Δευτέρα, 24 Νοεμβρίου 2008

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ








ΔΕΝ ΞΕΡΩ ΠΟΤΕ ΤΙ ΘΕΜΑ ΕΧΟΥΝ ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΜΟΥ








-Μου αρέσει πολύ ο τίτλος σου. Μεγαλώνουν οι λέξεις;

-Όλα μεγαλώνουν. Διαγράφουν τον κύκλο για τον οποίον προορίζονται, ενηλικιώνονται, μεγαλώνουν και πεθαίνουν. Η ζωή των λέξεων - όσο κι αν φαίνεται πώς αυτές, τουλάχιστον, έχουν ανακαλύψει το μυστικό της αθανασίας- ακολουθεί τη ζωή των ανθρώπων. Όταν τις πρωτογράφεις είναι ακόμα νεαρές, ενθουσιώδεις, ασπρόμαυρες. Αργότερα τυπώνονται και αποκτούν δικαιώματα. Στη προσπάθειά τους να παραμείνουν, γίνονται προιόν μέσα σε ένα έγχρωμο εξώφυλλο. Είναι η συσκευασία τους. Έχουν χάσει πια το τεκμήριο της αθωότητας. Αλλάζοντας χέρια, γερνούν. Τις παίρνει ο εκδότης, ο κριτικός, ο αναγνώστης. Για τον συγγραφέα τους είναι πλέον νεκρές.

-Αυτός όμως δεν είναι ο στόχος τους; Να τυπωθούν;

-Όχι. Όταν γράφονται είναι σκέψεις που σου κρατούν συντροφιά μέσα σ’ ένα άδειο δωμάτιο. Μετά τους περνάνε φωτάκια στο λαιμό και τις βάζουν στις πλατείες για να τις δουν όλοι. Οι λέξεις δεν αντέχουν την πολυκοσμία. Το μόνο που θέλουν είναι να φύγουν απ’ τις σελίδες και να γίνουν ζωή.

-Θα μου πεις τι θέμα έχει το καινούργιο βιβλίο σου;

-Δεν ξέρω ποτέ τι θέμα έχουν τα βιβλία μου. Ξεκινάω να γράφω και κάποτε σταματώ γιατί κουράζομαι. Η ιστορία γράφεται μόνη της, χωρίς συμμέτοχους, παρεμβάσεις, υπαινιγμούς. Μετά την παίρνεις και την κοιτάς. Λες, έγω τα έγραψα όλα αυτά;

-Είναι συλλογή κειμένων που έχουν δημοσιευθεί στο παρελθόν και χωρίζονται σε χρώματα. Το βρίσκω πολύ ευφάνταστο αυτό. Πώς επικοινωνούν μεταξύ τους;

-Όπως επικοινωνούν τα κεφάλαια ενός μυθιστορήματος που του έχεις αφαιρέσει την πλοκή. Εδώ οι ήρωες είναι πραγματικοί, υπάρχουν όλοι, είναι διακριτά πρόσωπα, δεν χρειάζεται να κάνεις κάτι για να τους επινοήσεις. Αυτοί παίρνουν την κατάσταση στα χέρια τους. Ό, τι με απασχόλησε την τελευταία επταετία βρίσκεται μέσα στις σελίδες. Μια μικρή χούντα, εμού του ιδίου. Εγώ είμαι, μ’ ένα φανερό τρόπο, ο κεντρικός χαρακτήρας. Γύρω μου δορυφορούν καταστάσεις, γεγονότα, κρυφές σκέψεις, πλάγιες ματιές, μικρές εξομολογήσεις. Ξανακοιτάζοντας το βιβλίο, έχω ξανά νέα μου.



-Τι δηλώνουν οι χρωματικές ενότητες που είναι χωρισμένο το βιβλίο; Χρησιμοποιείς όλα τα χρώματα του ουράνιου τόξου εκτός του γαλάζιου.

-Την απουσία χρωμάτων από τη ζωή μας. Και απ’ τα κείμενα. Το γαλάζιο λείπει γιατί μας λείπει ο ουρανός.

-Σημαίνει κάτι το ότι αλλάζεις συνέχεια εκδότες;

- Όταν χωρίζουν οι δρόμοι νωρίς, δεν προλαβαίνεις να συνηθίσεις. Οι χωρισμοί πονάνε πολύ. Είναι σαν να έχεις παιδιά από διαφορετικές γυναίκες. Με το νόμο των πιθανοτήτων, κάποιο θα μεγαλώσει σωστά.

-Πιστεύεις ότι υπάρχει Θεός;

-Πιστεύω ότι δεν υπάρχουν άνθρωποι. Εκεί έξω, κάνει πολύ κρύο. Και αναγκαζόμαστε μερικές φορές να τους ζωγραφίζουμε για να μας ζεσταίνουν. Ξυλιάσαμε μόνοι μας. Επιπλέον, ο ρόλος μας είναι να ακούμε προσεκτικά και να κάνουμε ερωτήσεις. Όχι να έχουμε απαντήσεις για όλα.

-Ετοιμάζεις κάτι καινούργιο;

-Μια ποιητική συλλογή που θα κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Μεταίχμιο σε λίγους μήνες. Λέγεται «Δύο μέρη σιωπή, ένα μέρος λέξεις». Είναι ένα βιβλίο πικρό, που πνέει τα λοίσθια. Κάποιος έχει καθαρίσει όλο το φρούτο και έχει μείνει το κουκούτσι. Το γραψα με όλα τα μέλη του σώματός μου. Ένα κομμάτι του εαυτού μου ξεκόλησε οριστικά. Έμεινε εκεί, μέσα στο βιβλίο. Δεν ξέρω αν μπορώ να διεκδικήσω κάποιο ποσοστό αναπηρίας γι αυτό. Πάντως, δεν θέλω άλλο να περπατάω με ένα Π.

-Κάνεις ένα πεζογραφικό, μετά ένα ποιητικό βιβλίο. Γιατί δεν πατάς σ’ ένα συγκεκριμένο είδος; Γιατί δεν μένεις κάπου;

-Γιατί θα βαλτώσω.

-Τι μπορεί να κρατήσει τον σύγχρονο άνθρωπο, να λειτουργήσει σαν ασπίδα προστασίας του;

-Νομίζω, η οικογένεια. Είναι ένας παραμελημένος θεσμός, ένα παλιό κειμήλιο που φυλάμε στο πατάρι μας κι έχει γεμίσει σκόνη. Να το βγάλουμε έξω, να το ξεσκονίσουμε και να του δώσουμε μια νέα θέση, μια νέα ώθηση. Ανήκει στη ζωντανή ιστορία του τόπου μας, στις παραδόσεις μας ως λαού. Είναι πραγματικά περίεργο να λέω κάτι τέτοιο εγώ, αλλά έτσι αισθάνομαι. Πρέπει με κάποιο τρόπο να επαναεφεύρουμε την οικογένεια. Ίσως έτσι μπορέσουμε να επαναεφεύρουμε και την αγάπη.

-All you need is love, δηλαδή.

-Η δεκαετία των Μπήτλς ήταν μια αγνή δεκαετία, παρότι είχε ένα τρομερό πόλεμο. Η αγάπη ήταν ακόμα ψηλά στο Χρηματιστήριο αξιών. Στα χρόνια που ακολούθησαν ο κόσμος άλλαξε δραματικά, το σύνθημα αυτό κουρελιάστηκε, ξέπεσε, πτώχευσε. Οι άνθρωποι δεν είναι πια ίδιοι, η έννοια της αγάπης ταυτίστηκε με την ιδιοτέλεια και το συμφέρον. Χρεωκόπησε.

-Η λογοτεχνία τι λέει για όλα αυτά;

-Τον πόνο της - με τον τρόπο που μπορεί. Όπως ένας άνθρωπος που έχει τρακάρει χωρίς να φταίει και δεν αποζημιώνεται. Η σοβαρή λογοτεχνία ήταν πάντα αυτιστική. Η παρεμβατικότητά της έχει εκμηδενιστεί. Κανείς δεν παίρνει στα σοβαρά τους συγγραφείς. Φταίει και ο πληθωρισμός των προσώπων. Γράφει όποιος θέλει, ότι θέλει, για όποιον θέλει. Εκδίδονται όλοι. Όπως τα συνθήματα στους τοίχους, όπως οι πουτάνες στην οδό Αθηνάς. Τουλάχιστον αυτές πληρώνονται, δεν πληρώνουν…

-Ας κλείσουμε κάπως αισιόδοξα αυτή τη συζήτηση…Τι θα ήθελες να ζητήσεις σήμερα;

-Να εμφανιστεί ξαφνικά το σχολικό κάτω απ’ το σπίτι μου, να κορνάρει για να κατέβω και να πάμε πάλι μια εκδρομή. Έστω, μονοήμερη. Με τα κοντά παντελονάκια μας. Χωρίς καθηγητές και δασκάλες.

(στην Μαρία Καλοπούλου, εφημ.metro – 24/11/2008)



Δεν υπάρχουν σχόλια: