Παρασκευή, 4 Δεκεμβρίου 2009

ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΕΣ ΕΚΔΟΧΕΣ ΤΗΣ ΙΔΙΑΣ ΑΘΩΟΤΗΤΑΣ





Η επαναστατική αθωότητα

Δημήτρης Παπαχρήστος

Γιουχανάν

Εμπειρία Εκδοτική, σ. 212, 18 ευρώ


Ο χαμογελαστός Μήτσος. Ο κόκκινος. Περισσότερο απ' το αίμα, λιγότερο απ' το αλκοόλ. Γνώρισε τη Φαίδρα του στην Εύβοια το 428 π.Χ., του τη σύστησε ο Ευριπίδης. Αδέλφια μου στρατιώτες. Η αριστερά της καρδιάς - η καρδιά είναι πάντα αριστερά. Υπάρχουν ακόμα. Καρδιές, ευρύχωρες. Αριστερά. Ερωτες, από τον καιρό του Πολυτεχνείου. Φοιτητές, τανκς στο προαύλιο. Εθνικός ύμνος. Η πόρτα. Δεν θα μας ρίξετε. Τους έριξαν. Εγώ, εντεκάμιση χρονώ. Εγραφα με το αριστερό και φοβόμουν μη με συλλάβουν. Μετά, μακριά μαλλιά. Οχι Θεοδωράκης, όχι Καραμανλής. Σύμβολο, τα κουρέλια. Τραγουδούν ακόμα. Και οι κλωστές της μνήμης, της Ιστορίας. Κι αυτές κόκκινες. Ενα ταξίδι που αρχίζει από την Κεφαλονιά, σταματάει για λίγο στην Ικαρία και τη Σάμο, περνάει απέναντι στη Μικρά Ασία. Ενα ταξίδι μνήμης. Διασχίζει το Αιγαίο έως τη Μέση Ανατολή. Τρόπος τού λέγειν, Μέση Ανατολή. Η Ανατολή είναι άλλα ονόματα. Πολλά. Εως εκεί που φτάνει το μάτι μας. Εως το Γιουχανάν, ε; Ασε να πάμε πρώτα. Ασε να το βρούμε. Κι ας λαχανιάσουμε: Φυσούσε ο χρυσός της ζωής αέρας. Το πλοίο είχε μπει στο λιμάνι. Η Σάμος, ένας θρύλος, ένα τραγούδι. Ορθια τα βουνά της, κρατούσαν την υπερηφάνεια του αντάρτικου κι ας ήταν μισοκαμένα, όπως ήταν μισοκαμένα και της Ικαρίας. Δεν ήξεραν τη συνέχεια του ταξιδιού τους, τους οδηγούσε η βαθιά επιθυμία να είναι μαζί.

Στο μυθιστόρημα του Παπαχρήστου το στοίχημα είναι ένα: Να βρούμε τον τόπο που δεν υπάρχει, να πάρουμε την ουτοπία στο σπίτι μας. Ψάχνω να βρω ποιος κάνει τον Κοροβέση. Το Γιουχανάν είναι μια αγκαλιά. Του Ιππόλυτου με τη Φαίδρα.

Εκεί είναι βαθιά. Ο ήλιος καίει. Να προσέχεις τα φτερά σου, εντάξει; Το αύριο είναι χθες. Αφού το ξέρεις. Εμείς είμαστε πουλιά. Και τα πουλιά είναι οι ψυχές του Σύμπαντος.

Η κοινωνική αθωότητα

Φώτη
ς Γεωργελές

Νυχτερι
νές πτήσεις

εκδόσεις Κέδρος, σ. 302, 14 ευρώ


Ο Α112. Ο Αρης Σάρτας. Ο Φώτης Γεωργελές. Ολοι αυτοί. Τα edito στην Athen's, για ταξίδια; Παλιές ιστορίες, αποτυπωμένα θαύματα, ιδρώτες. Ο ρεαλισμός τους σε πιάνει απ' τον λαιμό. Σε βουτάει. Και η ιστορία ετοιμάζεται να ξετυλιχτεί. Ετοιμη. Σαν σαΐτα που ακολουθεί τα σημάδια της - διαδρομή προς τα πίσω. Με βόλτες σε πόλεις, σε πρόσωπα, σε γεγονότα. Με έρωτες, μουσικές, διαψεύσεις. Με σημαιάκια απαγορευτικά που εννοούν ότι μεγαλώσαμε. Με απουσίες που αποδεικνύουν αχρησιμοποίητα γεύματα. Με χρόνια που περνούν γεμάτα, σαν σινεμά. Σαν καλοκαίρια. Λέξεις που μυρίζουν καρπούζι. Που κρυφοκοιτάζουν απ' τα στενά το παρόν. Που βγάζουν ανυπόμονα το κεφάλι τους έξω απ' το νερό για να πάρουν ανάσα. Που κόβουν δρόμο μέσα από καλαμιές, για να φτάσουν κατευθείαν στο τέλος. Ανυπόμονες λέξεις. Λέξεις παιδιά.

Η ζωή είναι προ των πυλών. Οχι αυτή, η ψεύτικη. Η άλλη, που κοιτάζει την ανοιχτή βαλίτσα και δεν ξέρει τι πρέπει να βάλει μέσα. Η άλλη που πιστεύει στο ένστικτο. Ερχεται, για να αφήσει τη ζωή εκτός γηπέδου. Για να τη βγάλει απ' το παιχνίδι. Ταξίδια μέσα στην πόλη, ταξίδια εκτός πόλης, ταξίδια έως την άκρη της νύχτας. Ξημερώνει, θα κουραστούμε ποτέ; Τώρα ξεκουράζεται στο μπαλκόνι, βαρέθηκε να αναπνέει μέσα απ' το κλιματιστικό. Βαρέθηκε τις επιγονατίδες, για να μπορεί να μετέχει. Ούτως ή άλλως θα χτυπήσει. Θα απαθανατίσει τον θάνατο - μια ακόμη φορά: Οι συζητήσεις του τέλους των διακοπών. Γιατί πιάσαμε αυτή την κουβέντα; Σε λίγο στα πορτ μπαγκάζ θα' χουμε φορητούς απινιδωτές. Νευρικά γέλια. Το μαγαζί κερνάει σφηνάκια κανάτες σε όλους, τέλος σεζόν. Η μουσική παίζει μέχρι το πρωί. Οταν βγαίνεις έξω ξημερώματα, όταν βλέπεις τον ήλιο να ανατέλλει, έχεις μια αίσθηση σαν να χαίρεσαι που επέζησες άλλη μια μέρα. Αλλο ένα καλοκαίρι. Ενα κορίτσι μεθυσμένο. Πέφτω, ψιθυρίζει, και πέφτει. Στο πάτωμα, χυμένα ποτά. Η θάλασσα έχει λίγο κύμα. Φυσάει.

Η κοσμική αθωότητα


Κωνσταντίνος Τζούμας

Complete unknown

εκδόσεις Καστανιώτη, σ. 595, 22,99 ευρώ


Λεπτός, αυτοβιογραφικός λόγος. Ερωτικός και στέρεος. Απολαυστικός. Με ανισόπεδους κόμβους, σιωπηλά ποτάμια, αναψοκοκκινισμένες πλευρές. Τζαζ σε συνέχειες. Κωνσταντίνος Τζούμας, second part. Μετά τη θάλασσα του Πειραιά, μετά την Καστέλλα και τα καφέ του Κολωνακίου, η Νέα Υόρκη. Τα φώτα, η ανωνυμία, το απίστευτο στυλ τού να ζεις με απίστευτο στυλ. Οι οβιδιακές μεταμορφώσεις. Οι θηλυκές λεπτομέρειες. Τα θεατρικά ντεσού. Τρούμαν Καπότε, Μπιάνκα Τζάγκερ, Γούντι Αλεν, Φέι Ντανάγουεϊ, Γιόκο Ονο. Και άλλοι, πολλοί. Δεν είναι και λίγο πράγμα να τρως και δίπλα σου να τρώνε οι Ρόλινγκ Στόουνς.

