Παρασκευή 27 Νοεμβρίου 2009

ΧΑΛΑΣΜΕΝΟ ΣΥΝΤΡΙΒΑΝΙ


Το τέλος μιας αρχής. Το τέλος της πτήσης. Το τέλος των λογαριασμών. Το τέλος του ιδρώτα δύο βυσινί σωμάτων. Το τέλος κάθε ανήλικης αφής. Το τέλος μιας μικρής θάλασσας. Το τέλος των βλεμμάτων. Το τέλος της εμπιστοσύνης στον καθρέφτη. Το τέλος του καθρέφτη.

Το τέλος των μετρήσεων της βροχής. Το τέλος της γοητείας. Το τέλος των διπλών βημάτων. Το τέλος των συγγενών λέξεων. Το τέλος της ζωγραφιστής πόλης. Το τέλος του μπλε στο σιντριβάνι του ουρανού. Το τέλος ενός ποτηριού γεμάτου φεγγάρια. Το τέλος της διπλής οδοντόβουρτσας. Το τέλος της αδρανούς εξαπάτησης. Το τέλος των μαθημάτων στη νοηματική. Το τέλος του καιρού των Ινδιάνων. Το τέλος δύο χεριών σε ένα. Το τέλος ενός χεριού σε δύο. Το τέλος ενός σπαταλημένου θανάτου. Το τέλος των ηλικιών θάρρους. Το τέλος του άδειου στυλό πάνω σε μια άδεια κόλλα. Το τέλος των άδειων κορμιών. Το τέλος του φρεσκοβγαλμένου χρώματος. Το τέλος όλων των εκδοχών λιακάδας. Το τέλος των πληθυντικών.

Το τέλος των αγνών προθέσεων; Το τέλος κάθε ισορροπίας; Το τέλος του γκρεμού; Το τέλος της ναφθαλίνης του έρωτα; Το τέλος της βελούδινης επιπολαιότητας; Το τέλος της γυναικείας πλευράς; Το τέλος της τρυφερής νύχτας; Το τέλος της αυτοσυγκέντρωσης; Το τέλος των νεκρών; Το τέλος του μήνα των διακοπών; Το τέλος της σαγήνης της άμμου; Το τέλος της μουσικής; Το τέλος του παρελθόντος; Το τέλος του καθεστώτος της χαράς; Το τέλος των καμωμάτων του καλοκαιριού; Το τέλος της γεύσης του Αιγαίου; Το τέλος του παραμυθιού; Το τέλος των τίτλων τέλους;

Το τέλος της στάθμης. Το τέλος της παιδικής ηλικίας. Το τέλος των αθάνατων χιλιομέτρων. Το τέλος μιας αχρησιμοποίητης κολόνιας. Το τέλος του βινιλίου. Το τέλος των αθώων λεπτών. Το τέλος κάθε χειροποίητης λογικής. Το τέλος των πρωτοβουλιών. Το τέλος των ρόλων. Το τέλος του παιχνιδιού.

Και μέσα σε όλα, το πιο μεγάλο. Το πιο δηλωτικό, πιο δύσκολο, πιο ιδιωτικό. Το πιο αποκλειστικό τέλος. Κάτι που έμοιαζε αναπόφευκτο, αλλά κανείς δεν το πρόσεχε, κάτι που ερχόταν καταπάνω μας σαν απειλητική φωτογραφία. Αργά και διστακτικά, με τα αγκάθια του να τρυπούν τη γραμματική: Το απρόσωπο τέλος της προσωπικής αντωνυμίας εσύ.


ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΟΛΗ ΤΗ ΣΤΗΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ

Παρασκευή 20 Νοεμβρίου 2009

ΑΡΩΜΑ ΚΛΕΙΣΟΥΡΑΣ ΠΟΥ ΚΑΠΟΤΕ ΗΤΑΝ ΖΩΗ


Γιάννης Ευσταθιάδης

Πορσελάνη

εκδόσεις Υψιλον, σ. 105, 10 ευρώ


Η ΙΔΙΟΤΥΠΗ ποιητική που κυριαρχεί στον πεζό λόγο του Γιάννη Ευσταθιάδη αποκρυσταλλώνεται εδώ στη διαυγέστερη εκδοχή της, με 44 ακουαρέλες λέξεων που θάλλουν μέσα στη μοναξιά της πορσελάνης, σαν μικρά μουράνο στη βιτρίνα μιας υποφωτισμένης αίθουσας. Χαρακτηριστικό τους -όπως και της πορσελάνης, άλλωστε- η γυαλάδα της πρώτης ύλης και το εύθραυστο περίβλημα, δύο συστατικά που κυριαρχούν στο έργο του και αποτελούν, τρόπον τινά, το εργαστήριο της γραφής του· μαζί με τη μνήμη και τη μουσική.

