Σάββατο, 12 Μαρτίου 2011

ΑΠΕΝΑΝΤΙ


Μη με ακουμπάτε -τώρα λείπω- είμαι απλησίαστη άγκυρα καρφωμένη στη θάλασσα και λέω σιωπή, πάνω μου προσγειώνονται εκατομμύρια ελικόπτερα από νυχτερίδες, μιλάω αγκάθια πασαλειμμένα με αίμα -όλα μου τα δάχτυλα είναι βουτηγμένα στον ουρανό- βρήκα εκεί την πόλη να βυθίζεται μαζί σας, σαν παιδί πρόωρα γερασμένο, κίτρινη πόλη πέσε στα γόνατα, είχε διεκδικήσει τη μουσική κάποτε, την είχε θελήσει, τις απέμειναν τρεις σπασμένες χορδές κι ένας ενισχυτής χωρίς ρεύμα,

μόνο τα μάτια σου είχαν ρεύμα, ακουμπούσα εκεί πάνω τους εφιάλτες μου κάθε που ήθελα να πεθάνω, χρόνια τώρα ζούσα με τα μάτια σου τρομαγμένα στο στήθος μου, σε όλους τους κόσμους που έλειπες, άναβα το κεφάλι μου σαν λικέρ και έπινες από τις παύσεις, από τις ξηλωμένες ρίζες του σώματος, η σάρκα είναι ακορντεόν θλίψης σου έλεγα, μην το ακούς, αυτή η μελωδία μοιάζει περισσότερο με καντήλι γεμάτο κινούμενη άμμο, σέρνεται σαν επιδημία και μεγαλώνει τα γεγονότα, τα τεντώνει μέχρι να σπάσουν, ή να μπει το ένα μέσα στο άλλο και να χαθούν,

η ζωή αντιγράφει τον έρωτα, γι' αυτό είναι ημιτελής, γι' αυτό πέφτει, επειδή όλοι οι άνθρωποι πέφτουν σπαταλημένοι, σαν βροχή, και ο χρόνος τούς βρίσκει λυπημένα δωμάτια, θα τον σκορπίσω αργότερα στα καταφύγια του κόσμου, για την ώρα δεν πλησιάζομαι, εκτελώ ακόμα χρέη Σαββάτου με την ποινή της φωνής,

είδα κάποιες ζωές κάποτε που θύμιζαν επειγόντως ανάγκη, ήταν σημαδεμένες από υαλοβάμβακα για να μην εισχωρεί μουσική μέσα και τις αφαίρεσα από τις παγωμένες μασχάλες μου, μου το έδειχνε ο καιρός, μου το έλεγαν οι ειδικότητες της νύχτας,

εκείνη η ακόμη γυναίκα με τα περίπου μαλλιά πάνω στην κουνιστή πολυθρόνα της πλέκει με μανία τον θάνατο, φοράει τα γυαλιά της ανάποδα και σαν επιθυμία, κουνιέται μαζί με τα έπιπλα του σπιτιού, μετά έγινε Πάσχα απευθείας και κοκκίνισαν όλα, στο ξύλινο πάτωμα άρχισε να φυτρώνει αναπάντεχα έξοδος, όμως όλα τα ρολόγια έδειχναν πίσω,

δεν υπάρχουν άλλες ζωές να χαθούν, είπε ψύχραιμα ο άνθρωπος που είχε αντικαταστήσει τον εαυτό μου, bang bang he shot me down, ο πυροβολισμός ακούστηκε σαν αγάπη, bang bang, είναι ναρκισισμός της συνείδησης όταν σκοτώνεις τον εαυτό σου για να τον στερήσεις απ' τους άλλους,

στη μέση του δρόμου βρέθηκαν πεταμένες οι παλιές μου ιδιότητες, είναι όλες εδώ, το απορριματοφόρο τις προσπέρασε με ταχύτητα, σήκωσα τον ρόλο μου απ' το πεζοδρόμιο, τον ξεσκόνισα προσεκτικά και περπατήσαμε ώς την άκρη του χρόνου, ποιος απ' τους δύο είχε πεθάνει;

σε ξέρω εσένα, σε ξέρω, αύριο πάλι -θα λείπω- να το εξηγήσω αυτό, το μόνο που έχω πια είναι απόσταση και ανάβει, έχω μια ανοξείδωτη άνοιξη και μια λευκή κονκάρδα ανάμεσα στα μάτια μου που χωρίζει στρατόπεδα,

ΔΕΙΤΕ ΕΔΩ ΤΗ ΣΤΗΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ

http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=258212


ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ ΕΔΩ
Στη στήλη
Νύχτα είναι - θα περάσει

2 σχόλια:

Αριάδνη είπε...

"..και ο χρόνος τούς βρίσκει λυπημένα δωμάτια.."

Καταλυτικό όσο και εύστοχο!

ΣΤΑΥΡΟΣ ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ είπε...

Να είσαι καλά, Αριάδνη