Κυριακή, 17 Απριλίου 2011

ΕΚΑΤΗ


ΕΜΦΑΝΙΖΟΤΑΝ ξαφνικά μπροστά μου και απ' τα μαλλιά της έβγαιναν φίδια ξαπλωμένα πάνω σε νύχτες, αλλά αντηχούσαν.

Στη χάση του φεγγαριού. Σε κάθε της μπράτσο κρεμόταν από ένα σκοτωμένο ελάφι. Ζούσε πάντα με μια φουσκωμένη μήτρα για να γεννάει τον θάνατο, γιατί χωρίς τον θάνατο δεν υπάρχει ζωή. Πίσω της έσερνε κάτι σκυλιά ταραγμένα. Ούρλιαζαν και διέσχιζαν με αλυσίδες τη γη.

ΤΗΝ έβλεπα συχνά τα βράδια καθώς στριφογύριζε. Ανοιγα τα δάχτυλα του χεριού της και φιλούσα την παλάμη της. Μετά την έκλεινα σαν γροθιά για να διατηρηθεί το φιλί. Ο,τι είχε αγγίξει με τα μάτια της ήταν καμένο δάσος.

Το σώμα της, σαν κοράκι, επαναλάμβανε πάντα το ίδιο μάθημα: Ποτέ άλλο πια.

ΑΥΤΗ ήταν η δουλειά της. Να είναι πουθενά, γιατί πουθενά δεν υπήρχε τίποτα γι' αυτήν και ξάπλωσε. Πάνω σε προβολείς, σαν γονιμότητα. Να είναι τίποτα.

Ανοιξα το κορμί της και αφαιρούσα κομμάτια. Ασύμμετρης λύπης. Με καλούσαν τα τραγούδια της να αφαιρέσω όλη τη λύπη, σαν κλωνάρι πεσμένο έστεκε. Εβαλα όλο το χέρι μου μέσα στην κοιλιά της και με το στόμα μου. Σκέπασα τη μεγάλη πληγή να μην τρέχει.

ΜΕΤΑ γίναμε δέντρο καρφωμένο στη γη και η αναπνοή της σαν κεντητή αψηφούσε τον Θεό. Την είδα να παίρνει τα φαντάσματα μου απ' το χέρι και να στροβιλίζεται με φτερωτά βήματα. Εσερνε έναν χορό που βάραινε τη γη και τη σήκωνε στον αέρα.

Η τρύπα στην κοιλιά της μεγάλωνε. Βούλιαξα μέσα στη λύπη. Με έναν πανικό που με καλούσε βούλιαξα και φύτρωσα μέσα της. Αλλοτε σαν ακάθαρτο όνειρο και άλλοτε σαν ανάσα που έκαιγε τη σπονδυλική της στήλη.

Μου είπε, τίποτα σε τούτα τα μέρη δεν μπορεί να βλάψει τον θάνατό μου. Αλλά φοβόταν τη ζωή. Γιατί η ζωή τής έπαιρνε όσο θάνατο είχε απομείνει και τον λιγόστευε.

Η ΑΔΕΙΑ νύφη που φορούσε μαύρα καθάρισε το χρώμα της, σαν ρουζ το έξυσε μέχρι να φανεί ουρανί και προχώρησε με ανοιγμένη κοιλιά και απομακρύνθηκε. Σα λάμπα που σβήνει. Η λύπη έσταζε από την ανοιχτή τρύπα και γυάλιζε σαν παρκέ. Κομμάτια τριμμένα ιδρώτα την έβαφαν. Μπορούσε να ακούσει το χρέος του πόνου που συνοδεύει τον άνθρωπο από την αρχή. Ηταν χαμένη. Σπαταλημένη δύναμη. Μερικές φορές είσαι αυτό που δεν είναι για σένα. Και το ήξερε.

ΤΟ δείπνο που κάθεται μόνη της, στο άδειο από θεούς βουνό, δεν υπάρχει κανείς να της το προσφέρει. Και έγινε σκιάχτρο για να φοβίζει τα πουλιά, να μην μπαίνουν άλλα πουλιά μέσα στα σπίτια των ανθρώπων και τα ανακατεύουν. Και διαιωνίζουν το κακό της που σαν αβγό μεγαλώνει, σκεπασμένο απ' τη σκόνη, σε μια γωνία του κόσμου.

Γιατί έχασε τόσο άδικα τον θάνατο μέσα απ' τα χέρια της.

ΔΕΙΤΕ ΕΔΩ ΤΗ ΣΕΛΙΔΑ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑΣ
http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=267935

Διαβάστε επίσης

Στη στήλη
Νύχτα είναι - θα περάσει

2 σχόλια:

MARIA CHRONIARI είπε...

Όταν χάνουμε τον θάνατο μέσα από τα χέρια μας, καμμιά φορά επιστρέφει για να μας εκδικηθεί. Που τον χάσαμε. Γιατί θα ήταν ίσως το μόνο που θα οφείλαμε να μην είχαμε χάσει.

ΣΤΑΥΡΟΣ ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ είπε...

Μόνο γι αυτό επιστρέφει ο θάνατος. Επειδή τον χάσαμε.
Συμφωνώ, Μαρία.