Παρασκευή, 5 Μαρτίου 2010

ΤΟ ΦΩΣ ΠΟΥ ΦΕΥΓΕΙ


ΟΙ ΔΡΟΜΟΙ της πόλης φαίνονταν κάτω απ' το νερό. Τα πατώματά τους είχαν φουσκώσει. Επρεπε να σκάψεις πολύ με τις παλάμες σου, να ξύσεις το κρύο με το μαχαίρι για να βρεις τα μπαρ -τις συνοικίες των λυπημένων. Ολο το φως ήταν άσπρο, τυφλό και γραμμένο: Ενας αρχαίος φυγάς που έλαμπε. Η λογοτεχνία ήταν ταριχευμένη στους τοίχους. Στο σαλόνι τα κεφάλια των ποιητών. Στα υπνοδωμάτια τα σώματα των πεζογράφων. Υπήρχε μια μουσική. Μια υγρασία· χρειαζόταν να κολυμπήσει κανείς αρκετά για να βρει κάποιες σελίδες.

Τα Εξάρχεια ήταν ένα πλωτό σπίτι, ντυμένο στα μαύρα, που ταξίδευε μακριά. Μια σειρά από πινέλα ζωγράφων χρώματος κόκκινου. Παλιά, όταν ο κόσμος ήταν στενός, έπρεπε να μικρύνω για να μπω. Τώρα χρειαζόταν να μεγαλώσω για να χωρέσω.

ΘΕΛΗΣΑ να πάω μαζί τους. Θέλησα αυτό που θέλει κανείς στην αρχή κάποιου πράγματος: Να μπορέσω να το διατηρήσω στη μνήμη μου και μετά. Να συγκρατήσω την εικόνα του που εξείχε από την επιφάνεια της γης. Και φαινόταν. Εγώ, που δεν καταλαβαίνω. Η γυναίκα, που μόνο έφευγε. Και η ζωή. Που στριμωχνόταν στην πόρτα.

ΣΤΗΝ ΕΙΣΟΔΟ και στην έξοδο των γεγονότων, μια χειμωνιάτικη θάλασσα. Αυτό που έχει σημασία είναι η κίνηση. Πώς αντέχει κανείς τους χρόνους της; Πώς διαχειρίζεται τα επιχειρήματά της; Τα κρεμάει πάνω του μ' ένα αλυσιδάκι;

ΜΠΑΙΝΟΝΤΑΣ, αυτό που αντίκρισα ήταν της ψυχής. Βαθύ, με μυρωδιά ιωδίου. Ο σκοτεινός μαγνήτης της τόξευε τα συμμετρικά όπλα του εναντίον μου. Ηταν βαλσαμωμένα πάνω στους ανοιχτούς προορισμούς του προσώπου σου.

Αίφνης, μου επετράπη η κίνηση. Μου ανατέθηκε το μέλλον. Περπάτησα πάνω στη χαρά για να συναντήσω τη λύπη. Το μπλε της άλλαζε συχνά σε κόκκινο· όποτε μέσα της κόχλαζε η χαρά. Είχα δηλώσει τον θάνατο στο διαβατήριό μου. Προστατευόμενο μέλος.

ΑΡΓΟΤΕΡΑ, είδα τον ορίζοντα να γέρνει πάνω απ' την πλατεία, βούλιαξε σαν καράβι. Μετά τα μάτια σου -ένα άσπρο πανί. Πίσω τους χόρευαν οι φιγούρες. Τα ανήλικα όνειρα. Οι άγουρες, αχόρταστες γεύσεις. Κύλησε λίγο φως. Εσταξε στο πάτωμα. Σαν Κυριακή της παιδικής ηλικίας. Το μάζεψα.

Η Μαυρομιχάλη κυμάτισε για ελάχιστα δευτερόλεπτα κάτω απ' το νερό κι έπειτα εξαφανίστηκε. Βυθίστηκε στον εαυτό της. Το πριν σαν να μην ήταν.

Σαν να μην έγινε ποτέ.


ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΟΛΗ ΤΗ ΣΤΗΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=138050

Δεν υπάρχουν σχόλια: