Τρίτη, 16 Απριλίου 2013

Η ΑΣΥΛΛΗΠΤΗ ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΟΥ ΕΙΜΑΙ



ΒΙΚΤΩΡ ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ – ΜΕΛΚΙΑΔΕΣ
ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΩΝ ΜΑΓΙΑ
Εκδόσεις ΚΨΜ, 2012
σελ. 62

Θα ξεκινήσω με μια μικρή παρατήρηση, την οποία θεωρώ κομβικής σημασίας για αυτό που λέμε «ανάγνωση» ενός έργου: Από ποιόν γράφεται. Αν δηλ. αυτός που γράφει το έργο είναι το ίδιο πραγματικά πρόσωπο με αυτόν που ζει και κυκλοφορεί και εκτός βιβλίου.
Νομίζω ότι γράφουμε για δυο βασικά λόγους:  Ή για να αποκρυσταλλώσουμε αυτό που είμαστε ή για να γίνουμε αυτό που δεν είμαστε. Πολλά έργα, πεζογραφικά ή ποιητικά, ανήκουν στην δεύτερη κατηγορία, χάνοντας έτσι το πολύτιμο διαπιστευτήριο της ταυτότητας. Και δεν εννοώ, φυσικά την απόσταση του έργου από τον δημιουργό του – αυτή ούτως ή άλλως υπάρχει – αλλά την απόσταση του δημιουργού από το έργο του, γεγονός που μπορεί να καταστήσει απολύτως ψευδές και αίολο ένα δημιούργημα.  Το φαινόμενο αυτό το συναντάμε συχνά σε πολλές ποιητικές συλλογές, όπου ο ποιητής «μεταμφιεσμένος» σε έναν άλλον - όχι βέβαια με τον τρόπο που το εννοεί ο Σάρτρ - αποπειράται να παρουσιάσει κάτι που δεν του ανήκει, κάτι που δεν περιέχει.  Η περίπτωση του «Ημερολογίου των Μάγια» είναι από αυτές που ο άνθρωπος που έγραψε το βιβλίο ταυτίζεται απολύτως με τον άνθρωπο που ζει, δρα και πορεύεται, εκτός σελίδων, στον κόσμο: Όλοι μας μπορούμε εύκολα να αναγνωρίσουμε πίσω από τις συνδηλώσεις τη φιγούρα του Βίκτωρα Αναγνωστόπουλου. Δεν ξέρω αν είναι καλό ή κακό αυτό, ξέρω όμως ότι μ’ αρέσει. Το θεωρώ έντιμο, και αποτελεί, βέβαια, ένα πρώτο αναγνωστικό δέλεαρ.

Πριν από την κατάκτηση του Μεξικού από τους Ισπανούς αποικιοκράτες, η φυλή των Μάγια, ένας λαός Ινδιάνων της Κεντρικής Αμερικής, που απέκτησε, συν τω χρόνω, ιερές διαστάσεις, είχε αναπτύξει τον λαμπρότερο πολιτισμό του Δυτικού Ημισφαιρίου. Οι ρίζες του φτάνουν βαθιά στην προϊστορία, στο 2000 ΠΧ. Γιατί όμως, «Το ημερολόγιο των Μάγια»; Ο συμβολισμός του τίτλου παραπέμπει, μάλλον, στην εξαφάνιση ενός πολιτισμού. Όπως τότε οι Μάγια χτυπήθηκαν σκληρά από τους Ισπανούς κατακτητές και άρχισαν σιγά σιγά να εξαφανίζονται, έτσι και σήμερα, η «κλειστή φυλή»  του μαχόμενου ανθρώπου με αξιακό σύστημα, στέρεα ιδανικά και πολιτισμό (όλων των επιπέδων) πλήττεται μέχρι εξαφανίσεως από την «Ιερά Εξέταση» ενός αδηφάγου και διαρκώς μεταλλασσόμενου καπιταλισμού. Πρόκειται, ουσιαστικά, για μια αναγγελία τέλους.

Η ποίηση σήμερα έχει έναν επιπλέον λόγο ύπαρξης: Προσπαθεί να περιφράξει έναν μικρό (και συχνά λεηλατημένο) χώρο – ο Παζολίνι τον ονόμασε κάποτε Καταφύγιο άγριων θηραμάτων – που μπορεί να αναγορευθεί σε λυσσασμένη εστία αντίστασης, γνωμοδοτώντας εν κινήσει για τα πεπραγμένα. Σε αυτή την ποίηση ο αναγνώστης , αποκτά, χωρίς να το θέλει, και την ιδιότητα του εν δυνάμει αγωνιστή. Δεν χρειάζεται μια αναπαράσταση του πραγματικού για να πράξει, ούτε καν την εστέτ ανία του διανοούμενου, αλλά βλέπει, διαβάζει, μετέχει της πραγματικής πραγματικότητας ενός στίχου – βέλους στην καρδιά μιας υποκριτικής Τέχνης, χωρίς παραμυθητικά τεχνάσματα και ποιητικίζουζες φιοριτούρες για την ύπαρξη. Είναι τέτοια η ποίηση του Βίκτωρα Αναγνωστόπουλου, της καρδιάς – γιατί, να μην ξεχνάμε, ο πιο σκληρός μυς είναι η καρδιά

«Το ημερολόγιο των Μάγια» έχει ένα εμφανέστατο πολιτικό κέλυφος, έναν σκληρό πυρήνα πάγιων πολιτικών επιλογών,  τις οποίες δεν είμαι, ίσως, ο καταλληλότερος να σχολιάσω. Θα χρησιμοποιούσα, εντελώς απλοϊκά, τον όρο, ποιήματα της αντικρατικής συνείδησης, ή ποιήματα μιας διαλεκτικής αντίστασης,  που γράφτηκαν σαν με Καλάσνικοφ, αν και είμαι σίγουρος ότι αδικεί τον χαρακτήρα τους, την προέλευση, και την αιτία από την οποία πηγάζουν. Είναι μια συστράτευση σε κάποιους παλαιούς κώδικες, ξεχασμένους, αλλά πάντα σωτήριους, σε ότι αφορά την παγκόσμια καταστροφή που συντελείται.
Θα αρκεστώ σε αυτό που ενδημεί κάτω από το κέλυφος. Σε ό, τι αχνοφαίνεται και βράζει στο υπέδαφος του βιβλίου, που δεν είναι άλλο από έναν διαρκή έρωτα (για την ζωή, για την τέχνη του ζειν επικινδύνως, για την αιώνια  επαναστατική νεότητα και την φλόγα της αλλαγής). Εδώ  ο έρωτας,  ως αναπόφευκτο ρίσκο, εμφιλοχωρεί και την αναγκαιότητα  της θυσίας, της «απώλειας δέρματος» – για να φανούν όλα τα έσω, για να γίνεις εσύ ο άλλος, και κατόπιν μέρος μιας παγκόσμιας αλυσίδας σωμάτων.
Διαβάζω από την σελ. 55, «Τα τραχιά του Έρωτα αίματα»:

Ναι, είπα, θυμάμαι. Διαρκώς ονειρευόμουν το ίδιο επαναλαμβανόμενο όνειρο. Ήμουν ιερέας Μάγια. Ψηλά, στην κορυφή μιας πυραμίδας γινόταν μια τελετή. Μια ανθρωποθυσία. Εγώ, ως πρωθιερέας, αποκεφάλιζα έναν άλλο ιερέα. Κι αφού πηδούσαν σα φίδια στον αέρα τα αίματα και χάνονταν στη μαύρη γη, μετά, μ’ ένα κοντό μαχαίρι αποκολλούσα το δέρμα του και ντυνόμουν με αυτό. Ενδεδυμένος το δέρμα του ανθρώπου και τα πορφυρά του λάφυρα, χόρευα προς τιμήν του Ήλιου που έδυε ένα χορό.
Κάποια στιγμή, ήξερα με βεβαιότητα στο όνειρο ότι θα ερχόταν και το δικό μου γέρμα. Κάποιος θα αποκεφάλιζε εμένα. Κάποιος άλλος θα ντυνόταν το δικό μου δέρμα, ψηλά, στην κορυφή της πυραμίδας που ατένιζε τον Κόσμο. Προς τιμήν μου θα εχόρευε τον ίδιο χορό. Καθώς ο τελευταίος μου Ήλιος θα έδυε.
Γι αυτό, είπα, θυμάμαι, πάντα τους κρεούργησα με ήρεμη καρδιά.

Το αίμα του έρωτα, διακρίνεται καθαρά και στο ποίημα  της  σελίδας 54, «Πόσο δυνατά όταν κοιμάσαι», όπου η έννοια της ήττας, της συντριβής, μένει σαν τατουάζ οδυνηρό αλλά και έμπλεο σεβασμού, και αποδίδεται με δυο απλές λέξεις παραδοχής (βυθισμένος στόλος):

Το ποτάμι τυλιγμένο στο μπράτσο σου
Ήταν φίδι.
Ο γοφός σου στο Ρήνο του ύπνου μου
Πόσο βαθιά
Λιωμένο ακρωτήρι.
Τα λαγόνια σου
Βενετία κοιμισμένη στο Δέλτα
Σε ταξίδι
Βυθισμένος στόλος στον κόλπο σου
Στα νερά
Τα μισάνοιχτα χείλια σου
Χρυσό δαχτυλίδι.

Στο ποίημα της σελ. 35, «Μέρες γιορτής»,  βρισκόμαστε μπροστά σε ένα συγγενές αίμα: αυτό της πορείας, με αυτό του κρεβατιού. Η διαδήλωση των δρόμων μετεξελίσσεται σε διαδήλωση του έρωτα, το ξεγύμνωμα του μπάτσου αναπαρίσταται ανάγλυφα – και διαδραστικά – με το ξεγύμνωμα της ψυχής  των σωμάτων, η λάμψη της Μολότοφ μετακομίζει στα μάτια των εραστών:

Γιατί να μην είσαι μανιακή με τις πορείες
να’ ρθείς να σε κεράσω ένα καυτό κοκτέιλ
(…)
Είναι περίοδος ταραχών – το βλέπεις
και δεν υπάρχει «κάπου αλλού», όπου
να φλέγονται ιδέες σωστικές
εξόν από τη λάμψη του Μολότοφ.
Το βράδυ
είναι κακό στο Τάντρα να αντιστέκεσαι.
Επάνω στο κρεβάτι
θα είσαι επικίνδυνα γυμνή
με μάτια κάρβουνο
καθώς το φεγγαρόφωτο
έξω απ’ τις γρίλιες θα γλιστράει γρήγορα.

Αλλού, στο ποίημα της σελ. 34, «Ξέχνα την», το υψωμένο χέρι, πάλι σε διαδήλωση, γεννά την μεταφορά μιας «άκαμπτης στύσης»:

Ακίνητοι
με ρόπαλο το χέρι
σε άκαμπτη στύση.

 Έχουμε παντού ένα θεμελιώδη οδικό χάρτη,  ένα ιδιόμορφο αμάλγαμα έρωτα και επανάστασης, μια ακρογωνιαία ταύτιση της επικινδυνότητας ενός σώματος σε μια πορεία, με την επικινδυνότητα του σώματος κατά την ερωτική πράξη – πράξη καθολικά αντικαθεστωτική, γιατί ξεκλειδώνει την φαντασία και ταΐζει τα ένστικτα.

Υπάρχει και μια ενότητα ποιημάτων που παρεπιδημούν στο ακραιφνές συναίσθημα, δημιουργώντας ατμόσφαιρα, εγκιβωτισμένα σε μια άμεση εικονοποιία.
Διαβάζω τους τέσσερις τελευταίους στίχους από το ποίημα «Lili Marlen», της σελ.14:

Άραγε
όταν ξεχαστούν τα δάκρυα
ανάμεσα σε δυο κουβέντες
θα ξανακοιταχτούμε;

Ή ακόμα, το δωρικό «Κατά Παρμενίδη πάθη» της σελ. 48:

Το πλοίο βυθίστηκε σούρουπο
Δυο ώρες πριν φτάσει στην Κρήτη
Το άλλο πρωί με το χάραμα
Ακουμπήσαμε απαλά στο βυθό.

Τα ποιήματα του «Ημερολογίου των Μάγια» μοιάζουν με κτερίσματα που απέθεσε ένας ήδη νεκρός στον τάφο του: Μια συλλογή πολύτιμων αντικειμένων που καθόρισαν τη ζωή του μες στην απόλαυση. Είμαι βέβαιος ότι όσοι απολαμβάνουν αυτά τα ποιήματα είναι ακριβώς γιατί έχουν γραφτεί μες στην απόλαυση. Ο σπουδαίος Γάλλος θεωρητικός Ρολάν Μπαρτ έχει ένα χαρακτηριστικό, γι αυτό, απόσπασμα:

«Το μπρίο του κειμένου (χωρίς αυτό δεν υπάρχει, στην ουσία, κείμενο) είναι η θέλησή του για ηδονή:  εκεί ακριβώς όπου το κείμενο υπερβαίνει τη ζήτηση, ξεπερνάει τα σαλιαρίσματα, και επιχειρεί να υπερφαλαγγίσει, να παραβιάσει την κυριαρχία των επιθέτων – που είναι οι πόρτες εκείνες της γλώσσας απ’ όπου μπουκάρουν σαν χείμαρρος η ιδεολογία και η φαντασία.»

Αυτή η «θέληση για ηδονή» είναι, εν τέλει, η αποφασιστική χειρονομία που επιβεβαιώνει στην πράξη  τον τελικό στίχο του Πάμπλο Νερούντα:   «Μπορείς να κόψεις όλα τα λουλούδια, αλλά δεν μπορείς να εμποδίσεις την Άνοιξη να έρθει».

Σταύρος Σταυρόπουλος
Αυγή της Κυριακής, Αναγνώσεις,14.4.2013

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΣΤΗΝ ΑΥΓΗ 
*Το βιβλίο παρουσιάστηκε στο Polis Art Cafe (Στοά του βιβλίου) στις 28 Ιανουαρίου και στον πολυχώρο ελεύθερων ιδεών Nosotros στις 7 Απριλίου 2013. Ευχαριστώ τον Κώστα Βούλγαρη και την εφημερίδα Αυγή της Κυριακής για την δημοσίευση του κειμένου μου στο φύλλο της 14-4-2013.



ΔΕΙΤΕ ΕΔΩ ΣΤΙΓΜΙΟΤΥΠΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΣΤΟ POLIS





Δεν υπάρχουν σχόλια: