Σάββατο 18 Φεβρουαρίου 2012

ΕΡΩΤΑΣ ΣΤΑ ΧΙΟΝΙΑ



Το ντύσιμο της τόσον βραχύ και τόσον εντέχνως διπλωμένο ώστε ήτο ως να μην το εφόρει

Καρδιὰ τοῦ χειμῶνος. Χριστούγεννα, Ἅις−Βασίλης, Φῶτα.

Καὶ αὐτὸς ἐσηκώνετο τὸ πρωί, ἔρριπτεν εἰς τοὺς ὤμους τὴν παλιὰν πατατούκαν του, τὸ μόνον ροῦχον ὁποὺ ἐσώζετο ἀκόμη ἀπὸ τοὺς πρὸ τῆς εὐτυχίας του χρόνους, καὶ κατήρχετο εἰς τὴν παραθαλάσσιον ἀγοράν, μορμυρίζων, ἐνῷ κατέβαινεν ἀπὸ τὸ παλαιὸν μισογκρεμισμένον σπίτι, μὲ τρόπον ὥστε να τὸν ἀκούῃ ἡ γειτόνισσα:

− Σεβτὰς εἶν' αὐτός, δὲν εἶναι τσορβάς …· ἔρωντας εἶναι, δὲν εἶναι γέρωντας.

Τὸ ἔλεγε τόσον συχνά, ὥστε ὅλες οἱ γειτονοποῦλες ὁποὺ τὸν ἤκουαν τοῦ τὸ ἐκόλλησαν τέλος ὡς παρατσούκλι: «Ὁ μπαρμπα−Γιαννιὸς ὁ Ἔρωντας».

Διότι δὲν ἦτο πλέον νέος, οὔτε εὔμορφος, οὔτε ἄσπρα εἶχεν. Ὅλα αὐτὰ τὰ εἶχε φθείρει πρὸ χρόνων πολλῶν, μαζὶ μὲ τὸ καράβι, εἰς τὴν θάλασσαν, εἰς τὴν Μασσαλίαν.

Εἶχεν ἀρχίσει τὸ στάδιόν του μὲ αὐτὴν τὴν πατατούκαν, ὅταν ἐπρωτομπαρκάρησε ναύτης εἰς τὴν βομβάρδαν τοῦ ἐξαδέλφου του. Εἶχεν ἀποκτήσει, ἀπὸ τὰ μερδικά του ὅσα ἐλάμβανεν ἀπὸ τὰ ταξίδια, μετοχὴν ἐπὶ τοῦ πλοίου, εἶτα εἶχεν ἀποκτήσει πλοῖον ἰδικόν του, καὶ εἶχε κάμει καλὰ ταξίδια. Εἶχε φορέσει ἀγγλικὲς τσόχες, βελούδινα γελέκα, ψηλὰ καπέλα, εἶχε κρεμάσει καδένες χρυσὲς μὲ ὡρολόγια, εἶχεν ἀποκτήσει χρήματα· ἀλλὰ τὰ ἔφαγεν ὅλα ἐγκαίρως μὲ τὰς Φρύνας εἰς τὴν Μασσαλίαν, καὶ ἄλλο δὲν τοῦ ἔμεινεν εἰμὴ ἡ παλιὰ πατατούκα, τὴν ὁποίαν ἐφόρει πεταχτὴν ἐπ' ὤμων, ἐνῷ κατέβαινε τὸ πρωὶ εἰς τὴν παραλίαν, διὰ νὰ μπαρκάρῃ σύντροφος μὲ καμμίαν βρατσέραν εἰς μικρὸν ναῦλον, ἢ διὰ νὰ πάγῃ μὲ ξένην βάρκαν νὰ βγάλῃ κανένα χταπόδι ἐντὸς τοῦ λιμένος.

Κανένα δὲν εἶχεν εἰς τὸν κόσμον, ἦτον ἔρημος. Εἶχε νυμφευθῆ, καὶ εἶχε χηρεύσει, εἶχεν ἀποκτήσει τέκνον, καὶ εἶχεν ἀτεκνωθῆ.

Καὶ ἀργὰ τὸ βράδυ, τὴν νύκτα, τὰ μεσάνυκτα, ἀφοῦ ἔπινεν ὀλίγα ποτήρια διὰ νὰ ξεχάσῃ ἢ διὰ νὰ ζεσταθῇ, ἐπανήρχετο εἰς τὸ παλιόσπιτο τὸ μισογκρεμισμένον, ἐκχύνων εἰς τραγούδια τὸν πόνον του:

Σοκάκι μου μακρὺ−στενό, μὲ τὴν κατεβασιά σου,
κάμε κ' ἐμένα γείτονα μὲ τὴν γειτόνισσά σου.

Ἄλλοτε παραπονούμενος εὐθύμως:

Γειτόνισσα, γειτόνισσα, πολυλογοὺ καὶ ψεύτρα,
δὲν εἶπες μιὰ φορὰ κ' ἐσύ, Γιαννιό μου ἔλα μέσα.

Χειμὼν βαρύς, ἐπὶ ἡμέρας ὁ οὐρανὸς κλειστός. Ἐπάνω εἰς τὰ βουνὰ χιόνες, κάτω εἰς τὸν κάμπον χιονόνερον. Ἡ πρωία ἐνθύμιζε τὸ δημῶδες:

Βρέχει, βρέχει καὶ χιονίζει,
κι ὁ παπὰς χειρομυλίζει.

Δὲν ἐχειρομύλιζεν ὁ παπάς, ἐχειρομύλιζεν ἡ γειτόνισσα, ἡ πολυλογοὺ καὶ ψεύτρα, τοῦ ᾄσματος τοῦ μπαρμπα−Γιαννιοῦ. Διότι τοιοῦτον πρᾶγμα ἦτο· μυλωνοὺ ἐργαζομένη μὲ τὴν χεῖρα, γυρίζουσα τὸν χειρόμυλον. Σημειώσατε ὅτι, τὸν καιρὸν ἐκεῖνον, τὸ ἀρχοντολόγι τοῦ τόπου τὸ εἶχεν εἰς κακόν του νὰ φάγῃ ψωμὶ ζυμωμένον μὲ ἄλευρον ἀπὸ νερόμυλον ἢ ἀνεμόμυλον, κ' ἐπροτίμα τὸ διὰ χειρομύλου ἀλεσμένον.

Καὶ εἶχε πελατείαν μεγάλην, ἡ Πολυλογού. Ἐγυάλιζεν, εἶχε μάτια μεγάλα, εἶχε βερνίκι εἰς τὰ μάγουλά της. Εἶχεν ἕνα ἄνδρα, τέσσαρα παιδιά, κ' ἕνα γαϊδουράκι μικρὸν διὰ νὰ κουβαλᾷ τὰ ἀλέσματα. Ὅλα τὰ ἀγαποῦσε, τὸν ἄνδρα της, τὰ παιδιὰ της, τὸ γαϊδουράκι της. Μόνον τὸν μπαρμπα−Γιαννιὸν δὲν ἀγαποῦσε.

Ποῖος νὰ τὸν ἀγαπήσῃ αὐτόν; Ἦτο ἔρημος εἰς τὸν κόσμον.

Καὶ εἶχε πέσει εἰς τὸν ἔρωτα, μὲ τὴν γειτόνισσαν τὴν Πολυλογού, διὰ νὰ ξεχάσῃ τὸ καράβι του, τὰς Λαΐδας τῆς Μασσαλίας, τὴν θάλασσαν καὶ τὰ κύματά της, τὰ βάσανά του, τὰς ἀσωτίας του, τὴν γυναῖκά του, τὸ παιδί του. Καὶ εἶχε πέσει εἰς τὸ κρασὶ διὰ νὰ ξεχάσῃ τὴν γειτόνισσαν.

Συχνὰ ὅταν ἐπανήρχετο τὸ βράδυ, νύκτα, μεσάνυκτα, καὶ ἡ σκιά του, μακρά, ὑψηλή, λιγνή, μὲ τὴν πατατούκαν φεύγουσαν καὶ γλιστροῦσαν ἀπὸ τοὺς ὤμους του, προέκυπτεν εἰς τὸν μακρόν, στενὸν δρομίσκον, καὶ αἱ νιφάδες, μυῖαι λευκαί, τολύπαι βάμβακος, ἐφέροντο στροβιληδὸν εἰς τὸν ἀέρα, καὶ ἔπιπτον εἰς τὴν γῆν, καὶ ἔβλεπε τὸ βουνὸν ν' ἀσπρίζῃ εἰς τὸ σκότος, ἔβλεπε τὸ παράθυρον τῆς γειτόνισσας κλειστόν, βωβόν, καὶ τὸν φεγγίτην νὰ λάμπῃ θαμβά, θολά, καὶ ἤκουε τὸν χειρόμυλον νὰ τρίζῃ ἀκόμη, καὶ ὁ χειρόμυλος ἔπαυε, καὶ ἤκουε τὴν γλῶσσάν της ν' ἀλέθῃ, κ' ἐνθυμεῖτο τὸν ἄνδρα της, τὰ παιδιά της, τὸ γαϊδουράκι της, ὁποὺ αὐτὴ ὅλα τὰ ἀγαποῦσε, ἐνῷ αὐτὸν δὲν ἐγύριζε μάτι νὰ τὸν ἰδῇ, ἐκαπνίζετο, ὅπως τὸ μελίσσι, ἐσφλομώνετο, ὅπως τὸ χταπόδι, καὶ παρεδίδετο εἰς σκέψεις φιλοσοφικὰς καὶ εἰς ποητικὰς εἰκόνας.

− Νὰ εἶχεν ὁ ἔρωτας σαΐτες!… νὰ εἶχε βρόχια… νὰ εἶχε φωτιές… Νὰ τρυποῦσε μὲ τὶς σαΐτες του τὰ παραθύρια… νὰ ζέσταινε τὶς καρδιές… νὰ ἔστηνε τὰ βρόχια του ἀπάνω στὰ χιόνια… Ἕνας γερο−Φερετζέλης πιάνει μὲ τὶς θηλιές του χιλιάδες κοτσύφια.

Ἐφαντάζετο τὸν ἔρωτα ὡς ἕνα εἶδος γερο−Φερετζέλη, ὅστις νὰ διημερεύῃ πέραν εἰς τὸν ὑψηλόν, πευκόσκιον λόφον, καὶ ν' ἀσχολῆται εἰς τὸ νὰ στήνῃ βρόχια ἐπάνω εἰς τὰ χιόνια, διὰ νὰ συλλάβῃ τὶς ἀθῷες καρδιές, ὡς μισοπαγωμένα κοσσύφια, τὰ ὁποῖα ψάχνουν εἰς μάτην, διὰ ν' ἀνακαλύψουν τελευταίαν τινὰ χαμάδα μείνασαν εἰς τὸν ἐλαιῶνα. Ἐξέλιπον οἱ μικροὶ μακρυλοὶ καρποὶ ἀπὸ τὰς εὐώδεις μυρσίνας εἰς τῆς Μαμοῦς τὸ ρέμα, καὶ τώρα τὰ κοσσυφάκια τὰ λάλα μὲ τὸ ἀμαυρὸν πτέρωμα, οἱ κηρομύται οἱ γλυκεῖς καὶ οἱ κίχλαι αἱ εὔθυμοι πίπτουσι θύματα τῆς θηλιᾶς τοῦ γερο−Φερετζέλη.

Τὴν ἄλλην βραδιὰν ἐπανήρχετο, ὄχι πολὺ οἰνοβαρής, ἔρριπτε βλέμμα εἰς τὰ παράθυρα τῆς Πολυλογοῦς, ὕψωνε τοὺς ὤμους, κ' ἐμορμύριζεν:

− Ἕνας Θεὸς θὰ μᾶς κρίνῃ… κ' ἕνας θάνατος θὰ μᾶς ξεχωρίσῃ. Καὶ εἶτα μετὰ στεναγμοῦ προσέθετε:

− Κ' ἕνα κοιμητήρι θὰ μᾶς σμίξῃ.

Ἀλλὰ δὲν ἠμποροῦσε, πρὶν ἀπέλθη νὰ κοιμηθῇ, νὰ μὴν ὑποψάλῃ τὸ σύνηθες ᾆσμά του:

Σοκάκι μου μακρὺ−στενό, μὲ τὴν κατεβασιά σου,
κάμε κ' ἐμένα γείτονα μὲ τὴν γειτόνισσά σου.

Τὴν ἄλλην βραδιάν, ἡ χιὼν εἶχε στρωθῆ σινδών, εἰς ὅλον τὸν μακρὸν, στενὸν δρομίσκον.

− Ἄσπρο σινδόνι… νὰ μᾶς ἀσπρίσῃ ὅλους στὸ μάτι τοῦ Θεοῦ… ν' ἀσπρίσουν τὰ σωθικά μας… νὰ μὴν ἔχουμε κακὴ καρδιὰ μέσα μας.

Ἐφαντάζετο ἀμυδρῶς μίαν εἰκόνα, μίαν ὀπτασίαν, ἓν ξυπνητὸν ὄνειρον. Ὡσὰν ἡ χιὼν νὰ ἰσοπεδώσῃ καὶ ν' ἀσπρίσῃ ὅλα τὰ πράγματα, ὅλας τὰς ἁμαρτίας, ὅλα τὰ περασμένα: Τὸ καράβι, τὴν θάλασσαν, τὰ ψηλὰ καπέλα, τὰ ὡρολόγια, τὰς ἁλύσεις τὰς χρυσᾶς καὶ τὰς ἁλύσεις τὰς σιδηρᾶς, τὰς πόρνας τῆς Μασσαλίας, τὴν ἀσωτίαν, τὴν δυστυχίαν, τὰ ναυάγια, νὰ τὰ σκεπάσῃ, νὰ τὰ ἐξαγνίσῃ, νὰ τὰ σαβανώσῃ, διὰ νὰ μὴ παρασταθοῦν ὅλα γυμνὰ καὶ τετραχηλισμένα, καὶ ὡς ἐξ ὀργίων καὶ φραγκικῶν χορῶν ἐξερχόμενα, εἰς τὸ ὄμμα τοῦ Κριτοῦ, τοῦ Παλαιοῦ Ἡμερῶν, τοῦ Τρισαγίου. Ν' ἀσπρίσῃ καὶ νὰ σαβανώσῃ τὸν δρομίσκον τὸν μακρὸν καὶ τὸν στενὸν μὲ τὴν κατεβασιάν του καὶ μὲ τὴν δυσωδίαν του, καὶ τὸν οἰκίσκον τὸν παλαιὸν καὶ καταρρέοντα, καὶ τὴν πατατούκαν τὴν λερὴν καὶ κουρελιασμένην: Νὰ σαβανώσῃ καὶ νὰ σκεπάσῃ τὴν γειτόνισσαν τὴν πολυλογοὺ καὶ ψεύτραν, καὶ τὸν χειρόμυλόν της, καὶ τὴν φιλοφροσύνην της, τὴν ψευτοπολιτικήν της, τὴν φλυαρίαν της, καὶ τὸ γυάλισμά της, τὸ βερνίκι καὶ τὸ κοκκινάδι της, καὶ τὸ χαμόγελόν της, καὶ τὸν ἄνδρα της, τὰ παιδιά της καὶ τὸ γαϊδουράκι της: Ὅλα, ὅλα νὰ τὰ καλύψῃ, νὰ τὰ ἀσπρίσῃ, νὰ τὰ ἁγνίσῃ!

Τὴν ἄλλην βραδιάν, τὴν τελευταίαν, νύκτα, μεσάνυκτα, ἐπανῆλθε μεθυσμένος πλειότερον παράποτε.

Δὲν ἔστεκε πλέον εἰς τὰ πόδια του, δὲν ἐκινεῖτο οὐδ' ἀνέπνεε πλέον.

Χειμὼν βαρύς, οἰκία καταρρέουσα, καρδία ρημασμένη. Μοναξία, ἀνία, κόσμος βαρύς, κακός, ἀνάλγητος. Ὑγεία κατεστραμμένη. Σῶμα βασανισμένον, φθαρμένον, σωθικὰ λυωμένα. Δὲν ἠμποροῦσε πλέον νὰ ζήσῃ, νὰ αἰσθανθῇ, νὰ χαρῇ. Δὲν ἠμποροῦσε νὰ εὕρῃ παρηγορίαν, νὰ ζεσταθῇ. Ἔπιε διὰ νὰ σταθῇ, ἔπιε διὰ νὰ πατήσῃ, ἔπιε διὰ νὰ γλιστρήσῃ. Δὲν ἐπάτει πλέον ἀσφαλῶς τὸ ἔδαφος.

Ηὗρε τὸν δρόμον, τὸν ἀνεγνώρισεν. Ἐπιάσθη ἀπὸ τὸ ἀγκωνάρι. Ἐκλονήθη. Ἀκούμβησε τὶς πλάτες, ἐστύλωσε τὰ πόδια. Ἐμορμύρισε:

− Νὰ εἶχαν οἱ φωτιὲς ἔρωτα!… Νὰ εἶχαν οἱ θηλιὲς χιόνια…

Δὲν ἠμποροῦσε πλέον νὰ σχηματίσῃ λογικὴν πρότασιν. Συνέχεε λέξεις καὶ ἐννοίας.

Πάλιν ἐκλονήθη. Ἐπιάσθη ἀπὸ τὸν παραστάτην μιᾶς θύρας. Κατὰ λάθος ἤγγισε τὸ ρόπτρον. Τὸ ρόπτρον ἤχησε δυνατά.

− Ποιὸς εἶναι;

Ἦτο ἡ θύρα τῆς Πολυλογοῦς, τῆς γειτόνισσας. Εὐλογοφανῶς θὰ ἠδύνατό τις νὰ τοῦ ἀποδώσῃ πρόθεσιν ὅτι ἐπεχείρει ν' ἀναβῇ, καλῶς ἢ κακῶς, εἰς τὴν οἰκίαν της. Πῶς ὄχι;

Ἐπάνω ἐκινοῦντο φῶτα καὶ ἄνθρωποι. Ἴσως ἐγίνοντο ἑτοιμασίαι. Χριστούγεννα, Ἅις−Βασίλης, Φῶτα, παραμοναί. Καρδιὰ τοῦ χειμῶνος.

− Ποιὸς εἶναι; εἶπε πάλιν ἡ φωνή.

Τὸ παράθυρον ἔτριξεν. Ὁ μπαρμπα−Γιαννιὸς ἦτο ἀκριβῶς ὑπὸ τὸν ἐξώστην, ἀόρατος ἄνωθεν. Δὲν εἶναι τίποτε. Τὸ παράθυρον ἐκλείσθη σπασμωδικῶς. Μίαν στιγμὴν ἂς ἀργοποροῦσε!

Ὁ μπαρμπα−Γιαννιὸς ἐστηρίζετο ὄρθιος εἰς τὸν παραστάτην. Ἐδοκίμασε νὰ εἴπῃ τὸ τραγούδι του, ἀλλ' εἰς τὸ πνεῦμά του τὸ ὑποβρύχιον, τοῦ ἤρχοντο ὡς ναυάγια αἱ λέξεις:

«Γειτόνισσα πολυλογού, μακρὺ−στενὸ σοκάκι!…»

Μόλις ἤρθρωσε τὰς λέξεις, καὶ σχεδὸν δὲν ἠκούσθησαν. Ἐχάθησαν εἰς τὸν βόμβον τοῦ ἀνέμου καὶ εἰς τὸν στρόβιλον τῆς χιόνος.

− Καὶ ἐγὼ σοκάκι εἶμαι, ἐμορμύρισε… ζωντανὸ σοκάκι.

Ἐξεπιάσθη ἀπὸ τὴν λαβήν του. Ἐκλονήθη, ἐσαρρίσθη, ἔκλινε καὶ ἔπεσεν. Ἐξηπλώθη ἐπὶ τῆς χιόνος, καὶ κατέλαβε μὲ τὸ μακρόν του ἀνάστημα ὅλον τὸ πλάτος τοῦ μακροῦ στενοῦ δρομίσκου.

Ἅπαξ ἐδοκίμασε νὰ σηκωθῇ, καὶ εἶτα ἐναρκώθη. Εὕρισκε φρικώδη ζέστην εἰς τὴν χιόνα.

«Εἶχαν οἱ φωτιὲς ἔρωτα!… Εἶχαν οἱ θηλιὲς χιόνια!»

Καὶ τὸ παράθυρον πρὸ μιᾶς στιγμῆς εἶχε κλεισθῆ. Καὶ ἂν μίαν μόνον στιγμὴν ἠργοπόρει, ὁ σύζυγος τῆς Πολυλογοῦς θὰ ἔβλεπε τὸν ἄνθρωπον νὰ πέσῃ ἐπὶ τῆς χιόνος.

Πλὴν δὲν τὸν εἶδεν οὔτε αὐτὸς οὔτε κανεὶς ἄλλος. Κ' ἐπάνω εἰς τὴν χιόνα ἔπεσε χιών. Καὶ ἡ χιὼν ἐστοιβάχθη, ἐσωρεύθη δύο πιθαμάς, ἐκορυφώθη. Καὶ ἡ χιὼν ἔγινε σινδών, σάβανον.

Καὶ ὁ μπαρμπα−Γιαννιὸς ἄσπρισεν ὅλος, κ' ἐκοιμήθη ὑπὸ τὴν χιόνα, διὰ νὰ μὴ παρασταθῇ γυμνὸς καὶ τετραχηλισμένος, αὐτὸς καὶ ἡ ζωή του καὶ αἱ πράξεις του, ἐνώπιον τοῦ Κριτοῦ, τοῦ Παλαιοῦ Ἡμερῶν, τοῦ Τρισαγίου.

