Πέμπτη, 27 Μαρτίου 2014

ΧΡΟΝΟΣ ΑΠΟΥΣΙΑΣ









ΚΙ ΟΠΩΣ ΕΜΠΑΙΝΕ η θάλασσα απ’ τα παράθυρα και την παραβιασμένη πόρτα, οι τοίχοι ξεφλούδιζαν σαν ταπετσαρία κι έφερναν ένα γύρο τα έπιπλα. Έμοιαζαν παγιδευμένα στο σπίτι. Το πάτωμα γινόταν σιγά σιγά θηλυκό. Αποκτούσε καμπύλες, πτυχώσεις, ιριδισμούς. Το στόμα του σαν ανοιχτό, ρουφούσε τη θάλασσα και πνιγόταν. Απ’ έξω ο δρόμος. Τόσο μακριά αλλά τόσο κοντά. Σαν φίδι, που λίγο πριν νυχτώσει επίσημα, τα κλείνει όλα σε ένα αχόρταγο τώρα που είναι διαρκώς χθες. Και τα σφίγγει.

Η ζωή λέει τα πάντα στους πάντες σε παρατατικό χρόνο. Ο ενεστώτας είναι χρόνος απουσίας. Μια ανυπόφορη επέτειος. Που πήγαν τα πράγματα; Θα τα ξαναδούμε;

Το κουρτινόξυλο είναι πεταμένο σε μια γωνιά. Μια παρατημένη κιθάρα, έρημο σύμβολο. Της σιωπής. Ένα πλαστικό ποτήρι καφέ. Με κοιτάζει το γυμνό στήθος μιας γυναίκας. Ή είναι πίνακας; Τα βιβλία επιπλέουν. Θα ρθεί καιρός που, από έλλειψη χρόνου, οι σελίδες θα γυρίζουν μόνες τους. Θα καταδιώκουν την έλλειψη νοήματος με υπεράνθρωπη ελπίδα.

Θέλω να βγάλω τα γεγονότα του σπιτιού έξω. Φτάνουν στην άκρη κι αφήνουν ήλιο να στάζει. Χύνεται. Άλλος τρόπος από ήλιο δεν έμεινε. Πέφτει πάνω στο νερό, δημιουργώντας δέσμες. Είναι σανίδες φυγής. Μην ξαναπείς ποτέ ότι η αγάπη είναι ένας σκύλος απ’ την κόλαση. Όλοι οι σκύλοι είναι στον παράδεισο. Η αγάπη είναι αλλού.

Θυμάμαι τις παλιές εποχές. Σα να κοιτάζω από τραβηγμένη κουρτίνα. Εκείνο το αργοπορημένο κορίτσι στις κερκίδες του Λυκαβηττού. Κάποια μέρη σιωπή, κάποια μέρη λέξεις. Ποτέ δε βρίσκεις το σωστό κοκτέιλ. Το παρελθόν είναι κάτι που βλέπεις, χωρίς να ακουμπάς. Κάτι που το βάφεις ξανά και ξανά, με σπρέι θερμοκρασίας. Θυμάμαι πως άγγιζα με τα δάχτυλα, σαν πινέλο. Υπήρχα για να διαπιστώσω τα πράγματα, για να τα δω να γεμίζουν συνήθεια. Μετά να χωλαίνουν.

Όταν τα πράγματα παύουν να αποτελούν ερωτικά αντικείμενα, χάνουν τη σημασία ζωής που έχουν. Το υλικό τους βαραίνει.  

Έξω η νύχτα φωτίζει τη νύχτα, προετοιμάζει αργά το επόμενο βήμα της. Τι είναι βήμα; Αμίλητος. Από τα βράχια του ουρανού οι άγγελοι πέφτουν ακόμα. Σαν τρομαγμένες πεταλούδες, έρχονται από ψηλά. Είναι τόσο σύντομη η πτώση τους που δεν προλαβαίνεις ούτε να την αντιληφθείς.
Πέρασε τόσος καιρός απ’ το μέλλον. Τώρα διαρκώ. Θα μακρύνω κι άλλο τα χέρια μου για να μπορώ να σ’ αγγίζω. 
 
Δεν γράφω πια. Σημειώνω τις σκιές των ανθρώπων που γυαλίζουν τη νύχτα, σαν ψεύτικα κτίρια. Το λούστρο τους, καθώς ζουν, σβήνει. Μένει μόνο μια ανοιχτή επιφάνεια, σαν κοιλιά ψαριού, που περιέχει νεκρά σχέδια. Τα αντιγράφω σε μια κόλλα για να τα σώσω.



Οι άνθρωποι δεν είναι ούτε ευτυχισμένοι, ούτε δυστυχισμένοι.

Είναι απλώς τραγικοί.

(από το βιβλίο μου ΠΙΟ ΝΥΧΤΑ ΔΕΝ ΓΙΝΕΤΑΙ, εκδ. Οξύ, 2011)


Δεν υπάρχουν σχόλια: