Κυριακή 10 Σεπτεμβρίου 2017

Η ΑΘΑΝΑΣΙΑ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ ΑΠΟ ΤΗΝ ΓΛΩΣΣΑ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ




Σταύρος Σταυρόπουλος, Πράξη Εξαφάνισης
Σμίλη, Αθήνα 2016

Το ποιητικό έργο του Σταύρου Σταυρόπουλου είναι μια μορφή κοσμογονίας στην οποία εμπεριέχεται η προφητεία της καταστροφής του κόσμου και της αναδημιουργίας του. Η κοσμογονία αυτή ταυτίζεται με την ποιητική δημιουργία καθώς ο δημιουργός είναι ο ποιητής-προφήτης.
Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η ποίηση του Σταυρόπουλου είναι μια προσπάθεια ανανέωσης του κοσμογονικού μύθου, ως μια παραλλαγή του. (Σύμφωνα με τον Levi Strauss «ο μύθος αποτελείται από το σύνολο των παραλλαγών του»). Ο μύθος στην ποίηση του Σταυρόπουλου έχει, επίσης, διπλό ρόλο: αποτελεί το κύριο υλικό προσέγγισης και κριτικής της πραγματικότητας αλλά είναι και η έντεχνη αναπαράστασή της.

Ο Σταυρόπουλος με την τετραλογία του Πιο νύχτα δε γίνεται, Μετά, Καπνισμένο κόκκινο και Ολομόναχοι μαζί ξεκίνησε την καταγραφή, με τη γλώσσα της ποίησης, της πορείας του κόσμου προς το τέλος του και την εξαγγελία της αναδημιουργίας του:

«Εκείνη τη στιγμή ο κόσμος έγινε βυθός. Στον πυθμένα της θάλασσας έμειναν στολισμένοι οι άνθρωποι και τα κοιτάσματά τους, σχεδόν ενωμένα [….] Εδώ κι εκεί, καμένες χορδές. Σωροί από ζωές στοιβαγμένες. Στην καμπούρα της γης.» - Καπνισμένο κόκκινο

«Θα γεννηθώ ξανά με άφτιαχτο πρόσωπο. Στο προαύλιο αυτής της αιώνιας φωτογραφίας, να κουβαλήσω το τοπίο — σαν σαλιγκάρι» - Μετά

Από την αρχαιότητα, ήδη, ο άνθρωπος προσπάθησε, μέσα από τη φιλοσοφία, τη θρησκεία αλλά και τον μύθο, να αποδώσει τη γέννηση του κόσμου σε κάτι ιδεατό και μέσα από αυτό να πνευματοποιήσει τη φύση. Έτσι, το νερό, το χώμα, το φως, η φωτιά, ο αέρας θεοποιήθηκαν. Παράδειγμα αυτής της ανθρώπινης «αισθητικής» αναζήτησης αποτελούν ο βαβυλωνιακός μύθος, ο ινδικός μύθος αλλά και οι μύθοι των αρχαίων Ελλήνων. Στην κοσμογονία του Ησιόδου το Χάος, η Γη και ο Έρωτας συνέβαλαν στη δημιουργία του κόσμου. (Στοιχεία που συναντάμε σε όλα σχεδόν τα ποιήματα του Σταυρόπουλου). Ένα άλλο σημαντικό στοιχείο δημιουργίας στη φιλοσοφία, η πάλη των δύο αντιθέτων, της φιλότητας και του νείκους, κατά τον Εμπεδοκλή, υπάρχει στην ποίηση του Σταυρόπουλου ως πάλη της γυναίκας με τον άντρα. Ο έρωτας για τη γυναίκα μετατρέπει το ποίημα σε σώμα. -Το σώμα ως γενεσιουργός αιτία και ως κόλαση του πνεύματος.

«Έχω όλα τα αινίγματα της δίψας
Αποκλεισμένα στο σώμα μου
Για να μπορείς εσύ να έρχεσαι να με βλέπεις
Όποτε θέλεις» - Πράξη Εξαφάνισης

Στη χριστιανική φιλοσοφία το σώμα εξέπεσε και κατηγορήθηκε για τα πάθη του. Για τον Σταυρόπουλο η οδός διάσωσης του έρωτα και του σώματος, του ιερού δοχείου της ψυχής, είναι η ποίηση. Η ποίηση είναι η μόνη οδός εξαγνισμού για το σώμα, μέσα από τον λόγο, που μπορεί να το αποδίδει στην αθανασία. Ο κόσμος όπως τον ξέρουμε θα καταστραφεί, μας λέει ο ποιητής.

«Μάζεψε τις λέξεις, όπως στις παλιές τυπογραφικές μηχανές και σφράγισε τα χείλη της. Βιβλιοδέτησε με επιμέλεια τον προορισμένο χρησμό. Η γυναίκα που ήταν ο κόσμος άνοιξε με λύπη θολή και είπε: Ο χρόνος πίσω δεν γυρνά, αναπαυμένη πάνω στις φωτογραφίες της.» - Ολομόναχοι μαζί

Η νέα ποιητική συλλογή του ποιητή Σταύρου Σταυρόπουλου «Πράξη Εξαφάνισης» ξεκινάει με το ποίημα «Επίλογος» και τελειώνει με το ποίημα «Πρόλογος». Ο μύθος του ποιητή ξεκινάει αντίστροφα, δηλαδή από τον θάνατο προς τη γέννηση, και αποτελείται από τρία κοσμογονικά στοιχεία τη γυναίκα, το σώμα και το νερό.
Ο Σταυρόπουλος γράφει ποίηση που μοιάζει με προφητεία της οποίας η έμπνευση είναι ο έρωτας. Ο έρωτας διατρέχει όλες τις αισθήσεις που εικονοποιούνται μέσα στο ποίημα. Προφητεύει τον θάνατο του ποιητικού παρελθόντος εξαγγέλλοντας τη γέννηση του νέου. Η νέα ποίηση κυοφορείται μέσα από την οδύνη του θανάτου. Ο κόσμος, στην ποίηση του Σταυρόπουλου ήταν γυναίκα, η οποία καλείται να φέρει σε πέρας μια αποστολή. Όμως η αποστολή που της αποδίδει ο ποιητής είναι η δημιουργία του κόσμου, είναι η δική του αποστολή.

Όπως γράφει η κορυφαία Πολωνή ποιήτρια Άννα Καμιένσκα «Κάθε ποιητής έχει να ολοκληρώσει μια αποστολή» έτσι και ο ποιητής Σταύρος Σταυρόπουλος έχει φανερά να ολοκληρώσει την αποστολή του ποιητή που ζει στο τέλος μιας εποχής. Πρέπει να μιλήσει για τον θάνατο και να προφητεύσει τη γέννηση.

«Έχουν μία αίγλη θριάμβου
Αυτά τα ερείπια
Στερεώνουν το θάνατο
Σ’ ένα διάσημο φως
Μετράω βυθούς και εξέρχομαι»  - Πράξη Εξαφάνισης

Η ποίηση με τη μορφή μιας μούσας- γυναίκας που ήταν ο κόσμος- θα διαθέσει το σώμα, τις λέξεις, με το οποίο ο ποιητής θα γεννήσει το νέο κόσμο.

«Μ’ άρεσε
Να σωπαίνω τις λέξεις πάνω σου
Να κοιμούνται»

Η δημιουργία του κόσμου απαιτεί τα πρωταρχικά στοιχεία της φύσης, όπως το νερό. Έτσι και ο ποιητής-δημιουργός επικαλείται την έμπνευση, το νερό, για να μπορέσει να δημιουργήσει το ποίημα:

«Καμιά φορά
Επικαλούμαι το νερό
Για να μπορέσουν να συνεχίζουν οι λέξεις»

Κάποιες φορές τα ποιήματα κρύβονται στα μάτια καθώς η όραση συλλαμβάνει πρώτη μια εικόνα ακατέργαστη «απόκρημνη» που τη μετατρέπει ο δημιουργός σε ποιητική ιδέα:

«Τα μάτια μας έκρυβαν στις γωνίες
Απόκρημνα ποιήματα
Και στηνόταν ένα πανηγύρι τρελό
Στο χαρτοπόλεμο της αγάπης»

Η αγάπη ανάμεσα σε δυο ανθρώπους ή ανάμεσα στον ποιητή και την ποίηση, τον κόσμο που ήταν γυναίκα, γίνεται η πηγή δημιουργίας, το νερό, η θάλασσα από την οποία εμπνέεται το ποιητικό υποκείμενο και γράφει το ποίημα:

«Εγώ Εσύ
Και η θάλασσα που ξέβραζε ποιήματα
Παγωμένα
Αναντικατάστατα
Ωμά»

Ο ποιητής κωπηλατεί πάνω στη θάλασσα- ποίηση και γράφει το ταξίδι-ποίημα με τη θέληση του δυνατότερου στοιχείου, της θάλασσας-ποίησης. Ο ποιητής γίνεται το μέσο, το κουπί:

«Κι αυτά τα ποιήματα
Που τώρα γράφω
Δεν τα έγραψα εγώ
Τα κουπιά τα έγραψαν

Εγώ δεν γράφω ποιήματα»

