Πέμπτη 29 Σεπτεμβρίου 2016

Η ΠΕΤΑΜΕΝΗ ΜΑΡΙΑ




Έχω αυτή τη γυναίκα
που μου ζητάει ένα περίστροφο
πριν πιει τα χάπια της.
Βάφεται,
αγοράζει παπούτσια
και κομπινεζόν
που κοστίζουν όσο το νοίκι μου,
της πληρώνω τους καφέδες της
και ξεχνάει πως με λένε
όταν πάει να με συστήσει.
Παραπονιέται για την κοιλιά της
τις πιλάτες της
και τη σαλάτα με κοτόπουλο
που πρήζει το στομάχι της.
Στα μπαρ μιλάει με όλο τον κόσμο
για πράγματα
που δεν σου πάει το μυαλό
ότι συζητάνε οι άνθρωποι.
Γκρινιάζει για τη βροχή
και για τον καράφλα με παιδιά
που θέλει στο κρεβάτι της.
Ανεβάζει σαν μάγισσα
τα απαγορευτικά των μπάτσων
όταν η πόλη τρέμει μετανάστες
και λέει πως η μπεμβέ της
κοιμάται μόνο στα υπόστεγα.

Με μια διαολεμένη πειστική φωνή
μου κάνει νάζια όταν πίνω,
φοράω τα γυαλιά της το πρωί
κοιμάμαι στον καναπέ της το βράδυ
και μου πετάει ένα τυρί
για να χορτάσω σαν σκυλί
κάθε που ο ήλιος
μου δείχνει δυο σαγόνια.
Γυρνάμε σε μέρη που δεν θέλει
σαν πεταμένος άγγελος
βάφει τα φτερά της
μου λέει για το όπλο
που θέλει το μυαλό της
για τα χάπια
που δεν χορταίνουν το κορμί της
για την σίγουρη αυτοκτονία της
με το αίμα να σκουπίζει
το κομπινεζόν της
και στο λαρύγγι απιθωμένη τη στρυχνίνη.

Δεν είναι ώρα για ποιήματα πια.
Ποτέ δεν ήταν.
Κάθε που γέρνω πίσω από το δέρμα
ξέρω πως αυτή η Μαρία
κάποτε
ίσως και να τινάξει τα μυαλά της
στο δωμάτιο με τα δυο σκυλιά της.

  
Γιάννης Ζελιαναίος

[την ποιητική συλλογή «Μακάριοι οι Σκύλοι του Οινοπνεύματος», εκδόσεις Straw Dogs]






Σάββατο 24 Σεπτεμβρίου 2016

Η ΜΑΡΙΑ


Ἡ Μαρία σκεφτικὴ ἔβγαζε τὶς κάλτσες της
Ἀπὸ τὸ σῶμα της ἔβγαιναν
φωνὲς ἄλλων ἀνθρώπων
ἑνὸς στρατιώτη ποὺ μιλοῦσε σὰν ἕνα πουλὶ
ἑνὸς ἀρρώστου ποὺ εἶχε πεθάνει ἀπὸ πόνους προβάτων
καὶ τὸ κλάμα τῆς μικρῆς ἀνεψιᾶς τῆς Μαρίας
ποὺ αὐτὲς τὶς μέρες εἶχε γεννηθεῖ

Ἡ Μαρία ἔκλαιγε ἔκλαιγε
τώρα ἡ Μαρία γελοῦσε
ἅπλωνε τὰ χέρια της τὸ βράδυ
ἔμενε μὲ τὰ πόδια ἀνοιχτὰ

Ὕστερα σκοτείνιαζαν τὰ μάτια της
μαῦρα μαῦρα θολὰ σκοτείνιαζαν

Τὸ ραδιόφωνο ἔπαιζε
Ἡ Μαρία ἔκλαιγε
Ἡ Μαρία ἔκλαιγε
τὸ ραδιόφωνο ἔπαιζε

Τότε ἡ Μαρία
σιγὰ-σιγὰ ἄνοιγε τὰ χέρια της
ἄρχιζε νὰ πετάει
γύρω-γύρω στὸ δωμάτιο

Μίλτος Σαχτούρης
από την συλλογή ΤΑ ΦΑΣΜΑΤΑ Ή Η ΧΑΡΑ ΣΤΟΝ ΑΛΛΟ ΚΟΣΜΟ (1958)



Δευτέρα 19 Σεπτεμβρίου 2016

ΓΙΑ ΟΣΟ


Ήσουν η ζωή μου. Σε περίμενα από πριν γεννηθώ. Και ακόΜη Χαραμίζεσαι.

Σ.Σ.






Τετάρτη 14 Σεπτεμβρίου 2016

ΝΑ ΜΟΙΑΖΕΙ ΕΡΩΤΙΚΟ




Με αγάπησαν πολλές φορές, σαν να με μισούσαν.
Με μίσησαν πολλές φορές, σαν να με αγαπούσαν.

Μια μέρα θέλησα να αγαπήσω κι εγώ.

Αλλά δεν μπορούσα.
Να σκοτώνω ήξερα μόνο.

Τζιμάρας Τζανάτος


Τρίτη 6 Σεπτεμβρίου 2016

ΤΕΛΕΙΩΝΩ ΜΕ ΤΟ Σ' ΑΓΑΠΩ


Σε μια άλλη γη.
Καλύτερη.

ΘΑΝΟΣ ΑΝΕΣΤΟΠΟΥΛΟΣ (1967 - )


Τρίτη 16 Αυγούστου 2016

ΔΙΑΚΟΠΕΣ ΣΕ ΝΗΣΙ





[Ο ποιητής Χ.Χ και η κοπέλα του Ψ.Ψ πάνε διακοπές σε νησί]

Όταν το καταμεσήμερο του καυτού Ιούλη ο ποιητής Χ.Χ και η κοπέλα του Ψ.Ψ κατεβαίνουν στο λιμάνι, να πάρουν το πλοίο να πάνε διακοπές σε νησί, ο οποιοσδήποτε μπορεί να διαπιστώσει ότι στις παρυφές της πόλης λαμβάνουν χώρα τα εξής διόλου παράξενα γεγονότα: Τα κτίρια δεξιά κι αριστερά της γραμμής του ηλεκτρικού από Πετράλωνα μέχρι Μοσχάτο προβάλλουν όλη την ασχήμια τους, για να αφήσουν να αναδειχθεί αβίαστα και σ’ όλο το εύρος της, η απαράμιλλη ομορφιά τους. Όσο δε πιo παλιά, πιo ερειπωμένα, πιo γκρεμισμένα, πιo άρρωστα, πιo γέρικα είναι τόσο πιo έντονα προβάλλει η ομορφιά τους. Οφείλουμε βέβαια να διευκρινίσουμε ότι εδώ αναφερόμαστε μόνο σε επαγγελματικά κτίρια, παλιά εργοστάσια, παλιές αποθήκες, παλιές βιοτεχνίες και κατ’ ουδένα τρόπο στις καθόλα ερωτικές πολυκατοικίες του Ταύρου, της Καλλιθέας, των Πετραλώνων, του Νέου Φαλήρου και του Μοσχάτου (μην περιμένετε να μιλήσουμε εδώ και για τον Πειραιά και τον Σαρωνικό του). Διότι όποιος τις παρατηρήσει λίγο πιό προσεκτικά, θα αντιληφθεί ότι καθ’ όλη τη διάρκεια της καθόδου προς το λιμάνι του ποιητή και της κοπέλας του, οι κορμοί των πολυκατοικιών λικνίζονται σαν χαβανέζες χορεύτριες, οι τέντες ανεμίζουν στα μπαλκόνια τους, οι καμπίνες των ασανσέρ εκτοξεύονται σαν πύραυλοι από τις ταράτσες τους και τα κορίτσια τους στα ανοιχτά παράθυρα χαιρετάνε τους επιβάτες του τραίνου κουνώντας όχι τα μαντήλια τους αλλά τους στηθόδεσμους, από τους οποίους έχουν φροντίσει να απαλλαγούν λίγο πριν το πέρασμά τους. Αυτό μάλιστα ανεξαρτήτως βάρους, μεγέθους, όγκου, γεύσης, σχήματος, οσμής, υφής και χρώματος των εκπληκτικών βυζιών τους. Την ίδια ώρα στην παραλιακή, όλα τα λεωφορεία κινούνται με υπερβολική ταχύτητα, ενώ οι οδηγοί τους χοροπηδώντας πάνω στα καθίσματα, χειραγωγούν με απίστευτη επιδεξιότητα τα τεράστια τιμόνια, φροντίζοντας να μην αποφύγουν ούτε μία λακκούβα από τις λίγες δυστυχώς, που έχουν απομείνει στις μέρες μας στους δρόμους. Οι επιβάτες κρεμασμένοι από τις χειρολαβές, αιωρούνται σαν τις καμπάνες των εκκλησιών όταν βαράνε πανηγυρικά ή πένθιμα ή σαν τα βαγονέτα στις ρόδες των λουνα παρκ όταν γυρνάνε με την μέγιστη ταχύτητα με τους επισκέπτες κρεμασμένους ανάποδα να στριγγλίζουν δαιμονισμένα. Στην παραλιακή επίσης και καθ’ όλο το μήκος της έχουν παραταχθεί ανά τακτά διαστήματα εν πλήρει συνθέσει και εξαρτήσει οι φιλαρμονικές όλων των παράκτιων δήμων. Οι μουσικοί τους κρατάνε τα άρτι γυαλισμένα χάλκινα όσο πιο ψηλά γίνεται να αστράφτουν στον ήλιο και παίζουν με τέτοιο πάθος ώστε όπως σίγουρα θα μαντέψατε δεν ακούγεται ο παραμικρός ήχος. Διότι το κομμάτι που έχουν διαλέξει για την περίσταση, το κομμάτι της απολύτου σιγής, είναι μακράν το καλύτερο του ρεπερτορίου τους και το μόνο που μπορεί να τους εγγυηθεί την αθανασία εις τους αιώνας των αιώνων. Στην παραλιακή πάλι (εσείς δηλαδή πού αλλού νομίζατε;) εμφανίζονται οσονούπω και ο ποιητής με την κοπέλα του καβάλα στην μηχανή του. Οδηγεί ελαφρά σκυμμένος προς τα εμπρός, σαρώνοντας με το διαπεραστικό βλέμμα του τη λεωφόρο σε όλο το μήκος της, το ύψος, το βάθος και το πλάτος, πάνω, κάτω, δεξιά, αριστερά, εμπρός και πίσω, εκεί δηλαδή που κάθεται η κοπέλα του κρατώντας τον σφιχτά στην αγκαλιά της (όχι, δεν ανεμίζουνε τα μαλλιά της, γιατί φοράει κράνος που της παραχώρησε ευγενώς ο ποιητής). Δεν χρειάζεται βέβαια να προσθέσουμε, αλλά θα το προσθέσουμε, ότι η μοτοσυκλέτα του ποιητή δεν πατάει στο οδόστρωμα αλλά υπερίπταται της ασφάλτου σε ύψος ενός περίπου μέτρου, κινούμενη με μηδενική ταχύτητα χωρίς να παράγει τον παραμικρό ήχο, γιατί όπως είναι φυσικό δεν δουλεύει η μηχανή της (κατ’ άλλη εκδοχή δεν ακούγεται τίποτα, γιατί ο ποιητής μας έχει κουφάνει όλους). Αντί της μοτοσυκλέτας, η οποία όπως εξηγήσαμε παραμένει εντελώς ακίνητη, όλα τα άλλα, δρόμοι, κτίρια, ουρανός, θάλασσα, άνθρωποι, χρόνος και αυτοκίνητα κινούνται με σταθερή ταχύτητα, πράγμα που μετά από λίγο θα επιτρέψει την άφιξη του ποιητή με την μοτοσυκλέτα και την κοπέλα του στο λιμάνι. Εκεί όπως ήταν εξ’ αρχής αναμενόμενο, επικρατεί αναταραχή και απόλυτο χάος, με τις κινήσεις των πάντων να φανερώνουν πανικό, που είναι αλήθεια ότι δεν οφείλεται τόσο στη παρουσία του ποιητή, όσο στην συνειδητοποίηση υπό των αναχωρούντων του γεγονότος, ότι χωρίς να έχει προηγηθεί κατάλληλη ψυχολογική προετοιμασία, έφτασε η στιγμή που καλούνται να ζήσουν ελεύθεροι, χωρίς δουλειά, χωρίς σκλαβιά, χωρίς καθοδήγηση σε έναν κόσμο που τους είναι παντελώς ανοίκειος και ξένος. Αφού κατάφερε εν πάση περιπτώσει ο ποιητής να βάλει με τα πολλά την μηχανή του στο γκαράζ του πλοίου και μάλιστα στο χειρότερο σημείο, γιατί λογικό είναι να μην τον ξέρουν πολλοί αφού ούτε ο ίδιος ξέρει καλά καλά τον εαυτό του, πράγμα που είναι άλλωστε απαραίτητη προϋπόθεση για να είναι ποιητής, ανέβηκε με την κοπέλα του στα σαλόνια του πλοίου και βυθίστηκαν σε δύο πολυθρόνες της τουριστικής θέσεως. Διότι παρ’ ότι ακραιφνείς καπιταλιστές ως προς τις πεποιθήσεις (ακραιφνείς γιατί πρόκειται περί πεποιθήσεων βαθιά ριζωμένων σε ένα στέρεο υπόβαθρο αναρχοσοσιαλιστικού ιδεώδους), σιχαίνονται και πάντως αποφεύγουν τα σαλόνια της πρώτης θέσεως. Διότι γνωρίζουν ότι εκεί το μόνο ενδιαφέρον που έχει η ζωή είναι η διαπίστωση της ανάγκης να αρχίσει αμέσως η επανάσταση, πράγμα που όμως ενέχει τον κίνδυνο, να χάσουν μιά ώρα αρχύτερα τη μαγεία των οραματισμών τους. Όπως και να χει το ταξείδι ήταν ήσυχο και ευχάριστο και ο ποιητής και η κοπέλα του έφτασαν στο νησί, όπου την έβγαλαν κοντά στην θάλασσα, κάτω από ένα δέντρο. Κοιτώντας συνέχεια μακριά στο πέλαγο, προσπαθώντας να αποκρυπτογραφήσουν τα ιδεογράμματα, που έγραφαν με καπνό μακριά στον ορίζοντα τα φευγάτα πλοία. Οι μόνοι στίχοι που έγραψε στις διακοπές του ο ποιητής ήταν: "Οι μόνοι στίχοι που έγραψα φέτος στις διακοπές μου ήταν: Οι μόνοι στίχοι που έγραψα φέτος στις διακοπές μου ήταν: Οι μόνοι στίχοι που έγραψα φέτος στις διακοπές μου ήταν: Οι μόνοι στίχοι που έγραψα φέτος στις διακοπές μου ήταν...". Όπως ήταν φυσικό ο ποιητής και η κοπέλα του πέρασαν και τις υπόλοιπες διακοπές τους ήσυχα και επέστρεψαν στη δουλειά και τα σπίτια τους κουρασμένοι.

ΥΓ. Οποιαδήποτε ομοιότης με υπαρκτά πρόσωπα και καταστάσεις είναι εντελώς συμπτωματική.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΓΑΛΑΝΟΠΟΥΛΟΣ

[Ευχαριστώ τον ποιητή Παναγιώτη Γαλανόπουλο που μου υπενθυμίζει, με λεπτό αλλά αδίστακτο τρόπο, τις διακοπές που δεν θέλω να ξεχάσω.

Και θα τις ξεχνάω κάθε μέρα.]









Πέμπτη 11 Αυγούστου 2016

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΕΣΠΑΣΕ: ΕΝΑ ΡΕΚΒΙΕΜ ΓΙΑ 4 ΒΙΒΛΙΑ ΚΑΙ 2 ΦΟΡΕΣ

 Τόνια Κοσμαδάκη: Τα χάρτινα καραβάκια

Ολόκληρη η παράσταση Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΕΣΠΑΣΕ του Σταύρου Σταυρόπουλου στην DEATH DISCO, την Πέμπτη 12 Μαΐου 2016.

Ένας θεατρικός μονόλογος. Από δύο. Για έναν. Δύο γυναίκες. Ένας χρόνος. Αιώνιος. Δύο φορές. Για δύο ζωές. Δύω. Δύο. Καμία. Ένα ρέκβιεμ για τέσσερα βιβλία και δύο φορές. Όλα για ένα σύννεφο έγιναν.

Ό, τι χάσαμε, θα το χάνουμε για πάντα.

Κείμενο, σκηνοθεσία, σκηνογραφίες, μουσική επιμέλεια: Σταύρος Σταυρόπουλος

Παίζουν: Τόνια Κοσμαδάκη, Χαρά Τσιώλη

Decks, φώτα: Γιώργος Σαφελάς

Projections - Οπτικά εφέ: Γιάννης Τάσιος

Φωτογραφίες - Video: Χρήστος Μαθιουδάκης