Με αφορμή τα δύο Βιβλία με τις αντιστίξεις (εκδ. Λέσχη, 2002 & 2006), που περιελάμβαναν τα πολυφωνικά μουσικά δοκίμια του Ευσταθιάδη στη στήλη Αντιστίξεις, της Καθημερινής της Κυριακής, σημείωνα τότε, θυμάμαι, στη metro της 30-04-07: «Τα βιβλία του είναι σχεδόν "ωδικά". Ακόμα και όταν μιλάει για γαστριμαργία ή γράφει ποίηση ή δοκιμάζεται στο διήγημα, η μουσική του είναι μοναδική: Αρμονίες και νότες ανακατεμένες με λέξεις, συνθέτουν ένα ιδιαίτερα εύθραυστο είδος γραφής που θυμίζει ασθένεια με "ακροαστικά και μουσικό βήχα"· νομίζεις ότι αν το ακουμπήσεις θα σπάσει. Φέρομαι στα βιβλία του Ευσταθιάδη, όπως φέρομαι στα βινύλιά μου. Τα πιάνω με προσοχή, και μετά την ανάγνωση, ελέγχω αν τσάκισε καμιά σελίδα, αν τραυματίστηκε καθόλου κανένα γράμμα».

Το εύθραυστο της γραφής είναι διάχυτο στις σελίδες της Πορσελάνης. Κείμενα της μικρότερης δυνατής φόρμας -ως εν δυνάμει γυμναστική του μυαλού- μινιατούρες συναισθημάτων, εγχάρακτα εκμαγεία της ψυχής του αφηγητή, που επεξεργάζεται την απουσία στον χώρο και τον χρόνο, προσώπων, στιγμών, γεγονότων. Παλιά αντικείμενα - φετίχ, για τον συντελεσμένο χρόνο που δεν γλίτωσε, ούτε αυτός, από το πέρασμα του χρόνου. Φωτογραφίες - λάφυρα πολέμου, που βλέποντάς τες, «καταντάς τουρίστας της ίδιας σου της ζωής». Μικρά σημειώματα γραμμένα με μπλε μελάνη, ξεθωριασμένα καρτ ποστάλ. Ενα μαύρο βότσαλο σ' ένα πιατάκι, ένα παλιό νόμισμα διπλωμένο σε αλουμινόχαρτο, ένα άδειο μπουκάλι κρασί φυλαγμένο στην αποθήκη, ένα ρολόι με γοτθικούς αριθμούς πλάι σ' ένα μεταξωτό μαντίλι: Αρωμα κλεισούρας που κάποτε ήταν ζωή. Πάνω τους δεσπόζει εμβληματικά η μοναχικότητα.

Το μπαούλο του Γιάννη Ευσταθιάδη αφήνεται σε κοινή θέα να συν-κινήσει, αφηγούμενο περιστατικά και γεγονότα που υπό άλλες συνθήκες θα ήταν δύσκολο να προσέξει κανείς. Πόσω μάλλον να συν-δέσει, να συν-θέσει, να συν-βάλει. Κάπου μέσα στο κολάζ των άψυχων αντικειμένων, σε περίοπτη και δεσπόζουσα θέση, σ' ένα ζωγραφιστό ράφι που επέχει θέση μπαλκονιού, η ψυχή του αφηγητή, άυλη απ' τον χρόνο που πέρασε και γι' αυτό ελεύθερη, προσπαθεί λάθρα να επαναφέρει την άχρωμη και αποξηραμένη μνήμη στο προσκήνιο. Να κάνει τον απόηχο, συμφωνική ορχήστρα, ανακαλώντας τις ερημιές και τα ρήγματα που προκάλεσε η απουσία.

Εδώ, νομίζω, παίζοντας λιγάκι με τον υπότιτλο και το οπισθόφυλλο του βιβλίου, που προτάσουν τα διδάγματα της ζωγραφικής, έχουμε περισσότερο να κάνουμε με σπουδή στην ασπρόμαυρη φωτογραφία ή, ακόμη περισσότερο, με κινηματογραφικές σεκάνς που συνδέονται υπογείως, έχοντας προαποφασίσει το ατελέσφορο του μοντάζ, αλλά υπάρχουν και αυτονόμως, ως τα μέρη εκείνα που ο σκηνοθέτης δεν συμπεριέλαβε στην ταινία του. Είτε γιατί θα μπορούσαν να λειτουργήσουν και μόνα τους, ως ανεξάρτητα τμήματα ενός άλλου έργου, είτε γιατί το «βάρος» της εικαστικής τους σύνθεσης θα γινόταν αβάσταχτο για τον δημιουργό τους. Μιλάω, φυσικά, για έναν κινηματογράφο νεκρών χρόνων, όπως είναι αυτός του Βέντερς (και κυρίως για την ταινία του Η Αλίκη στις πόλεις), που επιτρέπει στον θεατή να περιηγηθεί με το βλέμμα, δίνοντας αξία στα πράγματα. «Τα μόνα πράγματα που αξίζουν είναι αυτά που αγαπάμε», έλεγε ο Νικολαΐδης, ένας κινηματογραφιστής, συγγενής με τον γερμανό σκηνοθέτη. Στο φιλμ του Βέντερς ο ήρωας, ένας γερμανός δημοσιογράφος που περιπλανιέται στην αμερικανική ενδοχώρα για να γράψει ένα άρθρο για την Αμερική, διαπιστώνει, περί το τέλος της ταινίας, ότι δεν μπορεί να γράψει τίποτε, το βλέμμα του είναι τυφλό, και αντί για το κείμενο που πρέπει να παραδώσει, έχει στα χέρια του χιλιάδες φωτογραφίες που απλώς μαρτυρούν την ύπαρξη των γεγονότων, χωρίς να τα αφηγούνται. Κάθε καρέ μοιάζει να εμπεριέχει την ταινία ως σύνολο - όπως κάθε διήγημα στην Πορσελάνη μοιάζει να περιέχει όλο το βιβλίο.

Τα πάντα κινούνται σ' έναν ελεγειακό τόνο και δονούνται απ' την απουσία. Είναι πολύ παλιά αυτή η απουσία. Ερχεται από τον καιρό που οι άνθρωποι χόρευαν βαλς στα σπίτια τους, μετά τον δείπνο, και οι οικογένειες μαζεύονταν γύρω απ' το τζάκι, διαβάζοντας ποιήματα. Είναι, ακόμη, μια απουσία που ισούται με αβάσταχτη παρουσία, «μια κλεψύδρα βροχής που απ' όπου και να τη γυρίσεις βρέχει»· γιατί βρίσκεται παγιδευμένη ανάμεσα σε δυο χρόνους: στον Παρατατικό, που υποφέρει και στον Ενεστώτα, που επιμένει να απευθύνεται στο πρόσωπο ή στην εποχή που λείπει.

Στη γραφή του Ευσταθιάδη είναι φανερή η νοσταλγία ενός συναισθήματος που πεθαίνει μέσα στον τρόμο ότι πεθαίνει· και η αγωνία του να προλάβει να το διακρίνει, πριν αυτό σβήσει για να το σώσει. Είχε δίκιο ο Σεζάν: Τα πράγματα εξαφανίζονται τόσο γρήγορα, που θα πρέπει να βιαστείς πολύ, αν θες να τα δεις.

Οταν ο συγγραφέας γράφει δεν είναι απλώς μόνος του· είναι απελπιστικά αποκομμένος από το κοινωνικό του περιβάλλον. Τη στιγμή, λοιπόν, που γράφει δεν είναι μόνον ο αναγνώστης του εαυτού του, αλλά, κυρίως, ο συγγραφέας της ζωής του. Η μοναξιά του, εκείνη που υποφέρει κι εκείνη που νομίζει πως επαναδιατυπώνει γράφοντας, είναι η πρώτη ύλη. Αυτή που κάνει διάσημη την απουσία των άλλων.

Ο Ευσταθιάδης είναι ένας κοινωνικότατος άνθρωπος. Η ιδιότητά του αυτή, όμως, δεν τον εμποδίζει να χάνεται μέσα στη μοναξιά των αντικειμένων, που είναι, εντέλει, η μοναξιά τού να ζεις γράφοντας. Πολλώ δε μάλλον, όταν αυτή η μοναξιά, στοιχειοθετούμενη σε λεπτές λέξεις -κλωστές που ενώνουν το παρελθόν με το μέλλον-, είναι η ίδια η ζωή που, βαδίζοντας, σου έπεσε ξαφνικά απ' την τσέπη· σαν νόμισμα διπλωμένο σε αλουμινόχαρτο.

Τα αντικείμενα της «Πορσελάνης» πάσχουν από την απουσία του βλέμματος. Κανείς δεν υπάρχει για να τα κοιτάξει πλέον, κανείς δεν έμεινε για να τα κάνει να ξαναζήσουν μέσα απ' αυτόν τη μικρή ιστορία τους. Εχουν μεταβληθεί σε νεκρές φύσεις. Σε ενθύμια. Σε άχρηστο υλικό. Είναι συγκινητικός ο τρόπος που τα πλησιάζει ο συγγραφέας - όχι μόνο για να τα προκαλέσει να θυμηθούν ότι κάποτε υπήρξαν, αλλά και για να θυμηθεί ο ίδιος τη ζωοφόρο σχέση του μαζί τους. Αναγκάζει τον εαυτό του να διατηρεί ανοιχτούς λογαριασμούς με τη μνήμη. Την ανασύρει από «άχρηστα» αντικείμενα για να βλέπει ξανά μπροστά του «όλα τα κόκκινα αποτυπώματα των γυναικών που κάποτε φίλησε».

Αν το Δωμάτιο παντού (εκδ. Μελάνι) και τα Γραμμένα φιλιά (εκδ. Υψιλον) ήταν ο κινηματογράφος της ψυχής του Ευσταθιάδη, η Πορσελάνη είναι, σίγουρα, η ψυχή του κινηματογράφου του, με την κάμερα περισσότερο να υπαινίσσεται και λιγότερο να καταγράφει τον πόνο της απώλειας. Στραμμένη στο χθες, δείχνει να το μεταφράζει με όρους τού σήμερα και του αύριο, να επιδιώκει να το «αξιοποιήσει» υπέρ ενός άγνωστου μέλλοντος. Τα μικρά αφηγήματα -διηγήματα τα ονομάζει ο συγγραφέας- της Πορσελάνης έχουν ως πρώτη ύλη τους την κρούστα της συγκίνησης, μέσα όμως σε μια αυστηρά περιγραφική φόρμα που αποκρούει το μελό και αναδεικνύει το παιχνίδισμα και το δέος του λογοτεχνικού λόγου. Εστω και αν, προσωρινά, η ποιητικότητα καμιά φορά υποχωρεί, υπέρ της παρατήρησης.

Μιλάμε συχνά για κάτι που έχει χαθεί, η απουσία είναι μία από τις κυριότερες πηγές δημιουργίας. Με μία διαφορά: Η απουσία του Γιάννη Ευσταθιάδη είναι διαρκώς παρούσα (και πάσχουσα), καθαρίζει τη σκόνη από τις εσοχές του χρόνου και αποκαλύπτει από κάτω -με το λεπταίσθητο μικροσκόπιό της- τα τμήματα εκείνα που δεν είχαμε επαρκώς προσέξει, όσο υπήρχαν στο παρόν. Η διαχείρισή της γίνεται όπως επισκευάζει κανείς ένα παλιό ραδιόφωνο: με υπομονή, με μεράκι, με φροντίδα.

Ο μη επικαιρικός, πλην απαιτητικός λόγος του καλεί τους αναγνώστες σε μια σεμνή τελετή εις μνήμην αυτού που κάποτε υπήρξε· είναι ο κόσμος των εύκρατων συναισθημάτων και των δυνατών συγκινήσεων που επιμένουν να μας θυμίζουν τις εποχές που παρήλθαν. Θυμίζει φθαρμένη καπαρντίνα, γεμάτη από λέξεις και ήχους, που νοσταλγεί την ηλικία της.


ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΟΛΟ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
http://www.enet.gr/?i=news.el.texnes&id=103189

Παρασκευή 13 Νοεμβρίου 2009

ΚΑΝΑΛ ΝΤ' ΑΜΟΥΡ

ΟΛΟΥΣ τους ήρωές μου τούς έχουν σκοτώσει.
Ολοι νεκροί. Και ο Θεός, ένα αδιανόητο τίποτα. Μια λάθος τοποθεσία στο κυνήγι του θησαυρού. Αν ζούσε, θα τον σκηνοθετούσε ο Παζολίνι, η φωτογραφία του Μυστικού Δείπνου θα ήταν από πολαρόιντ. Ο Νίτσε αφιέρωσε ολόκληρη τη ζωή του για να τον απορρίψει. Δεν βρίσκω τίποτε πιο θρησκευτικό, τίποτε πιο ερωτικό από αυτό. Οταν ξοδεύεις όλα τα χρόνια σου για να απορρίψεις κάτι, τότε το έχεις ερωτευτεί. Μπορείς να μοιραστείς τα ερείπια; Γίνεται;

Δεν ερχόμαστε απ' αυτόν που μας γέννησε. Ερχόμαστε από μια αδιάκριτη επιθυμία να σπάσουμε τη σιωπή. Το αβγό. Παραβιάζουμε το σώμα της μητέρας, χρησιμοποιώντας το σώμα του πατέρα. Αυτό που προκύπτει το ονομάζουμε οικογένεια. Αν υπήρχε σήμερα ο Οιδίποδας, δεν θα σκότωνε τον πατέρα του, θα σκότωνε τη μητέρα. Θα σκότωνε την ιερότητα της αποστολής της, αυτό το αυξάνεσθε, αφαιρώντας τα πάντα. Αυτή την ελαφρότητα του πολλαπλασιασμού. Αυτόν τον παγκόσμιο έρωτα με τη διαίρεση.

Η Μαγδαληνή ψάχνει τον Χριστό, για να τον ξεκρεμάσει. Το κανάλι της αγάπης είναι κόκκινο. Οι Πιλάτοι, πολλοί. Ενα μωρό ψάχνει στο σκοτάδι το στήθος της μητέρας του, οι άνθρωποι ψάχνουν τη χαμένη τους αθωότητα. Οι κάλτσες τους είναι λερωμένες. Στις σχέσεις δεν ψάχνεις ποτέ τον άλλον, αλλά αυτό που ψάχνεις να βρεις. Ο άλλος απλώς παρευρίσκεται, για να τον συναντήσεις πληρώνεις διόδια. Σου χαρίζει ληγμένα γάλατα. Θέλω να αλλάξω τη ζωή μου, εκείνη αλλάζει μόνη της, φοράει κουστούμια που της πλέουν, συχνάζει στα σουπερμάρκετ της γειτονιάς και γεμίζει τα καλάθια μωρά. Είναι έλλειψη θάρρους η θρησκεία; Είναι καταφύγιο αδυναμιών η οικογένεια; Τι ακριβώς σημαίνει πιστεύω;

Στον αστερισμό της νύχτας οι σηματοδότες είναι σπασμένοι. Δεν υπάρχει Γρηγόρης και Σταμάτης, ποιητής ουρανού και γης, παιδικά καροτσάκια με σακούλες κρεμασμένες στα μπράτσα τους, τα πρόσωπα που κυκλοφορούν περισσότερο τα υποθέτεις, παρά τα βλέπεις. Εντούτοις, είναι πιο αληθινά. Η νύχτα κοροϊδεύει την υποκρισία της μέρας, την κερνάει σφηνάκια, τη μεθάει, την εξαντλεί. Το φως είναι λίγο, ο ουρανός ελάχιστος. Χαθήκαμε, το πεζοδρόμιο ένα ανάποδο καρέ. Ενα αναποδογυρισμένο τραπεζάκι. Μια μπάλα που κυλάει.

Εκείνη έφυγε. Εγώ έμεινα. Με τη νύχτα τυλιγμένη στη μέση μου, θερμοφόρα.


ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΟΛΗ ΤΗ ΣΤΗΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=101561

Παρασκευή 6 Νοεμβρίου 2009

ΑΓΕΛΑΣΤΟΣ ΠΕΤΡΑ


ΣΤΙΣ ΘΑΛΑΣΣΕΣ του κόσμου. Οι άνθρωποι κολυμπούν ακίνητοι. Νομίζεις ότι είναι σκαλισμένοι στον βυθό. Κανείς τους δεν μιλάει, έχουν γίνει βοτσαλάκια. Μαζεύω μερικούς και τους βάζω στο βάζο. Για να τους έχω. Ο ήλιος που καίει, τους κάνει γυαλιστερούς. Ανυπόφορους. Οικογένειες από πέτρες μεγαλώνουν κάτω από τα μάτια μου, εργάζονται σαν τα μυρμήγκια. Θέλουν να αγοράσουν φωνή. Ούτε τους εαυτούς τους δεν μπορούν να χωρέσουν. Κρατάω το σπαθί. Καλύτερα να κόψω το χέρι μου. Τα χέρια μου.
Οι πέτρες δεν είναι ούτε καλές ούτε κακές. Δεν έχουν ηθική, μνήμη, συνείδηση. Φορούν ένα δέρμα που το λένε σκληρότητα· να τις προστατεύει. Είναι αγέλαστες. Λυπημένες. Αφωνες. Η φωνή απαιτεί για τον εαυτό της ένα στοιχείο αθωότητας. Δεν το έχουν. Δεν θα συνηθίσω ποτέ.

Εκαναν χώρους για καπνιστές και δεν πρόβλεψαν χώρους επαφών, χώρους αγγιγμάτων, οι επαφές απαγορεύονται. Νύχτα στην Ιπποκράτους, οι άνθρωποι περπατούν μόνοι, χωρίς σκιά. Πόσα χρόνια μοναξιάς; Εκατό; Οχι, αυτό είναι βιβλίο του Μάρκες. Πάντως, πολλά. Ενας τυφλός προσπαθεί να περάσει τη διάβαση, δεν τον βοηθάει κανείς. Το άσπρο μπαστούνι του φωτίζει τη νύχτα, χτυπάει το κράσπεδο. Τακ τακ. Ενας περαστικός σκύλος που ψάχνει το ταίρι του τον ακούει και του γλείφει το πόδι. Θα τον οδηγήσει αυτός. Τώρα που πέθαναν τα ζευγάρια, αλλάζει και η γραμματική. Τα πρόσωπα. Πώς είναι το εμείς στον ενικό;

Τα όρια ανάμεσα στη ζωή σου και στη ζωή για την οποία γράφεις είναι ασαφή. Οταν αρχίζουν και αποσαφηνίζονται, κάτι δεν πάει καλά. Ή η ζωή σου ή αυτό που γράφεις. Η νύχτα γδέρνει τον κόσμο, γδέρνει τα χείλη μου, γδέρνει το μέλλον. Επιβάλλει τον δικό της νόμο, του σκοταδιού. Περνάς ή έρχεσαι; Χωρίς εσένα δεν υπάρχει χρόνος. Δεν υπάρχει απόδειξη ζωής. Το κοντέρ μηδενίζει. Πώς μπορούν να ξεχνούν οι άνθρωποι την απόδειξη ότι ζούν; Γιατί έγιναν πέτρες;

Ενα παιδάκι περνάει από μπροστά μου, έχει μεγάλα φωτεινά μάτια που χωρούν μέσα τους όλη την αγάπη του κόσμου. Θα μου πεις γιατί είμαστε μόνο στιγμές; Είμαι μικρούλι ακόμα, δεν ξέρω, μου απαντά.

Κι εγώ είμαι μικρούλι, αλλά όχι ακόμα. Πια. Είμαι μικρούλι πια. Ο καιρός των μεγάλων πέρασε. Θα με πάρεις μαζί σου;

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΟΛΗ ΤΗ ΣΤΗΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=99320

Παρασκευή 30 Οκτωβρίου 2009

ΔΑΧΤΥΛΙΔΙΑ



ΣΤΙΣ ΟΧΘΕΣ αυτού του παλιού νησιού νυχτώνει νωρίς. Οι ελιές, από το μικρό μπαλκόνι που βλέπει στον κόλπο, δίνουν τη δική τους χορευτική παράσταση στο κοινό που είναι τα μάτια μου. Λίγο πριν από το σούρουπο διασταυρώνουν τα βλέμματα. Τα φύλλα πλησιάζουν το ένα το άλλο, ριγούν στην ένωση, σχεδόν φιλιούνται, μετά απομακρύνονται. Τα ερωτικά χάδια είναι διάσημα και στα δέντρα. Ο άνεμος που φυσάει πάντα, ενθαρρύνει τις προσπάθειές τους.

Είναι φθινόπωρο, η θάλασσα το καταλαβαίνει και αντιστέκεται. Θέλει να κρατήσει ακόμα το καλοκαίρι στα χέρια της, καθαρό και σιδερωμένο, όπως κρεμάει μια γυναίκα το σώμα της από τον λαιμό για να βγει έξω, διαμορφώνοντας τον κόσμο. Πάνω στα παραθυρόφυλλα και στις πόρτες των σπιτιών έχει σκάσει ο ουρανός. Ο Θεός έχει βάλει τη στολή του και βομβαρδίζει. Μπλε μπογιές παντού. Στα μπαλκόνια, στα μάτια, στις ψυχές. Στις αμμουδιές των ανθρώπων νυχτώνει νωρίς.

Ο αέρας μυρίζει χαμό. Η απώλεια έχει εδώ ένα είδος μονιμότητας, σκαρφαλώνει πάνω στις αναμνήσεις. Γρατσουνάει με τα νύχια της το δέντρο. Το δέντρο είμαι εγώ. Λένε πως όταν χάνεις ένα αγαπημένο σου πρόσωπο, όταν σε εγκαταλείπει η ιδέα ενός ανθρώπου, χάνεις μαζί και τον μισό σου εαυτό. Αυτό δεν είναι πρόβλημα. Το πρόβλημα υπάρχει με τον άλλο σου εαυτό, αυτόν που δεν χάνεις. Που μένει να αντιστέκεται, μέσα σου, αφοσιωμένος πόνος. Μισός. Ζούμε δυο ζωές. Δεν αντιλαμβανόμαστε καμία. Μετά, πεθαίνουμε.

Ενδιαμέσως, περνάμε μια κρίση που δεν μπορούμε να κρίνουμε. Περνάμε. Μια κρίση. Μοιάζουμε με την Αριστερά - αν και πλέον δεν μας ανήκει. Ή μας ανήκει, χωρίς να ανήκουμε εμείς σε αυτήν.

Στην ταβέρνα του Βέλγου, στην ακροθαλασιά, το ακορντεόν συνεχίζει να θριαμβεύει. Καλπάζει μέσα στη νύχτα και την κάνει δερμάτινη. Μα το δικό σου αμάρτημα, του κόσμου όλα τα δάχτυλα. Εσύ μέτρησες ποτέ τα δάχτυλά σου; Ο καιρός είναι ηλικιωμένος, για να καθήσει χρειάζεται προσπάθεια. Κάποιος διπλώνει το σώμα του στο ζεϊμπέκικο, η μουσική παραπονιέται για τα σανίδια. Μου γλείφει το πρόσωπο σαν πιστό σκυλί. Δεν έχω τι να της δώσω, είμαι κι εγώ στην ίδια μοίρα.

Η ζωή είναι πόνος. Το λέει ο Βούδας. Και ο Μητσάκης, που δεν τον νοιάζει για τα δαχτυλίδια. Γιατί είναι ντεκόρ.

Το αληθινό μένει πάντα μόνο του.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΟΛΗ ΤΗ ΣΤΗΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ

Δευτέρα 26 Οκτωβρίου 2009

ΔΥΟ ΜΕΡΗ ΣΙΩΠΗ, ΕΝΑ ΜΕΡΟΣ ΛΕΞΕΙΣ


Η ΜΟΥΣΙΚΗ ΤΗΣ


Όλη νύχτα
Έβλεπα την κοιλιά σου να μεγαλώνει
Το σάλιο μου μύριζε πετρέλαιο
Πάνω στο καμένο κορμί
Ένα πλοίο από πορσελάνη
Χυνόταν κάθε λίγο στο στόμα σου
Με κομμένα σκοινιά

Όλη νύχτα
Μ’ έναν φακό
Μάζευα σπασμένα γυαλιά
Από τις αποθήκες σου
Σε άνοιγα και σε έκλεινα
Ως τα κάγκελα της ψυχής
Ως εκεί που μπορεί να φτάσει
Ένας υποψήφιος νεκρός

Προσέχοντας πολύ
Να μην τρομάξω
Την αναπνοή της

Με την πανοπλία μου


ΛΙΓΟ ΑΚΟΜΑ Π ΠΡΙΝ ΠΕΡΑΣΕΙ(Σ)


Ερχόμουν από μακριά
Με τους χειροποίητους μύθους μου
Με τις φυσιογνωμίες των σωμάτων
Γεμάτες λάσπη
Είχα συνηθίσει πια
Να επιπλέω στην καθαρότητα
Ό,τι ήθελα να πω
Το έλεγα πρώτα στον εαυτό μου
Για δοκιμή

Μια μέρα
Άρχισα να σου μιλάω ακατάπαυστα
Και κόλλησαν τα χείλη μου Άνδρο
Όπως έβγαινε η φωνή μου
Λιγόστευα

Εσύ πάλι τι κάνεις
Όποτε το θυμάσαι
Κατεβάζεις τα σκουπίδια στη θάλασσα
Ξεσκόνισε και λιγάκι
Τόσες λέξεις είναι πεταμένες στο πάτωμα

Δε βλέπεις ότι αν συνεχίσουμε έτσι
Θα μας φάει η σκόνη;


Την Παρασκευή 30 Οκτωβρίου κυκλοφορεί το νέο βιβλίο μου ΔΥΟ ΜΕΡΗ ΣΙΩΠΗ, ΕΝΑ ΜΕΡΟΣ ΛΕΞΕΙΣ από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Παρασκευή 23 Οκτωβρίου 2009

ΠΙΟ ΛΙΓΟΣ


ΜΑΤΙΑ κενά, νεκρών ψαριών, σαν κι αυτά που κρέμονται στις ταβέρνες. Αδεια από αίμα. Θολά. Το πρόσωπό σου έχει το ίδιο χρώμα με τη βότκα. Σχεδόν κίτρινο, σακατεμένη ώχρα, στυμμένο πορτοκαλί. Μυρίζει λεμόνι. Και είναι πολλά πρόσωπα μαζί, κρυμμένα το ένα μέσα στο άλλο, σαν τις ρωσικές κούκλες. Δεν ξέρεις ποτέ ποιο αντικρίζεις. Νομίζω πως ο χυμός του λεμονιού έπεσε ταυτόχρονα στο πρόσωπό σου και στο ποτήρι μου. Τη στιγμή που το φως υπόσχεται να ντυθεί σκοτάδι και πασχίζω να βελτιώσω τα χρώματα, αναρωτιέμαι ποιο απ' όλα υπήρξε αληθινό. Ή δεν ήταν κανένα; Μήπως το αληθινό δεν το βλέπεις;

Πάντα υπάρχει κάτι ανάμεσα σε σένα και τους άλλους. Μια σήτα. Ενα παραβάν. Ενα δίχτυ. Ποτέ δεν μπορείς να φτάσεις απ' ευθείας στον άλλον. Περνάς εμπόδια. Λίμνες στα στιπλ. Το νήμα είναι ο καθρέφτης. Αν σπάσει, έσπασες. Ξαναγυρνάς στον εαυτό σου. Κάθε φορά και πιο μόνος. Πιο λίγος. Πιο πρώην.

Εξω βρέχει. Εχω κολλήσει το πρόσωπό μου σ' ένα τζάμι. Ο κόσμος που περνάει απ' έξω είναι θαμπός. Και από μέσα, όμως, θαμπός είναι. Οπως και να τον δεις είναι θαμπός. Οσο μεγαλώνεις, μικραίνεις. Αγαπάς για να ξαναζήσεις την παιδική σου ηλικία και αυτό σε γερνάει περισσότερο. Τα μάτια θαμπώνουν, αντί να θαμπώνονται. Γιατί όταν δείχνεις την αδυναμία σου ο άλλος τη χρησιμοποιεί ως δική του δύναμη;

Μια Μερσεντές Μπενζ αγκομαχάει πίσω μου, στο τραγούδι η Τζόπλιν σαν να φτερνίζεται. Σε λίγο θα αρχίσει να βήχει. Ο δρόμος για το Λεωνίδιο περνάει απ' τον Τυρό και είναι φιδωτός. Οι στροφές μοιάζουν με τεντωμένα τόξα. Στο βουνό ψηλά, έχουν φυτρώσει σπίτια. Λες και τα φύτεψε κάποιος στις πλαγιές του για να το προστατεύουν.

Στην πλατεία του χωριού με περιμένει ο Ουράνης, πεθαμένος απ' το '53. Εχω αργήσει 56 χρόνια, δείχνει απογοητευμένος. Η γραβάτα του είναι σκονισμένη, το βλέμμα του ραγισμένο. Γυρίζω όλα τα ρολόγια πίσω, υπάρχει περισσότερο μέλλον στο παρελθόν, παρά στο παρόν. Φοβάμαι ότι στο μέλλον δεν υπάρχει καθόλου μέλλον. Με ρωτάει: Θέ' να 'ρθει τάχα μιαν ημέρα σαν από τόπους μακρινούς η Ανοιξη που λαχταράμε; Και θα μας εύρει ζωντανούς; Δεν ξέρω τι να του απαντήσω, είναι πεθαμένος. Οπως κι εσύ.

Οπως εγώ. Οπως όλοι.



ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΟΛΗ ΤΗ ΣΤΗΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=94873