Κάποια στιγμή ταυτίζεται με την ποίηση και αναζητά στον εαυτό του τον σκοπό της. Πώς γίνεται να υπάρχει η ποίηση έξω από τον ποιητή; Η φύση είναι η αιτία της δημιουργίας ή υπάρχει μια δύναμη η έμπνευση; O ποιητής ξεσπάει:

«Όμως εγώ είμαι νερό
Εσύ είσαι η φωτογραφία του»

Αλλά καταλαβαίνει γρήγορα ότι οφείλει να σώσει το δημιούργημά του ακόμη κι αν είναι ένα κατασκεύασμα του νου, ένα πλάσμα της φαντασίας του, μία γυναίκα ή ένα όνειρο που δεν υπάρχει. Πρέπει να του εμφυσήσει ζωή:

«Κι εγώ ανάποδα
Χωρίς χέρια
Να κρατάω με λύσσα
Εσένα που δεν υπάρχεις
Στα δόντια μου

Για να μη μου πεθάνεις»

Ο δημιουργός μιλώντας για τον θάνατο κερδίζει την αθανασία του, μετατρέποντας τον θάνατο σε ποίημα. Ο θάνατος μπορεί να νικηθεί μέσα από τις λέξεις που τον λιγοστεύουν όπως ο χρόνος τη ζωή. Ο Σταυρόπουλος ειρωνεύεται την ποίησή του αλλά και τον ίδιο του τον εαυτό μέσα από την πικρή διαπίστωση:

«Εντάξει το να μεγαλώνει κανείς
Είναι βαριά ασθένεια
Και προπάντων ανίατη
Αλλά όλο για θανάτους θα μιλάμε τώρα;»

Ο θάνατος θέτει επιτακτικά το ερώτημα της ύπαρξης. Υπάρχω, υπήρξα κι αν υπήρξα ήμουν μέσα στο ποίημα κάποιου άλλου που τώρα ζει σ’ εμένα; Υπήρξα άραγε ως ο Πόε στο «Κοράκι», ο Μπέκετ στον «Ακατανόμαστο», ο Κάφκα στη «Μεταμόρφωση» φαίνεται να αναρωτιέται ο Σταυρόπουλος. Και καταλήγει:

«Είναι κακό να νιώθεις
Έτσι ατελείωτος σήμερα»

Ο παλιός κόσμος και οι γνωστές ποιητικές μορφές κάποια στιγμή όμως «τελειώνουν» και ο ποιητής πρέπει να φτιάξει τον κόσμο που έρχεται και να αφήσει πίσω του ό,τι πέθανε:

«Όταν σε περικυκλώνει η στάχτη
Το μόνο που έχεις
Είναι να κρεμάσεις τον επόμενο κόσμο
Στην πλάτη σου
Και να προχωρήσεις»

Τότε ο δημιουργός νιώθει μόνος καθώς:
«Είμαι ένας από σας
Χωρίς εσάς»

Ο Σταυρόπουλος επιστρέφει μέσα από τα ποιήματά του στην αρχαία πηγή της κοσμογονίας, τη μυθολογία στην οποία ο κόσμος τελειώνει με το φόνο των προηγούμενων θεών. Έτσι κι εκείνος πρέπει να σκοτώσει τους ποιητικούς του προγόνους για να προχωρήσει η ποίηση:

«Μέχρι να τελειώσει αυτός ο κόσμος
Όπως ταιριάζει στα άρρωστα ποιήματα
Που αντί για ρήματα
Έχουν σκοτωμένους θεούς»

Αλλά δεν μπορεί τόσο εύκολα να σκοτώσει τους ποιητικούς του προγόνους, καθώς το παρελθόν έχει ριζώσει στις λέξεις και στα νοήματά τους:

«Είμαι κατακλυσμένος από τις λέξεις
Που προτίμησε να τελειώσει η έρημος»

Η επιθυμία να δημιουργήσει μια νέα ποίηση είναι έντονη αλλά ο ποιητής γνωρίζει καλά ότι η κυοφορία του νέου είναι αργή:

«Θέλω τόσο πολύ να φιλοξενηθώ αλλού
Που σχεδόν αποσπώμαι
Είναι και περασμένος ο κόσμος
Γεννιέται πάντα αργά
Με καθυστερημένα ρολόγια»

Όμως ο ποιητής είναι αποφασισμένος να περάσει στο μέλλον και η μοίρα του ποιητή –προφήτη είναι το φως ακόμη κι αν αυτό του κοστίσει τη μοναξιά:

«Δεν θα γυρίσω να δω. Θα τις ρίξω στη θάλασσα με βαρίδια και χωρίς άλλο λαιμό. Χωρίς να πω γράμματα. Θα πάρω το αρχαίο τσεκούρι μου. Και από την επιφάνεια της γης θα ανέβει ένα φως σαν πυρετός.»