Συναντήσεις σε εστιατόρια, σε κρεβάτια, σε λίβινγκ ρουμ. Σε όλους τους τόνους τού σιελ. Λάμποντας από υγεία, από περιέργεια, από αφθονία. Μπορείς να πεθάνεις από ζωή; Μια ευφυΐα σε έκρηξη. Μια αέναη προσμονή. Ομορφιάς. Πώς την είπαμε την τύπισσα;

Ηρθε. Ηταν εκεί μ' ένα κρεμ εφαρμοστό φόρεμα από σατινέ ταφτά. Ακουμπάει στο θολωτό πλέξιγκλας που ξεκινάει απ' το περβάζι του ρουφ γκάρντεν και καταλήγει πίσω απ' τη μεγάλη αχιβάδα, στην πλάτη της ορχήστρας με τα παπαγαλί σακάκια και τα φούξια πουκάμισα. Η τραγουδίστρια με το μαύρο φόρεμα -βαθύ ντεκολτέ μπρος και πίσω, μαλλί σαν λιωμένο χρυσάφι, να χαϊδεύει το λακκάκι των γλουτών - τραγουδάει το «Vita mia» δραματικά. Το εννοεί.

Και η λογοτεχνία. Στις σελίδες τα ρήματα ρημάζουν τις προτάσεις, οι επιθετικοί προσδιορισμοί κάνουν πάρτι, η μνήμη απορεί. Κάνει μια ζέστη. Τα ντεκολτέ εξαντλούνται. Αλλά ας μην το κάνουμε θέμα. Ο Τζούμας γράφει όπως παίζει η Γκρέτα Γκάρμπο. Ή όπως σολάρει ο Κιθ Ρίτσαρντς. Με το ένστικτο του επιζήσαντος. Από έναν πανωλεθρίαμβο.

Η λογοτεχνική αθωότητα


Μιχαήλ
Μήτρας

Μηχανή
αναζήτησης

εκδόσεις Νεφέλη, σ, 213, 15 ευρώ

Σε μια φωτογραφία ο καιρός. Ενδιάμεσα επιπλέουν οι παύλες. Τα κενά διαστήματα Φωτογραφίζουν την αναζήτηση, επισημαίνουν το τραγικό: Αρχισε να βρέχει όταν / Από κάποια απόσταση / Την πρόσεξε για πρώτη φορά / Φωτιζόταν στις λεπτομέρειες / Απλώθηκε μια σιωπή / Τον κοίταξε επίμονα / Χωρίς να δείχνει έκπληξη / Ήταν πάντα ένας καθρέφτης εκεί / Πλησιάζοντας περισσότερο / Τώρα ο αέρας φυσούσε πάνω στο πρόσωπό της / Κίτρινα λουλούδια / Βουλιάζοντας στο πράσινο νερό / Μια αργή είσοδος / Αναζητώντας ο ένας τον άλλον / Τόσες τυχαίες συναντήσεις / Από την εποχή της παιδικής ηλικίας.

Ο Μιχαήλ Μήτρας προσπαθεί να εξαντλήσει τον λόγο. Με κουκκίδες, με ελλειπτικά σχήματα. Πεζοποιήματα που εκλύουν συναίσθημα. Που ερεθίζουν τη φαντασία. Ανυπάκουα και υπαινικτικά. Ο μεταμοντερνισμός του εκπλήσσει. Ολες οι λογοτεχνικές εκδορές βρίσκονται εδώ. Επινοήσεις, κατασκευές, όνειρα. Ιχνη πρωτοπορίας. Λέξεις που αιωρούνται πάνω σε ένα σκοινί. Από κάτω ο γκρεμός. Κι αν πέσουν; Δεν έχει σημασία, οι λέξεις αυτενεργούν. Αφήνουν το τυπογραφικό τους μελάνι και φεύγουν.

Ο συγγραφέας δουλεύει με τα υβρίδια, τα μοτίβα, τα αδιέξοδα. Δημιουργεί και μετά ακυρώνεται. Περιπλανιέται στην άκρη μιας άγνωστης χώρας για να την κάνει γνωστή. Αποκρυπτογραφεί, πειραματίζεται και καθώς γράφει, ακρωτηριάζεται. Φεύγουν κομμάτια. Διασπώνται σε επαναλήψεις, σε γραμμές, σε κοπάδια, ακολουθώντας το όραμα της κάθε σελίδας.

Εντιμος λόγος. Που ξέρει να σωπαίνει. Που ξέρει να χαμηλώνει το βλέμμα. Μπροστά στο μη καταγεγραμμένο. Στο άγνωστο που δεν θα ξεκλειδωθεί ίσως ποτέ.


ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΟΛΟ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ

Δεν υπάρχουν σχόλια: