Παρασκευή, 23 Ιανουαρίου 2015

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΙΟ








Η καλύτερη του κόσμου

Η μαμά μου δουλεύει πολύ για να με ζήσει.
Θέλει να σπουδάσω να μην κρέμομαι
απ' τα αρχίδια κανενός πούστη, λέει.
Δεν καταλαβαίνω, αλλά την πιστεύω
και θα σπουδάσω πολύ
για να μην κρέμομαι από πουθενά.
Ούτε από τη μαμά μου.

Η μαμά μου με μαθαίνει να φτιάχνω μπιζού
για να βγάλουμε λεφτά.
Λέει ότι είμαι πολύ όμορφη και δεν πρέπει να πουληθώ
αλλά να γεράσω μόνη μου
γιατί μόνοι μας γεννιόμαστε
και μόνοι μας πεθαίνουμε
κι εγώ την πιστεύω
αλλά ξέρω ότι θα γεράσουμε
και θα πεθάνουμε μαζί.
Μου το έχει ορκιστεί αυτό.
Κι εγώ.
Μαζί.

Η μαμά μου με πάει στις εκκλησίες, με κρατάει απ' το χέρι
και με σπρώχνει στα εικονίσματα να τα φιλήσω
να φύγουν οι αμαρτίες μου.
Μου κουτουλάει το κεφάλι πάνω τους με φόρα
και μετά πίνει θεία κοινωνία
να συγχωρεθούν τα πεθαμένα μας.
Η μαμά μου με πετάει στα σκαλιά της εκκλησίας
γιατί είμαι πολύ αμαρτωλή
και περιμένει να με πατήσουν.
Καμιά φορά με πατάνε, άλλες φορές τη γλιτώνω.
Εκτός κι αν με πατήσει η μαμά μου με το τακούνι της.
Αυτό δε μετράει όμως, γιατί είναι η μαμά μου
κι έτσι δεν εξιλεώνομαι.
Είμαι πολύ αμαρτωλή που είμαι κόρη της μαμάς μου.

Η μαμά μου ξέρει ότι
αυτό που μου κάνει ο μπαμπάς μου είναι κακό
και αυτός το ξέρει ότι το ξέρει
και εγώ το ξέρω ότι το ξέρουν,
αλλά όλοι κάνουμε ότι δεν το ξέρουμε.

Η μαμά μου κοιμάται να μην βλέπει τι γίνεται γύρω της.
Εγώ ξαγρυπνάω να φυλάω τα όνειρά της.
Εγώ δεν έχω όνειρα.
Έχω μαμά.

Η μαμά μου, που είναι η καλύτερη μαμά του κόσμου,
θέλει να γίνω κάτι στη ζωή μου.
Θα γίνω πολλά κάτια, να χαίρεται.

Η μαμά μου λυπάται που δεν ζω παιδική ηλικία.
Δεν πειράζει, μανούλα.
Όταν μεγαλώσω θα γίνω πραγματικό παιδί
και θα τους μπερδέψω όλους.
Και θα παντρευτώ κι εσένα και το φύλακα άγγελο μου
και την κυρία Ρούλα και τον κύριο Απόστολο
και θα σας βάλω σ' ένα μεγάλο σπίτι να κάνετε γλέντια
να χαίρομαι που σας έχω παιδιά μου.


(Μπελίκα Κουμπαρέλη, Η καλύτερη του κόσμου, Κέδρος 2004)


πι πι το παπί

Τον πατέρα μου δεν τον γνώρισα ποτέ
έμοιαζε, λένε, αποδημητικός
η μάνα μου από αριστοκρατική οικογένεια
δεν «ήτο ηθικόν» να κλωσάει μπάσταρδα
μεγάλωσα σε ράμφος πελαργού
χωρίς παραλήπτη
κατέληξα σε αναμορφωτήριο πτηνών
μου έμπηγαν στον κόκκυγα φτερά παγωνιού
μου μάθαιναν να κλίνω: η γλαυξ, της γλαυκός
ανεπίδεκτη υιοθεσίας
ανάξια κλουβιού
στολίζω σήμερα σύρματα
ηλεκτροφόρα
μαδώ τα πούπουλά μου
γεμίζω μαξιλάρια βεράντας
ζευγαρώνω με παπαγάλους Σενεγάλης
γεννάω τηγανητά αυγά
τη βγάζω με ψίχουλα περαστικών [κουλούρια - σταφιδόψωμα]
μα κάθε μέρα σχεδόν περνώ και από ’κείνον τον παραμυθά
που επιμένει να πιστεύει ότι θα γίνω κύκνος


Θυμός

Αν ήξερες ότι ήμουν γυάλινη
δεν θα με πετούσες στον τοίχο
Θα περίμενες να μεγαλώσω
Και αν ήξερα ότι θα πεθάνεις
θα σου έπλενα τα πόδια κάθε μέρα
Αλλά αν σου έπλενα τα πόδια κάθε μέρα
δεν θα πέθαινες. Θα ήσουν στο διπλανό δωμάτιο
Δεν φανταζόμουν ότι χωράς σε μια πλαστική λεκάνη
Σε μια πράσινη πλαστική λεκάνη
Δεν φανταζόσουν ότι θα πλύνω το κρανίο σου
στο νεροχύτη με τη λαστιχένια βρύση χωρίς να κλάψω
Έχουν αγριέψει οι άνθρωποι, τα πουλιά, οι σερβιτόροι
Και εσύ σ’ ένα μεταλλικό κουτί τι να μου κάνεις
Και εγώ με δυο πόδια όρθια τι να σου κάνω και σένα


(Νίκη Χαλκιαδάκη, Ανάσκελη με πυρετό, Μανδραγόρας 2012)


ο καλός μου ο μπαμπάς Αβέρκιος
με έπαιρνε στα γόνατά του
με νταχτίριζε
γελάγαμε
μου έλεγε : κοίτα τι έχω
μέσα στο παντελόνι μου
του έλεγα: τι είναι αυτό ντάντυ;
μου έλεγε: είναι ένα γλειφιτζούρι
για κακά παιδιά
του έλεγα: κι εγώ που δεν είμαι
παιδί κακό δεν θα πρέπει να γλείψω;
μου έλεγε : όχι είσαι κακό παιδί
γι αυτό και θα γλείψεις
είναι με γεύση φράουλα που σ’ αρέσει
όσο έγλειφα έγλειφα ρουφούσα
η φράουλα δεν έβγαινε στο στόμα μου
η φράουλα πουθενά
ή μάλλον με είχε κοροϊδέψει ο ντάντυ
ο ντάντυ λαχάνιαζε όσο εγώ το γλεντούσα
κι ύστερα το γλειφιτζούρι
έκανε εμετό
με γεύση φράουλα.


(Αιμιλία Δρυώνη, ανέκδοτο ποίημα)




1.

Γέννησα τη μητέρα και τον πατέρα μου
Βλαμμένα δίδυμα
Να μην μπορούν να μιλήσουν
Να μην ξέρουν πώς να το ζητήσουν
Μαμά μαμά

Όλη την ώρα και τα δυο τους
Με κάνανε μητέρα
Με ένα παιδί
Που είναι δύο
Που είναι όλα
Ορφανά


2.

Τι κάνει ο μπαμπάς μαμά;
Γιατί εδώ κάνει τόση μοναξιά;
Ξέχασε να με μάθει κάτι;
Έχω πολλές απορίες ακόμη να του πεις μαμά…


(Δήμητρα Αγγέλου, Στάζουν μεσάνυχτα, Μελάνι 2013)



Όλους αυτούς
τους κατ’ επάγγελμα
τους θεωρητικούς
τους εστέτ
τους για την πλάκα μας
τους σοβαρούς
τους ειδικούς
τους ήπιους
τους πειθαρχημένους
τους παντογνώστες
τους πολύχρωμους χωρίς μαύρο συγγενείς
εκείνους που έκαναν έρωτα
δίχως να δώσουν
ούτε μια σταγόνα αίμα
εκείνους που δεν τόλμησαν
να φωνάξουν
μόνο και μόνο
για να τρομάξουν απ’ την κραυγή τους
εκείνους που φοβούνται
τη νύχτα στην Πατησίων
που δεν τους λείπει ο Πρίγκιπας
που δεν ταξίδεψαν — έστω και νοερά —
εκεί όπου δεν θα πήγαινε κανείς…

αυτούς — όλους αυτούς
τώρα που οι καιροί αγρίεψαν
να τους αποφεύγεις
θα σου στραβώσουν το χαμόγελο
και θα σου πιουν το δάκρυ
και θα ξεχάσουν εύκολα
θα ξεχάσουν, ακούς;

Όπως το λιβάνι αποφεύγει το διάολο
όλους αυτούς
να τους αποφεύγεις.


( Κατερίνα Ζησάκη, Ονειροσφαγείο, Μανδραγόρας 2014)


*Μικρά καθημερινά στιγμιότυπα ζωής. Αόρατοι θάνατοι. Πέντε φωνές - κατά σύμπτωση γυναικείες. Μαρτυρίες από τον κρυμένο τόπο του εγκλήματος. 







2 σχόλια:

Ερασιτέχνης Άνθρωπος είπε...

Συγκλονιστικά, όλα!

...και η ομαδική τους παρουσίαση τα δυναμιτίζει ακόμη περισσότερο...

Stavros Stavropoulos είπε...

Συγκλονιστική είναι η κακοποίηση ανθρώπινων ψυχών, Μαρία. Και εν συνεχεία η αποτύπωσή της.