Η ποίηση του Σταυρόπουλου είναι μια ποίηση που έχει ρυθμό, πρωτότυπες εικόνες και συναισθήματα που κάποιες φορές αναμιγνύονται σε ένα τραγούδι που θρυμματίζεται. Μπορεί κάποιος να την αντιληφθεί ως «διαμάντια ή σκουριά» όπως το ομώνυμο τραγούδι της Joan Baez "Diamonds and Rust", το οποίο προτάσσει ο Σταυρόπουλος στην προηγούμενη συλλογή του και το άκουγα όσο καιρό διάβαζα τις ποιητικές του συλλογές.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]

Νότα Χρυσίνα
Περιοδικό Τέχνης frear.gr
 29 Αυγούστου 2017

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ

Σάββατο 5 Αυγούστου 2017

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ: ΜΕ ΤΟΝ ΗΛΙΟ ΣΤΟΝ ΑΙΓΟΚΕΡΩ (REAL FM 97.8)




Σήμερα: Συνέντευξη στον Real FM 97.8. Στις 2 το μεσημέρι, στην εκπομπή του Μάνου Τσιλιμίδη "Βάλτε κι άλλο πιάτο στο τραπέζι." Δίωρη.
Για την ΠΡΑΞΗ ΕΞΑΦΑΝΙΣΗΣ και για άλλα πολλά.


Με 40 βαθμούς υπό σκιά.
Και τον ήλιο στον Αιγόκερω.


Δευτέρα 31 Ιουλίου 2017

ΠΡΑΞΗ ΕΞΑΦΑΝΙΣΗΣ


ΠΡΑΞΗ ΕΞΑΦΑΝΙΣΗΣ
Δεύτερη έκδοση
Σμίλη, Ιούλιος 2017

ΑΠΟ ΣΗΜΕΡΑ ΣΕ ΟΛΑ ΤΑ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΑ

[...] Κι αυτά τα ποιήματα
Που τώρα γράφω
Δεν τα έγραψα εγώ
Τα κουπιά τα έγραψαν

Εγώ δεν γράφω ποιήματα

Το μοναδικό μου ποίημα
Ήσουν εσύ





Σάββατο 29 Ιουλίου 2017

Ο ΚΟΣΜΟΣ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΟΝΟΜΑΤΕΠΩΝΥΜΟ


Συνέντευξη στον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη και στο περιοδικό diastixo

Ο Σταύρος Σταυρόπουλος γεννήθηκε στο Μοσχάτο το 1962. Έχει γράψει ποίηση, πεζογραφία, δοκίμιο και έχει συνεργαστεί, ως αρθρογράφος, με πολλά έντυπα και εφημερίδες. Κυκλοφορούν είκοσι βιβλία του. Τρία από αυτά έχουν μεταφερθεί στο θέατρο. Η τετραλογία Πιο νύχτα δεν γίνεται (2011) – Μετά (2012) – Καπνισμένο κόκκινο (2013) και Ολομόναχοι μαζί (2014) εγκαινιάζει την λεγόμενη «Κοσμική τετραλογία», έργο οριακό, σαν μια μικρή, φανταστική αλληγορία που διαρρηγνύει τον Κανόνα.  Από τους πεζογράφους θεωρείται ποιητής και από τους ποιητές πεζογράφος.

Ποια ήταν τα πρώτα σας διαβάσματα;

- «Φως των Σπορ», στα πεντέμιση, «Λούκι Λουκ» στα οκτώ, Ρεμπώ, Μπωντλέρ, Νίτσε, Μπουκόφσκι, Σαρτρ, Καμύ στα 13. Στα 17, Χειμωνάς. Μετά ο Μπέκετ. Όλοι οι ποιητές, κυρίως ξένοι. Ο Φουκώ. Σχεδόν πάντα, τα δάχτυλά μου είναι απασχολημένα με ένα βιβλίο. Είμαι εθισμένος στο χαρτί.

Ποιοι ποιητές σας επηρέασαν;

-Είναι πολλοί. Δεν μπορείς να ισχυριστείς ότι γράφεις, αν δεν έχεις διαβάσει αυτά που γράφονται. Ο συγγραφέας δημιουργείται διαρκώς από αυτά που κοιτάζει, από αυτά που πιστεύει, από αυτά που προδίδεται. Το γράψιμο είναι η προδοσία της πραγματικότητας, κατά μία έννοια, ένας τρόπος να διηγηθείς τον κόσμο αλλιώς. Ο Χειμωνάς έλεγε ότι ο συγγραφέας είναι ο αναγνώστης του έργου του, ότι ο συγγραφέας δεν γράφει, «διαβάζει γράφοντας». Έτσι είναι, νομίζω. Μια διαρκής αιώρηση από την ανάγνωση στη γραφή και το αντίθετο. Και μια ανήκεστος βλάβη.  

Πότε ξεκίνησε το ταξίδι σας στην συγγραφή;

-Δεν έχω να διηγηθώ καμιά ελκυστική ιστορία με ένα πρώτο ποίημα στα οκτώ ή κάποια μικρά διηγήματα που γέννησαν προσδοκίες στην προεφηβία. Ζούσα κανονικά, σαν παιδί, χωρίς λέξεις – όμως διάβαζα και παρατηρούσα τα πάντα. Ο λόγος ήταν τότε προφορικός. Η γλώσσα περιείχε για μένα πολλά αινίγματα και προσπαθούσα να τα λύσω, να πάρω τις απαντήσεις. Έγραψα στα 19 μου το πρώτο μου βιβλίο, πιστεύοντας ότι έχω απαντήσει στα βασικότερα ερωτήματα. Μετά έφυγα στο Παρίσι. Δεν είχα, φυσικά, απαντήσει σε κανένα. Ακόμα και τώρα, μετά από 20 βιβλία, κάνω μόνο ερωτήσεις. Δεν ξέρω τίποτε άλλο και προσπαθώ διαρκώς να γνωρίσω. Ίσως ασχολούμαι με κάτι που δεν υπάρχει. Λέω πολλές φορές στον εαυτό μου: «Κόσμος είναι αυτό που φαντάστηκα, όχι αυτό που βλέπω». Και ίσως, να είναι και έτσι.  

Ποια ήταν η αφορμή για να εκδοθεί η ποιητική συλλογή Πράξη εξαφάνισης;

-Κοιτάξτε, η Πράξη εξαφάνισης δημιουργεί καθολικά την εντύπωση ότι μιλάει για ένα χαμένο πρόσωπο. Όμως δεν συμβαίνει αυτό. Εκείνος που είναι χαμένος είναι ο κόσμος. Ο κόσμος δεν έχει ονοματεπώνυμο. Προσωποποιείται κακώς σε κάτι και αποκτά διαστάσεις φτηνής μυθολογίας. Η γυναίκα που ήταν ο κόσμος, κεντρικό πρόσωπο των τελευταίων 7 βιβλίων μου, δεν έχει πρόσωπο. Έχει όμως ταυτότητα, χαρακτηριστικά, ιδιότητες. Είναι ένα θέμα που με απασχολεί πολλά χρόνια, σαν άθροισμα δύο όμοιων ζωών, δύο όμοιων χρόνων, στον ίδιο καιρό. Πιο απλά, το μαζί της ζωής.  Συνήθως, ό, τι εξαφανίζεται δεν χάνεται.  Αναστέλλει απλώς την παρουσία του, κάνοντας την απουσία διαρκέστερη και επώδυνη. Αυτό, όμως, είναι μια παρουσία στη διαπασών. Στην Πράξη εξαφάνισης κάποιο πρόσωπο εξαφανίζεται. Κανείς δεν σε ρωτά, αν αυτό το πρόσωπο όντως υπήρξε πριν ή αν η απουσία του συνιστά και οριοθετεί μια μόνιμη και οριστική εκδοχή παρουσίας. Είναι παράξενο που δεν το αντιλαμβάνεται κανείς.  

Γράφετε «Υπάρχω ερήμην μου/χωρίς  λέξεις ωραίες ». Πώς ο άνθρωπος αντιμετωπίζει τα υπαρξιακά του προβλήματα μέσα από την ποίηση;

-Η λογοτεχνία είναι ένας αγώνας σκληρός, ένας διαρκής πόλεμος - όμως διαφορετικός. Δεν έχεις εχθρούς ή συμμάχους ή μάλλον έχεις έναν μοναδικό εχθρό: Τον εαυτό σου. Καλείσαι να τον εξαφανίσεις για να διέλθεις από την δυσκολία της μάχης, να τον αφήσεις στο περιθώριο. Εδώ υπάρχει μια ακόμα εξαφάνιση, αυτή του εαυτού, εκτός από την εξαφάνιση του κόσμου και την εξαφάνιση του άλλου, για τα οποία μιλάει το βιβλίο. Βεβαίως, εκεί υπάρχεις ερήμην σου, μισός άνθρωπος, μισός προφήτης. Είσαι ο μόνος που πρέπει να δεις αυτό που θα συμβεί μετά, κάτω απ’ τη φόδρα των λέξεων. Για να το πεις, να το κοινωνήσεις, να το ιδρύσεις. Και αυτό είναι βαθύτατα υπαρξιακό. 

Μιλάτε για την αγάπη, για τον απροσδόκητο έρωτα αλλά και την απώλεια. Γιατί η αγάπη έχει πάντα διαχρονική αξία;

-Η αγάπη είναι από μόνη της μια απροσδόκητη απώλεια. Μια απώλεια που δεν περιμένεις ότι θα συναντήσεις στη διαδρομή. Υπάρχουν τρομακτικά εμπόδια, έκτακτα περιστατικά, φοβίες, αναστολές, καταιγίδες. Κατεδαφίσεις, ένθεν κι εκείθεν. Όταν όμως βρεθείς στο δρόμο της και καταφέρεις να διατηρηθείς σε αυτήν την τροχιά, μοιάζει με απόρθητο φρούριο: Tο ολόχρυσο παλάτι του εαυτού σου. 

Διέκρινα στην ποίησή σας μια ομορφιά  αλλά και μια μουσικότητα σε ένα ρυθμό που σε ταξιδεύει. Δεν είναι παλιά η σχέση μουσικής και ποίησης;

-Διάλεξα να υπάρχω πρώτα μέσα μου και μετά για τους άλλους. Να συμπίπτει η ζωή με το κείμενο που κατατίθεται, να διακρίνεται μέσα στο κείμενο η πατημασιά της ζωής. Γράφω όπως μιλάω και μιλάω έτσι ακριβώς, με τις ίδιες λέξεις που χρησιμοποιώ στα βιβλία μου. Δεν είναι δικός μου ο λόγος. Ο λόγος ανήκει σε όλους, ανάλογα με τις προσπάθειες που κάνεις να τον σεβαστείς. Υπάρχει ένα θέμα αναζήτησης ταυτότητας στη σημερινή λογοτεχνία, που έχει ως πλησιέστερο κριτήριό της την αποδοχή. Δεν με ενδιαφέρει καθόλου αυτό. Για μένα η γραφή, η ποίηση ή ο πεζός λόγος, συγκεντρώνει στα σπλάχνα της όλες τις τέχνες, και μάλιστα, τις εξωραΐζει. Τις κάνει να δείχνουν λαμπρότερες, συγκλονιστικές. Η ιδέα του ρυθμού και της αρμονίας είναι σύμφυτη με την ιστορία της μουσικής. Αλλά και με την ιστορία της γραφής.  

Πώς γίνεται τα ποιήματά σας να μας αγγίζουν μέσα στο βάθος της ψυχής και της καρδιάς;

-Αυτό δεν μπορώ να το γνωρίζω εγώ. Εσείς ξέρετε καλύτερα γιατί κάτι κινητοποιείται, τι συμβαίνει μέσα σας. Θα σας πω όμως, ότι γράφοντας, έχω την αίσθηση ότι ο κόσμος που πεθαίνει γράφει αυτές τις γραμμές, όχι εγώ. Εγώ απλώς τις επιβεβαιώνω. Είμαι δηλαδή, μέσα στο περιστατικό των λέξεων, μέσα στο σκηνικό μιας καταστροφής, προσπαθώντας να πλησιάσω κάτι που δεν γνωρίζω, αλλά με στοιχειώνει σαν κατάρα. Όταν γράφεις αγωνίζεσαι να διατηρήσεις στην μνήμη, άρα και στη ζωή, κάτι που έχει πεθάνει. Οι λέξεις είναι νεκρά σύμβολα που αναζητούν μια δεύτερη παρουσία, μια ανάσταση. Ο Λεοντάρης είχε πει ότι η ζωή σκοτώνει τους ποιητές. Αλλά και η ποίηση το ίδιο κάνει. Τους σκοτώνει, κάνοντάς τους αθάνατους. Ίσως, και να τους σκοτώνει καλύτερα. Αλλά το αποτέλεσμα του θανάτου είναι το ίδιο. Δεν ξέρω αν ξεχνάς ή αν θυμάσαι, γράφοντας. Ενδεχομένως και τα δύο. Δεν έχω ιδέα γιατί κάνω ό, τι κάνω. Απλώς νιώθω ότι πρέπει να το κάνω. Και προσπαθώ να το κάνω καλά.
 
Στην εποχή μας με τα τόσα προβλήματα μπορεί ακόμη η ποίηση να μας βοηθήσει να ανεβούμε λίγο ψηλότερα;

- Τα ποιήματα είναι προσευχές σ’ έναν άγνωστο θεό - τον θεό που ο καθένας ορίζει μέσα του και ενίοτε του αναγνωρίζει την αλαζονεία να είναι ποιητής. Αυτό είναι μια διαδικασία ανύψωσης ενός κέντρου βάρους που είναι συχνά ασταθές και χαμηλό. Το θέμα είναι πως θα την χρησιμοποιήσει κανείς, γιατί έχουμε δει και πολλές περιπτώσεις απογείωσης της ματαιοδοξίας κάποιων ατάλαντων και ελλειμματικών ανθρώπων που ο μανδύας της γραφής μπορεί να τους κρύψει και απ’ τον κόσμο και, κυρίως, από τον ίδιο τους τον εαυτό. Η υπερτίμηση και η υποτίμηση είναι οι δύο διαφορετικοί πόλοι της ίδιας ασθένειας. Τα ποιήματα, τα καλά ποιήματα, μεταφέρουν το εγώ στο εσύ. Και μετά στο εμείς. Ο στόχος τους είναι να σε πονούν και συγχρόνως να σε κάνουν να ελπίζεις.
 
 Έχετε διαγράψει μια σπουδαία πορεία όχι μόνο μέσα από την ποίηση και γενικότερα στην νεωτερική λογοτεχνία, αλλά και ως αρθρογράφος σε διάφορες εφημερίδες και έντυπα. Τι σας έμεινε από αυτή τη διαδρομή;

-Έχω δει μια μέλισσα να πεθαίνει πάνω σε ένα τάφο, να εφορμά και να καίγεται μέσα στο δοχείο με το λιβάνι, αφού πρώτα είχε χάσει τα παιδιά της. Σε κάποιους ζωικούς ή φυτικούς οργανισμούς η φύση αναγνωρίζει το δικαίωμα να φεύγουν με έναν ένδοξο θάνατο, τους παρέχει την δυνατότητα να εξιλεωθούν, να τελειώσουν πάνω στο φως. Με τους ανθρώπους δεν συμβαίνει αυτό. Έχουν έναν θάνατο κοινό, ντροπιαστικό, κρυμμένο. Ο θάνατός τους είναι αργός και ασήμαντος. Έχω δει ωραίες εικόνες, έχω μυρίσει τον αέρα της συγκλονιστικής θάλασσας, έχω δει στον ουρανό μοναδικά χρώματα, για μοναδικές φορές, σε μοναδικές στιγμές, έχω αντικρίσει τον ήλιο, θέλοντας να τον τρυπήσω και να τον μοιράσω στις ζωές των ανθρώπων, έχω ζήσει και έχω πεθάνει πολλές φορές, με την αξιοπρέπεια του βαρυποινίτη, έχω αισθανθεί την αγάπη να με λυτρώνει και να με εξαϋλώνει με τις υπερκόσμιες δέσμες της, μεταφέροντάς με σε μια ανώτερη ατμόσφαιρα γης, έχω βοηθήσει, έχω βοηθηθεί, έχω υπάρξει. Τίποτε απ’ αυτά δεν θα γινόταν ορατό, αν δεν υπήρχαν τα βιβλία και οι λέξεις. Είμαι βαθύτατα ευγνώμων σε αυτές.  

Πριν λίγα χρόνια η ποίηση ή τα βιβλία εκδίδονταν μόνο σε έντυπη μορφή. Σήμερα που υπάρχουν οικονομικά προβλήματα, δεν θα μπορούσε το ίντερνετ να αποτελέσει μία διέξοδο ή μια κατάθεση ψυχής για τους στίχους των νέων που γράφουν ποίηση;

-Ενδεχομένως. Έχω πει ότι η ιλιγγιώδης εξέλιξη των πληροφορικών συστημάτων, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, με την τεράστια δυνατότητα να διαχέουν δωρεάν την πληροφορία, είναι ένας κοινόχρηστος τόπος όπου επικοινωνείται αυστηρά το ιδιωτικό - και τις περισσότερες φορές αυτό συμπίπτει με το ιδιοτελές. Η μαζικότητα αυτών των μέσων τα καθιστά αφερέγγυα, τα εκτρέπει σ’ έναν εύκολο τόπο συνάντησης των αδαών. Φυσικά, μόνο και μόνο το γεγονός της παροχής δυνατότητας έκφρασης σε νέους δημιουργούς, είναι πολυσημαντικό και, θα έλεγα, έναυσμα μιας εσωτερικής απελευθέρωσης. Από την άλλη πλευρά, την Τέχνη δεν την ενδιαφέρουν οι «καταθέσεις ψυχής», οι «διέξοδοι» που αναφέρετε και συναντούν και τα δικά μου μάτια, καθημερινά, στους τοίχους και τα υπόγεια δώματα του Facebook. Υποτίθεται ότι η Τέχνη δεν είναι θεραπευτικό ίδρυμα, ούτε παραμορφωτικός καθρέφτης αντεστραμμένων ειδώλων. Είναι κάτι περισσότερο απ’ αυτά – και κυρίως, πλουσιότερο. Εντούτοις, αποτελεί μια εκδοχή ζωής. Φτωχή μεν, εκδοχή δε.   

Ποιους ποιητές θα μας προτείνατε να διαβάσουμε σήμερα;

-Έχει σημασία να διαβάζουμε τους ποιητές γιατί έτσι γίνονται φανερά τα ανείπωτα και αόρατα σημεία μας. Έχει σημασία να συμμετέχουμε σε αυτού του είδους την αποκάλυψη, να γινόμαστε πιο διαυγείς, πιο ανθεκτικοί στο φως. Οι ποιητές μπορεί να μην έχουν τη δύναμη – γιατί δεν τους έχει επιτραπεί από τις συνθήκες – να αλλάξουν τον κόσμο, μπορούν όμως να αλλάξουν εμάς. Και αλλάζοντας εμείς, μπορεί να αλλάξει και ο κόσμος. Δεν έχει, νομίζω, καμία σημασία η παράθεση ονομάτων, είναι και κουραστικό αυτό και οδηγητικό, περίκλειστο. Υπάρχουν πολλοί καλοί ποιητές – έλληνες και ξένοι – για να διαβάσουμε και πολλά καλά βιβλιοπωλεία για να μας τους προμηθεύσουν. Στον Μπόρχες άρεσε πολύ η ιδέα να βλέπει τον κόσμο σαν μια μεγάλη βιβλιοθήκη. Μακάρι να τον δούμε κι εμείς έτσι. 

Ποια ποιητική συλλογή έχετε δίπλα στο μαξιλάρι σας;

-Έχω πάντα αρκετά βιβλία πάνω στο κομοδίνο μου, τα οποία με δυσκολεύουν και χωροταξικά, δεν μπορώ, φερειπείν, να ανάψω ή να κλείσω το πορτατίφ, γιατί είναι όλα σκεπασμένα. Τελευταία δεν μπορώ να κοιμηθώ. Με πιάνει ο ύπνος αφού ξημερώσει. Διαβάζω εναλλάξ και κάθετα, πότε ποίηση, πότε πεζό. Καταλαβαίνω, όμως, ότι θέλετε να σας δώσω έναν τίτλο. Θα σας τον δώσω, είναι του Γιώργου Χειμωνά: «Ο εχθρός του ποιητή», εκδόσεις Κέδρος 1990. Στην Ελλάδα συμβαίνει το εξής καταπληκτικό: Ο καλύτερος ποιητής είναι ένας πεζογράφος.  

Ένα αγαπημένο ποίημα;

-«Η ιδιοφυία του πλήθους», του Τσαρλς Μπουκόβφσκι. Είναι ένα ποίημα που πρέπει να διαβάσουν όλοι. Γιατί τους αφορά όλους. Είναι ένας παγκόσμιος χάρτης εν -συνείδησης. Και εν -συναίσθησης.

***
Πράξη εξαφάνισης

Σταύρος Σταυρόπουλος

Σμίλη 2016

Σελ. 112  

ISBN: 978-960-7793-64-5

diastixo.gr
17-5-2017

ΔΕΙΤΕ ΕΔΩ ΤΗΝ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

Δευτέρα 24 Ιουλίου 2017

HELLO




Μέσα από μια διαφορετικού είδους σιωπή
Περιμένω και ξοδεύομαι
Στο δρόμο της θλίψης
Βαδίζω χωρίς εσένα

Γεια σου, γεια σου, γεια σου, γεια σου
Θα διαρκέσει ακόμη πολύ αυτό;
Γιατί δεν έρχεσαι να με πάρεις μαζί σου;
Έτσι ξέρω ότι έπρεπε να φύγεις
Ονειρεύομαι τις παλιές στιγμές
Την ηχώ των ετών που περάσαμε μαζί

Κοιμισμένη στα χέρια σου παρασύρομαι
Βυθίζομαι στη λύπη
Νεκρή στον κόσμο που με άφησες
Ακολουθώ τα ίχνη σου


Songwriter: Steven Wilson
Song: Hello  
Album: Blackfield - Blackfield (2004)
Μετάφραση: Σ.Σ.





 

Κυριακή 9 Ιουλίου 2017

ΡΟΚ ΚΑΙ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ: ROCK ΠΑΡΤΙ ΣΤΟ CLOSER


Αύριο βράδυ. Στο Closer.
Με επίσημη ενδυμασία.

Και χωρίς τον κηδεμόνα σας.