Πέμπτη, 3 Οκτωβρίου 2013

ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ





Ένα σχετικά πρόσφατο κείμενο, από το βιβλίο μου Πιο νύχτα δεν γίνεται, εκδ. Οξύ, 2011. Πράγματι: Πουθενά δεν είμαι. Γιατί πουθενά δεν υπάρχει τίποτα άλλο εκτός από κανείς. Πουθενά. 

Τώρα μόνο θα κοιτάζω. Και άμαχος.


 (το μεγαλύτερο αμάρτημα των ανθρώπων είναι ότι απλώς είναι άνθρωποι)

ΣΣ


ΔΕΡΜΑ


ΑΡΧΙΣΕ πάλι να σηκώνει σκοτάδι. Ο ουρανός είναι λερωμένος ακτές. Όλες οι όχθες πνίγονται στα χέρια μου. Πουθενά δεν είμαι.
Ο άνθρωπος αφήνει ένα σκληρό τσόφλι να εξηγεί. Αφήνει πίσω του μια αιτία και περιφέρεται. Στην πλάτη του απλώνουν αργά οι εικόνες. Σαν άδικα πνεύματα. Παλιά κεριά. Θα γινόμουν άγγελος, αν ήταν να μην ακούω. Να μην βουίζω ζωή. Περιέχω το ίδιο δέος που περιέχει η θάλασσα.

Όταν φανούν οι καθρέφτες, το πλήθος θα εναντιωθεί στο φως. Να είμαι εκεί. Θα γεμίσει η πόλη καταργημένα είδωλα. Και άμαχος. Αλλά με γυαλισμένες χάντρες, κοιτάζω.
Ένας καταρράχτης τα πρόσωπα. Νεκρές μηχανές. Λείπει η λύπη. Αναγνωρίζω το ακατάπαυστο που δεν θέλουν να δουν. Ο θάνατός τους είναι καρπός. Χάνεται μέσα στο κόκαλο του πορτρέτου και προς τα κει. Έρχεται να γελάσει συνέπειες. Ο θάνατός τους είναι θαμπός. Ασχημάτιστος. Σαν κορίτσι στην εφηβεία.

Παρ’ όλα αυτά, μόνο δείχνουν. Με μια αηδία. Ξεκόλλησε η ψυχή μου να βλέπει. Όλο αύριο είναι. Όλο δεν επιτρέπεται να μιλήσω. Μιλούν. Ημερομηνίες. Η απογραφή των πραγμάτων είναι αποθήκη θανάτου.
Υπάρχει ένα παλιό παιχνίδι σαν αστείο, που ο ένας χώνει το χέρι του στα μάτια του άλλου και του βγάζει τις λέξεις. Μέχρι το τέλος. Του ξεριζώνει τις ίνες των φράσεων απ’ τα μάτια. Οι ρόγες στα δάχτυλα μαυρίζουν, και όμως αίμα. Τρέχει. Ολόκληρο το χέρι είναι ένα άγνωστο αίμα. Το χέρι του σώπασε λέξεις.
Έβγαλαν τις λέξεις από τα μάτια μου και τις έκαναν δέρμα.

Πες χάθηκα. Πες το. Της αφήνει το χέρι. Θέλω να χαθώ απ’ το τέλος των πραγμάτων.
Όμως ένοιωσα αυτό που αρμόζει. Και σέρνεται σαν νέος λοιμός. Αναβλύζει από τα σώματα, τα μέρη, τα άδεια βαγόνια που είναι ζωές. Των ανθρώπων. Όχι τώρα, μετά.
Ξεδιπλώνω κάτι που λέγεται θάλασσα. Σαν λιπόθυμο ζώο. Και με συγκίνηση την άπλωσα στο χαλί μου να ετοιμάζεται. Λέει τα κύματα ένα ένα.
Έγινε μια τρομαχτική αλλαγή εδώ. Δεν θέλω να δω. Αν γυρίσω να δω, θα στεγνώσουν όλα.

Μαζεύονται έπειτα οι πράξεις στο εργοστάσιο που σβήνουν τα χρώματα και τις στοιβάζουν. Με καταπληκτική μανία τις φέρνουν οι εργάτριες με γυάλινα χέρια. Τις κουβαλούν ως το τέλος. Φτιάχνουν μικρά βουνά για να πράξουν οι πράξεις και να γίνουν ξεθυμασμένα κρασιά στον ήλιο. Και να στεγνώσουν.
Δεν θα γυρίσω να δω. Αν γυρίσω, στέγνωσαν όλα.

Να θυμάσαι να γίνεσαι. Όταν σου πω. Καιρό τώρα γράφω τον πόλεμο με φωτιά και χρέος προετοιμασμένο. Κάτασπρος, σαν φόβος μωρού πριν τη γέννηση. Οι κολώνες του λαιμού μου έχουν φουσκώσει. Θα τις ρίξω στη θάλασσα με βαρίδια και χωρίς άλλο λαιμό. Χωρίς να πω γράμματα. Θα πάρω το αρχαίο τσεκούρι μου.

Και από την επιφάνεια της γης θα ανέβει ένα φως σαν πυρετός.


Σταύρος Σταυρόπουλος


(Το μάθημα της ανατομίας)


Δεν υπάρχουν σχόλια: