Πέμπτη, 28 Αυγούστου 2014

ΔΕΝ ΧΑΙΔΕΥΩ ΤΗ ΝΥΧΤΑ




 I.

Μαθαίνεις να είσαι όμορφη. Να σου πληρώνουν
τα γεύματα. Να συνδυάζεις τακούνι με τσάντα.
Μαθαίνεις να φιλάς κι έπειτα να πηδιέσαι
χωρίς φιλί στο στόμα. Μαθαίνεις να βλέπεις τιβί
ταυτοχρόνως να μιλάς στο κινητό και να τσατάρεις
στο fb. Μαθαίνεις PIN, IBAN, ID, PASSWORD,
ΑΦΜ και ΑΜΚΑ. Μαθαίνεις να κοιμάσαι αγκαλιά

και να σκέφτεσαι μονίμως κάποιον άλλον.

ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟ ΠΡΟΦΙΛ ΤΟΥ ΣΤΟ FACEBOOK

II.


Βρώμικες γυμνές πατημασιές
στα πλακάκια, στα χορτάρια.
Δυο γάτοι ερωτοτροπούν
απόψε στον κήπο μου.
Πλησιάζουν, απομακρύνονται,
κοντοστέκονται, αναπηδούν,
γρατσουνάνε τα χέρια μου.

Βάζω τα χέρια μου μέσα στη νύχτα.
Δυο γάτοι ξεσκίζουν τη σάρκα μου.
Δίνω τη σάρκα μου,
να την ποδοπατήσουν,
να την ζωγραφίσουν,
να την κεντήσουν,
να την κάνουν λεία ζωγραφική
επιφάνεια.

Χώνω τα χέρια μου μέσα στη νύχτα.
Μπογιατίζω τους τοίχους
των αστών για το μεροκάματο,
βάφω με σπρέι
τις νύχτες τις εξώπορτες,
ξοδεύοντας απ΄το περίσσευμά μου.

Σκυφτός με τον χρωστήρα μου
εν αχρηστεία, δεν στήνω καβαλέτο,
δεν χρησιμοποιώ πινέλα,
με ζωγραφίζουν
δυο γάτες που ερωτοτροπούν,
δυο κορμιά που παλεύουν,
δυο ψυχές που συγχωρούνται,
δυο μάτια που κοιτάζουν
το ένα μέσα στο άλλο,
γιατί μπορεί να γίνει κι αυτό,
το δεξί μου μάτι κοιτάζει
μές στο αριστερό μου,
ο ένας γάτος επιτίθεται
κι ο άλλος απομακρύνεται,
με πιρουέτα μπαλέτου,
το ένα χέρι μου κυνηγάει
το άλλο χέρι,
ζωγράφος με το έναν γάτο
για σύμμαχο
και τον άλλον
πάνω στο στομάχι του, βρώμικες
λευκές πατημασιές
στο τελάρο
που είναι το δέρμα μου.

Βγάζω τα χέρια μου
από τη νύχτα καταματωμένα.
Η νύχτα μου ανταπέδωσε
το πορφυρό της χρώμα.
Οι γάτες την αγάπη τους.
Οι αστοί τα λεφτά τους.
Οι τοίχοι την ευαισθησία τους.
Οι κριτικοί τις βρώμικες
υγρές πατημασιές
πάνω στα έργα μου.

Τα δυο μου χέρια
ζωγράφισε η νύχτα.
Τα αποσύρω από τη χάρη της.
Τα κρύβω.
Τα χώνω στις τσέπες μου.
Τα παραπλανώ
κρατώντας ένα πουράκι,
ένα ποτήρι μπακάρντι,
τη θηλή μιας κοπέλας,
την κόμη ενός αγοριού,
τα λευκά μαλλιά της μητέρας μου.

Δεν χαϊδεύω τη νύχτα. Κύριε.


Σωτήρης Παστάκας
(από τη συλλογή Προσευχές για φίλους, εκδ.Σαιξπηρικόν, 2011)
 

1 σχόλιο:

ΜΑΡΙΑ ΧΡΟΝΙΑΡΗ είπε...

Πραγματικά πολύ ωραία κυρίως το δεύτερο τμήμα του ποιήματος. Και το κλείσιμο είναι πολύ απρόβλεπτο.

Μου άρεσε που τα έμαθα και που τα διάβασα.