Κυριακή, 18 Σεπτεμβρίου 2011

ΧΝΟΥΔΙ


ΗΤΑΝ τέτοια η εργασία της θάλασσας, κουβάλαγε το νερό στην πλάτη της, ανεξήγητα, ακούραστα, με έναν ακατανόητο ρυθμό, σαν παγκόσμια δεξαμενή ήταν, γυάλιζε κι έμπαινε ένα φως στο κορμί της ανθρώπινο και τη βύζαινε και άστραφτε το τέμπλο της γης από μιαν εμμονή κρυμμένη, σαν να μην έζησε ποτέ αυτή η γη ή να έζησε τη ζωή της μέσα σε ένα διάλειμμα νηστική και δεν πρόλαβε να μ' αγαπήσει, λίγο πριν μ' αγαπήσει τη σκέπασε η θάλασσα, έπεσε πάνω της με έναν θόρυβο αποκρουστικό και δεν υπήρχε χώρος για μένα, γιατί όλα έγιναν νερό, νερό που κολλάει στα ρούχα σου με μανία,

αυτό συμβαίνει γιατί ο κόσμος τιμωρήθηκε να περπατήσει ώς το νερό, ακούγεται άραγε καθόλου αυτή η λεπτή λεηλασία, διεπράχθη αθόρυβα, φριχτά, σαν θάνατος από χνούδι, το ζήτημα είναι ότι τώρα όλα κοιμούνται κάτω απ' το νερό και θέλω να φύγω φωτεινός, θέλω να φύγω με τον θυμό όλων των θυμών που προκάλεσε το γεγονός της νύχτας, λες και η μέρα αρνήθηκε τη συνέχειά της, λες και ό,τι είχε γραφεί πριν ήταν μόνο μια θολή πρόβα που μαράθηκε στον βυθό για να μην αντικρίσουμε ποτέ το πρόσωπό της,

σημασία έχει ότι από δω και στο εξής θα ζούμε με τα φύκια, χωρίς ανθισμένα γράμματα,

μετά με επισκέφτηκε ένας τεράστιος ίσκιος αλύγιστος, μη στενεύεις, έχω μόνο εσένα, του είπα, σε παρακαλώ να φεύγεις ασπρόμαυρος, αυτή η τυφλότητα με το χρώμα σε όλες τις παραλλαγές της λάσπης με μουντζουρώνει, μαρκάρει τη μοίρα μου και την οδηγεί,

νόμισα ότι είδα μετά τον κόσμο, σε ένα μπαρ μνήμης, τα μάτια του ήταν πορτοκαλί βουλιαγμένα χαρτάκια, κάποιος είπε θέλω να σ' αγαπήσω αλλά απομακρύνομαι, βγήκε τότε πάλι εκείνη η γυναίκα που ήταν ο κόσμος και έκλαιγε, ήθελε να αγγίξει τα χείλη μου χωρίς άγγιγμα -οι νεκροί δεν έχουν άγγιγμα- με φίλησε, έξω περίμενε ακόμη η αγέννητη ζωή στολισμένη,

i'm just a dreamer and you are just a dream είπε ο τραγουδιστής Νιλ Γιανγκ, που πήρε τη μοναδική κιθάρα που υπήρχε απ' το νεκροταφείο του ροκ εν ρολ και άρχισε να παίζει το Like a hurricane, δεν ξέρω αν ήταν αληθινός, πάντως απάντησε για λογαριασμό μου,

προς στιγμήν κάτι πήγε να αναγεννηθεί, ένα καπνισμένο κόκκινο, ή ήταν ήλιος; κι εγώ να βλέπω πάνω απ' τη σάρκα του νερού, λες και όλα γεννήθηκαν για να ζήσουν μετά τον θάνατό τους, σαν να ξανάρχιζε η μουσική από ένα βάθος αφανέρωτο και ο αέρας πήρε τον ήχο της και τον σκόρπισε πάνω απ' τη θάλασσα σαν αιτία, όπως γίνεται με τη στάχτη προς τιμήν των νεκρών,

το παλιό που είχε πεθάνει ήταν γιορτή, έμοιαζε με εγκαίνια ζωής, εγκαίνια ανθρώπων,

και τους ειπώθηκε να γίνουν χρυσαφένιοι, στα πρόσωπά τους στέγνωνε μια σφραγίδα, σαν ο βασανισμός που έφευγε.




ΔΕΙΤΕ ΕΔΩ ΤΗ ΣΤΗΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
http://www.enet.gr/?i=issue.el.home&date=17/09/2011&id=309644

1 σχόλιο:

ΜΑΡΙΑ ΧΡΟΝΙΑΡΗ είπε...

"Όταν όλα τελειώνουν το μόνο που χρειάζεται κανείς να κάνει για να βρεθεί απέναντι, είναι να περπατήσει σε υγρασία από χνούδι."