Τρίτη 16 Αυγούστου 2016

ΔΙΑΚΟΠΕΣ ΣΕ ΝΗΣΙ





[Ο ποιητής Χ.Χ και η κοπέλα του Ψ.Ψ πάνε διακοπές σε νησί]

Όταν το καταμεσήμερο του καυτού Ιούλη ο ποιητής Χ.Χ και η κοπέλα του Ψ.Ψ κατεβαίνουν στο λιμάνι, να πάρουν το πλοίο να πάνε διακοπές σε νησί, ο οποιοσδήποτε μπορεί να διαπιστώσει ότι στις παρυφές της πόλης λαμβάνουν χώρα τα εξής διόλου παράξενα γεγονότα: Τα κτίρια δεξιά κι αριστερά της γραμμής του ηλεκτρικού από Πετράλωνα μέχρι Μοσχάτο προβάλλουν όλη την ασχήμια τους, για να αφήσουν να αναδειχθεί αβίαστα και σ’ όλο το εύρος της, η απαράμιλλη ομορφιά τους. Όσο δε πιo παλιά, πιo ερειπωμένα, πιo γκρεμισμένα, πιo άρρωστα, πιo γέρικα είναι τόσο πιo έντονα προβάλλει η ομορφιά τους. Οφείλουμε βέβαια να διευκρινίσουμε ότι εδώ αναφερόμαστε μόνο σε επαγγελματικά κτίρια, παλιά εργοστάσια, παλιές αποθήκες, παλιές βιοτεχνίες και κατ’ ουδένα τρόπο στις καθόλα ερωτικές πολυκατοικίες του Ταύρου, της Καλλιθέας, των Πετραλώνων, του Νέου Φαλήρου και του Μοσχάτου (μην περιμένετε να μιλήσουμε εδώ και για τον Πειραιά και τον Σαρωνικό του). Διότι όποιος τις παρατηρήσει λίγο πιό προσεκτικά, θα αντιληφθεί ότι καθ’ όλη τη διάρκεια της καθόδου προς το λιμάνι του ποιητή και της κοπέλας του, οι κορμοί των πολυκατοικιών λικνίζονται σαν χαβανέζες χορεύτριες, οι τέντες ανεμίζουν στα μπαλκόνια τους, οι καμπίνες των ασανσέρ εκτοξεύονται σαν πύραυλοι από τις ταράτσες τους και τα κορίτσια τους στα ανοιχτά παράθυρα χαιρετάνε τους επιβάτες του τραίνου κουνώντας όχι τα μαντήλια τους αλλά τους στηθόδεσμους, από τους οποίους έχουν φροντίσει να απαλλαγούν λίγο πριν το πέρασμά τους. Αυτό μάλιστα ανεξαρτήτως βάρους, μεγέθους, όγκου, γεύσης, σχήματος, οσμής, υφής και χρώματος των εκπληκτικών βυζιών τους. Την ίδια ώρα στην παραλιακή, όλα τα λεωφορεία κινούνται με υπερβολική ταχύτητα, ενώ οι οδηγοί τους χοροπηδώντας πάνω στα καθίσματα, χειραγωγούν με απίστευτη επιδεξιότητα τα τεράστια τιμόνια, φροντίζοντας να μην αποφύγουν ούτε μία λακκούβα από τις λίγες δυστυχώς, που έχουν απομείνει στις μέρες μας στους δρόμους. Οι επιβάτες κρεμασμένοι από τις χειρολαβές, αιωρούνται σαν τις καμπάνες των εκκλησιών όταν βαράνε πανηγυρικά ή πένθιμα ή σαν τα βαγονέτα στις ρόδες των λουνα παρκ όταν γυρνάνε με την μέγιστη ταχύτητα με τους επισκέπτες κρεμασμένους ανάποδα να στριγγλίζουν δαιμονισμένα. Στην παραλιακή επίσης και καθ’ όλο το μήκος της έχουν παραταχθεί ανά τακτά διαστήματα εν πλήρει συνθέσει και εξαρτήσει οι φιλαρμονικές όλων των παράκτιων δήμων. Οι μουσικοί τους κρατάνε τα άρτι γυαλισμένα χάλκινα όσο πιο ψηλά γίνεται να αστράφτουν στον ήλιο και παίζουν με τέτοιο πάθος ώστε όπως σίγουρα θα μαντέψατε δεν ακούγεται ο παραμικρός ήχος. Διότι το κομμάτι που έχουν διαλέξει για την περίσταση, το κομμάτι της απολύτου σιγής, είναι μακράν το καλύτερο του ρεπερτορίου τους και το μόνο που μπορεί να τους εγγυηθεί την αθανασία εις τους αιώνας των αιώνων. Στην παραλιακή πάλι (εσείς δηλαδή πού αλλού νομίζατε;) εμφανίζονται οσονούπω και ο ποιητής με την κοπέλα του καβάλα στην μηχανή του. Οδηγεί ελαφρά σκυμμένος προς τα εμπρός, σαρώνοντας με το διαπεραστικό βλέμμα του τη λεωφόρο σε όλο το μήκος της, το ύψος, το βάθος και το πλάτος, πάνω, κάτω, δεξιά, αριστερά, εμπρός και πίσω, εκεί δηλαδή που κάθεται η κοπέλα του κρατώντας τον σφιχτά στην αγκαλιά της (όχι, δεν ανεμίζουνε τα μαλλιά της, γιατί φοράει κράνος που της παραχώρησε ευγενώς ο ποιητής). Δεν χρειάζεται βέβαια να προσθέσουμε, αλλά θα το προσθέσουμε, ότι η μοτοσυκλέτα του ποιητή δεν πατάει στο οδόστρωμα αλλά υπερίπταται της ασφάλτου σε ύψος ενός περίπου μέτρου, κινούμενη με μηδενική ταχύτητα χωρίς να παράγει τον παραμικρό ήχο, γιατί όπως είναι φυσικό δεν δουλεύει η μηχανή της (κατ’ άλλη εκδοχή δεν ακούγεται τίποτα, γιατί ο ποιητής μας έχει κουφάνει όλους). Αντί της μοτοσυκλέτας, η οποία όπως εξηγήσαμε παραμένει εντελώς ακίνητη, όλα τα άλλα, δρόμοι, κτίρια, ουρανός, θάλασσα, άνθρωποι, χρόνος και αυτοκίνητα κινούνται με σταθερή ταχύτητα, πράγμα που μετά από λίγο θα επιτρέψει την άφιξη του ποιητή με την μοτοσυκλέτα και την κοπέλα του στο λιμάνι. Εκεί όπως ήταν εξ’ αρχής αναμενόμενο, επικρατεί αναταραχή και απόλυτο χάος, με τις κινήσεις των πάντων να φανερώνουν πανικό, που είναι αλήθεια ότι δεν οφείλεται τόσο στη παρουσία του ποιητή, όσο στην συνειδητοποίηση υπό των αναχωρούντων του γεγονότος, ότι χωρίς να έχει προηγηθεί κατάλληλη ψυχολογική προετοιμασία, έφτασε η στιγμή που καλούνται να ζήσουν ελεύθεροι, χωρίς δουλειά, χωρίς σκλαβιά, χωρίς καθοδήγηση σε έναν κόσμο που τους είναι παντελώς ανοίκειος και ξένος. Αφού κατάφερε εν πάση περιπτώσει ο ποιητής να βάλει με τα πολλά την μηχανή του στο γκαράζ του πλοίου και μάλιστα στο χειρότερο σημείο, γιατί λογικό είναι να μην τον ξέρουν πολλοί αφού ούτε ο ίδιος ξέρει καλά καλά τον εαυτό του, πράγμα που είναι άλλωστε απαραίτητη προϋπόθεση για να είναι ποιητής, ανέβηκε με την κοπέλα του στα σαλόνια του πλοίου και βυθίστηκαν σε δύο πολυθρόνες της τουριστικής θέσεως. Διότι παρ’ ότι ακραιφνείς καπιταλιστές ως προς τις πεποιθήσεις (ακραιφνείς γιατί πρόκειται περί πεποιθήσεων βαθιά ριζωμένων σε ένα στέρεο υπόβαθρο αναρχοσοσιαλιστικού ιδεώδους), σιχαίνονται και πάντως αποφεύγουν τα σαλόνια της πρώτης θέσεως. Διότι γνωρίζουν ότι εκεί το μόνο ενδιαφέρον που έχει η ζωή είναι η διαπίστωση της ανάγκης να αρχίσει αμέσως η επανάσταση, πράγμα που όμως ενέχει τον κίνδυνο, να χάσουν μιά ώρα αρχύτερα τη μαγεία των οραματισμών τους. Όπως και να χει το ταξείδι ήταν ήσυχο και ευχάριστο και ο ποιητής και η κοπέλα του έφτασαν στο νησί, όπου την έβγαλαν κοντά στην θάλασσα, κάτω από ένα δέντρο. Κοιτώντας συνέχεια μακριά στο πέλαγο, προσπαθώντας να αποκρυπτογραφήσουν τα ιδεογράμματα, που έγραφαν με καπνό μακριά στον ορίζοντα τα φευγάτα πλοία. Οι μόνοι στίχοι που έγραψε στις διακοπές του ο ποιητής ήταν: "Οι μόνοι στίχοι που έγραψα φέτος στις διακοπές μου ήταν: Οι μόνοι στίχοι που έγραψα φέτος στις διακοπές μου ήταν: Οι μόνοι στίχοι που έγραψα φέτος στις διακοπές μου ήταν: Οι μόνοι στίχοι που έγραψα φέτος στις διακοπές μου ήταν...". Όπως ήταν φυσικό ο ποιητής και η κοπέλα του πέρασαν και τις υπόλοιπες διακοπές τους ήσυχα και επέστρεψαν στη δουλειά και τα σπίτια τους κουρασμένοι.

ΥΓ. Οποιαδήποτε ομοιότης με υπαρκτά πρόσωπα και καταστάσεις είναι εντελώς συμπτωματική.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΓΑΛΑΝΟΠΟΥΛΟΣ

[Ευχαριστώ τον ποιητή Παναγιώτη Γαλανόπουλο που μου υπενθυμίζει, με λεπτό αλλά αδίστακτο τρόπο, τις διακοπές που δεν θέλω να ξεχάσω.

Και θα τις ξεχνάω κάθε μέρα.]









Πέμπτη 11 Αυγούστου 2016

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΕΣΠΑΣΕ: ΕΝΑ ΡΕΚΒΙΕΜ ΓΙΑ 4 ΒΙΒΛΙΑ ΚΑΙ 2 ΦΟΡΕΣ

 Τόνια Κοσμαδάκη: Τα χάρτινα καραβάκια

Ολόκληρη η παράσταση Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΕΣΠΑΣΕ του Σταύρου Σταυρόπουλου στην DEATH DISCO, την Πέμπτη 12 Μαΐου 2016.

Ένας θεατρικός μονόλογος. Από δύο. Για έναν. Δύο γυναίκες. Ένας χρόνος. Αιώνιος. Δύο φορές. Για δύο ζωές. Δύω. Δύο. Καμία. Ένα ρέκβιεμ για τέσσερα βιβλία και δύο φορές. Όλα για ένα σύννεφο έγιναν.

Ό, τι χάσαμε, θα το χάνουμε για πάντα.

Κείμενο, σκηνοθεσία, σκηνογραφίες, μουσική επιμέλεια: Σταύρος Σταυρόπουλος

Παίζουν: Τόνια Κοσμαδάκη, Χαρά Τσιώλη

Decks, φώτα: Γιώργος Σαφελάς

Projections - Οπτικά εφέ: Γιάννης Τάσιος

Φωτογραφίες - Video: Χρήστος Μαθιουδάκης




Κυριακή 31 Ιουλίου 2016

Μ ****




Δεν σου βρωμάει η ανάσα σου κάθε φορά που λες σ’ αγαπώ;

ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΣΑΝΔΑΛΗ






Τετάρτη 27 Ιουλίου 2016

Ο ΑΜΙΛΗΤΟΣ ΦΟΝΟΣ




Η ελληνική οικογένεια είναι ένα τετράποδο που ζει εκτός ζωολογικού κήπου. Η ελληνική οικογένεια κλείνει πακέτα φτηνών διακοπών. Ο μικρός γιος δεν έχει μπει ποτέ σε αεροπλάνο. Αφού τα χωριά καταγωγής των γονέων, δεν έχουν αεροδρόμια. Το παιδί έχει πήξει στο πλοίο και στο Κ.Τ.Ε.Λ., από μικρό με μια χάρτινη σακούλα ξερατού σαν μάσκα οξυγόνου, από μικρό τρέχει να πιάσει τον καλό καναπέ στο πλοίο, πιάσε τού λένε και τις πολυθρόνες, βάλε τα μπουφάν να μην κάτσει κανένας άλλος. Πιάσε και τις οχτώ θέσεις, κι ας είμαστε τέσσερις. Η μάνα του τον κρατάει από τον καρπό και τον σέρνει στους διαδρόμους του αεροδρομίου, αυτός κοιτάει γύρω-γύρω σαν χάνος, η μάνα τον σέρνει, μη σκοντάψει το παιδί πουθενά, η μάνα τον αναγκάζει να είναι χάνος, αφού το τράβηγμά της προηγείται της οποιασδήποτε πρωτοβουλίας του μικρού πλάσματος. Μαλάκας είναι να κάτσει να δει αν έχει μπροστά του σκαλοπάτι; Αφού η Ελληνίδα μαμά του θα το δει πριν από αυτόν και θα του ξεκολλήσει το χέρι από τη μασχάλη προκειμένου να τον ανασηκώσει για να πηδήξει το εμπόδιο. Όχι, βέβαια. Δεν είναι μαλάκας. Ακόμα.

Στα DUTY FREE η μαμά τού αγοράζει Τομπλερόν, σε οικογενειακό μέγεθος. Να χοντρύνεις αγόρι μου. Το πάχος είναι υγεία. Η κόρη της οικογένειας, αρκετά μεγαλύτερη, έχει μπει στην εφηβεία, έχει σκουλαρίκι στον αφαλό και στη γλώσσα, θέλει να μοιάσει στο ξένο πρότυπο, αλλά η γαμψή μύτη του σογιού και η κρητική τριχοφυΐα στο σβέρκο, δεν το επιτρέπει, προδίδει την ελληνικότητα και παρόλο που η μικρή είναι έτοιμη πια για το Lower και ξέρει όλα τα στιχάκια των ξένων τραγουδιών απ’ έξω, θα την κατατρέχει πάντα το λάδι του χωριού, το μπιτόνι στα κάτω ντουλάπια της κουζίνας.
Ο πατέρας λέει φιλελεύθερες κουβέντες, του τύπου, «να παντρευτείς κορίτσι μου, όποιον αγαπήσεις, ν’ ακολουθείς πάντα την καρδιά σου, να κάνεις όποιο επάγγελμα θέλεις, αρκεί να το αγαπάς», μέσα του όμως κάνει τον μικρό σταυρό του, που του έμαθε η μάνα του, κουβαλάει ακόμα τα φτυσίδια της καλόκαρδης μάνας του, που τον σώζανε από τις βασκανίες και τα κακά μάτια, κι ας έχει μάθει πια και το laptop, δεν σώζεται ο άνθρωπος.

Η ελληνική οικογένεια επιστρέφει ύστερα από ένα ωραιότατο τριήμερο με ημιδιατροφή και τα όλα του, ξεμπουκάρει από τη θύρα των αφίξεων και το θαύμα της κλωνοποίησης αποκαλύπτεται σπρώχνοντας το καροτσάκι. Γιος ίδιος με πατέρα. Μάνα ίδια με κόρη. Ή το αντίθετο. Στρίβουν οικογενειακώς προς τα αριστερά και το προφίλ τους είναι ολόιδιο. Η γιαγιά ίδια με όλους, σε μπόι, σε χρώματα, σε ύφος, σε ιδέες και φυσικά σε προφίλ, τους περιμένει με την αγκαλιά της ανοιχτή. Η ελληνική συγκίνηση σφιχταγκαλιάζεται, το ελληνικό κλάμα ενώνεται, ακόμα κι αν ήταν τριήμερη η απουσία, στο ελληνικό μυαλό είναι πάντα ξενιτεμός. (Ευτυχώς που έχει σταματήσει το χειροκρότημα στην προσγείωση, αλλιώς θα έπρεπε να χειροκροτάμε και τους ταξιτζήδες όταν μας πηγαίνουν στο σπίτι μας). Το ελληνικό κλάμα στα αεροδρόμια, που πηγάζει από το αίσθημα «επιστρέψαμε σώοι και αβλαβείς», δεν μοιάζει με κανένα άλλο. Περιέχει ευχαριστίες στον μεγαλοδύναμο, περιέχει καταπιεστική λατρεία προς τα παιδιά που μέσα σε τρεις μέρες ψηλώσανε, ωρίμασαν, γίναν πιο έξυπνα (πώς γίνεται αυτό, δεν ξέρω, αφού το ελληνικό παιδί είναι έτσι κι αλλιώς το πιο έξυπνο απ’ όλα), πάνω απ’ όλα όμως η ελληνική συγκίνηση περιέχει εξωστρέφεια, όπως αρμόζει σε έναν υπανάπτυκτο, ο οποίος θέλει να επιδείξει τον πόνο του ή τη χαρά του. Ο υπανάπτυκτος μιλάει δυνατά στο τηλέφωνο, γιατί η τεχνολογία δεν έχει ακόμα καταγραφεί στο DNA του. Και έχει δίκιο. Αν δεν φωνάξει πώς θα τον ακούσει ο άλλος στη Λαμία; Έχει δίκιο. Επίσης κλαίει δυνατά στις κηδείες, ο θρήνος του είναι θεατρική παράσταση, γιατί πουθενά αλλού πέραν των κηδειών, δεν αισθάνεται σημαντικός.

Οι Έλληνες μοιάζουν μεταξύ τους, επειδή ακόμα δεν μάθανε να ανακατεύονται με άλλες φυλές. Είναι ακόμα ρατσιστές και θέλουν να διαιωνιστεί η δική τους φάτσα, ο δικός τους κώλος, κι ας είναι δύο επί δύο, δεν έχει σκεφτεί ποτέ ο Έλληνας πατέρας «μακάρι την κόρη μου να τη γαμούσε ένας ωραίος μαύρος, να βγει και το εγγονάκι μου ωραίο.» Όοοχι. Προτιμάει να διαιωνίσει τη φάτσα του, προτιμάει το εγγονάκι του να γίνει 1.50 μ. στο ύψος, αλλά να του μοιάζει. Στ’ αρχίδια του αν το εγγονάκι δεν θα παίξει ποτέ στην ομάδα μπάσκετ του σχολείου, αρκεί να του μοιάζει. Να πάρει και το όνομά του. Δεν πα να τον λένε και Παπάρα. Δεν έχει σημασία. Και το εγγόνι θα λέγεται Παπάρας. Οι Παπάρηδες πρέπει να διαιωνίζονται.

Η αγάπη πού βρίσκεται μέσα σ’ όλα αυτά; Πού; Γιατί, ρε γονιέ, κρατάς την τσάντα του παιδιού σου όταν κατεβαίνει από το σχολικό; Γιατί, ρε μαλάκα, μεγαλώνεις το παιδί σου με το «δεν μπορείς εσύ, δεν ξέρεις εσύ;» Βράδυ στα μπουζούκια. Ο μικρός κλώνος χορεύει το πρώτο του ζεϊμπέκικο. Η οικογένεια χτυπάει παλαμάκια. Ο πατέρας περήφανος, ανοίγει τα χέρια στο πλάι, σαν αετός, και καμαρώνει τον γιο του. Το ζεϊμπέκικο του γιου είναι ολόιδιο με του πατέρα. Ο πατέρας μέσω του γιου, καμαρώνει τον εαυτό του. Ο πατέρας ευτυχισμένος, δεν το ξέρει αυτό. Όπα. Όπα. Άλα.
Μπράβο αγόρι μου, έτσι σε θέλω. Σε θέλω μάγκα, σε θέλω ωραίο, σε θέλω μερακλή, μόνο αδερφή δεν σε θέλω. Σε θέλω όπως θέλω εγώ, μαλακισμένο. Όπα. Όπα. Άλα.

Λένα Κιτσοπούλου
Κοντέινερ, Δεκέμβριος 2009 [ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ]