Παρασκευή, 4 Ιουνίου 2010

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΜΑΓΝΗΤΟΤΑΙΝΙΑ ΤΗΣ ΕΛΕΥΣΙΝΑΣ


ΠΕΡΑΣΜΕΝΑ μεσάνυχτα. Καταδικασμένα. Ποτέ άλλοτε δεν ξαναήχησε τέτοια σιωπή όταν κοιτάχτηκαν δυο άνθρωποι. Ολα ήταν στα μάτια της. Εκεί. Η γη έμοιαζε ακατοίκητη.
Καθηλωμένος σ' ένα μικρό τραπέζι, στο κέντρο του δωματίου, απέναντι σ' ένα παλιό κασετόφωνο. Κανένα παράθυρο. Πολλές ηχογραφημένες μαγνητοταινίες. Τακτοποιημένες σε κουτιά. Νεκροταφεία στιγμών. Χθες. Που ήταν αύριο. Θέλει να τις μασήσει. Να τις περάσει σκοινί στον λαιμό του, να τις ακουμπήσει στα μάτια του. Τα κουρασμένα από ομορφιά μάτια του. Δεν βλέπουν άλλο.

Ακραία καιρικά φαινόμενα. Η βροχή τού κόβει την ανάσα. Κάνει την απώλεια σπαρακτική. Το χαλάζι πέφτει μέσα του, του τρυπάει το στομάχι. Μπομπίνα, αριθμός 3.

Ακούει τη φωνή του να απαντά στη φωνή της. Θα θυμάσαι πώς κάναμε έρωτα; Θα θυμάται. Εξάρχεια, τριάντα τρία χρόνια πριν. Αντίο. Πολυαναμενόμενο. Με σημαιάκια.

ΕΛΕΥΣΙΝΑ μου. Ενα θαύμα στον ήλιο. Λαμπυρίζουν τα τραύματα. Ενα μισό φεγγάρι. Αυτή η πέτρα δεν θα γελάσει ποτέ. Ο πολιτισμός της είναι ραμμένος στη φόδρα της. Από πάνω φοράει ζακετάκι την αρχαία γη· για να μην κρυώνει. Τις νύχτες που φωτίζεται ο αρχαιολογικός χώρος νομίζεις πως μια πυρκαγιά βγαίνει απ' τα σπλάχνα της. Γύρω γύρω τα σπίτια. Τα μαγαζιά των ανθρώπων. Και η θάλασσα. Σάρκινος λόγος. Απλώνει τα πλοκάμια της έτοιμη να σε καταπιεί· για να σε ξαναγεννήσει σοφότερο. Στο λιμάνι κάνει βόλτα η Περσεφόνη. Θλιμμένη. Να ζήσουμε εδώ μια μέρα. Θα ζήσουμε;

Οδός Θησέως, μια αυλή σαν χαμόγελο. Μια καλοσυνάτη, μεγαλειώδης, ανυπεράσπιστη φτώχεια. Εδώ ονειρεύτηκε τη συνέχειά του. Οδός Θησέως, τον πέρασαν για Μινώταυρο. Κανείς δεν βγαίνει από τον λαβύρινθο της ψυχής. Κανείς. Δεν υπάρχει μίτος της Αριάδνης. Εξοδος ποτέ. Τελικά σε σκοτώνει αυτό που περισσότερο από οτιδήποτε άλλο αγάπησες. Ασυγχώρητα, διαδοχικά play. Μήπως και την ξαναφέρει κοντά. Το μαζί μόνο του. Θα θυμάσαι όπως σε φίλαγα; Θα θυμάται.

ΠΕΡΠΑΤΑΕΙ αργά στο δωμάτιο. Αναγνωρίζει τη φωνή του, είχε ακόμα χροιά.

Βασανιστικά βήματα. Πρέπει να ήταν τότε, στο Ερέχθειον, Κυριακή στο Θησείο. Ηταν τυχαίο που το ξενοδοχείο στην Ακρόπολη είχε το όνομα του μέρους που φιλονίκησαν η Αθηνά και ο Ποσειδώνας για την κυριαρχία της πόλης; Κλάμα. Οσο και να χτυπήσει, δεν θα φυτρώσουν άλλες ελιές. Του είχε δωρίσει ένα κασετόφωνο. Χωρισμός.

Ετσι κι αλλιώς μια μέρα θα χωρίσουμε. Από έρωτα, από θάνατο, από χρόνο. Θα 'θελα, όμως, να χωρίσουμε μαζί. Οχι χώρια(1).

Πέρασαν τόσα χρόνια και το κρατάει ακόμα. Τα κουμπιά του έχουν ξεβάψει από τον ιδρώτα των δακτύλων. Θα θυμάσαι τον τρόπο που αγκαλιαζόμαστε; Θα θυμάται. Ενα τελευταίο φιλί. Αγκάλιασέ με, κρυώνω.

ΓΥΡΙΖΕΙ λίγο την ταινία. Πατάει το play. Ξανά. Δεν μπορούμε να είμαστε μαζί. Πριν μπεις στην Ελευσίνα. Φωτιά. Με ρήμαξες. Σ' αγαπώ. Δεν γίνεται. Θα με πονέσεις;

Πονάει. Τριάντα τρία χρόνια μετά. Η ίδια μαγνητοταινία. Η ίδια φωνή. Η Ελευσίνα κολυμπάει εκτός των πόλεων. Την άφησα κάτω απ' το χαλάκι να αναπνέει καλώδια.

Δίπλα στο ιερό της Δήμητρας, ένας τάφος. Ενα μπουκέτο λουλούδια. Μια κενή θέση στο χώμα. Δίπλα. Μην κρυώνεις.

Ερχομαι.

(1). Νίκος Δήμου.

(2). Το κείμενο της σημερινής νύχτας είναι αφιερωμένο στην παράσταση που έδωσε ο Bob Wilson, στο «Θέατρο πέρα απ' τα όρια», για το έργο του Μπέκετ. Η τελευταία μαγνητοταινία του Κραπ. Και σε κάτι άλλο. Ιερό. Σαν την Ελευσίνα.



ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΟΛΗ ΤΗ ΣΤΗΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=168899

Δεν υπάρχουν σχόλια: