Τετάρτη, 26 Δεκεμβρίου 2012

ΧΩΡΙΣ ΤΗ ΜΑΓΔΑΛΗΝΗ




ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ «εν ημέραις Ηρώδου του βασιλέως». Επειδή η μητέρα του μύρισε ένα κρίνο. Ο Ιωσήφ απλώς επέβλεπε. Μέσα σε ένα στάβλο, στη Βηθλεέμ, κάτι παράξενοι τύποι με καμήλες του πρόσφεραν χρυσό, λιβάνι και σμύρνα. Μετά του είπαν ότι έπρεπε να λυτρώσει τον κόσμο. Να κρύψει την φρικτή είδηση.
Αυτός, ένας παλαιστίνιος επαναστάτης. Ένας αντάρτης που χαμογελούσε στον πόνο. Ένας καμικάζι του έρωτα. Δεν μπορούσε ποτέ να φανταστεί όσα θα ακολουθούσαν. Φυσικά δεν τον ρώτησαν. Ούτε για την Γέννηση. Ούτε για τη Ζωή. Ούτε για την Σταύρωση.

Ήθελε να ‘ναι ξυλουργός, όχι σωτήρας. Μπορεί και προφήτης. Ίσως πλανόδιος μουσικός. Με κιθάρα και φυσαρμόνικα. Αλλά όχι αυτό, το υιός του Θεού. Όχι αυτή η αμαρτία της ιερότητας. Είναι πολύ βαρύ να είσαι χρισμένος. Εντεταλμένος. Επιφορτισμένος με το αδύνατο.
Για να νικήσει τους φόβους του έγραφε ημερολόγιο. Την ιστορία της επικοινωνίας του με τον κόσμο. Το έλεγαν Αγία Γραφή. Είχαν περάσει σχεδόν 2.000 χρόνια κι εκείνος ακόμη ζούσε. Καταδικασμένος να ζει στην αιωνιότητα. Ισόβια, με την ποινή της ζωής. Πώς να το άντεχε;

Επισκεπτόταν συχνά τον τάφο της μητέρας του. Στο Όρος των Ελαιών. Εκεί που είχε καταφύγει την παραμονή της Σταύρωσης. Καθόταν και της μιλούσε με τις ώρες. Του άρεσε. «Εγένετο δε ο ιδρώς αυτού ωσεί θρόμβοι αίματος καταβαίνοντας επί την γην». Ο κήπος της Γεσθημανή φαινόταν από τα Εξάρχεια, σαν μικρός ναός. Ακριβώς μπροστά στο Φλοράλ. Θα πήγαινε.

Κάθεται τώρα στα τραπεζάκια της πλατείας, πίνει φραπέ, περιμένει τους Ρωμαίους. Με τον Ιωάννη. Οι Πραιτοριανοί έχουν μακριά μαλλιά, μεγάλα στήθη, θηλυκά πόδια. Τους βλέπει να έρχονται. Το κέντρο του δόρατος είναι βουτηγμένο στο δηλητήριο. Κάθε βράδυ τον σκοτώνουν, κάθε πρωί ανασταίνεται. Βαρέθηκε να ανασταίνεται. Βαρέθηκε να μην μπορεί να πεθάνει.

Στην Αραχόβης, ο Κιθ Ρίτσαρντς του ζήτησε να δείξει συμπάθεια για τον διάβολο. Ελπίζω να μαντεύεις το όνομά μου, του είπε. Ο Αντίχριστος είναι γυναίκα. Μου το έμαθε ο Λαρς Φον Τρίαρς.
Ήταν ακόμη ερωτευμένος με την Μαγδαληνή. Αυτή η γυναίκα ήταν μια θήκη φτιαγμένη για να τον υποδέχεται. Μια καμπίνα γεμάτη μήλα. Έμπαινε μέσα της και ζούσε. Μόνο εκεί δεν αισθανόταν απειλημένος. Μόνο εκεί πέθαινε.
Είχαν χωρίσει, είχε βασανιστεί. Ο μόνος λόγος που γεννήθηκε και σταυρώθηκε, ήταν για να μπορεί να βλέπει αυτή την γυναίκα.

Γεννήθηκε στη Δραπετσώνα. Στο Χάρλεμ. Στη Σταυρούπολη. Στα ναυπηγεία της Ελευσίνας. Στο Νιουκάστλ. Στο Πέραμα. Στα προσφυγικά του Μοσχάτου. Στα εργοστάσια ζάχαρης στην Κούβα. Γεννιέται συνέχεια. Παντού. Μόνος.

Και δεν το αντέχει άλλο.


( από το βιβλίο μου ΠΙΟ ΝΥΧΤΑ ΔΕΝ ΓΙΝΕΤΑΙ, εκδ. Οξύ, 2011)
 

Δεν υπάρχουν σχόλια: