Κυριακή, 12 Μαρτίου 2006

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΜΕ ΤΗΝ ΤΡΟΜΠΕΤΑ



Μάιλς Ντέιβις, ένας μάγος με τρομπέτα
Η μουσική του ιδιοφυΐα άλλαξε τον χαρακτήρα της τζαζ και επηρέασε όλη την ποπ σκηνή για πέντε δεκαετίες
Υπάρχει μια παλιά γιαπωνέζικη μορφή εικαστικής τέχνης, στην οποία ο καλλιτέχνης καλείται να ζωγραφίσει πάνω σε μια λεπτή, τεντωμένη περγαμηνή, με ένα ειδικό πινέλο και μαύρο υδατόχρωμα, που βασίζεται στη δύναμη του περιρρέοντος συναισθήματος, στην αυθεντικότητα και στην αμεσότητα της καταγραφής του. Αυτοί οι καλλιτέχνες οφείλουν να ασκούνται σκληρά σε ένα ιδιαίτερο είδος πειθαρχίας και αυτοσυγκράτησης, ώστε η ιδέα που θα εκφράζεται σαν τελικό αποτέλεσμα να αποκλείει παντελώς την πρόθεση, τη διόρθωση ή τον αυτοσχεδιασμό. Μπορεί να μην είναι περίπλοκη, δαιδαλώδης ή πολυεπίπεδη, όμως εκείνοι που γνωρίζουν καλά, μπορούν να διακρίνουν στη διαύγειά της κάτι βαθύτερο, που παραμένει αιχμαλωτισμένο και δεν επιδέχεται κριτική προσέγγιση. Είναι η καθαρή αποτύπωση μιας στιγμιαίας δημιουργικής έμπνευσης, η πρωτόλεια αθωότητα και η ευκρίνεια ενός γνήσιου αυθορμητισμού.
Η μουσική του Miles Davis (1926–1991), άσχετα με το πόσος θόρυβος υπήρχε γύρω της, ερχόταν πάντα από τη σιωπή. Ηταν μια εξαιρετικά ειλικρινής πρόταση, μια ανοιχτή πρόκληση απέναντι στον μεγάλο «θεό» της τζαζ, που την έθρεψε ως μουσική και γονιμοποίησε το έδαφός της, προσδίδοντάς της λάμψη και καλλιτεχνική καταξίωση: τον αυτοσχεδιασμό. Τα χειμαρρώδη, εκτενή σόλο και οι μεγαλόπνοες εκρήξεις δεξιοτεχνίας απουσίαζαν παντελώς από το ρεπερτόριό της. Ο ίδιος άλλωστε δεν θεωρήθηκε ποτέ βιρτουόζος. Οταν οι άλλοι έκτιζαν τα σόλο τους με βάση την κλιμάκωση προς κάποιο αποκορύφωμα, κάτι σαν καθαρτήρια διαδρομή από το εναρκτήριο σημείο εκκίνησης ώς την κορωνίδα της τελικής φράσης, ο Davis απέφευγε τα άκρα της κλίμακας, προτιμώντας να πετάει χαμηλά. Ο Barry McRae τον παρομοιάζει με υδροπλάνο «που άγγιζε την κορυφή των κυμάτων χωρίς να βουλιάζει, κυλούσε αβίαστα πάνω από την αρμονική υδάτινη μάζα και σπάνια ανυψωνόταν στον ουρανό». Οι νότες του ήταν λίγες, αλλά περιείχαν πολλά. Εβγαιναν σαν εξομολόγηση από τη σουρντίνα της τρομπέτας του, λες και τις έφτυνε προς τον κόσμο. Το παίξιμό του είχε σχεδόν πάντα σχέση με το «πώς» και όχι με το «τι», έμοιαζε με αρχαία κλίμακα που αναπαριστούσε με ακρίβεια τους χρωματικούς χτύπους μιας καρδιάς που συντάχτηκε από νωρίς στο πλευρό των επιθυμιών της.
Στο εξαιρετικό βιβλίο του Miles Davis: The man with the horn (εκδόσεις Απόπειρα 2005, μετάφραση Εφη Καλλιφατίδη) ο Barry McRae, συνεργάτης του Wire και του Jazz Journal International, περιγράφει τη μοναδική ανθοφορία αυτού του τεράστιου μουσικού θερμοκηπίου που ονομάζεται Miles Davis μέσα σε πέντε δεκαετίες που σφράγισαν την ιστορία της μεταπολεμικής τζαζ।Ο McRae, αφού παραθέτει κάποια σύντομα βιογραφικά στοιχεία και ερευνά τα πρώτα μουσικά ερεθίσματα, ρίχνει το κριτικό του βάρος στο πώς ενορχηστρώθηκε η ευφυΐα του Miles Davis, αναλύοντας σε βάθος τις συνεργασίες του με τους διάφορους μουσικούς, τους δίσκους που ηχογράφησε, τις συνεχείς διακυμάνσεις της καριέρας του.
Ο Miles Dewey Davis Junior, τετρακόσια σχεδόν χρόνια μετά τον Σαίξπηρ, ενστάλαξε στη μουσική, με αμλετική σοφία, τον τρόπο του να είναι ειλικρινής με τις νότες, όντας πρώτα ειλικρινής με τον εαυτό του. Επέβαλε στον αυτοσχεδιασμό την υποταγή του στο συναίσθημα και τον χρησιμοποίησε για να ανοίξει έναν ακόμα δρόμο, σαν παράπλευρη φλέβα έμπνευσης, στην καλλιτεχνική του Οδύσσεια. Ανέδειξε μεταπολεμικά όλες τις σύγχρονες μουσικές προσωπικότητες που κυριάρχησαν αργότερα στην τζαζ, αποδεικνύοντας την αδυναμία των βιρτουόζων μπροστά στο πάθος της αγνής, αποψιμυθιωμένης έκφρασης. Η τρομπέτα του έπαιξε για τελευταία φορά σιωπητήριο στις 28 Σεπτεμβρίου του 1991. Ο «μαύρος Διόνυσος» έκανε seven steps to heaven και αποσύρθηκε με μια μαγική υπόκλιση. Σαν να έπαιζε ξανά το «Kind of Blue».

Μια ζωή πειραματισμοί

«Τη χρονιά που γεννήθηκα», διηγείται στην αυτοβιογραφία του (εκδόσεις Σέλας, 1991, μετάφραση Μαριλένα Μασσάρου), «το Σαιντ Λούις χτυπήθηκε από ένα φοβερό ανεμοστρόβιλο που σάρωσε τα πάντα. Ο ανεμοστρόβιλος εκείνος μου άφησε κάτι από τη βίαιη δημιουργικότητά του. Χρειάζεται δυνατό φύσημα, ξέρετε, για να παίξει κανείς τρομπέτα. Πιστεύω στο μυστήριο και το υπερφυσικό, κι ένας ανεμοστρόβιλος είναι σίγουρα και τα δυο». Πράγματι, η μουσική του είχε κάτι από τη χαμένη ισορροπία του σύμπαντος, μια κοσμική κραυγή που διαπερνούσε τα πάντα. Η πνευματική ροπή της προς το άγνωστο και το διαισθητικό της κέλυφος ήταν αυτά που τον οδήγησαν να πειραματιστεί με πολλά μουσικά ιδιώματα, παρακολουθώντας την πορεία τους, όχι για να τα μεταγράψει στη μουσική του θυρίδα σαν καιροσκόπος, αλλά για να τα ανακατευθύνει, «ανακαλύπτοντάς» τα εκ νέου.
Αυτό έκανε με το bebop και τα blues στα πρώτα του βήματα στα τέλη της δεκαετίας του ’40, τότε που είχε γίνει σκιά του Charlie Parker, προσπαθώντας να μαθητεύσει στη μαγεία του. Αυτό έκανε με τις κλασικές φόρμες αργότερα, όταν στο Porgy and Bess ερμήνευσε μια εκδοχή του «Summertime» με τρόπο που δεν επιδεχόταν κατηγοριοποίηση, αλλά ψυχική ταύτιση, και με το «Concierto de Aranjuez» στο Sketches of Spain, όταν καταδύθηκε βαθιά μέσα στα δραματικά μοτίβα της Ιβηρικής Χερσονήσου, δοκιμάζοντας να διερευνήσει τα παραδοσιακά ηχητικά τοπία ενός άλλου έθνους. Αυτό έκανε με την cool jazz και τη «λευκή» αισθητική της, όταν υπερασπιζόμενος το χρώμα του, αρνήθηκε να εκχωρήσει το ιδίωμα σε αυτούς που έκαναν σημαία τους τον ρατσισμό και την προκατάληψη. Αυτό έκανε με το free, όταν η συνεργασία του με τον John Coltrane απέδωσε στην τζαζ τη χαμένη της αίγλη και επαναπροσδιόρισε την εξέλιξη της στον χρόνο. Αυτό έκανε με το fusion (πρόσμειξη του ροκ και της τζαζ) το ’80, όταν «ενδύθηκε» τον ηλεκτρισμό, δοκιμάζοντας να ακολουθήσει τα κυρίαρχα μουσικά ρεύματα της εποχής του για να τα παραμετροποιήσει. Δεν κλονίστηκε ούτε από τα ναρκωτικά, όταν τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ’50, παρέμεινε δέσμιος της ηρωίνης και άκαπνος δημιουργικά, για να ξανακυλήσει την πενταετία 1975–80. Τα καταπολέμησε μόνος του και τα νίκησε και τις δυο φορές.
Η μουσική του Miles Davis (1926–1991), άσχετα με το πόσος θόρυβος υπήρχε γύρω της, ερχόταν πάντα από τη σιωπή. Ηταν μια εξαιρετικά ειλικρινής πρόταση, μια ανοιχτή πρόκληση απέναντι στον μεγάλο «θεό» της τζαζ, που την έθρεψε ως μουσική και γονιμοποίησε το έδαφός της, προσδίδοντάς της λάμψη και καλλιτεχνική καταξίωση: τον αυτοσχεδιασμό. Τα χειμαρρώδη, εκτενή σόλο και οι μεγαλόπνοες εκρήξεις δεξιοτεχνίας απουσίαζαν παντελώς από το ρεπερτόριό της. Ο ίδιος άλλωστε δεν θεωρήθηκε ποτέ βιρτουόζος. Οταν οι άλλοι έκτιζαν τα σόλο τους με βάση την κλιμάκωση προς κάποιο αποκορύφωμα, κάτι σαν καθαρτήρια διαδρομή από το εναρκτήριο σημείο εκκίνησης ώς την κορωνίδα της τελικής φράσης, ο Davis απέφευγε τα άκρα της κλίμακας, προτιμώντας να πετάει χαμηλά.

Σταύρος Σταυρόπουλος

Διαβάστε όλο το άρθρο στην Καθημερινή
http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_civ_1_12/03/2006_176575

Τετάρτη, 1 Μαρτίου 2006

ΓΙΑ ΟΣΟ ΡΟΚ ΑΝΤΕΧΕΙΣ ΑΚΟΜΑ

Τον μάθαμε με Το ροκ που παίζουν τα μάτια σου πριν από τρία χρόνια. Επέστρεψε φέτος με το Για όσο ροκ αντέχεις ακόμη από τις εκδόσεις Απόπειρα. Ο Σταύρος Σταυρόπουλος, είναι όλα αυτά που θέλαμε να γίνουμε και δεν γίναμε και όλα εκείνα που θέλαμε να μείνουμε και δεν μείναμε...

διαβάστε εδώ όλη την κριτική του reader's-diggest

ΤΙ ΕΓΡΑΨΕ Ο ΤΥΠΟΣ ΓΙΑ ΤΟ "ΓΙΑ ΟΣΟ ΡΟΚ ΑΝΤΕΧΕΙΣ ΑΚΟΜΑ"

Τέσσερα βιβλία σχεδόν αυτοβιογραφικά κι όλα ροκ. Γραφή σπονδυλωτή κι όμως ασπόνδυλη, γιατί ο ρυθμός είναι ασθματικός και λαχανιασμένος. Συλλαμβάνει ως φάντασμα τις δεκαετίες του παλμού της καρδιοκτυπούσας, γι αυτό ο κόσμος είναι απτός δια του τρίτου ματιού του βλέποντος δια της διαισθήσεως τα μέλλοντα. Ο Σταύρος Σταυρόπουλος είναι ένας του παφλάζοντος αίματος αμετανόητος και οι αμετανόητοι ή τα κερδίζουν ή τα χάνουν όλα. Αρκεί να μην φοβούνται της απώλειας την οδό τη γονοποιό.

Βασίλης Καλαμαράς – «ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ»

Ο Σταύρος Σταυρόπουλος αφήνει την πένα του ακόμη μια φορά να κυλήσει πάνω σε θρυλικά ακόρντα, λαβωμένους στίχους, σε ένα ροκ σε πρώτο πρόσωπο, υποβάλλοντας ένα σενάριο από εκμυστηρεύσεις και αλλεπάλληλες παραδοχές. Ένα ροκ ημερολόγιο που δεν μετράει χρόνο – μόνο ίσως αντοχές, σε ένα σκληρά τρυφερό τοπίο φτιαγμένο με ό,τι έχει μείνει μέσα μας.

Μαρία Μαρκουλή – «ΤΑ ΝΕΑ»

Ένα βιβλίο-ντοκιμαντέρ. Ασπρόμαυρο. Εικόνες που τρέχουν γρήγορα, λαχανιασμένα, σαν να φοβούνται να σταματήσουν έστω και στιγμιαία. Κομμάτια ενός παζλ που δεν επιθυμεί να συμπληρωθεί. Κύκλος που αρνείται να κλείσει. Ένα ταξίδι σε μια εποχή που τα πάρτι είχαν γεύση βερμούτ με παγάκια και που μπορούσες να αναρωτιέσαι «που πάνε τα καλοκαίρια όταν τελειώνουν…». Ένα μουσικό παραμύθι για μεγάλα παιδιά, αφιερωμένο σε μια γενιά που πιστεύει πως οι μέρες που έρχονται δεν θα μοιάζουν σε τίποτα με αυτές που πέρασαν, αλλά αυτό δεν σημαίνει πως είναι υποχρεωμένη να ενηλικιωθεί. Σε μια γενιά που δεν θεωρεί την νοσταλγία, ανάμνηση.

Αύρα Αλεξανδρή – «UP MAGAZINE»

Ένα θελκτικό παραμύθι για τα γοητευτικά συναισθήματα μιας σπουδαίας μουσικής

Άγγελος Μαστοράκης – «ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ 9»


Ο Σταύρος Σταυρόπουλος μιλάει μια γλώσσα που τσακώνεται με την επίσημη πραγματικότητα. Παράφορη, αναπάντεχη, μοναχική, που ιδρώνει με τις συλλαβές της, που νοσταλγεί έρωτες, που διακονεί και δεξιώνεται την μουσική των συμβάντων της γενιάς του. Τα μικρά, σπονδυλωτά κείμενα του Για όσο ροκ αντέχεις ακόμα είναι ακριβώς αυτό: μια αισθησιακή κοσμηματοθήκη γεγονότων που μελωδούν, που σημαίνουν, που αντιστέκονται στην φθορά με μια σχεδόν φετιχιστική ευλάβεια. Είναι καταιγίδες, ξόρκια, έρωτες των πόλεων, στιγμιότυπα ψυχής, αναμμένες φωτιές σε έρημες παραλίες. Οι ηρωίδες του Σταυρόπουλου παρεκτρέπονται με μια συναρπαστική κομψότητα μέσα σε μια κοινωνία που γλιστράει, επιδιώκοντας να τις αφήσει οριστικά πίσω της. Έχουν χάσει προ πολλού τα ερείσματά τους, το μέτρο της λογικής. Οι φωνές τους είναι κολασμένες, αλλά αληθινές. Τόσο που να σε ξαφνιάζει η αμεσότητά τους, η νοσταλγία των ιδιότροπων ονείρων τους.
Ένα βιβλίο που αντιστέκεται στην ασκήμια της καθημερινότητας.

«METRO»

Ένα μουσικό παραμύθι για μεγάλους είναι αυτό το μουσικό και ποιητικό βιβλίο. Μια ιδιότυπη κατακερματισμένη αυτοβιογραφία, μια εκ βαθέων εξομολόγηση, ποτισμένη με ροκ μελωδίες που αγάπησε όχι μόνο ο συγγραφέας αλλά και μια ολόκληρη γενιά.

Ειρήνη Μιχαλούδη – «ΕΘΝΟΣ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ»

«Το ροκ είναι η λογοτεχνία της παιδικής μου ηλικίας. Ο Ντοστογιέφσκι των παιδικών μου χρόνων λεγόταν Mick Jagger... ». Τρία χρόνια σχεδόν μετά το «Ροκ που παίζουν τα μάτια σου», ο Σταύρος Σταυρόπουλος αφήνεται ξανά να κολυμπήσει μέσα στους συνειρμούς του. Η ποίηση της ζωής σαν ημερολόγιο στο οποίο τα ροκ βιώματα έχουν χρωματίσει βαθιά μέσα του τοπία της πόλης και των νησιών – τα μπαρ, οι έρωτες, η λογοτεχνία, τα τραγούδια, οι εξομολογήσεις, όλα τρέχουν ελεύθερα και μεθυσμένα, σε καλούν να τα εισπράξεις με τον τρόπο του συγγραφέα. Εκατό περίπου σελίδες με πρόζα ποιητικών συχνοτήτων που μπορούν να σε κερδίσουν όπως ένας καλός ροκ δίσκος – ο ίδιος συστήνει Neil Young.

Κωστής Παπαγιώργης – «ΑΘΗΝΟΡΑΜΑ»

Ο Σταύρος Σταυρόπουλος, ο συγγραφέας που μας ταξιδεύει με τα πρισματικά κείμενα του «Για όσο ροκ αντέχεις ακόμα» (εκδ. Απόπειρα ), ανήκει σε μια γενιά, ή μάλλον στην ωραία «φράξια» μιας γενιάς, που θέλησε να συγκατοικήσει με τα πάθη της και να τραγουδήσει ξανά και ξανά το τραγούδι που ξεγελάει το χρόνο. Η ποίηση του ροκ και το ροκ της ποίησης στάθηκαν οι μελωδικοί και ρυθμικοί οδοδείκτες αυτής της γενιάς που μπόρεσε εμπράκτως να αμφισβητήσει ό, τι δεν ήταν γνήσια έκφραση γνήσιων παθών. Μες στο κόκκινο κιτς της μεταπολιτευτικής Αθήνας κάποιοι νεαροί κατάφεραν να κάνουν συνεχή σλάλομ ανάμεσα στα στερεότυπα και να ψελλίσουν, να μουρμουρίσουν, να ουρλιάξουν τις μικρές και μεγάλες ανακαλύψεις τους. Άλλοτε σπασμωδικά και άλλοτε μεθοδικά, αλλά πάντα με εντιμότητα και με μια ευγενική διαλεκτική ανάμεσα στις προσηλώσεις και τις απορρίψεις, οι άνθρωποι αυτοί μίλησαν, όπως ο Σταύρος Σταυρόπουλος, για τους έρωτες στα μπαρ, για τα βινύλια που λατρέψαμε και μας καθόρισαν για πάντα, για εκείνο το σόλο απελπισίας του Neil Young, για την προκλητική αισθητική της διακεκαυμένης ζώνης όπου πυρακτώθηκε η εφηβεία μας. Μελωδικός αντάρτης, επαναστάτης με αιτία και με ένα μόνιμο σάουντρακ να του καίει το μυαλό και να οδηγεί την πένα του, ο Σταυρόπουλος γράφει «με σιωπές, με ανοιχτά πανιά και μάτια καλειδοσκόπια» (…) για όλα εκείνα τα όχι και τόσο κακόφημα, τελικά, στέκια όπου παίχτηκε ένα κρυφό αλλά μεγάλο στοίχημα, το στοίχημα που έκανε κάποιους ανθρώπους ακραιφνείς δημιουργούς, ποιητές της ζωής, ιδιοφυίες της φιλίας. Εύγε σε συγγραφείς σαν τον Σταυρόπουλο, που έρχονται να αναμοχλεύσουν κάποια όμορφα πάθη, να μας θυμίσουν αυτά που ποτέ δεν πάψαμε να θυμόμαστε και να δώσουν μια ακόμα ώθηση στην πιτσιρικαρία να πάρει τη σκυτάλη και να κάνει ν’ ακουστούν ξανά χειμαρρώδη ποιήματα και παλλόμενα πεζογραφήματα!

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης – «CITY PRESS »


Μετά το «Ροκ που παίζουν τα μάτια σου» - ένα αυτοβιογραφικό κείμενο για την γενιά της αμφισβήτησης που επέζησε στις δεκαετίες, το καινούργιο βιβλίο του Σταυρόπουλου, «Για όσο ροκ αντέχεις ακόμα», αποτελεί τη φυσική συνέχεια του προηγούμενου. Ένα μουσικό παραμύθι για μεγάλους, όπου κυριαρχεί η ροκ μουσική, οι αφηγήσεις, ο μονόλογος, δημιουργώντας ένα μοναδικό ψηφιδωτό ήχων, λέξεων και χρωμάτων. Η γενιά που σημαδεύτηκε από το ροκ εν ρολ είναι και πάλι παρούσα. Άντεξε την ωριμότητα και την ξεπέρασε. Περπατά σε τοπία αναμνήσεων αποδεχόμενη τον εαυτό της.

Σιδέρης Ντιούδης – «ΥΠΟΒΡΥΧΙΟ»

Το βιβλίο είναι ένα τεράστιο ερωτικό γράμμα. Γραφή σε μικρές προτάσεις, γεμάτη αναφορές, που ξεσπά μέσα από κομμάτια ροκ συγκροτημάτων της εποχής του 60 και του 70, της εποχής που το ροκ ήταν περισσότερο ρομαντικό και εμπνευσμένο, γιατί μετά ή εμείς μεγαλώσαμε ξαφνικά ή το ροκ μεγάλωσε κι αυτό μαζί μας και δεν είναι πια το ίδιο. Είναι όμως ερωτικό γράμμα ή μήπως είναι ατόφια ποίηση;

Δημήτρης Γκενεράλης - «INTEX»


Βιβλίο παραληρηματικού ερωτισμού.

Αντώνης Ξαγάς – «HERETOLOGY»


Απίστευτοι στίχοι…Τελικά είναι κάτι λόγια μέσα στα τραγούδια που μας αρέσουν, που μπορούμε να τα βάλουμε στη ζωή μας, σαν μουσική υπόκρουση σε στιγμές…σε καταστάσεις…σε ανθρώπους… Αυτό έχει κάνει ο Σταύρος Σταυρόπουλος, δυο βιβλία ξεχωριστά, κάτι εντελώς διαφορετικό…, μια ιστορία αγάπης μέσα από στίχους τραγουδιών που μπλέκονται με την αλήθεια και τις στιγμές που μένουν για πάντα καρφωμένες στο μυαλό.

blogspot.com – «HIGH & DRY»

Τον μάθαμε με «Το ροκ που παίζουν τα μάτια σου». Επέστρεψε φέτος με το «Για όσο ροκ αντέχεις ακόμα». Ο Σταύρος Σταυρόπουλος είναι όλα αυτά που θέλαμε να γίνουμε και δεν γίναμε. Και όλα εκείνα που θέλαμε να μείνουμε και δεν μείναμε…Προσωπικά δεν τον γνωρίζω, αλλά έχοντας διαβάσει τα δυο βιβλία του μου μοιάζει πολύ οικείος. Το σίγουρο είναι ότι κάποτε (σε ένα μακρινό κάποτε της δεκαετίας του 80 ) κάπου είχαμε συναντηθεί: Στην παλιά Αμοργό ή στα Μάταλα, στην Ίο πριν τους κοτεράδες ή στην άγονη γραμμή. Βιβλία σαν κι αυτό λειτουργούν σαν ξυπνητήρια κοιμισμένων συνειδήσεων. Ευτυχώς, σαν αναγνώστες, αντέχουμε πολύ ροκ ακόμα. Όλα είναι δρόμος μίστερ Σταυρόπουλε…Για τη γενιά μας, για όλα εκείνα που χάσαμε και ο Σταυρόπουλος συνεχίζει να έχει: 10 με άριστα το 10.

Diavazo.blogspot.com – «ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ»


Η γενιά των σημερινών σαραντάρηδων που μεγάλωσε με καλή ροκ και γαλουχήθηκε μέσα από τον ελεύθερο έρωτα, σίγουρα πρέπει να είναι η πιο μελαγχολική. Και γι αυτό και η πιο ποιητική. Δεν είναι τυχαίο ότι σε αυτήν ανήκει η σύγχρονη γενιά συγγραφέων και μια δράκα από καλούς αρθρογράφους που τείνουν να εκλείψουν. Αν η συναυλία του Gallagher σας λέει κάτι ή αν ακούτε ακόμα Dylan και Bowie, τότε το βιβλίο αυτό είναι για σας.

Τίνα Μανδηλαρά – «ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ»

Όνειρο κι εφιάλτης μαζί. Ζωή και θάνατος εμφιαλωμένα στο ίδιο μπουκάλι. Μετά «Το ροκ που παίζουν τα μάτια σου», ο Σταύρος Σταυρόπουλος γδέρνει με λύσσα και μανία τις πληγές του έρωτα, γράφοντας το πιο οργισμένο ερωτικό γράμμα που έχετε διαβάσει ποτέ, ντυμένο σε ροκ στίχους και μουσική. Μια ελεγεία του έρωτα; Μια μπαλάντα γι’ αυτόν; Μια διαδήλωση με όλα τα αναρχικά συναισθήματα του πάθους να σπάνε και να καίνε ό, τι βρουν μπροστά τους; Ο έρωτας εδώ βασανίζεται, υποφέρει αβάσταχτα, μεθάει, ξενυχτάει, χαϊδεύει και βρίζει ταυτόχρονα, όπως δυναμώνει και την ίδια στιγμή αποδυναμώνεται, γίνεται μίσος, οργή, ενοχοποιεί και ενοχοποιείται για να συνεχίσει, κυνηγημένος και κυνηγός. Χορεύει, ακούει δίσκους 33 στροφών, φοράει σκισμένα τζιν… Σε πάει στο χείλος του γκρεμού και της αβύσσου, χαρίζοντας σου τη ζωή την τελευταία στιγμή. Αν στη χαρίζει τελικά… Ένα βιβλίο με σελίδες-μολότωφ που καίνε μαζί με αγάπες και όνειρα την άχρηστη παθητικότητά μας. Τρέχοντας ή περπατώντας πάνω στις σελίδες αυτού του «τυπωμένου δρόμου» του Σταύρου Σταυρόπουλου, καθένας μας μπορεί να τραβήξει τη δική του πορεία. Όμως, «αυτό το ροκ δεν θα τελειώσει ποτέ»…Γιατί το μόνο ναρκωτικό που όσο κι αν εθιστείς σ’ αυτό, στο τέλος θα σ’ αφήσει ζωντανό, είναι ο έρωτας.

Γιόλα Αργυροπούλου – «ΤΗΛΕΡΑΜΑ»

(…) Το μυθιστόρημα που επιλέγει την δεύτερη εκδοχή της πραγματικότητας, την εσωτερική πραγματικότητα, σπάνια το βλέπουμε, γιατί σπάνια κάποιος αποφασίζει να δώσει την μάχη της λογοτεχνίας, να παλέψει με τα φαντάσματα, τα πιο πραγματικά όντα στον κόσμο μας (…). Το καινούργιο βιβλίο του Σταύρου Σταυρόπουλου είναι βέβαιο πως καλύπτει μια χαρά την επιθυμία του Ρολάν Μπαρτ για μια μυθιστορηματική μορφή, η οποία θα διατηρεί τον «δοκιμιακό» χαρακτήρα της – κι αν είναι δυνατόν θα ανανεώνει την ίδια την έννοια του δοκιμίου – χωρίς να μπορεί να θεωρηθεί μυθιστόρημα. Γιατί το «Για όσο ροκ αντέχεις ακόμα» δεν μπορεί να θεωρηθεί μυθιστόρημα. Ούτε νουβέλα, ούτε διήγημα, ούτε αφήγημα, σπονδυλωτό ή όχι. Ασφαλώς αφηγείται. Αλλά στέκεται με απόλυτη ειλικρίνεια απέναντι στην ανάληψη μιας τέτοιας ευθύνης (…).
Χρειάζεσαι ποίηση, πεζογραφία, δοκίμιο, διαλόγους, ημερολογιακές σημειώσεις, ό, τι μπορείς να βρεις για να ενορχηστρώσεις ένα λογοτεχνικό κείμενο που θα πάει μέχρι το τέλος των συνεπειών, που θα απαλύνει την πληγή της γραφής. Ένα λογοτεχνικό κείμενο σαν το «Για όσο ροκ αντέχεις ακόμα». Γιατί όπου υπάρχει γραφή – όχι γράψιμο – υπάρχει και μια πληγή, που θέλει ή ευελπιστεί πως θα κλείσει.

Γιώργος Μπλάνας – «HIGHLIGHTS»

Ποίηση σε πρόζα; Πεζογραφία με ποιητικές καταβολές; Σελίδες ημερολογιακών εξομολογήσεων; Μυστική επιστολογραφία χωρίς παραλήπτη; Καλλίγραφες σημειώσεις στο περιθώριο τετραδίων – και της ζωής; Μια διαρκής ελεγεία στο χρόνο; (…) Η γραφή του Σταυρόπουλου περιφρονεί τις απαντήσεις, για τον απλούστατο λόγο ότι δεν τις γνωρίζει. Πυκνή, άναρχη, καλλιεπής, ατημέλητη, συχνά παράλογη, πάντα ονειρική, προκλητικά ευφραδής, αυθάδης, αλλά με μια εσώτατη – στη φόδρα – αξιοπρέπεια, οδηγείται εύφορα στον ερωτικό παροξυσμό. Ο Σταυρόπουλος εκπροσωπεί μια γενιά που δεν είναι πια νέα, αλλά και δεν έχει ακόμα γεράσει. Άρα, δεν έχει την εύκολη συνηγορία της νεότητας, ούτε όμως τη σοφή παρηγορία του γήρατος. Αυτή η διαρκής ακροβασία ανάμεσα σε δυο – αμφότερα μελαγχολικά – ηλικιακά όρια είναι που κάνει την κατάθεσή του εμπύρετα θλιμμένη. Ίσως σ’ αυτό το κρίσιμο μεταίχμιο, ο Σταυρόπουλος αφήνει σκοπίμως τις λέξεις του να είναι τριμμένες και ανθρώπινες, όπως το τζιν που ατονεί στο γαλάζιο και κάνει το τραγούδι του βραχνό, σαν στοχαστικό απόηχο του Tom Waits ή σαν ξεψυχισμένο κιθαρισμό του Jimmy Hendrix. Requiem στην παρελθούσα νεότητα, πρελούδιο στην ανεξερεύνητη ωριμότητα, το «Για όσο ροκ αντέχεις ακόμα» του Σταύρου Σταυρόπουλου, με τις λέξεις του σε θέση διψομανών μουσικών οργάνων, καλεί την γενιά του σ’ ένα αποχαιρετιστήριο πάρτι για την αποφοίτηση της αθωότητας. Ασφαλώς δε, κατά τη δήλωση του Σαββόπουλου, «είναι ο αρχηγός σ’ αυτό το πανηγύρι».

Γιάννης Ευσταθιάδης – «ΔΕΚΑΤΑ»