(1896)

http://www.pyxida.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=3897:---l--r--&catid=81:2010-01-18-15-49-01&Itemid=317

Πέμπτη 16 Φεβρουαρίου 2012

ΑΥΤΟΚΤΟΝΙΑ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΟΝ ΚΑΘΡΕΦΤΗ





όταν τελειώσει
ο ρωμαϊκός θρίαμβος του ήλιου
πάνω στα παλαιά τείχη
κι η θάλασσα πέραν πάσης ελευσίνος
πάρει να σκοτεινιάζει
θα σύρουμε τις σιωπές μας στη φιλόξενη αμμουδιά
-κάθε κόκκος μια μικρή ψηφίδα νύχτας-
περιμένοντας

περιμένοντας να περάσει η λιτανεία
μπροστά ο ποιητής-στρατιώτης
sanctus sanctus
με το μαστίγιο και το καρότο
θα ρυθμίζει την άνοδο των μυρίων
νεκρών

μη με ρωτάτε ξανά
ποια η γενιά και ποια η πατρίδα τους
σας έχω παραδώσει προ πολλού τους καταλόγους
σβήνοντας μόνο τ’ όνομά μου


Βασίλης Πολύζος

από Το ταξίδι του Αιμίλιου στην Έρημη Χώρα
εκδ. Εριφύλη 2008

Τρίτη 14 Φεβρουαρίου 2012

ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΑΤΩΜΕΝΗ ΚΥΡΙΑΚΗ












ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΕΝΟΣ ΜΙΚΡΟΥ ΚΑΙ ΑΝΕΥΘΥΝΟΥ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ
Η ΜΕΓΑΛΗ ΠΟΛΗ ΤΗΣ ΝΤΡΟΠΗΣ
ΟΙ ΤΥΦΛΟΙ ΝΑΝΟΙ ΤΟΥ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΟΥ ΤΙΠΟΤΑ

Η ΜΕΓΑΛΗ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΗΤΑΝ ΜΕΣΑ ΜΑΣ
ΤΩΡΑ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΔΙΠΛΑ ΜΑΣ
ΑΚΟΥΜΠΑΕΙ ΠΑΝΩ ΜΑΣ
ΣΤΗΡΙΖΕΤΑΙ

ΤΗΝ ΒΛΕΠΟΥΜΕ
ΝΑ ΔΙΑΣΧΙΖΕΙ ΤΗ ΣΤΑΔΙΟΥ
ΚΡΑΤΩΝΤΑΣ ΜΑΝΤΗΛΙ
ΚΟΥΚΟΥΛΑ ΣΤΟ ΜΕΛΛΟΝ

ΣΑΚΟΥΛΑ
ΓΙΑ ΝΑ ΦΥΛΑΜΕ
ΤΙΣ ΝΕΚΡΕΣ ΠΕΤΑΛΟΥΔΕΣ

Σ.Σ.


Δευτέρα 13 Φεβρουαρίου 2012

ΝΕΑ ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΤΗΣ ΒΑΡΚΙΖΑΣ;



Έχουν περάσει 67 χρόνια από την 12η Φεβρουαρίου του 1945, οπότε και υπογράφηκε η συμφωνία της Βάρκιζας.

Δηλαδή η αποδοχή από το ΚΚΕ της ήττας των Δεκεμβριανών και η προσπάθεια, με τον αφοπλισμό του ΕΛΑΣ, να μπει η Ελλάδα σε ομαλή δημοκρατική πορεία.
Η συμφωνία σαν σκέψη δεν ήταν καταρχήν κακή. Όλοι τον εμφύλιο ήθελαν να αποφύγουν.
Μόνο που την ώρα που υπέγραφαν , όλοι σχεδόν κι από τις δυο πλευρές ενεργούσαν ώστε να μην εφαρμοστεί. Ίσα ίσα χρόνο θέλανε να κερδίσουν.
Η διγλωσσία του ΚΚΕ, κι ας κυνήγησε τον Άρη, το ξαμόλλημα από την άλλη των παρακρατικών σκυλιών στην επαρχία , όπου ονομάσθηκαν εθνοφρουροί και έβαλαν , αυτοί οι γερμανοτσολιάδες, σε παρανομία τους πατριώτες και την εθνική αντίσταση έκανε τον εμφύλιο σχεδόν αναπόφευκτο.
Ο κόσμος τότε τέλειωνε τον Β παγκόσμιο πόλεμο και άρχιζε τον μεταπολεμικό του διχασμό.
Στην καμπή της μετάβασης, στην σύγχυση της περιόδου, κάναμε εμφύλιο.
Έτσι πριν καλά καλά τελειώσει ο πόλεμος η Ευρώπη έμαθε, κοιτώντας την Ελληνική δυστυχία, με ποιον τρόπο δεν πρέπει να χωρισθεί.

Το είχαμε καταφέρει ακόμη δυο φορές όταν ο κόσμος τραντάχθηκε.
Στο τέλος της πρώτης παγκοσμιοποίησης, όπου την πτώχευση ακολούθησε ο πόλεμος του 97, και με τη Μικρασιατική καταστροφή, στην αλλαγή του χάρτη της Ευρώπης μετά τον Α παγκόσμιο πόλεμο.

Σήμερα, ο κόσμος πάλι γυρίζει. Η μετατόπιση του ενδιαφέροντος, όχι μόνο οικονομικού, προς Ανατολή με την ανάδυση της Κίνας, αλλά και η αυξανόμενη δύναμη της Ρωσίας ζητούν από Αμερική και Ευρώπη, νέες ρητές, καθαρές κατευθύνσεις.
Η συστημικότητα που δημιουργεί η παγκοσμιοποίηση κάνει τους αδύναμους κρίκους του κάθε δικτύου να προβάλλουν μεγεθυντικά, σαν στρατηγικά σημεία, από τα οποία εξαρτάται η παγκόσμια ισορροπία.
Έτσι η Ελλάδα, αδύναμος κρίκος μιας αργής Ευρώπης , όταν ο κόσμος των αγορών απαιτεί ηλεκτρονικές ταχύτητες, ανεβαίνει πάλι στο μάτι του κυκλώνα.
Ούτε η Ευρώπη το ήξερε. Οι ανύπαρκτες αντιδράσεις της το 2008 στην κρίση, μετά στις αρχές του 2009 με τον ανεκδιήγητο Αλμούνια, που σχεδόν εξυμνούσε τα «κατορθώματα μας» στην οικονομία, αργότερα με την φτηνή τιμωρητική αντίληψη Μέρκελ , περί τοπικού θέματος των τεμπέληδων Ελλήνων έδειξαν το πόσο ανέτοιμη ήταν η Ευρωπαική Ένωση για την κρίση.
Οι απαντήσεις που σήμερα δίνουν, αν και πλέον γνωρίζουν, εξακολουθούν να είναι μικρής ισχύος, γιατί αλληλοεξουδετερώνονται από αντίρροπες δυνάμεις. Η Γερμανία δεν έχει ξεκαθαρίσει αν θα πάει με την Αμερική ή τη Ρωσία, η Γαλλία μικραίνει και φοβάται, η Αγγλία κινείται μεταξύ Αμερικής κι Ευρώπης.

Η Ελλάδα πληρώνει την Ευρωπαική ανετοιμότητα και η Ευρώπη πληρώνει την Ελληνική ανευθυνότητα.
Η αναθεματισμένη τρόικα και οι ψεύτες Έλληνες, είναι απλά τα μιντιακά κατασκευάσματα θυμού της κάθε πλευράς.


Έτσι κάπως, τη μέρα της Βάρκιζας φθάνουμε στην ψήφιση του μνημονίου.
Πρώτη , καταθλιπτική διαπίστωση, είναι πως καταφέραμε, όπως και τόσες άλλες φορές στο παρελθόν, να παράγουμε ένα δίλημμα όχι θετικά συγκρουσιακό αλλά βαθιά διχαστικό.
Θυσία ή χρεοκοπία, Ευρώπη ή χάος λένε οι μεν.
Καλύτερα μιας ώρας ελεύθερη «δραχμή», παρά 20 χρόνια χωρίς ανταμοιβή τραγουδάνε οι δε στις διαδηλώσεις .

Σήμερα το βράδυ, στην επέτειο της Βάρκιζας το μνημόνιο θα ψηφισθεί, αλλά αν η σκληρή επιλογή του δεν γίνει απόφαση πορείας και πολιτικής, δεν θα εφαρμοσθεί.
Εφαρμογή σημαίνει απόφαση και συμμόρφωση.
Αν η υπογραφή είναι μόνο και μόνο για να κερδίσουμε χρόνο, απλά θα χρεοκοπήσουμε λίγους μήνες αργότερα. Και χειρότερα.
Όπως έγινε με τη Βάρκιζα και τον εμφύλιο. Όπως έγινε με το Σώμα το 22. Που τα παράλια υπογράψαμε ότι επόπτευε και στο Σαγγάριο βρέθηκε.
Η χρεοκοπία που η σημερινή ψήφιση θέλει να αποφύγει δεν θα αποτραπεί.
Για να το εφαρμόσουμε χρειάζεται σχέδιο.
Όπου περιλαμβάνονται μεταβολές και διορθώσεις.
Γιατί εφαρμογή χωρίς τροποποίηση δεν νοείται.
Εξάλλου εκεί κρίνεται η πολιτική. Όχι τόσο στη χάραξη της γραμμής αλλά κυρίως στην εφαρμογή της.
Και εδώ, στην απόφαση εφαρμογής , που σημαίνει σχεδιασμό, διαπραγμάτευση, δράση, διόρθωση, ο ρόλος του κομματικού συστήματος, αν δεν θέλουμε και πάλι να επαναλάβουμε τραγικά την ιστορία μας, μένει να επιβεβαιωθεί.

Η Ν.Δ. το 2004-2009 πέρασε από την αναθεώρηση του χρέους στην «θωρακισμένη απέναντι στην παγκόσμια κρίση» Ελλάδα και μετά «πήγε Ραφήνα».
Ο Α. Σαμαράς, συνέχισε άφρονα την παράδοση μιας «ρηχής» Δεξιάς, με τον αλυτρωτισμό της επαναδιαπραγμάτευσης και τα αστεία του μηδενικού ελλείμματος .
Η στροφή του όμως από τον Νοέμβριο και μετά ολοκληρώθηκε χθες, όπου έδειξε να λειτουργεί σαν πατριωτική δύναμη που παίρνει την ευθύνη της ιστορίας και του ιδρυτή της.
Το «ανήκουμε στη Δύση» του Καραμανλή έγινε «μένουμε Ευρώπη» του Σαμαρά.
Μένει να αποδείξει και με όρους διακυβέρνησης πως αυτό που λέει το εννοεί.
Και κυρίως ότι ξέρει , έχει σχέδιο για το πώς θα το κάνει.
Δικό του σχέδιο, όχι απλές αντιδράσεις στην «κακή» τρόικα ούτε παράδοξα κατασκευάσματα των συμβούλων του.

Το ΠΑΣΟΚ της διετίας, διέγραψε τον Σημίτη και την οκταετία του που είχε καταλήξει με γενικευμένη κατακραυγή.
Κινήθηκε από τα «λεφτά υπάρχουν» μέχρι το «μαζί τα φάγαμε». Κι έχασε όχι μόνο χρόνο αλλά και την ικανότητα να σχεδιάσει ώστε να διαπραγματευθεί και να δράσει.
Μεγάλη ταλάντωση και ταλάντευση αυτής της δίπτυχης προσωπικότητας του Γ. Παπανδρέου, που προσπαθούσε να είναι και ιδιοκτήτης νεοκλασικού Παπανδρέου και ένοικος μίνιμαλ Γιώργος .
Τόλμησε άκαιρα, έδρασε αντιφατικά, κυβέρνησε αποκαρδιωτικά.
Έκφραζε ταυτόχρονα το βαθύ ΠΑΣΟΚ και την μεταμοντέρνα κοινωνικότητα την ώρα που ή κρίση επέβαλλε το ανάποδο: να διαλύσει το πρώτο και να συγκροτήσει αξιακά την συντήρηση, αφήνοντας γι αργότερα τα χασίσια.
Ιδανικός αυτόχειρ, με λάθος προτεραιότητες, ακύρωνε συστηματικά τις δικές του προσπάθειες και ξόδεψε, στέγνωσε όσο προσωπικό του αλλά και εθνικό κεφάλαιο αξιοπιστίας υπήρχε.
Κατέρρευσε διχασμένα, όπως κυβέρνησε: με την ρετσινιά του ανεύθυνου αφού συνδύασε τον σουρεαλισμό της πρότασης του δημοψηφίσματος με την υποψηφιότητα του «κηπουρού» Πετσάλνικου.

Σήμερα όλοι οικτίρουν τον καπνεργάτη- ηγέτη του ΚΚΕ τρομάρα του- Σιάντο, που το 1944 περήφανος δήλωνε βγαίνοντας από τη Μ. Βρετανία στο Σύνταγμα, πως έτριψε πριν τα Δεκεμβριανά στη μούρη του Τσόρτσιλ τη συμφωνία ειρήνευσης.
Βεβαίως και ήταν δικαιολογημένος ο καημένος ο Σιάντος. Από τις φυλακές της Ακροναυπλίας στον πυρήνα της παγκόσμιας μεταπολεμικής σύγκρουσης ο δρόμος είναι τεράστιος, τα κόμπλεξ απίθανα και δεν καλύπτονται.
Πόσους Σιάντους έχει ο ΣΥΡΙΖΑ μέσα του; Και εξαιρείται για ανθρωπιστικούς λόγους, ο Παναγιώτης Λαφαζάνης που κηρύττει την επανάσταση δυο φορές τη βδομάδα τα τελευταία 40 χρόνια!
Ο πρόεδρος του Α. Τσίπρας θα είχε διώξει τους «χαμηλόβαθμους υπαλληλίσκους» της τρόικα πολλές φορές όπως αυτάρεσκα δηλώνει.
Ανατριχιαστικές ομοιότητες!!
Ιδίως για τον κόσμο της αριστεράς που δημοκόπους σαν τον Τσίπρα τους πλήρωσε με ζωές, φυλακές και βαθιά, ανείπωτη δυστυχία.

Ένα πανό του ΚΚΕ έντυσε άθλια και πάλι τον ιερό βράχο με συνθήματα κατά του μνημονίου.
Τι είναι η Ακρόπολη; Το μπαλκόνι του ΚΚΕ να απλώνει τη μπουγάδα του;
Από πότε το σύμβολο της Ελλάδας ντύνεται στο σφυροδρέπανο και κάνει το γύρο του κόσμου;
Τρώμε σουβλάκια στην εκκλησία;
Να γεμίσουμε γκράφιτι το σπίτι του λαού στον Περισσό;

Κάποτε ένας αλήστου μνήμης ανόητος και μέλος του πολιτικού γραφείου του ΚΚΕ στη Ρουμανία, ο Π. Μαυρομάτης, στην κηδεία του Λαμπράκη το 1961 όπου ένα εκατομμύριο κόσμος διαδήλωνε, επέπληξε την ΕΔΑ και τον Ηλιού γιατί η εξουσία ήταν τάχα στον δρόμο και δεν την πήραν!!
Μήπως η ίδια ζέση των διαδηλώσεων με ολίγη δημοσκοπική μέθη βάζει τα στελέχη του ΚΚΕ να καλούν τον κόσμο να ανατρέψει την κυβέρνηση, να φύγουμε από την Ευρώπη και να τελειώνουμε με το αστικό καθεστώς;
Τις βλακείες του Μαυρομάτη τις πλήρωσε ο κόσμος της αριστεράς με ξερονήσια στη δικτατορία.
Άξιοι συνεχιστές του φιλοδοξούν να είναι ο Σοφιανός και η Παπαρήγα;

Ο εμφύλιος ξεκίνησε το 1947 γιατί τον κόσμο της αριστεράς τον παραμύθιαζαν με τη Ρώσικη βοήθεια.
Και η βάρβαρη δεκαετία του 50 στάθηκε, με εκτελέσεις και φυλακές και ξερονήσια, γιατί τον κόσμο της μη αριστεράς τον παραμύθιαζαν με τον κομμουνιστικό κίνδυνο.

Τώρα , σύμπασα η Αριστερά αλλά και κομμάτι του αστικού κόσμου παραμυθιάζεται με τη δραχμή. Από την οργή, το θυμό και την απόγνωση βρίσκουν βάλσαμο στο «νερό του Καματερού».
Μερικές φορές, έγραφε ο Μαρξ στη 18η Μπρυμαίρ, η πραγματικότητα είναι τόσο αφόρητη ώστε δεν γίνεται αποδεκτή.
Έτσι οι βρικόλακες της δυστυχίας, γιατί αυτό είναι η δραχμή, βρίσκουν ευκαιρία να κατασκευάσουν βάλσαμο στην απόγνωση των ανθρώπων, των κοροϊδεμένων, ανέργων, ανήμπορων συνταξιούχων.
Φυγή συμβολική προς τα πίσω, δραχμή, στα καλά τα παλιά τα χρόνια.
Η τρέλα της απόγνωσης σε κοινοβουλευτική και μάλιστα αριστερή εκπροσώπηση.


Η ΔΗΜΑΡ στις δημοσκοπήσεις ανθίζει μιας και το ΠΑΣΟΚ φυλλοροεί. Η επιβράβευσή της έχει σίγουρα να κάνει με την προσωπικότητα του «Στεφανόπουλου της Αριστεράς» του κ. Φώτη Κουβέλη.
Ας ευχηθούμε να μπορέσει να διαχειρισθεί αυτό το πλεόνασμα μαζί με το χρέος παρακαταθηκών που του άφησαν ο Η. Ηλιού και ο μέντορας του Λεωνίδας Κύρκος.

Ο κόσμος της αριστεράς αλλά και η Ελλάδα ολόκληρη είμαστε έμπειροι στη δυστυχία.
Στην Ελλάδα ελάχιστοι γεννήθηκαν πλούσιοι. Φτωχά έζησαν κι οι πατεράδες κι οι παππούδες μας.
Ήταν παιδιά όχι μόνο του ταραγμένου 20ου αιώνα αλλά και της Μεσογειακής άκρης, που ήταν πάντα συνώνυμη της ανάγκης.
Φτωχοί αλλά περήφανοι. Για την εγκράτεια, για το φιλότιμο, τη δουλειά, την αξιοπρέπεια.
Και με ένα βαθύ εθνικό, περιούσιο αίσθημα πληρότητας. Για τη γλώσσα και τον τόπο, τον ήλιο και τη θάλασσα. Το χορό, τον καημό και τη ζωή.

Εμείς κόσμο σε φούρνους δεν ψήσαμε.
Δεν έχουμε να ντρεπόμαστε για το ποιοι είμαστε.
Ούτε από τιμωρίες χαμπαριάζουμε.
Χανόμαστε στα δύσκολα του κόσμου, είμαστε συχνά χώρος ακραίων καιρικών φαινομένων στις παγκόσμιες κακοκαιρίες.
Έχουμε όμως πολλή ιστορία πίσω μας για να ξανακάνουμε τελικά τα ίδια λάθη.
Τουλάχιστον ας το ευχηθούμε.
Κι ας μας διαψεύσουν ευχάριστα, για πρώτη φορά, οι πολιτικοί μας εκπρόσωποι αφομοιώνοντας σε ευθύνη την ιστορική γνώση.


Όλο τον επόμενο καιρό έχουν την ευκαιρία να μην επαναλάβουν την Ιστορία.


Γιάννης Αναστασάκος

Παρασκευή 10 Φεβρουαρίου 2012

Η ΖΩΗ ΕΙΝΑΙ ΑΛΛΟΥ - ΟΛΟ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗΣ


Σταύρος Σταυρόπουλος: Συγγραφέας δέκα βιβλίων με ποιήματα, με πεζά, με κείμενα από την στήλη σας στην «Βιβλιοθήκη» της Ελευθεροτυπίας που έχει τον τίτλο «Νύχτα είναι, θα περάσει». Ο τίτλος του τελευταίου σας βιβλίου είναι «Πιο νύχτα δεν γίνεται» από τις εκδόσεις Οξύ, κι έχετε έναν υπότιτλο κύριε Σταυρόπουλε, «Σημειώσεις για το τέλος του ανθρώπινου μύθου». Γιατί, τελειώνει ο ανθρώπινος μύθος; Και ποιος είναι;

-Κατ’ αρχήν, σ’ αυτό το βιβλίο περιλαμβάνονται τα κείμενα της στήλης μου στην Ελευθεροτυπία «Νύχτα είναι, θα περάσει», η οποία δημιουργήθηκε ακριβώς γι αυτό, για να γίνει ένα βιβλίο σε συνέχειες, να εκδίδεται σε δόσεις. Απλώς άλλαξε ο τίτλος. Ο υπότιτλος που ρωτάτε, το «Σημειώσεις για το τέλος του ανθρώπινου μύθου», είναι γιατί τα κείμενα ξεκινούν σιγά σιγά να διηγούνται, να αφηγούνται μία ιστορία τέλους. Ο αφηγητής που διηγείται αυτές τις μικρές ιστορίες - οι οποίες στην ουσία είναι οι ιστορίες του βλέμματός του, αυτά που παρακολουθεί, αυτά που πέφτουν στην αντίληψή του – παρακολουθεί πράγματα που συμβαίνουν εξωτερικά, μ’ έναν εσωτερικό τρόπο. Αυτά τα πράγματα σιγά σιγά πλησιάζουν, τείνουν να έρθουν προς το τέλος τους. Στην ιστορία αυτή πρώτα πεθαίνουν τα πρόσωπα, και τελευταία πεθαίνουν τα μέσα, δηλαδή οι λέξεις. Από τη μέση του βιβλίου και μετά, θα παρατηρήσετε κάποια αλλαγή προσανατολισμού. Φεύγει ο φακός μου που εστίαζε στα πρόσωπα και πηγαίνει στις λέξεις, τα πρόσωπα είναι πια υποφωτισμένα. Έχει μειωθεί η ιστορικότητά τους, η σημαντικότητά τους. Έχει κλείσει ο κύκλος τους.

Διαβάζω στο οπισθόφυλλο του βιβλίου ότι είναι κείμενα που δεν προσχωρούν σε κανένα κίνημα κι έχουν μέσα τους όλα τα κινήματα μπερδεμένα. Είστε κι εσείς λίγο μπερδεμένος;

-Εννοώ με αυτή ακριβώς τη φράση, ότι είμαι κατά όλων αυτών των ετικετών… συμβολισμός, ρομαντισμός, νεορομαντισμός, στρουκτουραλισμός… όλα αυτά τα τόσο ανιαρά και δυσάρεστα.

Όλα τα – ισμός.

-Ναι. Αυτά υπάρχουν στον κάθε συγγραφέα, νομίζω, επεξεργασμένα, με το δικό του προσωπικό εργαλείο. Θέλω να τονίσω με αυτό το πράγμα, την απόσταση από την οποίαν εγώ παρακολουθώ αυτά τα ιστορικά λογοτεχνικά κινήματα.

Τα παρακολουθείτε από απόσταση αλλά συγχρόνως - έτσι από μια ματιά σε όλα σας τα βιβλία – είναι έως και αυτοβιογραφικά έντονα. Δεν είναι όπως όλοι οι συγγραφείς που χρησιμοποιούν και κάποια αυτοβιογραφικά στοιχεία. Εγώ, θα έλεγα ότι διάβασα τη ζωή σας διαβάζοντάς τα. Είναι έτσι;

-Κοιτάξτε κυρία Κυριακοπούλου, διαφωνώ με όλους αυτούς τους όρους…αυτοβιογραφικό, βιωματικό, προσωπικό. Όλα τα βιβλία θεωρώ ότι μιλάνε για ένα πράγμα· για τον εαυτό τους. Όλα τα βιβλία. Από κει και πέρα, ο τρόπος του κάθε συγγραφέα είναι διαφορετικός, αλλά όλα τα βιβλία λένε μια ιστορία. Κι αυτή η ιστορία, είναι η ιστορία του εαυτού τους, δηλαδή η ιστορία του συγγραφέα τους.

Σε σας μου είναι πιο έντονο πάντως. Θα έλεγα ότι θα μπορούσε να’ ναι γραμμένο στο πρώτο ενικό κιόλας.

-Είναι ο τρόπος μου να γράφω σε πρώτο ενικό. Δεν μ’ αρέσει να κρύβομαι. Έχω συνηθίσει σε αυτό.

Έχετε συνηθίσει να γράφετε έτσι.

-Ναι, έχω συνηθίσει. Να μην κρύβομαι.

Γεννηθήκατε στο Μοσχάτο το 1962, ξεκινήσατε να σπουδάσετε κοινωνιολογία στη Σορβόννη, τα παρατήσατε στη μέση. Στη συνέχεια ξεκινήσατε να σπουδάσετε δημοσιογραφία στη Αθήνα, επίσης την παρατήσατε στη μέση. Γενικά, το μόνο που τελειώνετε είναι τα βιβλία που αρχίζετε, και τα κείμενά σας.

-Κι αυτά ίσως τυπώνονται ανολοκλήρωτα…Ένα βιβλίο δεν τελειώνει ποτέ. Δεν τελειώνει ούτε με την έκδοσή του. Ένα βιβλίο γράφεται και ξαναγράφεται διαρκώς. Δείτε αυτό το τελευταίο βιβλίο, αν θα το ξανακοίταζα μετά από τρία – τέσσερα χρόνια, μπορεί και να άλλαζα το 1/3 του βιβλίου.

Θα το μαλακώνατε, πιστεύετε, μετά από τέσσερα χρόνια;

-Όχι, προφανώς θα το σκλήραινα.

Θα το σκληραίνατε; Γιατί;

-Γιατί είναι ο τρόπος μου να βλέπω έτσι τα πράγματα. Το θεωρώ μία εξέλιξη όλο αυτό. Είναι μια προϊούσα εξέλιξη.

Το οποίο πηγαίνει παράλληλα με την εξέλιξη σας σαν συγγραφέας ή σαν άνθρωπος;

-Πηγαίνει πρώτα παράλληλα με την εξέλιξή μου σαν άνθρωπος και μετά σαν συγγραφέας. Ο άνθρωπος είναι πρώτα σε μένα και μετά ο συγγραφέας. Ο άνθρωπος είναι μια πραγματικότητα, ο συγγραφέας είναι μια ιδιότητα.

Μπερδεύονται;

-Τσακώνονται, πολλές φορές, θα έλεγα.

Ποιός κερδίζει;

-Εξαρτάται.

Εξαρτάται;

-Ναι. Έχει να κάνει με τις φιλοδοξίες, με τον τρόπο που έχεις συνηθίσει να παρατηρείς τα πράγματα. Αν οι φιλοδοξίες σου είναι υπέρμετρες, τότε κερδίζει ο συγγραφέας, αλλά εις βάρος ενός πολύ σημαντικού παράγοντα που είναι ο άνθρωπος.

Όταν σας έλεγα πριν ότι είναι πολύ αυτοβιογραφικά τα βιβλία σας - ένας απ’ τους λόγους που εγώ τουλάχιστον τα χαρακτήρισα έτσι – είναι γιατί περνάνε κι όλοι σας οι φίλοι από μέσα. Οι άνθρωποι που θαυμάζετε, οι μουσικοί που ακούτε τη μουσική τους. Οι σύγχρονοι ποιητές, που είτε είναι φίλοι σας, είτε τους εκτιμάτε. Δηλαδή εγώ, έμαθα λίγο τη ζωή σας, τους φίλους σας, τις μουσικές που ακούτε, τις παρέες που κάνετε .

-Είναι έτσι όπως το λέτε, τουλάχιστον σε μερικά βιβλία. Και ξέρετε γιατί συμβαίνει αυτό;

Γιατί;

-Γιατί ο άνθρωπος μέσα μου έχει επικρατήσει του συγγραφέα. Γιατί παραμένει ακόμα σε πρώτο πλάνο. Ο άνθρωπος είναι φωτεινός, ο συγγραφέας σκοτεινός.

Τι σας έκανε κύριε Σταυρόπουλε στα εικοσιένα σας χρόνια, μόλις ήρθατε απ’ τη Σορβόννη, να γράψετε ένα βιβλίο, το «Διαμελίζομαι», το οποίο είναι γεμάτο από μοναξιά, από αυτοκτονία, από παραίτηση, από αποστροφή, από αδιέξοδα.. Ένα παιδί εικοσιενός έτους, με τόσες απορίες γι’ αυτά τα ακραία συναισθήματα των ανθρώπων;

-Ξέρετε πώς είναι τα πράγματα σ’ αυτές τις ηλικίες. Νομίζω ότι αυτές οι ηλικίες - όχι μόνο σε μένα, σε όλους - είναι γεμάτες από τέτοια συναισθήματα..

Από απαισιοδοξία;

-Είναι γεμάτες, και περισσότερο βγαίνουν όχι ως κατασταλαγμένες απόψεις πάνω στα πράγματα και στα γεγονότα, αλλά σαν αντίδραση σε αυτό που ζει ένα παιδί. Μπορεί αυτό που βιώνουν οι σημερινοί εικοσάρηδες, να είναι πολύ χειρότερο απ’ αυτό που βίωσα εγώ, φερ ειπείν, όμως δεν παύει ένα παιδί είκοσι χρονών να θέλει ν’ αντιδράσει. Να θέλει να φωνάξει παρών, να ουρλιάξει, να μην συμβιβαστεί με τίποτε. Να μη συμβιβάζεται με τίποτε, χωρίς να ξέρει τίποτε. Μετά σιγά σιγά ωριμάζεις, αρχίζεις να βλέπεις τα πράγματα διαφορετικά. Αρχίζεις και μεταλαμβάνεις της χαράς των γεγονότων. Δεν σε τροφοδοτεί μόνο η λύπη των πραγμάτων. Ενώ, σ’ ένα παιδί είκοσι χρονών, νομίζω ότι αυτό που κυρίως τροφοδοτεί το μυαλό του και κυρίως, το χέρι του για να γράψει, είναι η λύπη.

Η μουσική τι ρόλο έχει παίξει στην ζωή σας; Γιατί έχετε ένα βιβλίο, «Για όσο ροκ αντέχεις ακόμα».

-Καταιγιστικό.

Καταιγιστικό, δηλαδή;

-Νομίζω ότι της οφείλω πάρα πολλά. Σχεδόν την ύπαρξή μου ως συγγραφέα. Η μουσική είναι η κύρια πηγή από την οποίαν αντλώ συνέχεια εικόνες, ιδέες, έμπνευση. Είναι ένας ολόκληρος κόσμος για μένα, ένας θαυμαστός νέος κόσμος.

Διάβαζα σ’ ένα βιβλίο σας ότι κλέβετε τις μουσικές και τις κάνετε λέξεις…

-Ναι, κλέβω τις νότες. Σχεδόν παρανομώ μαζί τους, αρπάζω τις νότες και τις μετατρέπω σε λέξεις. Αυτό βέβαια δεν το γνωρίζει η μουσική, επομένως νιώθω ότι κάνω κάτι παράνομο, μια ζαβολιά. Κοιτάξτε, έχω με την μουσική την οικειότητα που έχει ένα παιδί με τους γονείς του. Νομίζω ότι η μουσική, συγκεκριμένα αυτή η ροκ μουσική, με μεγάλωσε. Και με μεγάλωσε μ’ ένα καλό τρόπο. Με ανάθρεψε καλά.

-Ποιά ήταν τα ακούσματά σας; Bob Dylan;

Είναι πάρα πολλά, κυρίως στη δεκαετία του ’70. Bob Dylan, φυσικά. Και Led Zeppelin, Rolling Stones, Animals, Hendrix.. Όλες οι εκφάνσεις

Και Beatles;

-Και Beatles, Kinks, Van Morisson, Jim Morisson, Rory Gallagher, Jethro Tull, Yes, Genesis.. Είναι τόσα πολλά.

Όταν γράφετε ένα βιβλίο, ακούτε μουσική;

-Ακούω, αλλά δεν παίζει μουσική· η μουσική ακούγεται στο κεφάλι μου. Τα τραγούδια παίζουν αυτόνομα μέσα μου, τα ακούω συνέχεια. Χωρίς να παίζουν στο πικάπ.

Γιατί αποφασίσατε να ασχοληθείτε με το γράψιμο κύριε Σταυρόπουλε; Τί ήταν αυτό που σας έκανε να γράψετε;

-Κοιτάξτε, ακούω πολλές φορές να λένε ομότεχνοί μου – και Έλληνες και ξένοι - , διάφορα μεγαλόσχημα και μεγαλόστομα πράγματα όπως, «γράφω για να νικήσω τον θάνατο», «γράφω για να ανακαλύψω τη σκοτεινή πλευρά του εαυτού μου», «γράφω γιατί δεν μπορώ να κάνω διαφορετικά». Εγώ, νομίζω, ότι γράφω για να συναντήσω τις λέξεις.

Παρ’ ότι γράφετε κάπου ότι υπάρχουν δύο ειδών συγγραφείς: «αυτοί οι οποίοι γράφουν για να απαλλαγούν απ’ τον εαυτό τους, κι εκείνοι που θέλουν να τον γνωρίσουν καλύτερα.»

-Αυτό αφορά σε ένα κριτικό κείμενο, νομίζω για τον Γιάννη Ευσταθιάδη. Παρ’ όλα αυτά, εγώ γράφω για να συναντήσω τις λέξεις και να γνωριστούμε καλύτερα. Ξέρετε, δεν φερόμαστε καλά στις λέξεις. Τους φερόμαστε μ’ έναν τρόπο πολύ βάναυσο, πολύ βιαστικό, κι αυτό οι λέξεις το καταλαβαίνουν και μας το ανταποδίδουν στα βιβλία που γράφουμε. Θα οφείλαμε να φερόμαστε με μεγαλύτερο σεβασμό στις λέξεις. Γιατί οι λέξεις είναι πάνω από μας. Πάνω απ’ τον συγγραφέα.

Έχετε ένα βιβλίο που λέγεται «Τι γίνονται οι λέξεις όταν μεγαλώνουν» και λέτε: στην καλύτερη περίπτωση ζωή, στη χειρότερη βιβλίο;

-Ναι, έτσι είναι τα πράγματα, ακριβώς.

Δηλαδή, η χειρότερη μορφή είναι οι λέξεις να γίνουν βιβλίο τελικά;

-Αν το αντιπαραβάλεις με την ζωή, ναι. Γιατί τα βιβλία μπορεί να’ ναι και ψεύτικα. Η ζωή όμως δεν είναι. Είναι αληθινή.

Και γιατί λέτε ότι όποτε τελειώνετε ένα βιβλίο θα έπρεπε να σας λένε συλλυπητήρια κι όχι συγχαρητήρια;

-Γιατί έχεις καταθέσει μέσα στο βιβλίο τεράστια αποθέματα από την ψυχή σου. Έχεις σχεδόν διαμελιστεί. Είναι σωματικό. Τεμαχίζεσαι. Αφαιρείς κομμάτια απ’ τον εαυτό σου και τα βάζεις μέσα στο βιβλίο. Γι’ αυτό οι άνθρωποι θα ‘ πρεπε να σου λένε συλλυπητήρια. Όχι συγχαρητήρια.

Η χειρότερη στιγμή δηλαδή είναι την ώρα που εκδίδεται ένα βιβλίο, και το τελειώνετε;

-Αυτή είναι η καλύτερη. Η στιγμή της ανακούφισης.

Γιατί έχει τελειώσει;

-Ναι, βεβαίως. Έχει τελειώσει, δεν πονάς άλλο. Έχει ολοκληρωθεί το βασανιστήριο. Έχει πάρει τέλος με την ολοκλήρωση του βιβλίου.

Εσείς παίζετε πολύ με τις λέξεις. Τις αναποδογυρίζετε, δεν τις κακοποιείτε. Αλλά, παίζετε…

-Μακάρι να μην τις κακοποιώ. Σας ευχαριστώ πολύ.

Τις προσέχετε πάρα πολύ, είναι αλήθεια.

-Ίσως, Τις αγαπάω τις λέξεις πολύ. Όλη μου η προσπάθεια είναι να μπορέσω να έχουμε μια σχέση αρμονική εγώ και οι λέξεις.

Το έχετε κατορθώσει;

-Θεωρώ ότι ναι, τείνω προς αυτή την κατεύθυνση, τουλάχιστον. Έχω περάσει το στάδιο του φλερτ, κι έχω μια καλή ερωτική σχέση με τις λέξεις.

Προτιμάτε τις λέξεις να τις χρησιμοποιείτε σε κείμενα ή στα ποιήματά σας;

-Για μένα δεν υπάρχουν είδη. Όλα μπερδεύονται. Στο πεζό μου υπάρχει ποίηση, και η ποιήσή μου γίνεται μ’ έναν τρόπο πεζολογικό, αφηγηματικό. Οπότε…

Ξέρετε, έχω διαβάσει κάπου που έλεγαν για σας, ότι πολλά ποιήματά σας που είναι έτσι, πάρα πολύ σύντομα, θα μπορούσαν να είναι και συνθήματα σε έναν τοίχο γραμμένα.

-Ναι, το έχω ακούσει κι εγώ, πολλές φορές. Και τα έχω δει κιόλας σε τοίχους.

Α, τα έχετε δει σε τοίχους…

-Ναι, ναι…

Είναι ευθύβολα, περιεκτικά..

-Είναι αυτά που νομίζω ο Ρίτσος τα έλεγε μονόξυλα. Νομίζω. Είναι μια φράση του Γιάννη του Ρίτσου αυτή.

Κύριε Σταυρόπουλε, αυτό το οποίο είναι διάχυτο επίσης, σχεδόν σε όλα σας τα βιβλία, είναι ένας έρωτας με τον έρωτα. Ένα άκρατος ερωτισμός. Υπάρχει και το βιβλίο «Ο έρωτας θα μας κάνει κομμάτια».

-Θα θέλατε να σας δώσω έναν ορισμό τώρα, φαντάζομαι.

Κι όχι μόνο ορισμό. Θα ήθελα να το αναπτύξουμε λίγο, αλλά πες τε και τον ορισμό.

-Κοιτάξτε, θεωρώ ότι ο έρωτας είναι ο μοναδικός προορισμός του ανθρώπου. Δηλαδή γεννιόμαστε, για να κατακτήσουμε και να προσχωρήσουμε σε αυτό το πράγμα. Βεβαίως, έχει και το χαρακτήρα του Θείου. Όταν προσέρχεσαι στον έρωτα, το κάνεις με τον τρόπο που προσέρχεται κανείς σε κάποιο ναό. Σε κάποια εκκλησία. Αυτό το ρήμα και στις δύο φωνές, στην ενεργητική και στην παθητική - αγαπάω κι αγαπιέμαι - νομίζω ότι συγκεντρώνει όλη την ύπαρξη του ανθρώπου. Είναι το άπαν. Απλά, πολλοί άνθρωποι φοβούνται.

Φοβούνται να ερωτευθούν ή να γίνουν κομμάτια;

-Και να ερωτευθούν και να είναι ερωτεύσιμοι. Δεν επιτρέπουν… Γνωρίζω πολλούς ανθρώπους που δεν επιτρέπουν στον εαυτό τους να είναι ερωτεύσιμοι. Γιατί φοβούνται και αυτό.

Φοβούνται ότι θα είναι ευάλωτοι;

-Ναι, αυτό. Εγώ δεν φοβάμαι τα συναισθήματά μου. Θα πρέπει να αφήσεις τα συναισθήματά σου ελεύθερα, για να μπορέσεις να τα γνωρίσεις καλύτερα. Είναι σαφές αυτό.

Έστω κι αν ξέρεις ότι θα γίνεις κομμάτια;

-Βεβαίως.

Είναι σίγουρο ότι το ξέρεις εξ’ αρχής ότι θα γίνεις κομμάτια κι όμως προχωράς;

-Ο έρωτας έχει και το στοιχείο του ακραίου και του απρόβλεπτου περιστατικού. Έχει όμως και τα χαρακτηριστικά της επαναστατικής πράξης, με την έννοια ότι υπερβαίνεις τους φόβους σου, υπερβαίνεις τα όρια του εαυτού σου, και προσχωρείς σ’ ένα άγνωστο πράγμα το οποίο σε γοητεύει απ’ τη μια μεριά, κι απ’ την άλλη σε τρομάζει. Είναι μια ταλάντευση στα άκρα.

Τι σας τρομάζει στον έρωτα;

-Ο ίδιος ο έρωτας.

Γιατί λέτε όμως τότε σ’ ένα βιβλίο σας ότι «Το τέλος του έρωτα είναι ο έρωτας;»

-Γιατί είναι το μοναδικό ανθρώπινο συναίσθημα – πολύ περισσότερο κι απ’ τον φόβο – που μπορεί να αναπαραχθεί, να ξανα ξεκινήσει απ’ το τέλος. Γι’ αυτό.

Δηλαδή όχι σαν τέλος, αλλά σαν αρχή.

-Ναι, ναι. Το πιστεύω απόλυτα αυτό.

Πιστεύετε ότι είναι κινητήριος δύναμη στη ζωή μας ο έρωτας;

-Απολύτως. Ο έρωτας είναι που κινεί τα πάντα στη ζωή μας. Τα πάντα. Καθορίζει στην παραμικρότερη λεπτομέρεια, τον τρόπο με τον οποίο ωριμάζουμε. Αλλιώς αγαπάς στα είκοσι, αλλιώς στα τριάντα, αλλιώς στα πενήντα. Όσο περνούν τα χρόνια, αγαπάμε μ’ έναν σοφότερο τρόπο. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν είμαστε εκτεθειμένοι ή ότι δεν ρισκάρουμε. Απλώς βλέπουμε τα πράγματα μ’ έναν τρόπο, ο οποίος μας διευκολύνει να γλιτώσουμε απ’ τα δεινά του. Απ’ τα βάσανα που εννοούνται.

Έχει πολλά βάσανα ο έρωτας; Ή μόνο βάσανα;

-Φαντάζομαι…

Φαντάζεστε! Δεν το ξέρετε;

-Οπωσδήποτε έχει. Οπωσδήποτε, αλλά αξίζει τον κόπο. Σημασία δεν έχει να ξέρεις κάτι, σημασία έχει να το υφίστασαι…

Γιατί τελειώνει όμως ο έρωτας πάντα;

-Για να ξαναρχίσει.

Για να ξαναρχίσει ένας άλλος έρωτας;

-Ίσως. Δεν έχει τόσο σημασία αυτό.

Κι αυτή η θνητότητα;

-Ο έρωτας δεν έχει πρόσωπο. Αυτό που έχω εγώ στο μυαλό μου είναι ένα τελείως εγκεφαλικό πράγμα. Δεν μιλάω για το συναίσθημα. Όταν τελειώνει μια ιστορία, τελειώνει πάντα για να αρχίσει μια νέα. Αν είσαι προετοιμασμένος, κι αν μπορείς να την αντιμετωπίσεις. Η ζωή είναι γεμάτη ιστορίες. Αυτό είναι μια πρόκληση.

Όσο αντέχεις;

-Όσο αντέχεις.

Όπως το ροκ;

-Ακριβώς.

Φαίνεται ότι αντέχουμε πολύ οι άνθρωποι...

-Όχι όλοι. Όσοι τολμούν αντέχουν και η ζωή τούς το ανταποδίδει αυτό. Τους το γυρνάει πίσω.

Πόσο ανατρεπτικός μπορεί να είναι για τη ζωή μας ο έρωτας;

-Μα, σας το είπα προηγουμένως. Θεωρώ τον έρωτα μια επαναστατική πράξη. Γιατί υπερβαίνουμε τα όρια του εαυτού μας και τον ανατρέπουμε. Συνεχώς ανατρέπουμε τα συναισθήματά μας, τους φόβους μας, τις επιθυμίες μας, το οικοδόμημα, εν τέλει, του εαυτού μας. Το γκρεμίζουμε. Άρα, είναι μια διαρκής επανάσταση.

Και ανατροπή.

-Και ανατροπή.

Και με πόσους διαφορετικούς τρόπους – γιατί λέτε κάπου ότι «ερωτεύεσαι μια γυναίκα με χίλιους διαφορετικούς τρόπους και για χίλιους διαφορετικούς λόγους».

-Είναι ένα πικρό απόσταγμα αυτό.

Έχω βγάλει μερικά αποστάγματα από τα βιβλία σας…

-Η συνέχειά του είναι ότι τελικά διαπιστώνεις πως οι χίλιες και μία νύχτες είναι η εξής μία. Πράγματι ερωτεύεσαι με πάρα πολλούς τρόπους, ανάλογα με αυτό που σου βγάζει το πρόσωπο που βρίσκεται απέναντί σου.

Άρα, κάθε φορά είσαι διαφορετικός.

-Προφανώς, ο άνθρωπος στον οποίο απευθύνεις τον έρωτα γίνεται εκείνη τη στιγμή ο καθρέφτης σου. Και αυτά που βλέπεις σε τρομάζουν. Επομένως, να ο φόβος πάλι. Να γιατί δεν είμαστε ελεύθεροι και γιατί δεν μπορούμε να αφήσουμε τον εαυτό μας ελεύθερο να ερωτευτεί. Είναι σπουδαίο πράγμα να αγαπάς. Σπουδαίο.

Ποιό σπουδαίο είναι να αγαπάς ή να αγαπιέσαι;

-Είναι και τα δύο εξίσου σημαντικά. Ισχύει αυτό που σας είπα για την ενεργητική και την παθητική φωνή. Είναι το ίδιο πράγμα για μένα.

Έχετε πάρα πολλά αποστάγματα μέσα στα βιβλία σας, τα οποία είναι για τη ζωή. Συνέχεια για τη ζωή. Κάπου λέτε ότι: «Όλη μου η ζωή μια προσπάθεια: να μην αποδεχτώ τη ζωή μου».

- Μα, διαρκώς πρέπει να διερωτάσαι. Εγώ, ως συγγραφέας, μπορώ να σας πω – τώρα με ρωτάτε διάφορα πράγματα – δεν έχω καμία απάντηση. Ειλικρινά. Έχω μόνο ερωτήσεις να κάνω στον εαυτό μου, και μάλιστα διαφορετικών ειδών ερωτήσεις, ανάλογα με την ημέρα και την ώρα που τις κάνω. Μπορεί να κάνουμε μια συζήτηση σήμερα και να με ρωτήσετε κάτι· τη στιγμή που θα δώσω την απάντηση, έχω αρχίσει ήδη να την αμφισβητώ. Από την τελεία που βάζω στην πρότασή μου, έχω αρχίσει να αμφιβάλλω. Αυτό συμβαίνει αυτόματα μέσα μου. Ένας αυτόματος μηχανισμός, ο οποίος αμφισβητεί σχεδόν τα πάντα, για να δημιουργήσει κάτι καινούριο.

Κύριε Σταυρόπουλε είσαστε ένας άνθρωπος που δεν ζείτε από την ποίηση – ποιός ζει εξάλλου από την ποίηση σήμερα. Σας ενδιαφέρει, όμως, να έχετε πολλούς αποδέκτες;

-Γράφω κυρίως για τον εαυτό μου και για ανθρώπους που μου μοιάζουν φτυστά.

Δεν ξέρω ποσοτικά πόσοι είναι, ξέρω όμως σίγουρα ότι είναι πολύ φανατικοί. Είναι οι όμοιοί σας πιστεύετε ή οι διαφορετικοί σας, οι οποίοι θα θέλανε να είναι έτσι;

-Είναι οι εν δυνάμει εκδοχές του εαυτού μου, οι οποίες είναι διάσπαρτες στον κόσμο. Είναι κάποιοι σωσίες μου πνευματικοί που δεν τους γνωρίζω.

Πιστεύετε ότι έχετε τόσους πολλούς εαυτούς που να μπορείτε…

-Ο κάθε άνθρωπος έχει.

Εσείς όμως..., είναι οι ήρωές σας στα βιβλία σας, οι άλλοι σας εαυτοί. Υπάρχει και τίτλος νομίζω.

-Μάλλον έχω καταφέρει να τους ξεσκεπάζω και να τους τοποθετώ απέναντί μου, να τους ανακρίνω. Τους διαφορετικούς εαυτούς μου, εννοώ. Είναι μια διαδικασία η οποία είναι και επώδυνη, αλλά και αποκαλυπτική. Σου φανερώνει πράγματα για τον εαυτό σου που ούτε καν θα μπορούσες να τα διανοηθείς.

Σας τρομάζουν ποτέ οι άλλοι σας εαυτοί;

-Πάντα. Προσπαθώ όμως να τους καθησυχάζω… να μην χαμηλώνω το βλέμμα μου όταν τους αντικρίζω.

Οι άνθρωποι που έχετε γνωρίσει στη ζωή σας, οι φίλοι σας, - ξέρω ας πούμε ότι η Κατερίνα η Γώγου ήταν φίλη σας – πόσο σας διαμόρφωσαν, σας άλλαξαν, σας υποψίασαν για κάποια πράγματα;

-Η Κατερίνα ήταν ένα μεγάλο κομμάτι απ’ τη ζωή μου, την αγαπούσα πολύ· σαφώς και με επηρέασε στον τρόπο που γράφω. Μάλιστα προχθές διάβασα ένα κείμενο στην «Αυγή» της Κυριακής για ένα βιβλίο μου - για το «Ο έρωτας θα μας κάνει κομμάτια» - ένα κείμενο που υπογράφει ο Κώστας Βούλγαρης, κι αναφερόταν σ’ αυτήν την περίφημη γενιά του ’70 με όλους τους αμφισβητίες ποιητές…

Είχατε γνωρίσει και τον Νικόλα τον Άσιμο..

-Βεβαίως..

Και ποιός άλλος από εκείνη την γενιά των αμφισβητιών;

-Μιλάτε για την λεγόμενη τρόϊκα των Εξαρχείων…, ο Παύλος ο Σιδηρόπουλος… Ναι βέβαια, ο Παύλος…Ερχόταν τότε, βγάζαμε ένα περιοδικό που λεγόταν «Μουσικό Εξπρές» - κάπου στην Κυψέλη σ’ ένα υπόγειο στην οδό Πιπίνου, νομίζω το 1977 - , ο Παύλος ερχόταν κάθε μέρα εκεί…

Είναι τυχαίο κύριε Σταυρόπουλε, ότι αυτή η τρόϊκα, όλων έληξε η ζωή τους απότομα;

-Κοιτάξτε, έχει αντιμετωπιστεί αυτή η τριάδα μ’ ένα τρόπο, με τον οποίον αντιμετώπισε η μεταπολιτευτική Ελλάδα το Πολυτεχνείο.

Τους αγκάλιασε δηλαδή μετά; Κατόπιν.

-Τους αγκάλιασε μετά και σχεδόν χωρίς αγκαλιά. Δεν υπήρχε αγκαλιά· ήταν μόνο εκμετάλλευση.

Όσο ζούσαν βέβαια ήτανε στο πυρ το εξώτερο…

-Φυσικά. Πάντως θεωρώ ότι ήταν διαφορετικό πράγμα ο Παύλος, διαφορετικό η Κατερίνα, και διαφορετικό ο Νικόλας. Ήταν τρείς τελείως διαφορετικοί άνθρωποι, οι οποίοι τσουβαλιάστηκαν για τις ανάγκες δεν ξέρω ποιάς εκμετάλλευσης, και αντιμετωπίστηκαν ως ένα σώμα. Δεν ξέρω τι να πω γι’ αυτό. Μόνο να θυμώσω μπορώ.

Εσείς θυμόσαστε κάποια φράση τους η οποία έχει γράψει μέσα σας; Της Κατερίνας ας πούμε;

-Της Κατερίνας…, τι να πω, είναι πάρα πολλές. Ας πούμε μια φράση που λέει: «Στο μυαλό είναι ο στόχος, το νου σου», ή «Τέτοιο άτιμο κόκκινο είναι το κόκκινο το δικό μας», ή « Οι φίλοι μου είναι μαύρα πουλιά»… Είναι πολλές οι φράσεις της Κατερίνας που θυμάμαι, που ανακαλώ σχεδόν αυτόματα. Ουσιαστικά θεωρώ τον εαυτό μου περισσότερο αναγνώστη παρά συγγραφέα.

Είναι πιο εύκολο να είσαι αναγνώστης;

-Είναι πιο δύσκολο να είσαι αναγνώστης από συγγραφέας. Έτσι νομίζω εγώ, με βάση κάποια πρότυπα που ισχύουν για τον εαυτό μου. Οφείλεις να είσαι αναγνώστης. Κυρία Κυριακοπούλου, οι σημερινοί συγγραφείς δεν διαβάζουν. Είναι απίστευτο αυτό. Πώς θα γράψεις αν δεν διαβάσεις; Πώς είναι δυνατόν;

Ποιοί διαβάζουν σήμερα;

-Σύμφωνα με τα στατιστικά στοιχεία του ΕΚΕΒΙ, διαβάζει ένα ποσοστό 7,5% - 8. Και απ’ αυτούς..

Ποίηση;

-Καλά…, ποίηση, η περίπτωση εκεί ανήκει στη σφαίρα της επιστημονικής φαντασίας. Αν οι ποιητές μόνο διάβαζαν ποίηση, τότε η ποίηση θα ήταν μπεστ σελλερ. Έχουμε πάνω από 15.000 ποιητές, και το κάθε ποιητικό βιβλίο πουλάει 15 αντίτυπα. Οι ίδιοι οι ποιητές δεν διαβάζουν τους άλλους...

…Τους άλλους ποιητές;

-Ναι. Κι αυτό ξέρετε γιατί συμβαίνει; Από ένα υπερεγώ που υπάρχει μέσα στο δημιουργό. Αυτό είναι σύμφυτο με την..

Εσείς γιατί δεν το έχετε αυτό και διαβάζετε τους άλλους; Γιατί εσείς διαβάζετε πάρα πολύ.

-Κοιτάξτε, αφήστε εμένα, εγώ σας είπα και προηγουμένως, έχω βάλει τους εαυτούς μου απέναντι και τους ανακρίνω. Τους ξεσκεπάζω. Άλλες φορές τους χαϊδεύω, άλλες φορές τους δέρνω… όμως την έχω κάνει αυτή την κίνηση. Έχω βγάλει από μέσα μου τους εαυτούς μου και τους έχω τοποθετήσει απέναντι, συνομιλώ μαζί τους· άλλες φορές ειρηνικά, άλλες φορές…

Είστε απαισιόδοξος για τη ζωή;

-Δεν θα το έλεγα. Παρ’ ότι τα βιβλία μου θεωρούνται σκοτεινά.

Ναι, θεωρούνται σκοτεινά.. Από πού αντλείτε αισιοδοξία; Την οποία δεν την περνάτε, θα έλεγα εγώ τόσο πολύ…

-Από τα πάντα.

Λέτε κάπου, «Να διακρίνεται καθαρά ο λεκές της ζωής.»

-Αναφέρομαι σ’ έναν πίνακα· εννοώ ότι όσο ζωντανά και να είναι τα χρώματα, όσο εντυπωσιακό και να είναι τελικά το σχέδιο, η απεικόνιση του ζωγράφου, θα πρέπει να υπάρχουν ίχνη ζωής εκεί μέσα. Δηλαδή λέω, ότι μετά θα πρέπει ο ζωγράφος να βγάλει τα παπούτσια του και να περπατήσει στον πίνακα για να αφήσει ένα αποτύπωμα ζωής. Η ζωή και η τέχνη είναι, ξέρετε, δύο έννοιες οι οποίες είναι αντίθετες. Η μία πολεμάει την άλλη. Η μία προσπαθεί να καταπιεί την άλλη. Θα μπορούσε υπό..

Και ποιά κερδίζει;

-Θα μπορούσε, υπό προϋποθέσεις, η τέχνη να θεωρηθεί ως καταφύγιο της μη ζωής. Πάρα πολλοί άνθρωποι σήμερα ζούν χωρίς να ζούν. Πολύ μεγάλο ποσοστό.

Και χωρίς να το ξέρουν ότι δεν ζούν…

-Ναι, χωρίς να το ξέρουν. Αυτό, μάλλον, συμβαίνει γιατί δεν τους ενδιαφέρει. Δεν τους ενδιαφέρει να φτάσουν κάπου. Δεν έχουν καν προορισμό. Η τέχνη είναι ένα εύκολο καταφύγιο, ξέρετε. Μπορεί να μπεις εκεί μέσα και να κρυφτείς. Η ζωή όμως είναι πιο δύσκολη. Θα πρέπει να τα καταφέρεις πραγματικά για να σε αποζημιώσει.

Στη ζωή δεν μπορείς να κρυφτείς δηλαδή, όπως στην τέχνη;

-Να σας πω.. Η τέχνη είναι πιο αδιέξοδη απ’ τη ζωή. Κάπου σε αποκλείει. Φτάνεις κάπου και μετά αποκλείεσαι. Βρίσκεις τοίχο. Δε μπορείς να πας ούτε αριστερά ούτε δεξιά. Κάνεις μια διαδρομή - αυτή που είναι προορισμένος ο κάθε άνθρωπος να κάνει – και μετά ακουμπάς σ’ ένα τοίχο. Με τη ζωή δεν είναι έτσι. Η ζωή είναι ανοιχτή. Μοιάζει με θάλασσα.

Κι η ζωή όμως έχει ένα τέλος.. Ένας τοίχος που κάποια στιγμή βρίσκεις…

-Όλα έχουν ένα τέλος, κυρία Κυριακοπούλου. Όλα τα πράγματα έχουν ένα τέλος.

Η ζωή, λέτε κάπου αλλού, είναι και «δοκιμή, πρόβα για να ταιριάξεις τα χρώματα».

-Ασφαλώς.

Κι ένα σας βιβλίο είναι χωρισμένο με χρώματα. Άρα δεν είναι μόνον η μουσική που παίζει στη ζωή σας και στα γραπτά σας. Είναι και τα χρώματα..

-Λέτε για το «Τι γίνονται οι λέξεις όταν μεγαλώνουν», που χώρισα σε χρωματικές ενότητες τα κείμενα…

Ναι, και υπάρχουν όλα τα χρώματα εκτός απ’ το θαλασσί, έτσι;

-Ναι, γιατί θεωρώ ότι απ’ τη ζωή μας λείπει ο ουρανός. Πράγματι, δεν υπάρχει το θαλασσί. Αφ’ ενός μεν γιατί λείπει ο ουρανός από τη ζωή μας, αφ’ ετέρου δε, για να μην συμπληρωθεί το ουράνιο τόξο, κάτι υπερβολικά τέλειο, και για να μπορέσουμε να το φανταστούμε εμείς. Να μην το πάρουμε σαν δεδομένο. Είναι τρία βασικά χρώματα, τρία συμπληρωματικά, και τα λοιπά. Να το φτιάξουμε εμείς.

Ο χρόνος που περνάει, - απ’ ότι βλέπω και στα βιβλία σας, και ειδικά στο τελευταίο, «Πιο νύχτα δεν γίνεται» - είναι βασανιστικός. Είναι για σας βασανιστικός;

-Ακούστε, ο χρόνος είναι πάρα πολλά πράγματα. Εγώ θα ήθελα να πω μόνο το εξής: δεν ξέρω αν είναι βασανιστικός, αν είναι γρήγορος ή οτιδήποτε άλλο.. Εκείνο που περισσότερο βιώνω, είναι ότι μας τον έχουν απαγορεύσει.

Μας τον έχουν απαγορεύσει;

-Ακριβώς. Μας τον έχουν απαγορεύσει.

Ποιοί;

-Οι ζωές που κάνουμε μας έχουν απαγορεύσει τον χρόνο, ως χρόνο συμμετοχής στα πράγματα. Ακουμπάμε μόνο την επιφάνεια των πραγμάτων, αυτός ο χρόνος μας δίδεται. Πριν αρκετά χρόνια οι άνθρωποι διέθεταν περισσότερο χρόνο. Ακουμπούσαν περισσότερο χρόνο στα πράγματα, περισσότερο χρόνο στην ανάγνωση, έτσι μπορούσαν να ξεκλειδώσουν ένα πιο δύσκολο γραπτό. Σήμερα αυτός ο χρόνος δεν υπάρχει. Έχει απαγορευθεί απ’ τις συνθήκες της ζωής μας. Οι καταστάσεις έχουν σκληρύνει σαφέστατα, και το μόνο που έχουμε να κάνουμε είναι απλώς να αγγίζουμε λίγο. Δεν προλαβαίνουμε να κάνουμε τίποτε άλλο.

Μας τρώει τον χρόνο και η τηλεόραση;

-Η τηλεόραση για μένα δεν υπάρχει. Στο σπίτι μου έχω μια τηλεόραση, αλλά δεν την ανοίγω ποτέ.

Ή την ανοίγετε χωρίς ήχο έχω διαβάσει…

-Ναι, αυτό ήταν πριν από τέσσερα – πέντε χρόνια. Τώρα δεν την ανοίγω καθόλου. Γι’ αυτό, «αληθινό είναι μόνο ό, τι ονειρευόμαστε».

Αυτό είναι το μότο που διάλεξε ο εκδοτικός σας οίκος για το τελευταίο σας βιβλίο.

-Ναι, είναι νομίζω πολύ χαρακτηριστικό.

Κλαίτε ποτέ κύριε Σταυρόπουλε;

-Αρκετές φορές.

Σας φαίνεται περίεργη αυτή η ερώτηση, ε;

-Καθόλου. Καμία ερώτηση δεν μου φαίνεται περίεργη.

Πολλές φορές, διαβάζοντας τα ποιήματά σας κυρίως, αισθάνθηκα ότι πρέπει να ήσασταν βουρκωμένος όταν τα γράφατε…

-Όταν τα έγραφα, αποκλείεται να ήμουν βουρκωμένος.

Όταν τα ζούσατε, τότε...

-Ίσως πολύ πιο πριν, πάντα υπάρχει μια απόσταση…

Μία ερώτηση που κάνουμε πάντοτε οι δημοσιογράφοι στους συγγραφείς, είναι αν γράφουν περισσότερο όταν είναι δυστυχισμένοι ή όταν είναι ευτυχισμένοι. Σε σας τι ισχύει;

-Μάλλον, ισχύουν και τα δύο. Απλώς ο περισσότερος κόσμος θεωρεί ότι η δυστυχία είναι και πηγή έμπνευσης. Εγώ δεν το νομίζω.

Κι όταν είστε ευτυχισμένος και περνάτε καλά, θα αφήσετε τη ζωή και θα κάτσετε να γράψετε;

-Ναι, αν έχω κάτι ενδιαφέρον να πω. Αν αισθάνομαι ότι έχει φτάσει η ώρα να βελτιώσω το επίπεδο της σχέσης μου με τις λέξεις όπως σας είπα, θα το κάνω, ναι.

Πολλές φορές μέσα στα βιβλία σας περνάει η θάλασσα….

-Με συναρπάζει.

Τί σας συναρπάζει στη θάλασσα; Το απέραντο;

-Το ότι δεν τελειώνει ποτέ. Και το ότι είναι σχεδόν διαφανής και σε αφήνει να ονειρευτείς ό, τι θέλεις κάτω απ’ την επιφάνειά της.

Δεν σας τρομάζει κιόλας η απεραντοσύνη της;

-Όχι, δεν με τρομάζει. Δεν ξέρω... Δεν με τρομάζει· απλώς, ξεκουράζονται τα μάτια μου. Πάνω της.

Είσαστε τελικά κύριε Σταυρόπουλε, ένας παρατηρητής της ζωής, εκτός του ότι την ζείτε κιόλας;

-Ναι, θα το έλεγα. Είμαι περισσότερο παρατηρητής, παρά αφηγητής. Θα το έλεγα αυτό.

Παρατηρείτε τον κόσμο όταν κυκλοφορείτε έξω;

-Το κάνω πάντα, όχι όμως για να γράψω. Γίνεται αυτόματα, από μια ανάγκη· νομίζω ότι ο τρόπος που το κάνω – δεν στέκομαι στα εξωτερικά γνωρίσματα, προσπαθώ να διαπεράσω τον άλλον έστω χωρίς να μιλήσουμε - θέλω να πω, βλέπω τα εξωτερικά πράγματα μ’ έναν εσωτερικό τρόπο. Από παιδί. Και βέβαια, μαζεύονται στις αποθήκες μου διάφορες εικόνες οι οποίες μοιάζουν σουρεαλιστικές, αλλά για μένα δεν είναι καθόλου σουρεαλιστικές. Είναι η πραγματικότητα που βλέπω. Εγώ, τα βλέπω αυτά τα πράγματα που γράφω. Δεν είναι ότι τα ζω…

Κάποια τα ζείτε κιόλας…

-Μπορεί να τα ζω και όλα, όμως εκείνο που έχει σημασία είναι ότι εγώ βλέπω αυτές τις εικόνες. Δεν τις τεντώνω για φτιάξω ένα κείμενο. Είναι κάτι άκρως ρεαλιστικό. Θεωρώ ότι τα κείμενά μου, είναι άκρως ρεαλιστικά.

Πιστεύετε ότι η λογοτεχνία είναι κοντά με την φιλοσοφία;

-Η λογοτεχνία θα έπρεπε να είναι κοντά με την φιλοσοφία. Δεν ξέρω αν είναι, δεν ξέρω, ειλικρινά…

Υπάρχει φιλοσοφία μέσα στα βιβλία σας;

-Υπάρχει η δική μου άποψη για τη φιλοσοφία και υπάρχουν τα δικά μου διαβάσματα, οι αναγνώσεις μου, και ο τρόπος που τις επεξεργάστηκα. Μ’ αρέσει πολύ σ’ ένα κείμενο η φόρμα. Έχουμε ένα σώμα κειμένου – το κείμενο βέβαια είναι απ’ το κείμαι – κάτι ξαπλωμένο, που δεν είναι σώμα αλλά είναι λέξεις. Αλλά πάλι οι λέξεις είναι ένα σώμα, ένα οργανικό σώμα που μπορούμε να το αναπαραστήσουμε με πολλούς τρόπους. Εννοώ μορφικά, εικαστικά, έχουνε κι ένα εικαστικό ενδιαφέρον, ξέρετε, οι λέξεις. Ιδίως τα ποιήματα. Δίνουμε σημασία περισσότερο… – άλλωστε να σας πω κάτι, η λογοτεχνία γράφεται με λέξεις, δεν γράφεται με ιδέες. Η λογοτεχνία γράφεται με λέξεις.

Πίσω από τις λέξεις υπάρχουν οι ιδέες, βέβαια.

-Υπάρχουν, αλλά αυτό που έχει σημασία είναι οι λέξεις. Οι λέξεις βασιλεύουν.

Η ελληνική γλώσσα, πιστεύετε ότι προσφέρεται με τις λέξεις της; Για ποίηση;

-Κοιτάξτε, η ελληνική γλώσσα, είναι μία γλώσσα με τεράστια αποθέματα λέξεων, και η κοινωνική διαστρωμάτωση του ελληνικού λαού ήταν τέτοια, που ευνόησε πάρα πολύ την ποίηση. Όπως θα ξέρετε, έχουμε πάρα πολλούς ποιητές· αντίθετα η πεζογραφία δεν ευνοήθηκε καθόλου στην Ελλάδα.

Ναι, και τα δύο Νόμπελ που έχουμε πάρει στην ποίηση είναι, εξάλλου.

-Ίσως γιατί όταν η Ευρώπη σκεφτόταν μ’ έναν λογικό τρόπο, εμείς ακόμα ακούγαμε την καρδιά μας. Και σκεφτόμασταν μ’ έναν συναισθηματικό τρόπο. Αυτό το πληρώνουμε, βεβαίως, τώρα…

Κύριε Σταυρόπουλε, επειδή η μουσική έχει παίξει τόσο μεγάλο ρόλο στη ζωή σας, και το ροκ κυρίως, εάν βάζατε μια μουσική υπόκρουση σήμερα στην εκπομπή μας, τι θα ήταν;

-Αυτό είναι πολύ δύσκολο, γιατί έχω να διαλέξω ανάμεσα σε πάρα πολλά τραγούδια. Θέλετε να σας πω κάποιο όμως, ε;

Έτσι, ένα, το πρώτο που σας έρχεται.

-Το Wild Horses, των Rolling Stones.

Εδώ, μου έχετε γράψει σε μία αφιέρωση…, «στην Εύη Κυριακοπούλου, με την εκτίμησή μου. Πράγματι, η ζωή είναι αλλού, αλλά δεν μας αφήνουν να πάμε.»

-Ναι, το πιστεύω απόλυτα ότι η ζωή είναι αλλού. Επίσης πιστεύω και το δεύτερο, ότι δεν μας αφήνουν να πάμε.

Για σας πού είναι η ζωή; Το αλλού αυτό, πού βρίσκεται;

-Αυτό το ψάχνω διαρκώς. Το αναζητώ. Σήμερα μπορεί να νομίζω ότι η ζωή είναι εδώ, αύριο να νομίζω ότι είναι σε ένα άλλο μέρος. Θα το αναζητώ συνέχεια και αυτό είναι η γοητεία του. Ότι θα το ψάχνω συνέχεια.

Και ποιοί είναι αυτοί που μας εμποδίζουν κατά καιρούς να πάμε και να το βρούμε;

-Οι άλλοι μας εαυτοί.

Οι αντίπαλοί μας.

-Ναι, οι άλλοι εαυτοί μας. Αλλά, και οι άλλοι.

( Η συνέντευξη παραχωρήθηκε στην Εύη Κυριακοπούλου για την εκπομπή «Η ζωή είναι αλλού», της ΕΤ1. Η εκπομπή μεταδόθηκε από την κρατική τηλεόραση στις 3 Αυγούστου 2011 και επαναπροβλήθηκε στις 21 Σεπτεμβρίου 2011. Στο κείμενο διατηρήθηκε η προφορικότητα του λόγου, αφού πρόκειται για τηλεοπτική συνέντευξη.

Πολλές ευχαριστίες στην Μαρία Χρονιάρη για την κοπιαστική απομαγνητοφώνηση του κειμένου.)