα γαλλικά, και μέσα σε οκτώ μήνες άρχισα να διαβάζω Μπαλζάκ, Καμύ, Προυστ, Μποντλέρ στο πρωτότυπο. Κρατώντας βέβαια παντού σημειώσεις, με τρία λεξικά δίπλα. Ο καθηγητής που μου έκανε γαλλικά ήταν φανατικός με τον Neil Young, ένα κλασικό γαλλάκι με καρέ μαλλί που έπαιζε στην κιθάρα παπάδες. Μια φορά με πήρε στο σπίτι του στη Μονμάρτη, σε ένα πολύ ωραίο στούντιο με χαλιά στους τοίχους, ακούγαμε δίσκους, Leonard Cohen, Van Morrison, Lou Reed, Springsteen, και τέτοια, και μου είχε πει: «θα πας πολύ καλά, αρκεί να προσέξεις λιγάκι τον παρορμητισμό σου». Δεν τον πρόσεξα. Μπήκα στη Σορβόννη κι έκανα δυο χρόνια κοινωνιολογία. Στον τρίτο τα παράτησα στη μέση. Επέστρεψα στην Ελλάδα, έκανα μια σχολή δημοσιογραφίας στην Ακαδημίας, που δίδασκαν όλοι οι αστέρες της εποχής, καθηγητάδες, ο Πεπονής, ο Γερμανός, ο Φίλιας… Τσακώθηκα με το Φίλια και σηκώθηκα κι έφυγα. Για την διαλεκτική του υποκειμένου. Μετά έκανα ένα χρόνο κινηματογράφο. Όμως δεν ήθελα να τελειώσω κάτι. Δεν έχω ούτε Proficiency να φανταστείς, δεν πήγα να δώσω τελευταία στιγμή. Δεν θα είχα και διαζύγια, αν δεν έπρεπε να το κάνω, θα έμεναν έτσι. Εν λευκώ. Δεν με ενδιέφεραν ποτέ τα χαρτιά.


Υπάρχει κάτι άλλο που μου κάνει εντύπωση: αν δεν απατώμαι το ’82 βγαίνει το Διαμελίζομαι. Ακολουθεί μια πολύχρονη σιωπή, σχεδόν είκοσι χρόνια…

Δεν είχα πεθάνει εκείνο το διάστημα. Έγραφα κείμενα σε περιοδικά, κυρίως μουσικά, αλλά και εφημερίδες. Βγάλαμε κι ένα περιοδικό που έγινε θρύλος, το «Αγκάθι», με το Θανάση Μάνθο, που κράτησε τέσσερα χρόνια.  Ο χρηματοδότης ήταν ένας καταπληκτικός τύπος άλλης εποχής, γύρω στα 70, που μας πήγαινε με το Θανάση σε κάτι ταβερνεία χωμένα στην παλιά πόλη της Καλλιθέας και μας μιλούσε. Ήταν πολύ γοητευτικός. Αυτός ήταν και ο πρώτος εκδότης του Ποπ και Ροκ! Είχε ένα χαρακτηριστικό: ήθελε πάντα επιβεβαίωση σε ό, τι έλεγε. Μας έβαλε στα κόλπα, μας έμαθε πως χρειάζεται και διαφήμιση για να επιβιώσει ένα περιοδικό. Γιατί σταμάτησα μετά το Διαμελίζομαι; Γιατί δεν πήγα στην παρουσίαση του βιβλίου μου! Όταν το έγραψα στα 19 μου – είναι ένα βιβλίο που πλέον δεν διαβάζεται, αλλά ήμουν 19 και μπορώ να το συγχωρήσω στον εαυτό μου – πήγε καλά από άποψη ντόρου. Ένα καλό μου έκανε: γνώρισα μια αγαπημένη μου φίλη, την Κατερίνα Γώγου. Ερχόταν σπίτι μου, πηγαίναμε σινεμά, συζητούσαμε… Ταιριάζαμε σε πολλά.

Πώς έγινε;

Όταν βγήκε το «Διαμελίζομαι», εγώ ήμουν αρχισυντάκτης στο Μουσικό Εξπρές. Ήταν σε ένα υπόγειο της Πιπίνου, περνούσε καθημερινά από εκεί ο Παύλος Σιδηρόπουλος, όπως και διάφορες άλλες τρομερές μορφές της εποχής. Τις μακέτες του περιοδικού τις έκανε ο Μανώλης Φλουράκης, ένα πολύ καλό παιδί που ήταν μακετίστας της Ελευθεροτυπίας, και που πέντε χρόνια αργότερα σκοτώθηκε με μοτοσικλέτα. Ήμασταν λοιπόν στην εταζέρα και προσπαθούσαμε να φτιάξουμε το εξώφυλλο του Διαμελίζομαι με ένα πίνακα του Νταλί. Ο Βασδέκης, ο εκδότης, πολύ καλός άνθρωπος, ήθελε να το κάνουμε έγχρωμο, αλλά εγώ το ήθελα ασπρόμαυρο. Έτσι όπως ήταν τα γράμματα της φωτοσύνθεσης του τίτλου, παίρνω ένα ψαλίδι και κόβω το Διαμελίζομαι στη μέση. Έτσι έγινε το εξώφυλλο: βλέπεις στα γράμματα αυτή την ψαλιδιά. Αφού βγήκε, μετά από 3-4 μήνες , ο Θωμάς Γκόρπας, τον οποίον θαύμαζα πολύ, όλη αυτή η αντισυμβατική ρητορεία του με γοήτευε, έγραψε σε ένα περιοδικό ένα κείμενο στην κυριολεξία αποθεωτικό για το Διαμελίζομαι. Στην άλλη μισή σελίδα του περιοδικού έθαβε Το Ξύλινο Παλτό της Κατερίνας. Εγώ νομίζω πως έκανε λάθος φυσικά ο Γκόρπας, γιατί ήταν πολύ ωραία συλλογή, πολύ καλύτερη από το Διαμελίζομαι. Είχα εκστασιαστεί όμως κι είχα ντραπεί. Τελικώς αποφάσισα να ευχαριστήσω το Θωμά Γκόρπα. Πήγα λοιπόν στα γραφεία του περιοδικού, κι όταν έφτασα στην πόρτα, ήταν δίπλα μου η Κατερίνα, η οποία  – ήταν η εποχή της ταινίας του Θωμόπουλου, Όστρια, το τέλος του παιχνιδιού – είχε κοντό μαλλί πανκ, ένα μακρύ σκουλαρίκι, και ήταν πολύ εκνευρισμένη! Αφού πέσαμε μούρη με μούρη στην πόρτα, μου λέει: – Μήπως ξέρεις πού είναι ο Γκόρπας; – Σ’ αυτόν πάω!  – Πώς σε λένε; -Σταυρόπουλος! – ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ;;; (Γέλια). Εκείνη τη στιγμή ευτυχώς άνοιξε η πόρτα! Ήταν μια γραμματέας μέσα, και η Κατερίνα χίμηξε καταπάνω της και της λέει: – Πού είναι αυτός ο πουστόγερος; Ευτυχώς δεν ήταν εκεί… Της είπα: κυρία Γώγου, σας θαυμάζω, κι εγώ γενικώς δεν θαυμάζω ανθρώπους στη ζωή μου. Σας παρακαλώ, πάμε να πιούμε έναν καφέ. Ας αφήσουμε το Γκόρπα, έκανε λάθος, είναι φανερό. Εμένα είναι το πρώτο μου βιβλίο! Κάτσαμε στο παλιό Φλοράλ, με τα μπιλιάρδα. Από τότε γίναμε οι καλύτεροι φίλοι.
Και για να απαντήσω στην ερώτησή σου για τη σιωπή που ακολούθησε, που ήταν προϊόν συνειδητής απόφασης για αποχή από το βιβλίο: με πλησίαζαν από τότε διάφοροι, και παρόλο το νεαρό της ηλικίας μου, έβλεπα στο χώρο του βιβλίου ένα πράγμα πολύ ψεύτικο και δήθεν. Ο Γιάννης Βασδέκης βέβαια είναι ένας καλοκάγαθος άνθρωπος, που είχε κάνει τότε ένα άνοιγμα προς αυτό το είδος, είχε βγάλει ένα βιβλίο για τον Morrison θυμάμαι, ένα άλλο για τον Dylan, αλλά ετοίμασε και μια παρουσίαση για το βιβλίο μου που ένιωθα πως δεν μου ταίριαζε, και απλώς δεν πήγα. Έγινε έξαλλος. Μετά όμως τα ξαναβρήκαμε. Έτσι προέκυψε η συνειδητή μου αποχή από το χώρο του βιβλίου. Κάναμε την πλάκα μας με το Αγκάθι και τα άλλα περιοδικά. Όμως η πουτάνα η τύχη με ώθησε το 2002 να βγάλω Το Ροκ Που Παίζουν Τα Μάτια Σου. Και μαζί τα μάτια μου.

Μα, γιατί το λες έτσι; Είναι ένα βιβλίο που αγαπήθηκε τόσο πολύ!

Γιατί έχουμε 2016, έχω κάνει 18 βιβλία, κι όπου κι αν βρεθώ μού λένε γι’ αυτό. Για ρώτα τον Τζάγκερ, του αρέσει το «Satisfaction»; Οk, καλή λογοτεχνία, αλλά είχε ένα τρικ που εγώ δεν δέχομαι πια. Ήταν ένα βιβλίο σαν δίσκος βινυλίου. Χωριζόταν σε δύο πλευρές με πέντε κομμάτια η κάθε μια, με περιεχόμενα αναλυτικά κλπ. Ωραίο μεν, αλλά τρικ! Εδώ και χρόνια θέλω ο κόσμος να μένει στο νόημα. Στο κουκούτσι της ουσίας. Δεν γράφω ούτε για να μην τρελαθώ, ούτε για να γίνω γνωστός, ούτε γιατί δεν μπορώ να κάνω διαφορετικά – τίποτε από όλα αυτά που ακούς από πολλούς δεν ισχύει. Είναι όλα ψέματα. Γράφω για να διασωθεί μια μνήμη. Η γραφή είναι η διάσωση μιας πληροφορίας που μεταδίδεται στις επόμενες γενιές ώστε να μπορέσουν να την αξιοποιήσουν. Οι λέξεις είναι ασκήσεις μετάνοιας γι’ αυτό που δεν ήρθε, και όλο προσπαθείς να το κάνεις να έρθει και όλο δεν έρχεται. Έτσι πάει. Αυτό κάνω στα βιβλία μου: Διασώζω ένα αρχείο εμπειριών, πληροφοριών, μνήμης. Κάθε τι που κάνω είναι διαφορετικό, γιατί αλλιώς βαριέμαι. Τα μάτια μου είναι συνεχώς στραμμένα στο αύριο.
Το μόνο πράγμα στο οποίο έμεινα προσηλωμένος, και νομίζω πως είναι ό, τι πληρέστερο έχω κάνει μέχρι σήμερα, είναι το έργο της  τετραλογίας: Πιο Νύχτα δεν Γίνεται – Μετά – Καπνισμένο Κόκκινο – Ολομόναχοι Μαζί. Αυτό είναι ένα ολοκληρωμένο έργο που  λέει την άποψή μου για τον κόσμο. Για το τέλος του ανθρώπινου μύθου. Ειδικά το «Μετά» είναι ένα βιβλίο που σχεδόν μου υπαγορεύτηκε από κάπου ψηλότερα… Το βιβλίο «Ο Άνθρωπος Έσπασε», που ακολούθησε, ήταν η παραδοχή της ήττας μου. Μέσα από αυτά τα ποιήματα αποδέχτηκα τη δική μου ουτοπία, η οποία εξερράγη σε τέσσερα βιβλία. Και κατόπιν, το «Κατά Τον Δαίμονα Εαυτού», ήταν κάτι που νόμιζα – και καλώς νόμιζα, κρίνοντας από την υποδοχή του – ότι το χρωστούσα στους αναγνώστες μου: ένα τυχαίο σημειωματάριο ιδεών μετά την τετραλογία. Θέλησα να αποθησαυρίσω κάποιες χαμένες φράσεις που γράφτηκαν σε πακέτα από τσιγάρα, χαρτάκια από μπουκάλια μπύρας, μικρές σημειώσεις… Δεν θα τα έλεγα αφορισμούς, αν και μοιάζουν. Είναι σημειώσεις στα περιθώρια μιας ηλικίας, ενός χρόνου που τελείωσε. Τώρα, μόλις βγήκαν οι «Ασκήσεις ύφους»: Επτά συνθετικά ποιήματα, στίχο στίχο, μαζί με την Μαρία Χρονιάρη. Μ’ αρέσει να παίζω με την λογοτεχνία. Αλλά και με τον εαυτό μου. Να τον φτάνω στα άκρα.

 «Δεν είμαι παιδί του φεγγαριού, ποτέ δεν ήμουν. Είμαι παιδί του εαυτού μου, μεγάλωσα εκ μέρους μου, κατά τον δαίμονα εαυτού»

Τα τελευταία χρόνια, όσο πιο δύσκολα γίνονται τα πράγματα, τόσο πιο παραγωγικός είσαι. Δεν ξέρω αν είναι συμπτωματικό αυτό...

Πάντοτε ήμουν παραγωγικός. Δες από το ’02 και μετά, κάθε χρόνο έχω κι ένα βιβλίο. Ποιητικές συλλογές, αφηγήματα, «μυθιστορήματα», μικρά πεζά. Πράγματι τα τελευταία δύο χρόνια το πράγμα ξέφυγε λίγο. Εκδίδω δύο-τρία βιβλία το χρόνο. Αυτό δεν οφείλεται στην ευαισθητοποίησή μου απέναντι στην εποχή, αλλά σε μια προσωπική μου συνθήκη που με έχει αναγκάσει να εκφράζομαι πιο συχνά, γιατί οι προσλήψεις των εικόνων και των γεγονότων είναι πολύ πιο συχνές και βάναυσες. Δεν έχει να κάνει με την οικονομική κρίση ή την παρακμή, ας πούμε, της αριστεράς. Ήμουν στην ομάδα Ρήξη του Καραμπελιά στα δεκαεξήμιση. Είναι μνήμες που αν είχα κάτι να τις σβήσω θα το έκανα. Δεν το λέω για τον Καραμπελιά προσωπικά, προς Θεού. Τον εκτιμώ πολύ. Θυμάμαι ότι έπαιρνα την Προλεταριακή Σημαία (ΚΚΕ μ-λ), έχω φωτογραφία σε μια διαδήλωση για την Εργατική Πρωτομαγιά όπου κρατάω την εφημερίδα, και μέσα της διπλωμένο ήταν το Λούκι Λουκ! Καθόλου τυχαίο – τότε δεν μπορούσα να τα διαχωρίσω, μου άρεσε το Λούκι Λουκ, αλλά και να είμαι μαοϊκός. Εκ των υστέρων κατάλαβα πως το σωστότερο ανάμεσα στα δύο ήταν το Λούκι Λουκ, γιατί είναι διαχρονικό, ενώ το άλλο δεν άντεξε. Τα πολλά βιβλία δεν οφείλονται, λοιπόν, στην εποχή. Βέβαια, όσο η εποχή σκληραίνει, αφοπλίζει τα προσωπεία των ανθρώπων, βγάζει στη φόρα τις κρυμμένες τους λεπτομέρειες. Υπό αυτή την έννοια, η εποχή έχει βοηθήσει. Σήμερα ζούμε την εποχή της πέτρας. Υπάρχουν όμως οι λέξεις. Είναι μεγάλο όπλο. Η λογοτεχνία δεν είναι αυτό που πιστεύουν οι περισσότεροι, να βγάλουμε κανα βιβλίο, να πάρουμε κανα βραβειάκι και να πηδήξουμε καμιά γκόμενα. Είναι παρέμβαση στα πράγματα. Είναι ωρολογιακή βόμβα.

Επειδή πολλοί νιώθουν καλύτερα όταν βάζουν καταστάσεις και ανθρώπους σε κουτάκια με ετικέτες, εσένα αρέσκονται να σε τοποθετούν στο κουτάκι της «ροκ μυθολογίας των Εξαρχείων», που περιλαμβάνει και ανθρώπους που έζησες όπως η Γώγου και ο Σιδηρόπουλος. Όμως νομίζω πως αυτό το κοστούμι που σου φοράνε πρέπει να σου είναι στενό.

Αυτός είναι ο τρόπος τους να εκφράζουν την μικρότητά τους απέναντί μου. Νομίζουν ότι έτσι με αφοπλίζουν, ότι με κρατούν στην γωνία. Το είπε ο Αναγνωστάκης: «Δεν πειράζει. Τόσοι ήταν». Είναι γελοίο. Όλες αυτές οι ετικέτες είναι γελοίες: Ο «συγγραφέας των Εξαρχείων», ο «ροκ τύπος» κλπ. Εκείνη τη στιγμή βλέπουν τον εαυτό τους στον καθρέφτη στις πραγματικές του διαστάσεις και δεν μπορούν να ανεχτούν το ότι όλα τα γουρούνια ΔΕΝ έχουνε την ίδια μούρη. Είχα σχέση με τα Εξάρχεια και με αυτούς τους ανθρώπους, μη φανταστείς κάτι τρομερό, ποτέ δεν ήμουν αυτό που λένε «ακτιβιστής». Δεν έχω πια, εδώ και πολλά χρόνια. Ξεχωρίζω μερικούς με τους οποίους μιλάω ακόμη, οι περισσότεροι όμως ανήκουν στην ακαδημαϊκή κοινότητα, δεν είναι ορκισμένοι «επαναστάτες» αλλά καθηγητές πανεπιστημίου, άνθρωποι που έχουν κάνει μια σοβαρή διαδρομή – να μη λέμε ονόματα, δεν χρειάζεται. Το κουτάκι όχι απλώς μου είναι στενό, αλλά δεν είναι δικό μου, είναι ξένο. Είναι το κοστούμι που είχα 19 χρονών, όμως τότε δεν φορούσα κοστούμι, αλλά καμπάνες, κι είχα μαλλιά. Τώρα είμαι άλλος. Αφοσιωμένος στα βιβλία μου, σε αυτό που πρέπει να κάνω. Συνεχίζω να διαβάζω μανιωδώς και να ακούω Rory Gallagher, όμως απεχθάνομαι όσους ακούνε το «Moonchild» σήμερα. Γιατί εγώ δεν είμαι παιδί του φεγγαριού, ποτέ δεν ήμουν. Είμαι παιδί του εαυτού μου, μεγάλωσα εκ μέρους μου, κατά τον δαίμονα εαυτού. Αν θέλεις να είσαι συνεπής με τον εαυτό σου, αν θες να μιλάς ειλικρινά μαζί του κι αυτό να μην εκφράζεται μόνο μέσα από το συνολική σου κατάθεση, αλλά και από την στάση σου απέναντι στα πρόσωπα και τα πράγματα, και από τον τρόπο που ζεις, που αντιδράς, που υπάρχεις, ε, αυτό είναι κομματάκι δύσκολο. Έχω την αναγκαία έπαρση να ισχυρίζομαι ότι το έχω καταφέρει. Μου φτάνει αυτό.

Τι γράφεις τώρα;

Ειλικρινά δεν έχω την πρόθεση να προκαλέσω, ποτέ δεν ήταν στόχος μου αυτός, αλλά γράφω ένα βιβλίο το οποίο έχει πολύ σεξ, αρνητικό σεξ, ταπεινωτικό, χυδαίο, προδομένο, πρόστυχο. Υπολογίζω να κυκλοφορήσει τον Ιούνιο. Στην ουσία περιγράφονται δύο μόνο ερωτικά βράδια στο κέντρο μιας πόλης πεθαμένης στις καληνύχτες. Θα είναι κοντά 300 σελίδες, το μεγαλύτερο σε έκταση βιβλίο μου! Νομίζω πως το «Σέξους – Νέξους – Πλέξους» του Μίλλερ, «Η ιστορία του ματιού» του Μπατάιγ, «Οι 120 μέρες στα Σόδομα» του Ντε Σάντ, ή το «11.000 βέργες» του Απολινέρ θα μοιάζουν σαν απλά ερωτικά κόμικ μπροστά του! Δεν είναι όμως μόνο αυτό. Η κάθε ακραία ερωτική σελίδα έχει απέναντί της, την ακριβώς διπλανή της όπου συμβαίνει κάτι εντελώς διαφορετικό. Εκεί υπάρχει φιλοσοφία, υπάρχει Φρόιντ, Λακάν, Μπέκετ, υπάρχει ο λογοτεχνικός τρόπος αποτίμησης. Είναι ένα συνεχές upside down, νιώθεις κενά αέρος μέσα στο βιβλίο, σαν να βρίσκεσαι σε αεροπλάνο, σφίγγεται το στομάχι σου. Ή σε καράβι, πραγματικό καράβι, γιατί υπάρχουν και πολλοί/ες που πιστεύουν ακόμα σε χάρτινα καραβάκια και ερωτευμένα σκιάχτρα και τέτοιες μαλακίες για να πηδηχτούν… Φαντάσου ένα μεγάλο καράβι, να υπάρχει  θαλασσοταραχή, να το σηκώνει το κύμα στον αέρα και να γέρνει. Φαντάσου τώρα ότι αυτό το καράβι είναι το βιβλίο. Σε κάθε δισέλιδο ανοιχτό συμβαίνει αυτό. Το κύμα παρασέρνει τις λέξεις της σελίδας πότε απ’ τη μία μεριά και πότε απ’ την άλλη. Έτσι το άγριο σεξ ενώνεται με την φιλοσοφία και τανάπαλιν, η φιλοσοφία το ενοχοποιεί ή το οικτίρει στον βαθμό που οφείλει να το κάνει, πέφτοντας στην πλευρά του. Υπάρχει μια ακατέργαστη, μια μεγάλη λύπη στο βιβλίο. Από δω κι από κει. Οι πουτάνες, ξέρεις,  ζουν ανάμεσά μας. Καμιά φορά και μαζί μας.

Μπορεί να είναι κάτι τόσο βιωματικό;

Τι βιωματικό, δεν καταλαβαίνω. Ποιος μίλησε για βιωματικό; Ένα μυθιστόρημα είναι. Απλώς. Μπορεί και να μην συνέβη ποτέ. Ή να συνέβη κάπου. Με κάποιους. Ποιος ξέρει;

Εσύ;

Ό, τι γράφω είναι συγχρόνως και πραγματικό και επινοημένο. Δεν λένε ότι η αλήθεια βρίσκεται πάντα στη μέση; Όλη την αλήθεια την γνωρίζουν μόνο οι λέξεις. Σημασία έχει ότι πήρα μια απόφαση. Να χρησιμοποιήσω τις κανονικές λέξεις, αυτές που λένε προφορικά οι άνθρωποι μεταξύ τους εκείνη την ώρα, την πραγματική περιγραφή της πράξης. Προσοχή, δεν λέω την πράξη του έρωτα πρόστυχη. Ό, τι κι αν διαμείβεται μεταξύ των δύο, είναι ο δυνατότερος δεσμός ζωής. Με μια προϋπόθεση, το ΜΑΖΙ. Δηλαδή, αγάπη. Δηλαδή, τρέχα γύρευε… Ξαναλέω ότι πρόκειται για ένα αρνητικό, σε όλες του τις εκδοχές, βρώμικο πήδημα που έχει να κάνει με την «γυναίκα που ήταν ο κόσμος», αυτή που απασχόλησε τα τελευταία έξι βιβλία μου – τα τέσσερα σχεδόν εμμονικά. Έχει να κάνει με την γενικότερη ουσία του κόσμου, το ψυχικό τραύμα, την παγκόσμια πληγή. Ένα «κρυφό γαμήσι» από παντού. Σαρωτικό. Ε, λοιπόν ο κόσμος πηδήχτηκε μέχρι θανάτου και πέθανε. Τελείωσε. Αυτό ήταν. Υπάρχει μια χαρακτηριστική φράση μέσα στο βιβλίο που λέει: «Δεν γαμιέται πια. Είναι πεθαμένη». Όμως τα πράγματα εξελίσσονται αναπάντεχα. Η ιστορία της λογοτεχνίας ήταν πάντα πολύ καθησυχαστική σε ό, τι αφορούσε τον βαθύ εαυτό της. Η ουσία μιας αφήγησης δεν έχει να κάνει με την ακρίβεια των γεγονότων που διαδραματίζονται. Αλλά με μια μεταφορά, ένα υπερσχόλιο πάνω σε αυτά, που να μοιάζει σχεδόν με παραβολή. Έχει να κάνει με το συναίσθημα που απελευθερώνει, με το σχήμα που προσπαθεί να εντάξει μέσα στο βιβλίο. Το βιβλίο ασχολείται πολύ με την «τραυματική οικογένεια», την «Αγία οικογένεια», τους δήθεν «αγγέλους» που γίνονται «διάβολοι», τις «αγνές ψυχές», τις «αιώνιες αγάπες», την «ατιμωτική χρήση των ανθρώπων». Αδιάφορο πάντως, μπροστά στην συγκλονιστική  τραγωδία της γραμματικής…
Όπως καταλαβαίνεις, μετά από 18 βιβλία, αν εγώ ξαφνικά εκδίδω αυτό, θα φανεί εντελώς αταίριαστο. Θα γίνει της πουτάνας. Δεν με ενδιαφέρει. Έχω μικρό παιδί, που όταν μεγαλώσει, θα προσπαθήσω να του εξηγήσω γιατί έπρεπε να συμβεί αυτό το βιβλίο. Και θα το καταλάβει. Προσποίηση υπάρχει παντού, και είναι εις βάρος της ποίησης. Ο Σεφέρης «έκρυβε» τα ερωτικά του ποιήματα με τα γαμήσια του και μάλιστα είχε δώσει εντολή να εκδοθούν μετά θάνατον, όμως τα έγραφε… Όταν ο Καββαδίας τον πέρασε από ένα δρόμο με μπουρδέλα σε μια ευρωπαϊκή πόλη όπου είχε διοριστεί πρόξενος, τότε ο Σεφέρης δήθεν προσβλήθηκε, κοκκίνισε. Αυτά είναι μαλακίες. Δεν έχω τέτοια υποκρισία προθέσεων. Ο Εμπειρίκος καθυστερούσε επίτηδες τον Μεγάλο Ανατολικό, τόσα χρόνια. Αλλά δεν είναι έτσι. Ο καθένας λέει ό,τι τολμάει να πει. Αυτό το βιβλίο είναι το ίδιο με τα άλλα βιβλία μου. Με όλα τα άλλα. Ίδιος τρόπος, ίδια θέαση, ίδια δομή, ίδια γλώσσα. Μόνο το σεξ αλλάζει. Όποιος αντέξει.
Από το καλοκαίρι έχει προκύψει μια επαφή με την Αμερική, όπου δεν ζητούν βέβαια τα ποιήματα μου, ζητάνε τα δύο ροκ βιβλία – τι θα ζητούσαν; Αν λοιπόν μεταφραστούν στα αγγλικά, όπως είναι πολύ πιθανό, στην Αμερική όπου το κοινό είναι άλλου μεγέθους και άλλου βεληνεκούς, έχω σκεφτεί σοβαρά αυτό το βιβλίο να μεταφραστεί από μένα στα αγγλικά, να κυκλοφορήσει πρώτα εκεί, και μετά να κυκλοφορήσει εδώ το ελληνικό κείμενο ως μετάφραση, μήπως έτσι κλείσουν κάποια στόματα που θα αρχίσουν να ουρλιάζουν και να χωλαίνονται.  Τι να σου πω, δεν ξέρω. Το πιο πιθανό είναι να κυκλοφορήσει κατευθείαν στα ελληνικά. Θα λέγεται «ΤαΠΕΙνΩΣΗ». Νομίζω πως θα είναι ένα πολύ σημαντικό βιβλίο. Τον Μάρτιο θα βγει και μια ποιητική συλλογή, απ’ τον Γαβριηλίδη: «Πράξη εξαφάνισης». Για την γυναίκα που ήταν ο κόσμος. Ο κόσμος με ρωτάει ποια είναι αυτή η γυναίκα. Όλοι. Μέχρι και στην Κύπρο με ρωτούσαν ποια είναι. Δεν ξέρω. Αν ήξερα θα τους έλεγα. Πιθανότατα, είναι ο κόσμος του καθενός. Το πολύτιμο.

 «Κάθε τι που κάνω είναι διαφορετικό, γιατί αλλιώς βαριέμαι. Τα μάτια μου είναι συνεχώς στραμμένα στο αύριο»

Υπάρχει κι ένα κεφάλαιο που αν δεν το θίξουμε, αυτή η κουβέντα δεν κλείνει: η τεράστια κοινή μας αγάπη που ονομάζεται Peter Hammill.

Μα, αυτός είναι ένας πολύ σημαντικός λόγος για αυτή την συνέντευξη!  Εγώ δεν δίνω πολλές, βαριέμαι να μιλάω. Έχω συνηθίσει να γράφω. Όταν όμως ένας άνθρωπος αγαπάει τον Peter Hammill, ε, τότε δεν χρειάζονται άλλες συστάσεις. Τον γνώρισα για πρώτη φορά γύρω στα 16-17. Ο πρώτος μου δίσκος ήταν το Machine Head των Deep Purple, ο δεύτερος το Phoenix των Grand Funk, ο τρίτος το Sticky Fingers των Stones ή το Birds of Fire των Mahavishnu Orchestra του McLaughlin. Ε, ο 5ος ή 6ος ήταν το «H to He Who Am The Only One» των Van Der Graaf Generator! Όταν το άκουσα τρελάθηκα, άλλαξε η ζωή μου. Τι λέει ο τύπος σκέφτηκα, και πώς αλλάζει 15.000 κραυγές, ενώ παραμένει πάντα ο ίδιος; Έμενα τότε στο εφηβικό μου δωμάτιο, ένα δωματιάκι σαν σοφίτα στο πατρικό μου, με τις αφίσες μου, τα βιβλία μου, το μικρό στερεοφωνικό… Είχα πάρει τον δίσκο στο Μοναστηράκι, στο Jazz Rock. Το πρώτο κομμάτι της 2ης πλευράς λέγεται «Lost». Δέκα λεπτά σουίτα, χωρισμένη σε τρία μέρη. Βαστούσα το σκουπόξυλο της μάνας μου, κι είτε έπαιζα με αυτό κιθάρα ανεβασμένος στο τραπέζι, είτε σαξόφωνο όπως ο David Jackson! Αυτό το κομμάτι σημάδεψε τη ζωή μου με εκπληκτικό τρόπο. Οι τελευταίοι στίχοι είναι: «Δεν μπορώ να σταματήσω τις λέξεις που έρχονται… I love you…»  Έτσι ξεκίνησε, λέγοντας πως αυτός ο τύπος είναι ο δίδυμος αδελφός μου πάνω στη γη. Έκλεισα δύο μουσικά περιοδικά για τους Van Der Graaf και τον Hammill! Με αφορμή το άλμπουμ του Sitting Targets – που δεν είναι και τόσο σημαντικό για  Hammill – αφιέρωσα στο Μουσικό Εξπρές, που τότε πούλαγε 8.000 αντίτυπα, δέκα σελίδες περιοδικού για ένα δίσκο – κι εξώφυλλο ο Hammill με την κιθάρα του από το Over! Και το περιοδικό έπεσε στα 1.100 και δεν ξαναβγήκε. Ο συγχωρεμένος ο Τάσος ο Ψαλτάκης μού είπε ένα μήνα αργότερα: «Παιδί μου Σταυρόπουλε, τώρα που το κλείσαμε το περιοδικό, πες μου, ποιος είναι αυτός ο πούστης ο Hammill;» (Γέλια). Έτυχε πολλές φορές, και σε συνεντεύξεις με τον Πετρίδη την εποχή του ΠΟΠ ΚΑΙ ΡΟΚ όπου δεν πήγα, αλλά και με τον Θανάση Μάνθο που με παρακάλαγε, κι ήταν κι αυτός φανατικός του Hammill, να αποφύγω την τελευταία στιγμή να τον συναντήσω. Την τελευταία φορά που είχε έρθει στο Κύτταρο, είχα πει ότι θα πήγαινα να τον βρω, αλλά δεν πήγα. Όχι ότι έχω να φοβηθώ κάτι – ο άνθρωπος είναι πολύ γνήσιος και αληθινός και αποκλείεται να αλλάξει η εικόνα που έχω γι’ αυτόν.
Γιατί γνωρίζεις κάποιον άνθρωπο μέσα από το έργο του, σε τροφοδοτεί και σε φωτίζει, κι αν κάτσουν δυο στραβές αυτό το φως θα τελειώσει οριστικά. Δεν το φοβάμαι πια αυτό. Δεν είναι μόνο ο Hammill, όμως. Είναι και ο Ρεμπώ, και o Wallace Stevens, και o Προυστ, και ο Τσόκλης, και  ο Σαγκάλ, και ο Μπουκόφσκι, και ο Ρολάν Μπαρτ και ο Κάφκα, και ο Νίτσε, και ο Μπέκετ, και ο Χειμωνάς, και ο Μικ Τζάγκερ, και η Πάτι Σμιθ, και ο Μπόουι και ο Ντεριντά, και τόσοι άλλοι, οι οποίοι είναι μια ομάδα, χωρίς να γνωρίζονται μεταξύ τους. Είναι ένα είδος σε έλλειψη που οδεύει προς εξαφάνιση:  Άνθρωποι που λένε την άποψή τους. Είναι δημιουργοί. Λέγεται ότι δεν έχουμε καλούς κριτικούς. Ξέρεις γιατί; Γιατί δεν γράφονται καλά ποιήματα! Αυτή είναι η αλήθεια. Τα ποιήματα είναι υπερεκτιμημένα. Ο Ελύτης ήταν υπερεκτιμημένος. Και ο Σεφέρης. Αυτός ήταν περισσότερο διπλωμάτης, παρά ποιητής. Μιλάει κανείς για τον Σαχτούρη σήμερα; Ή στην πολιτική. Ξέρεις γιατί δεν έχουμε καλούς πολιτικούς; Επειδή δεν υπάρχουν πολίτες να υποστηρίξουν την άποψή τους ενάντια σε αυτούς. Επειδή οι πολίτες αυτής της χώρας είναι θλιβεροί, είναι κλόουν του εαυτού τους, οικογενειακά κακέκτυπα, περιπλανώμενες μάσκες. Επειδή ούτε την ώρα που καταλαγιάζει η μέρα επιτέλους και πάνε στο κρεβάτι τους δεν θα θέσουν κρίσιμα ερωτήματα στον εαυτό τους. Λένε ψέματα συνέχεια γιατί μισούν τον εαυτό τους γιατί δεν έγιναν ποτέ αυτό που ονειρεύτηκαν ή θα ήθελαν να είναι. Αλλά για να ονειρεύεσαι κάτι, πρέπει να έχεις και εφόδια, ψυχικά αποθέματα να δαπανήσεις. Να εκτεθείς, να ρισκάρεις, να χύσεις αίμα. Τα θέλουν όλα έτοιμα, βραβεία, οικογένεια, γκόμενα, εξοχικό, καλό όνομα, και γι αυτό μισούν τον εαυτό τους, κι επειδή δεν θέλουν να το παραδεχτούν, μισούν πάντα κάποιον άλλο. Εγώ προσωπικά έχω συγκεντρώσει, νομίζω,  πολλά μίση… Δεν πειράζει. Καλά είναι κι έτσι. Νιώθω καλά. Ευτυχώς δεν μιλήσαμε καθόλου για λογοτεχνία.

Και οι γυναίκες; Σε γοητεύουν;

Δεν έχει τίποτα γοητευτικό ο θάνατος. Υπάρχει μια προσωρινότητα, που νομίζεις ότι διαρκεί μια ζωή. Αυταπατάσαι. Οι γυναίκες προσεύχονται σε άλλο Θεό – που συχνά αποκαλείται διάολος. Ανήκουν αλλού. Τις περισσότερες φορές είμαστε υποχρεωμένοι να τις αγαπάμε. Όμως, θέλω να κλείσουμε με Μπουκόφσκι.  Γίνεται; Με την «Ιδιοφυία του πλήθους». Να μείνει αυτό. Κουράστηκα. Είπαμε πολλά. Ποτέ μου δεν έχω μιλήσει τόσο πολύ. Μετά τις 4.48 δεν θα ξαναμιλήσω ποτέ. Είχε δίκιο η Κέην. Τι ώρα είναι τώρα; (γέλια)

Μα φυσικά.

Στο διαβάζω:

Εκείνοι που κηρύττουν Θεό, χρειάζονται Θεό.
Εκείνοι που κηρύττουν ειρήνη, δεν έχουν ειρήνη.
Εκείνοι που κηρύττουν αγάπη, δεν έχουν αγάπη.
Προσοχή στους κήρυκες.
Προσοχή στους γνώστες.
Προσοχή σ’ εκείνους που όλο διαβάζουν βιβλία.
Προσοχή σ’ εκείνους που είτε απεχθάνονται τη φτώχεια,
είτε είναι περήφανοι γι’ αυτήν.

Προσοχή σ’ εκείνους που βιάζονται να επαινέσουν
γιατί θα θέλουν επαίνους για αντάλλαγμα.
Προσοχή σ’ εκείνους που βιάζονται να κρίνουν,
φοβούνται αυτά που δεν ξέρουν.

Προσοχή σ’ εκείνους που αναζητούν τα πλήθη,
γιατί είναι ένα τίποτα μόνοι τους.
Προσοχή στο μέσο άντρα. Τη μέση γυναίκα.
Προσοχή στην αγάπη τους, η αγάπη τους είναι μέτρια
αναζητά το μέτριο.

Υπάρχει ιδιοφυΐα στο μίσος τους,
υπάρχει αρκετή ιδιοφυΐα στο μίσος τους για να σας σκοτώσει,
να σκοτώσει τον καθένα.

Δεν αντέχουν τη μοναξιά,
δεν καταλαβαίνουν τη μοναξιά.
Θα προσπαθήσουν να καταστρέψουν οτιδήποτε
Oτιδήποτε διαφοροποιείται απ’ τα δικά τους μέτρα.

Ανίκανοι όπως είναι να δημιουργήσουν Τέχνη
ανίκανοι είναι και να την καταλάβουν
θα εκλάβουν την αποτυχία τους ως δημιουργών μόνο ως αποτυχία του
κόσμου συνολικά.

Ανίκανοι όπως είναι να αγαπήσουν πλήρως
θα θεωρήσουν και τη δική σας αγάπη ελλιπή
και θα σας μισήσουν γι’ αυτό
και το μίσος τους θα είναι τέλειο
Όπως ένα αστραφτερό διαμάντι
όπως ένα μαχαίρι,
όπως ένα βουνό,
όπως μια τίγρη,
όπως το δηλητήριο…

Η πιο τελειοποιημένη Τέχνη τους.


Popaganda, 24.01.2016

ΔΕΙΤΕ ΕΔΩ ΟΛΗ ΤΗΝ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ






Δεν υπάρχουν σχόλια: