Δευτέρα 15 Φεβρουαρίου 2016

Η ΑΦΡΟΔΙΤΗ ΜΕΡΑ ΜΕΣΗΜΕΡΙ



(Στον Πάνο, την Στελλιάννα και στην μικρή Άννα-Μαρία)


ΕΠΕΣΕ πάνω στο καπό με φόρα. Ευτυχώς, δεν έτρεχα και –το σημαντικότερο – πρόλαβα να την δω έγκαιρα. Βγήκα αμέσως έξω κατατρομαγμένος. Η γυναίκα είχε σηκωθεί επάνω και κλωτσούσε με μανία τις ρόδες του αυτοκινήτου μου, βρίζοντας θεούς και δαίμονες.
«Γιατί φρέναρες ρε μαλάκα, γιατί; Άντε και γαμήσου, γιατί σταμάτησες ρε; Τέλειωσε με ρε, ξεκίνα και λειώσε με, ΤΙ ΜΕ ΚΟΙΤΑΣ;». Η κοπέλα πέταγε αφρούς από το στόμα, βρίζοντάς με επειδή δεν την έστειλα στον άλλο κόσμο. Νόμιζα ότι είχα δει πολλά πράγματα στην ζωή μου, όμως εκείνο το μεσημέρι κατάλαβα ότι είχα πολύ δρόμο ακόμα για τέτοιες βαρύγδουπες διαπιστώσεις.

Στο μεταξύ, οι πάντες γύρω μας είχαν σταματήσει. Άλλοι είχαν βγει από τα οχήματά τους, άλλοι γελούσαν και άλλοι σχολίαζαν διάφορα για την κοινωνία και την τρέλα που δέρνει τον κόσμο. Η γκόμενα ούρλιαζε ακόμα. Προσπάθησα να την πλησιάσω όσο πιο ψύχραιμα γινόταν. «Με συγχωρείς, αλλά εσύ πέρασες τον δρόμο παράνομα. Σε χτύπησα; Είσαι καλά;» Τι τις ήθελα τις ευγένειες; «Είσαι μεγάλος μαλάκας ρε! Τι με κοιτάς; Βάλε μπροστά και πάτα με ρε! Λύτρωσέ με σε παρακαλώ! ΚΑΝ’ΤΟ!!» Το παραλήρημά της δεν είχε τελειωμό. Χτυπούσε με μπουνιές το παρμπρίζ, με τόση δύναμη που φοβήθηκα ότι θα το θρυμματίσει. Με μια απότομη κίνηση, την έπιασα από την μέση και την τράβηξα βίαια προς το πεζοδρόμιο. Στο μεταξύ από τα κορναρίσματα, κόντεψα να χάσω και εγώ τα λογικά μου. Δεν είχαν άδικο όμως. Είχα κλείσει εντελώς την κυκλοφορία.

Μέχρι να ηρεμήσω την τρελή κυρία πέρασε κανένα δίλεπτο. Την είχα «αιχμαλωτίσει» στο πεζοδρόμιο και παρακαλούσα να εμφανιστεί ο πρώτος τυχαίος μπάτσος να με βγάλει από το αδιέξοδο. Πάνω που μπόρεσα να καλμάρω την κοπέλα, ένοιωσα από πάνω μας την παρουσία δυο σκιών. «Αφροδίτη! Κοπέλα μου, δόξα τον θεό είσαι καλά. Εντάξει κύριε, αφήστε την, είμαστε εμείς εδώ». Δυο γεροντάκια καταπονημένα και λαχανιασμένα από το τρέξιμο μας κοιτούσαν με πρόσωπα που πέταγαν φωτιές από την αγωνία. Προφανώς οι γονείς της.

Η Αφροδίτη (αφού πλέον μάθαμε και το όνομά της), δεν φάνηκε να χάρηκε και ιδιαίτερα για την συνάντηση. Αφού τους κοίταξε με ένα βλέμμα κάτι ανάμεσα στον Τζακ Νίκολσον από τη «Λάμψη» και τον Άντονι Χόπκινς από την «Σιωπή των αμνών», ξέσπασε σε ένα χοντροκομμένο γέλιο που εξελίχτηκε σε κλαυσίγελο. Απέμεινα να την κοιτάζω αποσβολωμένος. Τώρα την πρόσεχα πρώτη φορά. Ήταν όμορφη και ήταν κρίμα να είναι σε αυτό το χάλι. «Μας συγχωρείτε πολύ. Ξέρετε, η κόρη μας πάσχει από σοβαρά ψυχολογικά προβλήματα. Εδώ και δυο χρόνια μπαινοβγαίνει στα ψυχιατρεία. Είναι παθολογικά ερωτευμένη με τον ίδιο της τον αδελφό… Έχει χάσει τελείως τα λογικά της. Από τότε που παντρεύτηκε κι έφυγε στην επαρχία, ζούμε έναν απίστευτο Γολγοθά. Ελπίζω να μην σας έκανε κάτι κακό». Ενώ ο δύστυχος πατέρας μου εξηγούσε εν ολίγοις το δράμα της οικογένειας, η Αφροδίτη (που αρχικά φαινόταν να έχει ηρεμήσει κάπως, αλλά πολύ σύντομα διέψευσε αυτή μας την αίσθηση), ξέφυγε από τα χέρια της μάνας της κι όρμησε καταπάνω στον γέροντα. « Με κοιτάς ε ;Με κοιτάς! Θες να με γαμήσεις πάλι έ; Αυτό θέλεις; ΈΛΑ ΛΟΙΠΟΝ! ΤΙ ΜΕ ΚΟΙΤΑΣ ΡΕ; ΕΛΑ!».

***

Βρισκόταν πάλι σε παραλήρημα. Άρχισε να σκίζει τα ρούχα της κι όταν απέμεινε μόνο σάρκα, έπεσε πάνω στον πατέρα της κι αφού αρχικά τον έγλυφε στο πρόσωπο, στην συνέχεια άρχισε να τον δαγκώνει ουρλιάζοντας, ενώ εκείνος υπέμενε χωρίς ν αντιδρά την επίθεση της κόρης του. Είδα και έπαθα να την ξεκολλήσω από το κεφάλι του παππού, ο οποίος αιμορραγούσε ελαφρά από τις κανιβαλικές διαθέσεις της κόρης του. Όμως, το μόνο που κατάφερα ήταν να κάνω την Αφροδίτη να τραπεί σε φυγή. Άρχισε να τρέχει αφηνιασμένη ανάμεσα στ’ αυτοκίνητα, όταν άκουσα την μάνα της κλαίγοντας με αναφιλητά να με παρακαλάει: «Σας παρακαλώ, τρέχτε να την προλάβετε. Θα σκοτωθεί, δεν ξέρει τι της γίνεται!» Για μια στιγμή σκέφτηκα να ξεστομίσω διάφορα μπινελίκια, αλλά δεν μου πήγαινε, αφού κατά κάποιον τρόπο είχα μπει και εγώ στην ιστορία αυτή. Το μόνο που με προβλημάτιζε ήταν τι δικαιολογία θα έβρισκα να πω στην Σία, που στο μεταξύ θα είχε ήδη φτάσει στην Πλάκα όπου είχαμε δώσει ραντεβού.

Άρχισα να τρέχω ξωπίσω της. Αφού έφτασα μάλλον εύκολα στο απέναντι πεζοδρόμιο, επιτάχυνα για να την προλάβω. Είχα να τρέξω από τότε που σταμάτησα τον στίβο (υπήρξα κάποτε δρομέας μέσων αποστάσεων στον Εθνικό Γυμναστικό Σύλλογο, χωρίς ιδιαίτερες επιδόσεις...) και στα πρώτα μέτρα τα πνευμόνια μου ανέβηκαν στο στόμα. Η Αφροδίτη διέσχιζε το πεζοδρόμιο ταχύτατα, πέφτοντας πάνω σε διάφορους περαστικούς που δεν ήξεραν τι να πουν και τι να κάνουν. Το βλέμμα μου είχε ασυναίσθητα καρφωθεί στους γυμνούς γλουτούς της. Ήταν υπέροχοι έτσι που πάλλονταν από την υπερένταση και το τρέξιμο, θέαμα που στιγμιαία με αποσυντόνισε από τον σκοπό μου, προκαλώντας μου μια στιγμιαία ρίγη ανάμεσα στα πόδια. Στο μεταξύ, οι αντοχές μου επανέρχονταν κι αύξανα ταχύτητα - ως γνωστόν οι δρομείς μέσων αποστάσεων «παίρνουν μπροστά» μετά τα πρώτα μέτρα όταν ξεμπουκώνουν.

Θα ήθελα πάρα πολύ να έβλεπα αυτό το αλλόκοτο θέαμα από μια γωνία, όπως όλοι αυτοί που μας κοιτάζουν τώρα να τρέχουμε σ’ αυτόν τον παράξενο «αγώνα» μέρα μεσημέρι στο κέντρο της Αθήνας. Δεν μπορούσα να πιστέψω αυτό που μου συνέβαινε. Παρόμοιες σκηνές θα μπορούσες ευκολότερα να τις δεις στο σινεμά, να τις διαβάσεις στις σελίδες κάποιου βιβλίου παρά να τις ζήσεις. Αισθανόμουν κεντρικό μέρος ενός σεναρίου που παίζεται χωρίς πρόβα, εντελώς απρογραμμάτιστα, με πρωταγωνιστή που τον ρίχνουν στην σκηνή χωρίς σενάριο και εκατοντάδες απρόσκλητους θεατές. Ένα είδος θεάτρου του δρόμου. Έτσι ένοιωσα. Και παραδόξως, μου άρεσε.

Μπροστά μου η Αφροδίτη συνέχιζε την τρελή διαδρομή της ακατάβλητη. Περνούσε τα στενά χωρίς σταματημό, όταν η απόστασή μας είχε αρχίσει πλέον να μικραίνει αρκετά. Δεν άργησα να την φτάσω στο επόμενο φανάρι αμέσως πριν την Ομόνοια. Την άρπαξα από το δεξί μπράτσο, δευτερόλεπτα πριν την κάνει χαλκομανία ένας ταξιτζής ,ο οποίος πάτησε φρένο και βγήκε αμέσως από το αμάξι του. «Βοήθα φίλε!», πρόλαβα να του πω και ενώ πεσμένος στην άσφαλτο προσπαθούσα να ακινητοποιήσω την Αφροδίτη, η οποία στο μεταξύ ουρλιάζοντας, προσπαθούσε να μου ξεφύγει.

Αφού την ακινητοποίησα με την βοήθεια του ταξιτζή και κάποιων περαστικών και κάπως την ηρέμησα, της φόρεσα το τζιν σακάκι μου, το οποίο ελάχιστη από την γύμνια της έκρυβε. Μου ζήτησε τσιγάρο. Της άναψα το τελευταίο άφιλτρο καμελ από το πακέτο μου. Καθίσαμε σε ένα πεζούλι και την κρατούσα σφιχτά από την μέση για να μην ξαναφύγει. Αγγίζοντας το γυμνό κορμί της, προς στιγμήν ερεθίστηκα αλλά δεν ήταν ώρα για τέτοια… Σκεφτόμουν ότι θα μπορούσε να είχε κερδίσει τα πάντα με την ομορφιά της. Έλαμπε ολόκληρη μες στην παράνοιά και την απελπισία που την κυρίευε. Δεν θα ήταν πάνω από τριάντα, με ένα σώμα αλαβάστρινο, δέρμα απαλό, σχεδόν μεταξένιο. Τα στήθη της, μικρά και τοξωτά έμοιαζαν, με τις ρώγες ερεθισμένες, σαν δυο μικρά θαύματα. Έτσι ιδρωμένη όπως ήταν, φάνταζε σαν μόλις να είχε ερωτοτροπήσει με κάποιο μακρινό ξωτικό. Κρίμα να χάνεται τόση ομορφιά μέσα στην αλλοφροσύνη. Και τι δεν θα’ δινα να μάθω γιατί έφτασε σε αυτήν την κατάσταση και τι ζόρι περνάει. Τόση δύναμη μπορεί να έχει ο έρωτας που να είναι ικανή να διαλύσει έναν άνθρωπο; Μάλλον ναι. Η Αφροδίτη. Η Θεά της ομορφιάς. Γυμνή και σχιζοφρενής. Μαζί μου μέρα μεσημέρι. Στο κέντρο της κόλασης. Σε ποιούς να διηγηθώ τα σημερινά και να μην με πουν φαντασιόπληκτο.


Στο μεταξύ, γύρω της είχε μαζευτεί διάφορος κόσμος. Περίεργοι, πιτσιρικάδες που γέλαγαν, γυναίκες που ψιθύριζαν διάφορα η μία στο αυτί της της, μετανάστες, πρεζόνια, γέροι και γριές που κουνούσαν το κεφάλι της. Αισθάνθηκα ξαφνικά αντίπαλός της. Σφίχτηκα γύρω από την Αφροδίτη λες και ήμουν εγώ υπό την προστασία της. Λες και ήμουν σαν και αυτήν. Και να σκεφτεί κανείς πόσο απλά θα μπορούσα να ανήκα κι εγώ σε αυτό το ανώνυμο, άβουλο πλήθος. Με πόση ευκολία θα χάζευα και εγώ ένα τέτοιο θέαμα και θα κορόιδευα, θα κοίταζα περίεργα ή απλά θα το αγνοούσα και θα συνέχιζα την όποια πορεία μου. Και τώρα είμαι απλά από την «μέσα πλευρά». Είμαι αυτός που γίνεται αντικείμενο θέασης από την μάζα αυτή. Δίπλα σε μια παλαβή που πριν μισή ώρα μου ήταν παντελώς άγνωστη.

Με έπιασε ένας αόριστος φόβος με αυτές τις σκέψεις. Σαν να είδα την φιγούρα μου να στέκεται ανάμεσα σε όλους αυτούς τους περαστικούς. Και όπως την είδα να στέκεται και να με κοιτάζει, ξαφνικά άρχισε να χάνεται με βήμα γοργό μέσα στην κόλαση της πόλης. Κυνηγημένος, άγνωστος μέσα σε άγνωστους. Κανείς δεν ξέρει την ιστορία που μπορεί να κουβαλάει ο διπλανός του. Αυτή είναι τελικά η μαγεία της ζωής. Μέσα σε λίγα λεπτά σε φέρνει αντιμέτωπο με τον ίδιο σου τον εαυτό. Με της επιλογές σου και με την στάση σου. Σε πάει και σε φέρνει και εσύ διαλέγεις δρόμο κι ακολουθείς.

Θα πρέπει να είχαν περάσει πέντε ολόκληρα λεπτά από τότε που την ακινητοποίησα και η Αφροδίτη είχε πέσει σε κατάσταση νιρβάνα. Κοίταζε το τσιμέντο με βλέμμα απλανές και ήταν ασάλευτη. Στην ομήγυρη είχαν προστεθεί δύο αστυνομικοί που άρχισαν με το γνωστό και κλασσικό κουτοπόνηρο ύφος της να ρωτούν διάφορα. «Παιδιά, το κορίτσι δεν είναι καλά. Καλύτερα να την αφήσουμε ήσυχη. Εξάλλου, έρχονται και οι γονείς της να την πάρουν. Ρωτήστε εκείνους ότι θέλετε», της απάντησα με όση ευγένεια είχα για την φάρα της. «Ναι, αλλά πιο κάτω σταματήσατε την κυκλοφορία και στην διασταύρωση παραλίγο να προκληθεί δυστύχημα», μου λέει ο της από της δύο ηλίθιους, υπενθυμίζοντας μου το αυτοκίνητό μου το οποίο είχα παρατήσει χύμα στον δρόμο. «Λοιπόν φίλε, γράψτε με, κόψτε μου πρόστιμο, κάντε ότι νομίζετε. Αφήστε με της λίγο. Σε δύο λεπτά θα έχουν τελειώσει όλα, κατάλαβες; Και τώρα σε παρακαλώ να φύγετε, μην τα κάνετε χειρότερα». Ευτυχώς, οι ένστολοι παρέλειψαν να προσβληθούν-κατά την προσφιλή της συνήθεια- από το ύφος μου και παραμέρισαν.

Στο μεταξύ έφτασαν στο σημείο οι γονείς της Αφροδίτης μαζί με έναν άνδρα. Ήταν όμορφος. Εκτυφλωτικά όμορφος. Ψηλός, γεροδεμένος, καλοντυμένος, γύρω στα 35.Σε γενικές γραμμές επιβλητικός. Η Αφροδίτη έστρεψε το βλέμμα της. Μόλις τον είδε άστραψε. Στο πρόσωπό της σχηματίστηκαν αχτίδες φωτός. Χαμογέλασε με το πιο όμορφο χαμόγελο πού είχα δει ποτέ. «Αφροδίτη μου, κοίτα της ήλθε. Όλα θα φτιάξουν τώρα κορίτσι μου...», της είπε κλαίγοντας ο πατέρας της. Ξάφνου, σαν ένα μαγνητικό πεδίο να σκέπασε τον χώρο. Το πλήθος σώπασε και παραμέρισε να περάσει ο άνδρας. Όλοι κοιτούσαν απορημένοι. Ήταν της. Δεν υπήρχε αμφιβολία. Και μη ρωτάς «ποιος της», δεν υπάρχει απάντηση. Απλά ήταν ΑΥΤΟΣ. Της που έπρεπε. Ήταν της για εκείνη. Ο άνδρας σήκωσε την Αφροδίτη από το πεζούλι, την πήρε στην αγκαλιά του, μου έριξε ένα βλέμμα με το οποίο υποθέτω ότι με ευχαρίστησε, την πήρε και έφυγαν περπατώντας της το Γκάζι. Εκείνη κοίταξε της γονείς της και γέλασε. Ευτυχισμένη. Ήταν μια άλλη Αφροδίτη, σαν να μην υπήρξε ποτέ το άγριο θηρίο που είδα να τρέχει γυμνή της δρόμους προηγουμένως. Για ένα δευτερόλεπτο γύρισε και της το μέρος μου και με κοίταξε. Το ελαφρύ χαμόγελο που μου δώρισε, ομολογώ πως δύσκολα θα το ξεχάσω.

Προς στιγμήν θέλησα να ρωτήσω τα δύο γεροντάκια πολλά πράγματα. Δεν το έκανα. Αρκέστηκα να της σφίξω το χέρι και να φύγω. Ο πατέρας της με αγκάλιασε σαν να ήμουν και εγώ παιδί του. «Αυτός είναι. Ο αδελφός της», προσπάθησε να μου εξηγήσει και συνέχισε σχεδόν τρέμοντας: «Τόσα χρόνια δεν μπορέσαμε να της δώσουμε να καταλάβει ότι αυτή η αγάπη δεν οδηγεί πουθενά. Εκείνος έφυγε στο εξωτερικό για σπουδές, γύρισε και νοίκιασε μακριά της για να μην έχουν πολλές επαφές. Πριν τρία χρόνια, παντρεύτηκε κι έφυγε με τη γυναίκα του στην επαρχία, μήπως και με τον καιρό η Αφροδίτη ξεχαστεί και φτιάξει τη ζωή της. Από τότε, η κόρη της σάλεψε. Τα ψυχιατρεία έχουν γίνει πλέον το δεύτερο σπίτι της. Πριν δυο μέρες ήλθε οικογενειακώς να μας επισκεφτεί. Μόλις είδε τη γυναίκα του όρμησε να την σκοτώσει. Είδαμε και πάθαμε μέχρι να την πάρουμε από τα χέρια της. Κατάλαβες τώρα τι περνάμε;» μου είπε, ενώ η γυναίκα του έκλαιγε κουνώντας το κεφάλι της. Με ευχαρίστησε και θυμήθηκε ότι πήρε το αυτοκίνητο και το πάρκαρε δύο στενά παρακάτω, δίνοντας μου ταυτόχρονα τα κλειδιά. Δεν μπορούσα να αρθρώσω λέξη. Προσπαθώντας να συνέλθω, σιχτίρισα τον εαυτό μου γιατί πάνω στην υπερένταση ξέχασα τα κλειδιά πάνω στο τιμόνι και έφυγα. Περπατώντας συγκλονισμένος από τα όσα έζησα, σκέφτηκα απλά πως εκείνη την στιγμή είδα μπροστά μου την δύναμη της αγάπης. Αρρωστημένης μεν, αληθινής δε. Κατάλαβα ακόμη πως η λογική δεν χωράει στο συναίσθημα. Είχαν ανατραπεί μέσα μου τόσα πράγματα που μου φάνταζαν αυτονόητα ως τότε κι αυτό μου ήταν δύσκολο να το χωνέψω. Σίγουρα, θα έκανα πολύ καιρό να ξεχάσω αυτή τη μέρα.

***

Το αμάξι ήταν παρκαρισμένο σε μια γωνιά δύο στενά παρακάτω. Πάνω στο παρμπρίζ, ανάμεσα στους υαλοκαθαριστήρες ήταν σφηνωμένη μια κλήση από την Τροχαία. «Στ’ αρχίδια μου σας γράφω παλιομαλάκες», σκέφτηκα και την πέταξα στο κάθισμα του συνοδηγού μόλις μπήκα. Κοιτάζοντας το κινητό μου, θυμήθηκα πως είχα στήσει την Σία παραπάνω από μία ώρα. Κοιτάζοντας την οθόνη διαπίστωσα ότι είχα δεκαπέντε αναπάντητες και ένα μήνυμα το οποίο έγραφε «δεν με έχει στήσει ποτέ κανένας τόσο άγαρμπα. Ποιος νομίζεις πως είσαι τελικά; Μετά απ’ αυτό σε παρακαλώ μη με ξαναπάρεις τηλέφωνο. Τελειώσαμε.» Η αλήθεια είναι ότι τον τελευταίο καιρό το είχα παρακάνει. Πού να της εξηγούσα όμως τι μου είχε συμβεί και γιατί να το κάνω; Εξάλλου, δεν υπήρχε περίπτωση να με πιστέψει. Σκέφτηκα λοιπόν ότι και μόνος μου δεν θα ήταν άσχημα. Πάτησα «διαγραφή» στο μήνυμα, έβαλα μπροστά το αμάξι και πάτησα το play στο cd player. Η τρομπέτα του Μάιλς Ντέιβις από το soundtrack του «Ασανσέρ για δολοφόνους», τα έλεγε όλα μόνη της. Φτάνοντας κατάκοπος στο σπίτι, είδα τη φιγούρα της Σίας να με περιμένει μπροστά στην πόρτα. «Όταν έχει νεύρα κάνει πάντα το καλύτερο κρεβάτι», είπα στον εαυτό μου και χαμογελώντας βγήκα από το αυτοκίνητο.



Μάνθος Γιουρτζόγλου





Παρασκευή 12 Φεβρουαρίου 2016

"ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΠΟΛΛΟΙ ΠΟΥ ΠΙΣΤΕΥΟΥΝ ΑΚΟΜΑ ΣΕ ΧΑΡΤΙΝΑ ΚΑΡΑΒΑΚΙΑ, ΕΡΩΤΕΥΜΕΝΑ ΣΚΙΑΧΤΡΑ ΚΑΙ ΤΕΤΟΙΕΣ ΜΑΛΑΚΙΕΣ ΓΙΑ ΝΑ ΠΗΔΗΧΤΟΥΝ"


                                  ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΟ POPAGANDA ΚΑΙ ΣΤΟΝ ΓΙΩΡΓΟ ΒΟΥΔΙΚΛΑΡΗ

Ο Σταύρος Σταυρόπουλος είναι ένας συγγραφέας που δεν χωράει σε στερεότυπα. Κυκλοφόρησε την πρώτη του ποιητική συλλογή νεότατος, και κατόπιν σιώπησε εκδοτικά για σχεδόν μια εικοσαετία. Απομακρύνθηκε ολοταχώς από μια μεγάλη επιτυχία, γιατί δεν τον ενδιαφέρει πια το περιτύλιγμά της. Ξέρει πως έχει προχωρήσει πολύ από τότε, και νιώθει δυσάρεστα όταν του μιλούν γι αυτή. Απεκδύθηκε μετά βδελυγμίας τη μυθολογία των Εξαρχείων, παρόλο που θα μπορούσε να δρέπει διά βίου τις δάφνες της. Και δεν επαναπαύεται σε καμιά κατακτημένη φόρμα, ψάχνοντας κάτι καινούριο με κάθε νέο του βιβλίο. Τίμησε με την εμπιστοσύνη του την Popaganda μιλώντας έξω από τα δόντια για όλα, όπως το συνηθίζει. Δεν δίνει συχνά συνεντεύξεις, και δεν φοβάται να γίνει δυσάρεστος όταν το θεωρεί απαραίτητο.
Καθίσαμε στο Φλοράλ και μιλήσαμε επί ώρες, διακόπτοντας κάθε τόσο για να χαιρετήσουμε κάποιο περαστικό φίλο. Αναπόφευκτα ίσως, η συζήτηση γυρνάει στην περίφημη κρίση και τις συνέπειές της στην καθημερινότητά μας.

Για άλλη μια φορά, ο Σταύρος Σταυρόπουλος δεν μασάει τα λόγια του:

«Το είδαμε στην Πορτογαλία, στην Ισπανία, ακόμα-ακόμα και στην Ιρλανδία, ότι οι άνθρωποι ήρθαν πιο  κοντά. Ήμουνα βέβαιος ότι η κρίση θα βγάλει ένα καλό, δηλαδή θα μας ενώσει, θα μας βάλει κάτω από τη σκέπη του Ανθρώπου. Έγινε ακριβώς το αντίθετο! Βγήκε το τέρας. Γιατί; Το περίφημο ελληνικό κράτος δεν μετράει πάνω από 150 χρόνια ιστορίας, είναι νεοσύστατο – ως θεσμοί δηλαδή. Ουσιαστικά είναι ένα κράτος το οποίο δεν ιδρύθηκε ποτέ. Περιμένει τη σύσταση του. Δεν πρόκειται γιατί δεν υπάρχει το αντικείμενο. Σημειολογικά. Οι άλλοι, οι “ξένοι” μπόρεσαν να έρθουν πιο κοντά επειδή ήταν λαοί. Εμείς δεν είμαστε λαός, είμαστε Λάος. Από τα δέκα εκατομμύρια, τα πέντε εκατομμύρια είναι μετανάστες, και τα άλλα πέντε εκατομμύρια είναι μπάτσοι! Καταπληκτικό, ε; Τέτοια αστυνόμευση, από την εποχή του Γιωργάκη του Παπανδρέου, το ’09 κι εδώ, δεν υπήρχε ούτε στη δικτατορία… Κάθε στενό το φυλάνε δέκα αστυνομικοί! Κι έχουμε και αύξηση της εγκληματικότητας…»

Εγώ έχω μια άλλη απορία: Καλά, οι αστυνομικοί είναι εκεί. Η αντίδραση γιατί δεν είναι πιο έντονη;

Υπάρχουν νόμοι που δεν εφαρμόζονται, επειδή αυτοί που καλούνται να τους εφαρμόσουν είναι Έλληνες, με όλη την σημασία αυτής της καταγωγής. Πρέπει κάποια στιγμή να περάσουμε από το άρρωστο και ιδιοτελές φαίνεσθαι στο ξεκάθαρο και λυτρωτικό είναι. Ο καθένας να πάρει στα σοβαρά το ρόλο του και να μην τον προγράφει με βάση το πόσο μισεί τον εαυτό του. Η ρίζα του κακού βρίσκεται στο ότι μισούμε τον εαυτό μας θανάσιμα και το βγάζουμε στα πρόσωπα των πολιτών, των ερωτικών μας συντρόφων, των φίλων, εκεί από όπου περιμένουμε, εις μάτην, την αναγνώριση, την μαγεία, βγάζουμε όλες μας τις ατέλειες. Έχουμε μόνο κόμπλεξ σαν λαός, τίποτε άλλο. Η σύγχρονη ιστορία μας ποια είναι; Ο Τσαρούχης; O Θεοδωράκης; Ο Ελύτης; Οι σημερινοί Ισπανοί, που απέχουν τρεις γενιές από τον εμφύλιο, έχουν μνήμη. Εμείς δεν έχουμε. Μπορεί, όπως λέει το ΚΚΕ, να μην υπήρχε αστική τάξη εδώ, αλλά υπήρχαν δέκα τζάκια, τα οποία είχαν κόκκινες γραμμές αδιαπέραστες. Ήταν βουτηγμένοι στη διαφθορά, αλλά από τον προπάππου και την προγιαγιά μεταφερόταν μια οσμή αξιών τις οποίες ακολουθούσαν, έστω κι από παράδοση. Η οικογένεια ακόμα κρατούσε. Μετά τη δικτατορία τι έγινε; Ήρθε ο Καραμανλής που μας είπε να προσευχηθούμε γι’ αυτόν και προσευχηθήκαμε, και μετά ήρθε ο Αντρέας το ’81 και είπε «θα δημιουργήσω μια αστική τάξη». Δημιούργησε μία εκ του μηδενός, με βίλες στην Εκάλη και το Ψυχικό, με τέσσερα αυτοκίνητα ο καθένας, αλλά χωρίς μνήμη. Γιατί ο καθένας από αυτούς, πριν να τους κάνει θεσμούς και υπουργούς και θεματοφύλακες του πατριωτισμού μας ο Αντρέας, μπορεί να ήταν και μανάβης ή υπάλληλος ή θυρωρός πολυκατοικίας. Επομένως δεν υπήρχε μνήμη για να ανατρέξεις. Χάθηκαν τα όρια, κι ο καθένας έκανε ό, τι ήθελε για να βγάλει τα κόμπλεξ και τη μανία του για τον πλουτισμό, για το σεξ, για τη φήμη.

Σίγουρα δεν υπήρχε μια αστική τάξη με καλλιέργεια, όπως, ας πούμε, στη Γαλλία.

Η Γαλλία είναι κράτος συγκροτημένο, με μεγάλη και πρόσφατη, ιστορία πολιτισμού. Έζησα εκεί τρία χρόνια και διαπίστωσα έναν τεράστιο σεβασμό προς όλα. Θα σου πω ένα περιστατικό. Το 1979, είμαι σε ένα καλό διαμέρισμα (arrondissement) του Παρισιού, νομίζω στο 4ο, σε ένα μπιστρό. Έχουν έρθει φίλοι από την Ελλάδα. Μέσα οι άνθρωποι μιλούσαν σχεδόν ψιθυριστά, δεν τους άκουγες. Αρχίσαμε εμείς να μιλάμε όπως στην Ελλάδα. Μετά από είκοσι λεπτά ήρθε ένας τύπος του μαγαζιού και, πολύ ευγενικά, μας σήκωσε χωρίς σχεδόν να μας ακουμπήσει ή να μας ψέξει, με ένα μαγικό τρόπο, μας πήγε μέχρι την πόρτα και μας είπε: «οι καφέδες είναι κερασμένοι από το μαγαζί, αλλά σας παρακαλώ να μην ξανάρθετε!» Το έχω νιώσει εδώ αυτό, γιατί όποτε πάω σε ένα καφέ να γράψω κάτι ή να μιλήσω λίγο με τον εαυτό μου, να συγκεντρωθώ, γύρω μου γίνεται της πουτάνας. Είμαστε άνθρωποι των κραυγών. Οι ευγενείς το λένε «μεσογειακοί». Δεν είμαστε καθόλου της ήρεμης ενατένισης, της σκέψης, της απόσυρσης μέσα μας. Δεν έχουμε κανένα πολιτισμό κατά βάθος. Σκεφτόμαστε για να δείξουμε στους άλλους ότι σκεφτόμαστε. Αγαπάμε για να το διαφημίζουμε, γιατί ποτέ δεν μάθαμε να αγαπάμε. Αν με ρωτήσεις για μία από τις πολλές ιδιότητες των Ελλήνων, η πρώτη που θα μου έρθει στο μυαλό είναι η υποκρισία. Αντίθετα αν ρωτήσεις έναν από τους εθνοπατριώτες, τους παλιούς αριστερούς ή τους πρώην πασοκτζήδες, θα σου πούνε το φιλότιμο. Αρχίδια. Έχεις δει εσύ κανένα φιλότιμο στα χρόνια που ζεις;

Στη Γαλλία ήσουν για σπουδές;

Ναι. Ήθελα να σπουδάσω κοινωνιολογία στο Λονδίνο και πήγα εκεί. Είχα δώσει εξετάσεις στο Πανεπιστήμιο, αλλά εκείνο το καλοκαίρι που οι γονείς μου με είχαν κλείσει μέσα για να διαβάσω και να προετοιμαστώ, εγώ διάβασα δέκα φορές το «Μια Εποχή Στην Κόλαση» του Ρεμπώ, τις «Σημειώσεις ενός Πορνόγερου» του Μπουκόφσκι, την «Μαύρη Άνοιξη» του Χένρυ Μίλερ και άκουσα όλους τους δίσκους των Stones. Είχα κι ένα 45άρι, το «Angie», από αυτά με τη γλώσσα και την κίτρινη ετικέτα, και το άκουγα σε ένα παλιό πικάπ περί τις 30 φορές την ημέρα. Μ’ άρεσε αυτό: «We can say we’re satisfied». Όταν έμπαινε ο πατέρας μου έβαζα από πάνω τα βιβλία για τις εξετάσεις! Αποτέλεσμα: Όταν έγιναν οι εξετάσεις, πρώτο μάθημα ήταν η έκθεση. Είμαι πρώτος με 38 μονάδες! Διπλό 19 κι από τους δύο εξεταστές! Δεν μπήκα φυσικά, γιατί στα άλλα έγραψα χάλια, μονάδα… ούτε την εκφώνηση των θεμάτων δεν καταλάβαινα! Αλλά για δύο μέρες μου έμεινε η μοναξιά της κορυφής. Ήμουν πρώτος και βγήκα τελευταίος. Έφυγα, λοιπόν, για το Λονδίνο, για να πολεμήσω τη Θάτσερ στα γκαράζ. Έκατσα εκεί δύο μήνες, είχα μια γκόμενα που την έλεγαν Σύντια, κλασική νερόβραστη Αγγλίδα. Ομίχλη, δεν είδα τον ήλιο δύο μήνες. Τρελάθηκα!
Δεν ξέρω πώς βρέθηκα στο Παρίσι, κάποια φίλη ήταν εκεί, μιλήσαμε στο τηλέφωνο, πήγα. Δεν ήξερα να πω ούτε bonjour. Γράφομαι στην Alliance Francaise για να κάνω ταχύρρυθμα γαλλικά, και μέσα σε οκτώ μήνες άρχισα να διαβάζω Μπαλζάκ, Καμύ, Προυστ, Μποντλέρ στο πρωτότυπο. Κρατώντας βέβαια παντού σημειώσεις, με τρία λεξικά δίπλα. Ο καθηγητής που μου έκανε γαλλικά ήταν φανατικός με τον Neil Young, ένα κλασικό γαλλάκι με καρέ μαλλί που έπαιζε στην κιθάρα παπάδες. Μια φορά με πήρε στο σπίτι του στη Μονμάρτη, σε ένα πολύ ωραίο στούντιο με χαλιά στους τοίχους, ακούγαμε δίσκους, Leonard Cohen, Van Morrison, Lou Reed, Springsteen, και τέτοια, και μου είχε πει: «θα πας πολύ καλά, αρκεί να προσέξεις λιγάκι τον παρορμητισμό σου». Δεν τον πρόσεξα. Μπήκα στη Σορβόννη κι έκανα δυο χρόνια κοινωνιολογία. Στον τρίτο τα παράτησα στη μέση. Επέστρεψα στην Ελλάδα, έκανα μια σχολή δημοσιογραφίας στην Ακαδημίας, που δίδασκαν όλοι οι αστέρες της εποχής, καθηγητάδες, ο Πεπονής, ο Γερμανός, ο Φίλιας… Τσακώθηκα με το Φίλια και σηκώθηκα κι έφυγα. Για την διαλεκτική του υποκειμένου. Μετά έκανα ένα χρόνο κινηματογράφο. Όμως δεν ήθελα να τελειώσω κάτι. Δεν έχω ούτε Proficiency να φανταστείς, δεν πήγα να δώσω τελευταία στιγμή. Δεν θα είχα και διαζύγια, αν δεν έπρεπε να το κάνω, θα έμεναν έτσι. Εν λευκώ. Δεν με ενδιέφεραν ποτέ τα χαρτιά.


Υπάρχει κάτι άλλο που μου κάνει εντύπωση: αν δεν απατώμαι το ’82 βγαίνει το Διαμελίζομαι. Ακολουθεί μια πολύχρονη σιωπή, σχεδόν είκοσι χρόνια…

Δεν είχα πεθάνει εκείνο το διάστημα. Έγραφα κείμενα σε περιοδικά, κυρίως μουσικά, αλλά και εφημερίδες. Βγάλαμε κι ένα περιοδικό που έγινε θρύλος, το «Αγκάθι», με το Θανάση Μάνθο, που κράτησε τέσσερα χρόνια.  Ο χρηματοδότης ήταν ένας καταπληκτικός τύπος άλλης εποχής, γύρω στα 70, που μας πήγαινε με το Θανάση σε κάτι ταβερνεία χωμένα στην παλιά πόλη της Καλλιθέας και μας μιλούσε. Ήταν πολύ γοητευτικός. Αυτός ήταν και ο πρώτος εκδότης του Ποπ και Ροκ! Είχε ένα χαρακτηριστικό: ήθελε πάντα επιβεβαίωση σε ό, τι έλεγε. Μας έβαλε στα κόλπα, μας έμαθε πως χρειάζεται και διαφήμιση για να επιβιώσει ένα περιοδικό. Γιατί σταμάτησα μετά το Διαμελίζομαι; Γιατί δεν πήγα στην παρουσίαση του βιβλίου μου! Όταν το έγραψα στα 19 μου – είναι ένα βιβλίο που πλέον δεν διαβάζεται, αλλά ήμουν 19 και μπορώ να το συγχωρήσω στον εαυτό μου – πήγε καλά από άποψη ντόρου. Ένα καλό μου έκανε: γνώρισα μια αγαπημένη μου φίλη, την Κατερίνα Γώγου. Ερχόταν σπίτι μου, πηγαίναμε σινεμά, συζητούσαμε… Ταιριάζαμε σε πολλά.

Πώς έγινε;

Όταν βγήκε το «Διαμελίζομαι», εγώ ήμουν αρχισυντάκτης στο Μουσικό Εξπρές. Ήταν σε ένα υπόγειο της Πιπίνου, περνούσε καθημερινά από εκεί ο Παύλος Σιδηρόπουλος, όπως και διάφορες άλλες τρομερές μορφές της εποχής. Τις μακέτες του περιοδικού τις έκανε ο Μανώλης Φλουράκης, ένα πολύ καλό παιδί που ήταν μακετίστας της Ελευθεροτυπίας, και που πέντε χρόνια αργότερα σκοτώθηκε με μοτοσικλέτα. Ήμασταν λοιπόν στην εταζέρα και προσπαθούσαμε να φτιάξουμε το εξώφυλλο του Διαμελίζομαι με ένα πίνακα του Νταλί. Ο Βασδέκης, ο εκδότης, πολύ καλός άνθρωπος, ήθελε να το κάνουμε έγχρωμο, αλλά εγώ το ήθελα ασπρόμαυρο. Έτσι όπως ήταν τα γράμματα της φωτοσύνθεσης του τίτλου, παίρνω ένα ψαλίδι και κόβω το Διαμελίζομαι στη μέση. Έτσι έγινε το εξώφυλλο: βλέπεις στα γράμματα αυτή την ψαλιδιά. Αφού βγήκε, μετά από 3-4 μήνες , ο Θωμάς Γκόρπας, τον οποίον θαύμαζα πολύ, όλη αυτή η αντισυμβατική ρητορεία του με γοήτευε, έγραψε σε ένα περιοδικό ένα κείμενο στην κυριολεξία αποθεωτικό για το Διαμελίζομαι. Στην άλλη μισή σελίδα του περιοδικού έθαβε Το Ξύλινο Παλτό της Κατερίνας. Εγώ νομίζω πως έκανε λάθος φυσικά ο Γκόρπας, γιατί ήταν πολύ ωραία συλλογή, πολύ καλύτερη από το Διαμελίζομαι. Είχα εκστασιαστεί όμως κι είχα ντραπεί. Τελικώς αποφάσισα να ευχαριστήσω το Θωμά Γκόρπα. Πήγα λοιπόν στα γραφεία του περιοδικού, κι όταν έφτασα στην πόρτα, ήταν δίπλα μου η Κατερίνα, η οποία  – ήταν η εποχή της ταινίας του Θωμόπουλου, Όστρια, το τέλος του παιχνιδιού – είχε κοντό μαλλί πανκ, ένα μακρύ σκουλαρίκι, και ήταν πολύ εκνευρισμένη! Αφού πέσαμε μούρη με μούρη στην πόρτα, μου λέει: – Μήπως ξέρεις πού είναι ο Γκόρπας; – Σ’ αυτόν πάω!  – Πώς σε λένε; -Σταυρόπουλος! – ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ;;; (Γέλια). Εκείνη τη στιγμή ευτυχώς άνοιξε η πόρτα! Ήταν μια γραμματέας μέσα, και η Κατερίνα χίμηξε καταπάνω της και της λέει: – Πού είναι αυτός ο πουστόγερος; Ευτυχώς δεν ήταν εκεί… Της είπα: κυρία Γώγου, σας θαυμάζω, κι εγώ γενικώς δεν θαυμάζω ανθρώπους στη ζωή μου. Σας παρακαλώ, πάμε να πιούμε έναν καφέ. Ας αφήσουμε το Γκόρπα, έκανε λάθος, είναι φανερό. Εμένα είναι το πρώτο μου βιβλίο! Κάτσαμε στο παλιό Φλοράλ, με τα μπιλιάρδα. Από τότε γίναμε οι καλύτεροι φίλοι.
Και για να απαντήσω στην ερώτησή σου για τη σιωπή που ακολούθησε, που ήταν προϊόν συνειδητής απόφασης για αποχή από το βιβλίο: με πλησίαζαν από τότε διάφοροι, και παρόλο το νεαρό της ηλικίας μου, έβλεπα στο χώρο του βιβλίου ένα πράγμα πολύ ψεύτικο και δήθεν. Ο Γιάννης Βασδέκης βέβαια είναι ένας καλοκάγαθος άνθρωπος, που είχε κάνει τότε ένα άνοιγμα προς αυτό το είδος, είχε βγάλει ένα βιβλίο για τον Morrison θυμάμαι, ένα άλλο για τον Dylan, αλλά ετοίμασε και μια παρουσίαση για το βιβλίο μου που ένιωθα πως δεν μου ταίριαζε, και απλώς δεν πήγα. Έγινε έξαλλος. Μετά όμως τα ξαναβρήκαμε. Έτσι προέκυψε η συνειδητή μου αποχή από το χώρο του βιβλίου. Κάναμε την πλάκα μας με το Αγκάθι και τα άλλα περιοδικά. Όμως η πουτάνα η τύχη με ώθησε το 2002 να βγάλω Το Ροκ Που Παίζουν Τα Μάτια Σου. Και μαζί τα μάτια μου.

Μα, γιατί το λες έτσι; Είναι ένα βιβλίο που αγαπήθηκε τόσο πολύ!

Γιατί έχουμε 2016, έχω κάνει 18 βιβλία, κι όπου κι αν βρεθώ μού λένε γι’ αυτό. Για ρώτα τον Τζάγκερ, του αρέσει το «Satisfaction»; Οk, καλή λογοτεχνία, αλλά είχε ένα τρικ που εγώ δεν δέχομαι πια. Ήταν ένα βιβλίο σαν δίσκος βινυλίου. Χωριζόταν σε δύο πλευρές με πέντε κομμάτια η κάθε μια, με περιεχόμενα αναλυτικά κλπ. Ωραίο μεν, αλλά τρικ! Εδώ και χρόνια θέλω ο κόσμος να μένει στο νόημα. Στο κουκούτσι της ουσίας. Δεν γράφω ούτε για να μην τρελαθώ, ούτε για να γίνω γνωστός, ούτε γιατί δεν μπορώ να κάνω διαφορετικά – τίποτε από όλα αυτά που ακούς από πολλούς δεν ισχύει. Είναι όλα ψέματα. Γράφω για να διασωθεί μια μνήμη. Η γραφή είναι η διάσωση μιας πληροφορίας που μεταδίδεται στις επόμενες γενιές ώστε να μπορέσουν να την αξιοποιήσουν. Οι λέξεις είναι ασκήσεις μετάνοιας γι’ αυτό που δεν ήρθε, και όλο προσπαθείς να το κάνεις να έρθει και όλο δεν έρχεται. Έτσι πάει. Αυτό κάνω στα βιβλία μου: Διασώζω ένα αρχείο εμπειριών, πληροφοριών, μνήμης. Κάθε τι που κάνω είναι διαφορετικό, γιατί αλλιώς βαριέμαι. Τα μάτια μου είναι συνεχώς στραμμένα στο αύριο.
Το μόνο πράγμα στο οποίο έμεινα προσηλωμένος, και νομίζω πως είναι ό, τι πληρέστερο έχω κάνει μέχρι σήμερα, είναι το έργο της  τετραλογίας: Πιο Νύχτα δεν Γίνεται – Μετά – Καπνισμένο Κόκκινο – Ολομόναχοι Μαζί. Αυτό είναι ένα ολοκληρωμένο έργο που  λέει την άποψή μου για τον κόσμο. Για το τέλος του ανθρώπινου μύθου. Ειδικά το «Μετά» είναι ένα βιβλίο που σχεδόν μου υπαγορεύτηκε από κάπου ψηλότερα… Το βιβλίο «Ο Άνθρωπος Έσπασε», που ακολούθησε, ήταν η παραδοχή της ήττας μου. Μέσα από αυτά τα ποιήματα αποδέχτηκα τη δική μου ουτοπία, η οποία εξερράγη σε τέσσερα βιβλία. Και κατόπιν, το «Κατά Τον Δαίμονα Εαυτού», ήταν κάτι που νόμιζα – και καλώς νόμιζα, κρίνοντας από την υποδοχή του – ότι το χρωστούσα στους αναγνώστες μου: ένα τυχαίο σημειωματάριο ιδεών μετά την τετραλογία. Θέλησα να αποθησαυρίσω κάποιες χαμένες φράσεις που γράφτηκαν σε πακέτα από τσιγάρα, χαρτάκια από μπουκάλια μπύρας, μικρές σημειώσεις… Δεν θα τα έλεγα αφορισμούς, αν και μοιάζουν. Είναι σημειώσεις στα περιθώρια μιας ηλικίας, ενός χρόνου που τελείωσε. Τώρα, μόλις βγήκαν οι «Ασκήσεις ύφους»: Επτά συνθετικά ποιήματα, στίχο στίχο, μαζί με την Μαρία Χρονιάρη. Μ’ αρέσει να παίζω με την λογοτεχνία. Αλλά και με τον εαυτό μου. Να τον φτάνω στα άκρα.

 «Δεν είμαι παιδί του φεγγαριού, ποτέ δεν ήμουν. Είμαι παιδί του εαυτού μου, μεγάλωσα εκ μέρους μου, κατά τον δαίμονα εαυτού»

Τα τελευταία χρόνια, όσο πιο δύσκολα γίνονται τα πράγματα, τόσο πιο παραγωγικός είσαι. Δεν ξέρω αν είναι συμπτωματικό αυτό...

Πάντοτε ήμουν παραγωγικός. Δες από το ’02 και μετά, κάθε χρόνο έχω κι ένα βιβλίο. Ποιητικές συλλογές, αφηγήματα, «μυθιστορήματα», μικρά πεζά. Πράγματι τα τελευταία δύο χρόνια το πράγμα ξέφυγε λίγο. Εκδίδω δύο-τρία βιβλία το χρόνο. Αυτό δεν οφείλεται στην ευαισθητοποίησή μου απέναντι στην εποχή, αλλά σε μια προσωπική μου συνθήκη που με έχει αναγκάσει να εκφράζομαι πιο συχνά, γιατί οι προσλήψεις των εικόνων και των γεγονότων είναι πολύ πιο συχνές και βάναυσες. Δεν έχει να κάνει με την οικονομική κρίση ή την παρακμή, ας πούμε, της αριστεράς. Ήμουν στην ομάδα Ρήξη του Καραμπελιά στα δεκαεξήμιση. Είναι μνήμες που αν είχα κάτι να τις σβήσω θα το έκανα. Δεν το λέω για τον Καραμπελιά προσωπικά, προς Θεού. Τον εκτιμώ πολύ. Θυμάμαι ότι έπαιρνα την Προλεταριακή Σημαία (ΚΚΕ μ-λ), έχω φωτογραφία σε μια διαδήλωση για την Εργατική Πρωτομαγιά όπου κρατάω την εφημερίδα, και μέσα της διπλωμένο ήταν το Λούκι Λουκ! Καθόλου τυχαίο – τότε δεν μπορούσα να τα διαχωρίσω, μου άρεσε το Λούκι Λουκ, αλλά και να είμαι μαοϊκός. Εκ των υστέρων κατάλαβα πως το σωστότερο ανάμεσα στα δύο ήταν το Λούκι Λουκ, γιατί είναι διαχρονικό, ενώ το άλλο δεν άντεξε. Τα πολλά βιβλία δεν οφείλονται, λοιπόν, στην εποχή. Βέβαια, όσο η εποχή σκληραίνει, αφοπλίζει τα προσωπεία των ανθρώπων, βγάζει στη φόρα τις κρυμμένες τους λεπτομέρειες. Υπό αυτή την έννοια, η εποχή έχει βοηθήσει. Σήμερα ζούμε την εποχή της πέτρας. Υπάρχουν όμως οι λέξεις. Είναι μεγάλο όπλο. Η λογοτεχνία δεν είναι αυτό που πιστεύουν οι περισσότεροι, να βγάλουμε κανα βιβλίο, να πάρουμε κανα βραβειάκι και να πηδήξουμε καμιά γκόμενα. Είναι παρέμβαση στα πράγματα. Είναι ωρολογιακή βόμβα.

Επειδή πολλοί νιώθουν καλύτερα όταν βάζουν καταστάσεις και ανθρώπους σε κουτάκια με ετικέτες, εσένα αρέσκονται να σε τοποθετούν στο κουτάκι της «ροκ μυθολογίας των Εξαρχείων», που περιλαμβάνει και ανθρώπους που έζησες όπως η Γώγου και ο Σιδηρόπουλος. Όμως νομίζω πως αυτό το κοστούμι που σου φοράνε πρέπει να σου είναι στενό.

Αυτός είναι ο τρόπος τους να εκφράζουν την μικρότητά τους απέναντί μου. Νομίζουν ότι έτσι με αφοπλίζουν, ότι με κρατούν στην γωνία. Το είπε ο Αναγνωστάκης: «Δεν πειράζει. Τόσοι ήταν». Είναι γελοίο. Όλες αυτές οι ετικέτες είναι γελοίες: Ο «συγγραφέας των Εξαρχείων», ο «ροκ τύπος» κλπ. Εκείνη τη στιγμή βλέπουν τον εαυτό τους στον καθρέφτη στις πραγματικές του διαστάσεις και δεν μπορούν να ανεχτούν το ότι όλα τα γουρούνια ΔΕΝ έχουνε την ίδια μούρη. Είχα σχέση με τα Εξάρχεια και με αυτούς τους ανθρώπους, μη φανταστείς κάτι τρομερό, ποτέ δεν ήμουν αυτό που λένε «ακτιβιστής». Δεν έχω πια, εδώ και πολλά χρόνια. Ξεχωρίζω μερικούς με τους οποίους μιλάω ακόμη, οι περισσότεροι όμως ανήκουν στην ακαδημαϊκή κοινότητα, δεν είναι ορκισμένοι «επαναστάτες» αλλά καθηγητές πανεπιστημίου, άνθρωποι που έχουν κάνει μια σοβαρή διαδρομή – να μη λέμε ονόματα, δεν χρειάζεται. Το κουτάκι όχι απλώς μου είναι στενό, αλλά δεν είναι δικό μου, είναι ξένο. Είναι το κοστούμι που είχα 19 χρονών, όμως τότε δεν φορούσα κοστούμι, αλλά καμπάνες, κι είχα μαλλιά. Τώρα είμαι άλλος. Αφοσιωμένος στα βιβλία μου, σε αυτό που πρέπει να κάνω. Συνεχίζω να διαβάζω μανιωδώς και να ακούω Rory Gallagher, όμως απεχθάνομαι όσους ακούνε το «Moonchild» σήμερα. Γιατί εγώ δεν είμαι παιδί του φεγγαριού, ποτέ δεν ήμουν. Είμαι παιδί του εαυτού μου, μεγάλωσα εκ μέρους μου, κατά τον δαίμονα εαυτού. Αν θέλεις να είσαι συνεπής με τον εαυτό σου, αν θες να μιλάς ειλικρινά μαζί του κι αυτό να μην εκφράζεται μόνο μέσα από το συνολική σου κατάθεση, αλλά και από την στάση σου απέναντι στα πρόσωπα και τα πράγματα, και από τον τρόπο που ζεις, που αντιδράς, που υπάρχεις, ε, αυτό είναι κομματάκι δύσκολο. Έχω την αναγκαία έπαρση να ισχυρίζομαι ότι το έχω καταφέρει. Μου φτάνει αυτό.

Τι γράφεις τώρα;

Ειλικρινά δεν έχω την πρόθεση να προκαλέσω, ποτέ δεν ήταν στόχος μου αυτός, αλλά γράφω ένα βιβλίο το οποίο έχει πολύ σεξ, αρνητικό σεξ, ταπεινωτικό, χυδαίο, προδομένο, πρόστυχο. Υπολογίζω να κυκλοφορήσει τον Ιούνιο. Στην ουσία περιγράφονται δύο μόνο ερωτικά βράδια στο κέντρο μιας πόλης πεθαμένης στις καληνύχτες. Θα είναι κοντά 300 σελίδες, το μεγαλύτερο σε έκταση βιβλίο μου! Νομίζω πως το «Σέξους – Νέξους – Πλέξους» του Μίλλερ, «Η ιστορία του ματιού» του Μπατάιγ, «Οι 120 μέρες στα Σόδομα» του Ντε Σάντ, ή το «11.000 βέργες» του Απολινέρ θα μοιάζουν σαν απλά ερωτικά κόμικ μπροστά του! Δεν είναι όμως μόνο αυτό. Η κάθε ακραία ερωτική σελίδα έχει απέναντί της, την ακριβώς διπλανή της όπου συμβαίνει κάτι εντελώς διαφορετικό. Εκεί υπάρχει φιλοσοφία, υπάρχει Φρόιντ, Λακάν, Μπέκετ, υπάρχει ο λογοτεχνικός τρόπος αποτίμησης. Είναι ένα συνεχές upside down, νιώθεις κενά αέρος μέσα στο βιβλίο, σαν να βρίσκεσαι σε αεροπλάνο, σφίγγεται το στομάχι σου. Ή σε καράβι, πραγματικό καράβι, γιατί υπάρχουν και πολλοί/ες που πιστεύουν ακόμα σε χάρτινα καραβάκια και ερωτευμένα σκιάχτρα και τέτοιες μαλακίες για να πηδηχτούν… Φαντάσου ένα μεγάλο καράβι, να υπάρχει  θαλασσοταραχή, να το σηκώνει το κύμα στον αέρα και να γέρνει. Φαντάσου τώρα ότι αυτό το καράβι είναι το βιβλίο. Σε κάθε δισέλιδο ανοιχτό συμβαίνει αυτό. Το κύμα παρασέρνει τις λέξεις της σελίδας πότε απ’ τη μία μεριά και πότε απ’ την άλλη. Έτσι το άγριο σεξ ενώνεται με την φιλοσοφία και τανάπαλιν, η φιλοσοφία το ενοχοποιεί ή το οικτίρει στον βαθμό που οφείλει να το κάνει, πέφτοντας στην πλευρά του. Υπάρχει μια ακατέργαστη, μια μεγάλη λύπη στο βιβλίο. Από δω κι από κει. Οι πουτάνες, ξέρεις,  ζουν ανάμεσά μας. Καμιά φορά και μαζί μας.

Μπορεί να είναι κάτι τόσο βιωματικό;

Τι βιωματικό, δεν καταλαβαίνω. Ποιος μίλησε για βιωματικό; Ένα μυθιστόρημα είναι. Απλώς. Μπορεί και να μην συνέβη ποτέ. Ή να συνέβη κάπου. Με κάποιους. Ποιος ξέρει;

Εσύ;

Ό, τι γράφω είναι συγχρόνως και πραγματικό και επινοημένο. Δεν λένε ότι η αλήθεια βρίσκεται πάντα στη μέση; Όλη την αλήθεια την γνωρίζουν μόνο οι λέξεις. Σημασία έχει ότι πήρα μια απόφαση. Να χρησιμοποιήσω τις κανονικές λέξεις, αυτές που λένε προφορικά οι άνθρωποι μεταξύ τους εκείνη την ώρα, την πραγματική περιγραφή της πράξης. Προσοχή, δεν λέω την πράξη του έρωτα πρόστυχη. Ό, τι κι αν διαμείβεται μεταξύ των δύο, είναι ο δυνατότερος δεσμός ζωής. Με μια προϋπόθεση, το ΜΑΖΙ. Δηλαδή, αγάπη. Δηλαδή, τρέχα γύρευε… Ξαναλέω ότι πρόκειται για ένα αρνητικό, σε όλες του τις εκδοχές, βρώμικο πήδημα που έχει να κάνει με την «γυναίκα που ήταν ο κόσμος», αυτή που απασχόλησε τα τελευταία έξι βιβλία μου – τα τέσσερα σχεδόν εμμονικά. Έχει να κάνει με την γενικότερη ουσία του κόσμου, το ψυχικό τραύμα, την παγκόσμια πληγή. Ένα «κρυφό γαμήσι» από παντού. Σαρωτικό. Ε, λοιπόν ο κόσμος πηδήχτηκε μέχρι θανάτου και πέθανε. Τελείωσε. Αυτό ήταν. Υπάρχει μια χαρακτηριστική φράση μέσα στο βιβλίο που λέει: «Δεν γαμιέται πια. Είναι πεθαμένη». Όμως τα πράγματα εξελίσσονται αναπάντεχα. Η ιστορία της λογοτεχνίας ήταν πάντα πολύ καθησυχαστική σε ό, τι αφορούσε τον βαθύ εαυτό της. Η ουσία μιας αφήγησης δεν έχει να κάνει με την ακρίβεια των γεγονότων που διαδραματίζονται. Αλλά με μια μεταφορά, ένα υπερσχόλιο πάνω σε αυτά, που να μοιάζει σχεδόν με παραβολή. Έχει να κάνει με το συναίσθημα που απελευθερώνει, με το σχήμα που προσπαθεί να εντάξει μέσα στο βιβλίο. Το βιβλίο ασχολείται πολύ με την «τραυματική οικογένεια», την «Αγία οικογένεια», τους δήθεν «αγγέλους» που γίνονται «διάβολοι», τις «αγνές ψυχές», τις «αιώνιες αγάπες», την «ατιμωτική χρήση των ανθρώπων». Αδιάφορο πάντως, μπροστά στην συγκλονιστική  τραγωδία της γραμματικής…
Όπως καταλαβαίνεις, μετά από 18 βιβλία, αν εγώ ξαφνικά εκδίδω αυτό, θα φανεί εντελώς αταίριαστο. Θα γίνει της πουτάνας. Δεν με ενδιαφέρει. Έχω μικρό παιδί, που όταν μεγαλώσει, θα προσπαθήσω να του εξηγήσω γιατί έπρεπε να συμβεί αυτό το βιβλίο. Και θα το καταλάβει. Προσποίηση υπάρχει παντού, και είναι εις βάρος της ποίησης. Ο Σεφέρης «έκρυβε» τα ερωτικά του ποιήματα με τα γαμήσια του και μάλιστα είχε δώσει εντολή να εκδοθούν μετά θάνατον, όμως τα έγραφε… Όταν ο Καββαδίας τον πέρασε από ένα δρόμο με μπουρδέλα σε μια ευρωπαϊκή πόλη όπου είχε διοριστεί πρόξενος, τότε ο Σεφέρης δήθεν προσβλήθηκε, κοκκίνισε. Αυτά είναι μαλακίες. Δεν έχω τέτοια υποκρισία προθέσεων. Ο Εμπειρίκος καθυστερούσε επίτηδες τον Μεγάλο Ανατολικό, τόσα χρόνια. Αλλά δεν είναι έτσι. Ο καθένας λέει ό,τι τολμάει να πει. Αυτό το βιβλίο είναι το ίδιο με τα άλλα βιβλία μου. Με όλα τα άλλα. Ίδιος τρόπος, ίδια θέαση, ίδια δομή, ίδια γλώσσα. Μόνο το σεξ αλλάζει. Όποιος αντέξει.
Από το καλοκαίρι έχει προκύψει μια επαφή με την Αμερική, όπου δεν ζητούν βέβαια τα ποιήματα μου, ζητάνε τα δύο ροκ βιβλία – τι θα ζητούσαν; Αν λοιπόν μεταφραστούν στα αγγλικά, όπως είναι πολύ πιθανό, στην Αμερική όπου το κοινό είναι άλλου μεγέθους και άλλου βεληνεκούς, έχω σκεφτεί σοβαρά αυτό το βιβλίο να μεταφραστεί από μένα στα αγγλικά, να κυκλοφορήσει πρώτα εκεί, και μετά να κυκλοφορήσει εδώ το ελληνικό κείμενο ως μετάφραση, μήπως έτσι κλείσουν κάποια στόματα που θα αρχίσουν να ουρλιάζουν και να χωλαίνονται.  Τι να σου πω, δεν ξέρω. Το πιο πιθανό είναι να κυκλοφορήσει κατευθείαν στα ελληνικά. Θα λέγεται «ΤαΠΕΙνΩΣΗ». Νομίζω πως θα είναι ένα πολύ σημαντικό βιβλίο. Τον Μάρτιο θα βγει και μια ποιητική συλλογή, απ’ τον Γαβριηλίδη: «Πράξη εξαφάνισης». Για την γυναίκα που ήταν ο κόσμος. Ο κόσμος με ρωτάει ποια είναι αυτή η γυναίκα. Όλοι. Μέχρι και στην Κύπρο με ρωτούσαν ποια είναι. Δεν ξέρω. Αν ήξερα θα τους έλεγα. Πιθανότατα, είναι ο κόσμος του καθενός. Το πολύτιμο.

 «Κάθε τι που κάνω είναι διαφορετικό, γιατί αλλιώς βαριέμαι. Τα μάτια μου είναι συνεχώς στραμμένα στο αύριο»

Υπάρχει κι ένα κεφάλαιο που αν δεν το θίξουμε, αυτή η κουβέντα δεν κλείνει: η τεράστια κοινή μας αγάπη που ονομάζεται Peter Hammill.

Μα, αυτός είναι ένας πολύ σημαντικός λόγος για αυτή την συνέντευξη!  Εγώ δεν δίνω πολλές, βαριέμαι να μιλάω. Έχω συνηθίσει να γράφω. Όταν όμως ένας άνθρωπος αγαπάει τον Peter Hammill, ε, τότε δεν χρειάζονται άλλες συστάσεις. Τον γνώρισα για πρώτη φορά γύρω στα 16-17. Ο πρώτος μου δίσκος ήταν το Machine Head των Deep Purple, ο δεύτερος το Phoenix των Grand Funk, ο τρίτος το Sticky Fingers των Stones ή το Birds of Fire των Mahavishnu Orchestra του McLaughlin. Ε, ο 5ος ή 6ος ήταν το «H to He Who Am The Only One» των Van Der Graaf Generator! Όταν το άκουσα τρελάθηκα, άλλαξε η ζωή μου. Τι λέει ο τύπος σκέφτηκα, και πώς αλλάζει 15.000 κραυγές, ενώ παραμένει πάντα ο ίδιος; Έμενα τότε στο εφηβικό μου δωμάτιο, ένα δωματιάκι σαν σοφίτα στο πατρικό μου, με τις αφίσες μου, τα βιβλία μου, το μικρό στερεοφωνικό… Είχα πάρει τον δίσκο στο Μοναστηράκι, στο Jazz Rock. Το πρώτο κομμάτι της 2ης πλευράς λέγεται «Lost». Δέκα λεπτά σουίτα, χωρισμένη σε τρία μέρη. Βαστούσα το σκουπόξυλο της μάνας μου, κι είτε έπαιζα με αυτό κιθάρα ανεβασμένος στο τραπέζι, είτε σαξόφωνο όπως ο David Jackson! Αυτό το κομμάτι σημάδεψε τη ζωή μου με εκπληκτικό τρόπο. Οι τελευταίοι στίχοι είναι: «Δεν μπορώ να σταματήσω τις λέξεις που έρχονται… I love you…»  Έτσι ξεκίνησε, λέγοντας πως αυτός ο τύπος είναι ο δίδυμος αδελφός μου πάνω στη γη. Έκλεισα δύο μουσικά περιοδικά για τους Van Der Graaf και τον Hammill! Με αφορμή το άλμπουμ του Sitting Targets – που δεν είναι και τόσο σημαντικό για  Hammill – αφιέρωσα στο Μουσικό Εξπρές, που τότε πούλαγε 8.000 αντίτυπα, δέκα σελίδες περιοδικού για ένα δίσκο – κι εξώφυλλο ο Hammill με την κιθάρα του από το Over! Και το περιοδικό έπεσε στα 1.100 και δεν ξαναβγήκε. Ο συγχωρεμένος ο Τάσος ο Ψαλτάκης μού είπε ένα μήνα αργότερα: «Παιδί μου Σταυρόπουλε, τώρα που το κλείσαμε το περιοδικό, πες μου, ποιος είναι αυτός ο πούστης ο Hammill;» (Γέλια). Έτυχε πολλές φορές, και σε συνεντεύξεις με τον Πετρίδη την εποχή του ΠΟΠ ΚΑΙ ΡΟΚ όπου δεν πήγα, αλλά και με τον Θανάση Μάνθο που με παρακάλαγε, κι ήταν κι αυτός φανατικός του Hammill, να αποφύγω την τελευταία στιγμή να τον συναντήσω. Την τελευταία φορά που είχε έρθει στο Κύτταρο, είχα πει ότι θα πήγαινα να τον βρω, αλλά δεν πήγα. Όχι ότι έχω να φοβηθώ κάτι – ο άνθρωπος είναι πολύ γνήσιος και αληθινός και αποκλείεται να αλλάξει η εικόνα που έχω γι’ αυτόν.
Γιατί γνωρίζεις κάποιον άνθρωπο μέσα από το έργο του, σε τροφοδοτεί και σε φωτίζει, κι αν κάτσουν δυο στραβές αυτό το φως θα τελειώσει οριστικά. Δεν το φοβάμαι πια αυτό. Δεν είναι μόνο ο Hammill, όμως. Είναι και ο Ρεμπώ, και o Wallace Stevens, και o Προυστ, και ο Τσόκλης, και  ο Σαγκάλ, και ο Μπουκόφσκι, και ο Ρολάν Μπαρτ και ο Κάφκα, και ο Νίτσε, και ο Μπέκετ, και ο Χειμωνάς, και ο Μικ Τζάγκερ, και η Πάτι Σμιθ, και ο Μπόουι και ο Ντεριντά, και τόσοι άλλοι, οι οποίοι είναι μια ομάδα, χωρίς να γνωρίζονται μεταξύ τους. Είναι ένα είδος σε έλλειψη που οδεύει προς εξαφάνιση:  Άνθρωποι που λένε την άποψή τους. Είναι δημιουργοί. Λέγεται ότι δεν έχουμε καλούς κριτικούς. Ξέρεις γιατί; Γιατί δεν γράφονται καλά ποιήματα! Αυτή είναι η αλήθεια. Τα ποιήματα είναι υπερεκτιμημένα. Ο Ελύτης ήταν υπερεκτιμημένος. Και ο Σεφέρης. Αυτός ήταν περισσότερο διπλωμάτης, παρά ποιητής. Μιλάει κανείς για τον Σαχτούρη σήμερα; Ή στην πολιτική. Ξέρεις γιατί δεν έχουμε καλούς πολιτικούς; Επειδή δεν υπάρχουν πολίτες να υποστηρίξουν την άποψή τους ενάντια σε αυτούς. Επειδή οι πολίτες αυτής της χώρας είναι θλιβεροί, είναι κλόουν του εαυτού τους, οικογενειακά κακέκτυπα, περιπλανώμενες μάσκες. Επειδή ούτε την ώρα που καταλαγιάζει η μέρα επιτέλους και πάνε στο κρεβάτι τους δεν θα θέσουν κρίσιμα ερωτήματα στον εαυτό τους. Λένε ψέματα συνέχεια γιατί μισούν τον εαυτό τους γιατί δεν έγιναν ποτέ αυτό που ονειρεύτηκαν ή θα ήθελαν να είναι. Αλλά για να ονειρεύεσαι κάτι, πρέπει να έχεις και εφόδια, ψυχικά αποθέματα να δαπανήσεις. Να εκτεθείς, να ρισκάρεις, να χύσεις αίμα. Τα θέλουν όλα έτοιμα, βραβεία, οικογένεια, γκόμενα, εξοχικό, καλό όνομα, και γι αυτό μισούν τον εαυτό τους, κι επειδή δεν θέλουν να το παραδεχτούν, μισούν πάντα κάποιον άλλο. Εγώ προσωπικά έχω συγκεντρώσει, νομίζω,  πολλά μίση… Δεν πειράζει. Καλά είναι κι έτσι. Νιώθω καλά. Ευτυχώς δεν μιλήσαμε καθόλου για λογοτεχνία.

Και οι γυναίκες; Σε γοητεύουν;

Δεν έχει τίποτα γοητευτικό ο θάνατος. Υπάρχει μια προσωρινότητα, που νομίζεις ότι διαρκεί μια ζωή. Αυταπατάσαι. Οι γυναίκες προσεύχονται σε άλλο Θεό – που συχνά αποκαλείται διάολος. Ανήκουν αλλού. Τις περισσότερες φορές είμαστε υποχρεωμένοι να τις αγαπάμε. Όμως, θέλω να κλείσουμε με Μπουκόφσκι.  Γίνεται; Με την «Ιδιοφυία του πλήθους». Να μείνει αυτό. Κουράστηκα. Είπαμε πολλά. Ποτέ μου δεν έχω μιλήσει τόσο πολύ. Μετά τις 4.48 δεν θα ξαναμιλήσω ποτέ. Είχε δίκιο η Κέην. Τι ώρα είναι τώρα; (γέλια)

Μα φυσικά.

Στο διαβάζω:

Εκείνοι που κηρύττουν Θεό, χρειάζονται Θεό.
Εκείνοι που κηρύττουν ειρήνη, δεν έχουν ειρήνη.
Εκείνοι που κηρύττουν αγάπη, δεν έχουν αγάπη.
Προσοχή στους κήρυκες.
Προσοχή στους γνώστες.
Προσοχή σ’ εκείνους που όλο διαβάζουν βιβλία.
Προσοχή σ’ εκείνους που είτε απεχθάνονται τη φτώχεια,
είτε είναι περήφανοι γι’ αυτήν.

Προσοχή σ’ εκείνους που βιάζονται να επαινέσουν
γιατί θα θέλουν επαίνους για αντάλλαγμα.
Προσοχή σ’ εκείνους που βιάζονται να κρίνουν,
φοβούνται αυτά που δεν ξέρουν.

Προσοχή σ’ εκείνους που αναζητούν τα πλήθη,
γιατί είναι ένα τίποτα μόνοι τους.
Προσοχή στο μέσο άντρα. Τη μέση γυναίκα.
Προσοχή στην αγάπη τους, η αγάπη τους είναι μέτρια
αναζητά το μέτριο.

Υπάρχει ιδιοφυΐα στο μίσος τους,
υπάρχει αρκετή ιδιοφυΐα στο μίσος τους για να σας σκοτώσει,
να σκοτώσει τον καθένα.

Δεν αντέχουν τη μοναξιά,
δεν καταλαβαίνουν τη μοναξιά.
Θα προσπαθήσουν να καταστρέψουν οτιδήποτε
Oτιδήποτε διαφοροποιείται απ’ τα δικά τους μέτρα.

Ανίκανοι όπως είναι να δημιουργήσουν Τέχνη
ανίκανοι είναι και να την καταλάβουν
θα εκλάβουν την αποτυχία τους ως δημιουργών μόνο ως αποτυχία του
κόσμου συνολικά.

Ανίκανοι όπως είναι να αγαπήσουν πλήρως
θα θεωρήσουν και τη δική σας αγάπη ελλιπή
και θα σας μισήσουν γι’ αυτό
και το μίσος τους θα είναι τέλειο
Όπως ένα αστραφτερό διαμάντι
όπως ένα μαχαίρι,
όπως ένα βουνό,
όπως μια τίγρη,
όπως το δηλητήριο…

Η πιο τελειοποιημένη Τέχνη τους.


Popaganda, 24.01.2016

ΔΕΙΤΕ ΕΔΩ ΟΛΗ ΤΗΝ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ






Τετάρτη 10 Φεβρουαρίου 2016

Τρίτη 9 Φεβρουαρίου 2016

"ΧΡΕΙΑΖΟΜΑΣΤΕ ΜΙΑ ΠΟΛΥΔΥΝΑΜΗ ΓΛΩΣΣΑ"




ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΔΕΣΠΟΤΟΠΟΥΛΟΣ (1913 - 2016)

Η παιδεία σήμερα υπέχει οξύτατα προβλήματα, και προς αξιοποίηση των νέων δυνατοτήτων και προς ικανοποίηση των νέων αναγκών, των συνυφασμένων προπάντων με τη γοργότατη πρόοδο των θετικών επιστημών και της τεχνικής. Δεν έπαυσε όμως η παιδεία να έχει ως κύριο σκοπό τη διάπλαση του νέου ανθρώπινου πλάσματος σε ηθικοπνευματικά συγκροτημένο άνθρωπο, ικανό για τον αυτοκαθορισμό της ζωής του με τρόπο άξιο. Και δεν συμβαίνει σε καμιά χώρα να μην αποσκοπεί επίσης η παιδεία τη συντήρηση και την ανάπτυξη του ιδιαίτερου πνευματικού πολιτισμού και της ιδιαίτερης γλώσσας του λαού της.


[Από κείμενό του στην Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία στις 22.9.2013]


ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ

http://www.protothema.gr/greece/article/551299/apeviose-o-kathigitis-kai-akadimaikos-konstadinos-despotopoulos/



Παρασκευή 5 Φεβρουαρίου 2016

"Η ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΣΗΜΕΡΑ ΒΑΣΙΖΕΤΑΙ ΣΤΗΝ ΥΠΕΡΒΟΛΗ. ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΣΕ ΑΥΤΌ, ΜΟΝΟ ΜΑΣΚΕΣ"


Κάθε νέο βιβλίο  του Σταύρου Σταυρόπουλου σημαίνει πολλά στην διαμόρφωση μιας ολοκαίνουριας οπτικής στον ορίζοντα της λογοτεχνίας. Επιμένει με θαυμαστό τρόπο να δημιουργεί στο ημίφως, άοκνα, αφοσιωμένα, ακολουθώντας μια πολύ μοναχική πορεία.  Οι λέξεις του μοιάζουν με χειροβομβίδες. Αντιδρά στην έκθεση, στην δημοσιότητα, στην συναλλαγή, στις συμμετοχές σε επιτροπές, στο παλιό, παντού. Μιλάει εκ μέρους του. Ο λόγος του είναι καταιγιστικός, γοητευτικός, ολοκληρωμένος. Καταφέραμε να τον πλησιάσουμε, να μας δώσει αυτή την συνέντευξη και είμαστε ευτυχείς γι αυτό.

Έχει γράψει μυθιστορήματα, ποιητικές συλλογές, δοκίμια, μικρά πεζά, αφηγήματα, νουβέλες. Κυκλοφορούν 18 βιβλία του.

Είναι χαρά και τιμή για εμένα η συνέντευξη αυτή μαζί σας.


                                                   ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΗΝ ΜΑΙΡΗ ΛΑΡΕΝΤΖΑΚΗ-ΓΚΙΩΝΗ

--------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

Γνωριστήκατε με τις λέξεις; Παίξατε αρκετά μαζί τους;

-Ναι. Και γνωρίστηκα και συνδέθηκα και ερωτεύτηκα και έπαιξα μαζί τους και χώρισα και τις ξαναβρήκα και τις ξαναδοκίμασα και έμαθα πολλά απ’ αυτές. Οι λέξεις είναι πάντα ανώτερες από μας. Γιατί κουβαλούν την ιστορία μέσα τους.

Θα ήθελα να μου μιλήσετε λίγο για την τετραλογία. Πώς ξεκίνησε, πώς κατέληξε. Πώς υλοποιήσατε κάτι τόσο ευφάνταστο που δείχνει σχεδόν απαγορευτικό;

-Ξεκίνησα το 2011 να γράφω κάποια κείμενα για λογαριασμό μιας εφημερίδας, ενώ είχα ήδη στο μυαλό μου σχηματισμένη την ιδέα του πρώτου βιβλίου της τετραλογίας, «Πιο νύχτα δεν γίνεται». Με μια πολύ μεγάλη πίστη, μια τυφλή ελπίδα ότι αν μπορεί να αλλάξει κάτι στο χαρτί, ίσως τότε μπορεί να αλλάξει και στην πραγματικότητα, στον αληθινό κόσμο. Συνήθως σχεδιάζω πράγματα που συμβαίνουν. Σε αυτή την περίπτωση συνέβη ένα ατύχημα. Υπήρξε ένα αναπάντεχο, ένα απρόσμενο εμπόδιο. Τα βιβλία προχωρούσαν προς τα μπροστά. Έγινε το «Μετά», έγινε το «Καπνισμένο κόκκινο». Το μυθιστορηματικό πρόσωπο, η γυναίκα που ήταν ο κόσμος, προς τα πίσω. Έτσι φτάσαμε στο «Ολομόναχοι μαζί», τελευταίο, θεωρητικά, βιβλίο της τετραλογίας. Εκεί υπάρχουν και τα θανάσιμα αμαρτήματα που δεν είναι 7 αλλά 30. Έκανε λάθος ο Πάπας Γρηγόριος ο Α και στην συνέχεια την πάτησε και ο Δάντης, με την «Θεία Κωμωδία»… (γέλια). Δεν ελέγχω πάντα τους ήρωες μου, τουλάχιστον όχι στον βαθμό που θα ήθελα. Δυστυχώς, τα πράγματα ξεφεύγουν καμιά φορά. Προφανώς απέτυχα – και δεν εννοώ φυσικά την λογοτεχνική αξία, εκεί προδήλως, τα πράγματα πήγαν υπέροχα. Εννοώ την καταβαράθρωση αυτού που ονειρεύτηκα. Νιώθω μια τεράστια ευθύνη απέναντι στον κόσμο για αυτή την ομολογία αποτυχίας σε μια «αυτοεκπληρούμενη προφητεία», που κατά έναν παράλογο τρόπο παραμένει ζωντανή εντός μου. Σας είπα ότι τις περισσότερες φορές που αποφασίζω να γράψω κάτι, αυτό συμβαίνει. Μιλώ μεταφορικά, αλλά, αν θέλετε, και κυριολεκτικά: Όταν πιστέψεις βαθιά σε κάτι υπάρχουν πολλές πιθανότητες αυτό να συμβεί. Ιδίως όταν προσλαμβάνεις ότι υπάρχουν όλες οι ενδείξεις. Αυτό συμβαίνει και με το αναγνωστικό κοινό: Πιστεύει σε αυτό που πίστεψες. Όταν λοιπόν, έρχεσαι εσύ, εκ των συνθηκών, και αναδιατάσσεις ό, τι με μανία υπερασπίστηκες, ομολογώντας δημόσια την «αποτυχία» σου,  ε, τότε, υπάρχει ένα θέμα. Έτσι το αντιλαμβάνομαι εγώ. Δεν πίστευα ποτέ ότι θα ερχόμουν στη θέση να ισχυριστώ ότι αυτό που ισχυρίστηκα ήταν απλώς λογοτεχνία. Είναι μια ήττα αυτό. Μεγάλη. Γι αυτό ακολούθησαν δύο βιβλία, που «δικαιολογούν» αυτή την ανεπάρκεια, την ανακολουθία, όπως θέλετε πείτε το, δίνοντας μου χρόνο για να συνειδητοποιήσω που απέτυχα. Το «Ο άνθρωπος έσπασε» είναι ποιητική συλλογή και το «Κατά τον δαίμονα εαυτού» είναι σημειώσεις, εν είδει αφορισμών, επιγραφές από εκείνη την εποχή που έφυγε. Μάλλον θα χρειαστούν ακόμη δύο βιβλία για να ισορροπήσει το πράγμα – σύνολο, δηλαδή, οκτώ! Η «Πράξη εξαφάνισης» που είναι έτοιμη και θα κυκλοφορήσει σε δύο μήνες από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη και η «ΤαΠΕΙνΩΣΗ» που γράφεται τώρα. Οκτώ βιβλία για κάτι που δεν υπήρξε, κάτι που πήγε στραβά. Δεν είναι ένα εύκολο συμπέρασμα αυτό, είναι σαν να αποδέχεσαι τον θάνατο. Τον αποδέχομαι, γιατί τελικά είναι η μόνη αλήθεια. Πιστεύω στον Μπέκετ: «Την άλλη φορά θα αποτύχουμε καλύτερα».


Τι είναι για εσάς ο λόγος;

-Το γράψιμο είναι για μένα ο τρόπος σκέψης μου. Όταν δεν γράφω δεν μπορώ να σκεφτώ. Είναι σαν να λείπω σε διακοπές. Αλλάζω συνεχώς την προσέγγισή μου από βιβλίο σε βιβλίο. Αυτό μου επιτρέπει να ονειρεύομαι και να ψάχνω διαρκώς το καινούριο. Ακολουθώ αυτό που έγραψε ο David Bowie: Throw me tomorrow. Ακούστε, το φως κινδυνεύει μόνο από έναν νεκρό φωτισμό, δηλαδή μια συμπόρευση με το σύνηθες, το ορισμένο, το δήθεν. Κάνω συνέχεια νέα βήματα, έτσι αυτό μου επιτρέπει να αναδύομαι κάθε φορά απ’ αυτή την κατάδυση στα έγκατα του εαυτού, πιο συγκροτημένος, πιο πλήρης, και συγχρόνως, πιο αβέβαιος. Γράφω εκ μέρους μου, δουλεύω μόνο για μένα. Τίποτε άλλο δεν μετράει περισσότερο από αυτό που θα μου αποδώσει ως αντίλογο διαφωνίας ή εύσημο ο ίδιος μου ο εαυτός. Η εσωτερική αρμονία σε σχέση με αυτό που ζω και με αυτό που γράφω μου ήταν εξαρχής επιβεβλημένη. Αναγκαία συνθήκη. Λέω πολλές φορές, «Ο καιρός τελείωσε» ή «Ο χρόνος πέθανε». Είναι ένας πεσιμισμός, βιωμένος, πραγματικός, αποφασισμένος. Έχω δει το έργο και ξέρω το τέλος του. Παρόλα αυτά είμαι αισιόδοξος γιατί δεν πιστεύω σε αυτό που υπάρχει. Πιστεύω σε αυτό που θα έρθει αύριο. 

Βρήκατε στην γραφή την εσωτερική σας αρμονία; Τι ψάχνετε σ’ αυτήν;

 -Κάποιοι νομίζουν ότι είμαι ροκ σταρ. Όμως, είμαι απλώς ένας άνθρωπος που διατυπώνει δημόσια, γραπτώς, την άποψη του, παρατηρώντας τον κόσμο. Αυτό θα μπορούσε να το κάνει και ένας ρεμπέτης. Ή ένας ιστορικός τέχνης. Τα βιβλία είναι μόνο το μέσον. Εκείνο που διαφοροποιεί τα πράγματα και τα κάνει σημαντικά δεν είναι η επιλογή ενός μουσικού σάουντρακ σε μια ταινία ιδεών. Είναι οι ίδιες οι ιδέες που κυοφορούνται εκεί μέσα, σ’ αυτό το φιλμ. Σπατάλησα 18 βιβλία για να πείσω τον εαυτό μου ότι σημασία έχει η διαδρομή – όχι ο προορισμός. Να βαδίζεις, να προχωράς, να ονειρεύεσαι. Αυτό φαίνεται ιδιαίτερα και στο τελευταίο βιβλίο που γράφω, που μοιάζει πολύ με ένα τελευταίο βιβλίο, όμως συνεχίζει, εκτός σελίδων, το ταξίδι του. Όταν γράφεις δεν περιμένεις τίποτα. Όλος ο θάνατος είναι μετά.

Βλέπετε γύρω μας να υπάρχει ευλάβεια και κατάνυξη στον έρωτα;

-Ο έρωτας δεν έχει απαλλακτικό βούλευμα. Καταδικάζεσαι ερήμην. Ο Σέλλινγκ είχε πει ότι δεν βγαίνει κανείς απ’ τον έρωτα ούτε νικητής, ούτε ηττημένος, είναι απλώς τραγικός. Όταν συναντάς τον άλλον, αυτόν που σου φαίνεται ο άλλος και δείχνει το άλλο σου μισό, λες τυφλωμένος ναι στα πάντα. Μετά, μπαίνεις σ’ ένα τούνελ, όπου συνεχώς κάποιος σου αφαιρεί φως, μέχρι να σκοτεινιάσει τελείως. Αυτός ο κάποιος είναι συνήθως ο άνθρωπος που πίστεψες, ο άλλος που αγαπάς. Οι λέξεις του έρωτα είναι στιγμιαίες, ψεύτικες, δεν διαρκούν. Αποτελούν αναστηλώσεις του εαυτού μας, προκειμένου να ανταπεξέλθουμε στις δυσκολίες της καθημερινότητας. Δεν θα ήθελα να ήταν έτσι. Η ευλάβεια και η κατάνυξη που αναφέρετε υπάρχει στις εκκλησίες, εκεί που η πίστη είναι διαρκέστερη και λαμπερή. Στο έρωτα υπάρχει ιδιοτέλεια, προσωπικό κίνητρο, καταφυγή, υποκρισία. Λυπάμαι ειλικρινά πολύ που είναι έτσι τα πράγματα. Όμως, υπάρχει αγάπη. Από λίγους. Για λίγους. Και αυτό είναι ελπίδα.

Από το 1983 που γράψατε το πρώτο σας βιβλίο «Διαμελίζομαι» έως σήμερα έχει αλλάξει ο τρόπος που βλέπετε την ζωή;

-Φυσικά και έχει αλλάξει. Έχουν αλλάξει τα πάντα. Όταν έγραψα το «Διαμελίζομαι» ήμουν είκοσι χρονών, έλεγα πως δεν θα ξαναγράψω, νόμιζα πως ήμουν ο Ρεμπώ. Προσπαθούσα να καταλάβω τι γινόταν, να μεγαλώσω, να σκεφτώ. Τώρα έγιναν όλα και θέλω να ξαναγυρίσω πάλι πίσω. Να πάω να βρω εκείνο το θρασύ, οργισμένο και ανυποψίαστο παιδί που ήμουν.

Τι είναι η ποίηση για εσάς;

-Ποίηση είναι αυτό που απομένει όταν καταφέρουμε να ξεχάσουμε όλα όσα γνωρίζουμε, όλα όσα με κόπο και προσπάθειες ετών μπορέσαμε να συγκεντρώσουμε ως υλικό στην διαδρομή μας στη ζωή. Ποίηση είναι ένα μικρό παιδί που κοιτάζει τον ουρανό με αθωότητα.

Το καταφύγιο στην Τέχνη τι καλό και τι κακό μας μπορεί να μας κάνει;

-Η Τέχνη είναι σημαντικό καταφύγιο. Μπορεί όμως να γίνει και παγίδα αυτοεγκλωβισμού, αχαλίνωτης ματαιοδοξίας. Σε αυτή την περίπτωση το παιχνίδι είναι χαμένο, δεν υπάρχει ισορροπία. Ιδίως η μεγάλη λογοτεχνία, η μεγάλη Τέχνη, έχει μια «αριστοκρατική» αντίληψη για τον κόσμο, έναν αδιαπραγμάτευτο εστετισμό. Δέχεται πολύ λίγους στο τραπέζι της. Και με ακόμα λιγότερους συνομιλεί. Είναι μια συνεχής αναμέτρηση με την ερημιά, την μοναξιά που υπάρχει μέσα στο πλήθος. 


Αληθινό είναι μόνο ότι ονειρευόμαστε; Γιατί;

-Γιατί περίπου το ίδιο έλεγε και η Βιρτζίνια Γούλφ που αγαπώ πολύ. Και γιατί μέσα σ’ αυτόν τον μικρό αφορισμό, που προέρχεται από το βιβλίο «Πιο νύχτα δεν γίνεται», αναγνωρίζω πολλά από τα μεγάλα σημάδια της πίστης που θα ήθελα να έχω. Τα όνειρα δεν συμβαίνουν ερήμην μας, τα προκαλούμε. Είναι η ειλικρινέστερη εκδοχή αποκρυστάλλωσης όλων όσων δεν έχουμε συνειδητοποιήσει, αλλά συμβαίνουν μέσα μας, σε καθαρά εσωτερικό περιβάλλον. Πολλά μπορείς να διδαχτείς από αυτά. Άλλωστε, έχουν και μια ξεκάθαρη λογοτεχνική ταυτότητα και αξία: Έχουν καταπληκτικές μεταφορές, εξημμένη φαντασία, ακραίες δόσεις ποιητικότητας. Μια φαντασμαγορία των αισθήσεων. Τα όνειρα είναι ο εαυτός μας που βάζουμε στη γωνία, αυτό που κρύβουμε επιμελώς μέσα μας. Απαντούν σε ό, τι δεν μπορεί να πει η γλώσσα. Καμία γλώσσα δεν μπορεί να ειπωθεί ολόκληρη.  

Το ημιτελές σ’ ένα βιβλίο, σε ένα πίνακα, σ’ ένα μουσικό έργο είναι συναρπαστικότερο από το τελειωμένο; Ποιά είναι η γνώμη σας;

-Νομίζω ότι κανένα έργο στην πραγματικότητα δεν ολοκληρώνεται. Το έργο που υπάρχει ως καλλιτεχνικό προϊόν στην αγορά με την μορφή βιβλίου, πίνακα, ταινίας, εικαστικού ή μουσικού αποσπάσματος, είναι στην ουσία μια δυνητική εκδοχή αυτού που θα μπορούσε να ήταν αν είχε ολοκληρωθεί. Το πλήρες, το αληθινό, λείπει. Απουσιάζει. Εσείς πιστεύετε ότι «Το χαμόγελο της Τζοκόντας» του Χατζηδάκη ή το «Dark side of the moon» των Pink Floyd ή ο «Ακατανόμαστος» του Μπέκετ ή η «Γκουέρνικα του Πικάσο είναι ολοκληρωμένα έργα; Εγώ δεν το πιστεύω αυτό. Είναι απλώς μια πρόγευση, μια ένδειξη, σε ισχυρές ποσότητες έστω, αυτού που θα ήθελε να μεταδώσει ο καλλιτέχνης. Η προσπάθειά του να πει το όλον με το μέρος. Τίποτα δεν είναι ολόκληρο στον κόσμο. Όλα είναι μέρη ενός συνόλου που αγνοείται.

Σε ποιά μουσική κλίμακα είναι γραμμένα τα έργα σας, σε μείζονα ή σε ελάσσονα; Δεσπόζουν οι λέξεις σας στο πεντάγραμμο της ροκ;

-Καταλαβαίνω ότι η ερώτηση αφορά «Το ροκ που παίζουν τα μάτια σου»… Λοιπόν, εδώ συμβαίνει μια πολύ μεγάλη παρεξήγηση, εσκεμμένα και απολύτως υποκριτικά από το περιπλανώμενο «ιερατείο του χώρου» και εν αγνοία του από το αναγνωστικό κοινό. Σε όλα τα βιβλία ακούγεται μια μουσική.  Παντού στον κόσμο. Τα βιβλία είναι οι απόπειρες των συγγραφέων τους να «ξεχάσουν» κάτι, ενταφιάζοντάς το μέσα σε σελίδες. Ο Νίτσε έλεγε ότι η μουσική είναι η τέχνη της λησμονιάς. Απλώς, εγώ έτυχε να μεγαλώσω με τον Lou Reed και τους Stones. Τι να κάνουμε τώρα. Η μουσική αυτή με έφερε ως εδώ. Όμως, είναι μόνο το soundtrack του έργου. Η μουσική της ταινίας, της ζωής μου. Και δεν έχει καμία άλλη σημασία.

Οι συμβιβασμοί στην καθημερινότητα είναι αυτοί που δεν μας αφήνουν να ζήσουμε;

-Εν μέρει, ναι. Η καθημερινότητα είναι ο καθρέφτης των συμβιβασμών μας. Εκεί αποτυπώνονται πραγματικά όλα, όχι στο χαρτί, στο έργο. Έργο είναι και ο τρόπος που ζεις. Είναι και οι αρνήσεις, τα όχι που θα πεις. Είναι και η εμμονή στην αγάπη – με κάθε κόστος. Η λογοτεχνία αρχίζει εκεί που τελειώνει η ζωή και οι βεβαιότητές της. Ασχολείται κυρίως με την ατέλεια, με το σύμπτωμα της έλλειψης. Δεν μπορεί να θεραπεύσει, απλώς επισημαίνει. Μιλά με πιθανότητες, κι αυτό μπερδεύει ακόμη περισσότερο τα πράγματα.

Είναι μόνο μια γυναίκα -κόσμος;

-Κοιτάξτε, τα βιβλία τα σχεδιάζουν τα πάθη. Αυτός που γράφει απλώς υποκύπτει σε αυτά. Τα υπακούει και τα εμπιστεύεται. Η γυναίκα είναι η μόνη που μπορεί να γεννήσει τον κόσμο από την φύση της, να τεκνοποιήσει. Διαθέτει τα κατάλληλα όργανα αναπαραγωγής. Είμαστε όλοι παιδιά γυναικών που μας υποδέχτηκαν στη μήτρα τους. Κάποτε, ένα κορίτσι μου έγραψε: «Μέσα στο άρωμα των ματιών σου είδα να σβήνουν οι τελευταίες ανάσες των Θεών». Αυτό είναι κόσμος.  

Ποιούς ποιητές θαυμάζετε;

-Πολλούς. Όλους όσους για μένα υπήρξαν σημαντικοί στην διαδρομή. Εμβληματικές φιγούρες της εφηβείας, στηρίγματα στην ενηλικίωση, αποκούμπι στην ωριμότητα, δρόμοι που άνοιξαν διάπλατα, φώτα, συγκίνηση. Μπουκόφσκι, Ρεμπώ, Κάμμινγκς, Γκίνσμπεργκ, Λαπαθιώτης, Γώγου, Ντύλαν Τόμας, Καρούζος, Παβέζε, πολλοί. Μ’ αρέσει να ανακαλύπτω στις σελίδες των άλλων κομμάτια δικά μου, ζωές που έχω ζήσει. Οι ποιητές είναι φάροι μέσα στην νύχτα του κόσμου.

«Πότιζα τις σελίδες να μεγαλώσουν οι λέξεις», δανείζομαι τον στίχο σας, καθώς αυξάνονται - γερνούν οι λέξεις;

-Οι λέξεις έχουν γεννηθεί γερασμένες. Κουβαλάνε τα χρόνια, βαρύνονται με όλες τις επιλογές, χωράνε όλες τις ιστορίες. Αν αυτό δεν είναι γήρας, τότε τι είναι; Μετά ακολουθούν πάντα την αντίστροφη διαδρομή. Ξεκουβαλούν, απαλλάσσονται απ’ τα βάρη και γίνονται νέες. Αυτό λέγεται επιλογή. Διαλέγω πάντα τις πιο νέες λέξεις, αυτές που έχουν μπροστά τους ακόμα μια αχαρτογράφητη διαδρομή και εμπνέονται απ’ αυτήν. Προσπαθώ να τις μεγαλώσω μέσα στις σελίδες. Ασκώ το πατρικό μου καθήκον (γέλια). Ο συγγραφέας είναι ο πατέρας του ανεκπλήρωτου. Αυτό θέλει πάντα να μεγαλώσει. Μπορεί βέβαια, να με διαλέγουν κι αυτές. Ποιός ξέρει; Η σχέση μου πάντως μαζί τους είναι ειλικρινής. Νομίζω όμως πως και οι λέξεις είναι ειλικρινείς μαζί μου. Μου λένε τι θέλουν και τι δεν θέλουν.

Κυκλοφόρησε μόλις το νέο έργο σας από τις εκδόσεις Βιβλιόραμα με τίτλο «Ασκήσεις ύφους». Συγκεντρώνονται όλες οι Τέχνες μαζί στην γραφή σας;

-Καταρχήν οι «Ασκήσεις ύφους» είναι έργο συλλογικό. Έχει γραφεί μαζί με την Μαρία Χρονιάρη. Το βιβλίο ξεκίνησε σαν παιχνίδι, ένα παιχνίδι μαθητείας στην αποκρυστάλλωση του στίχου. Είναι ένα κλείσιμο του ματιού στο τυχαίο που προκύπτει συχνά. Εξελίχτηκε ως απόδειξη του θεωρήματος που λέει ότι στην λογοτεχνία όλα είναι εφικτά, αρκεί να το πιστέψεις και να τους δώσεις χώρο. Μια προσωπική γλώσσα επικοινωνίας ανάμεσα σε δύο ανθρώπους, ένα παράτολμο εγχείρημα, κατέληξε στα βιβλιοπωλεία. Δεν μπορεί κανένας να διακρίνει έλλειψη ομοιογένειας εκεί, παρότι είναι δυο διαφορετικές οπτικές. Αυτό και μόνο το στοιχείο κάνει το βιβλίο επιτυχημένο. Τα ποιήματα διασκεδάζουν με την «σοβαροφάνεια», με την «υποκρισία» της ποίησης, παίζουν με το «υψηλό νόημα». Εμένα μ’ αρέσουν αυτά. Μ’ αρέσει η ανατροπή του ισχύοντος, η απομάγευση. Από την άλλη μ’ αρέσει και αυτό που έλεγε ο Αρτώ: «Όλες οι λέξεις είναι ένα ψέμα. Θα αρκούσε να κοιταζόμαστε». Ισχύει. Το «Ασκήσεις ύφους» είναι ένα στοίχημα που κερδήθηκε. Οι περιοχές της γνώσης που φωτίζονται μέσα από αυτά τα ποιήματα είναι διασταυρούμενες ματιές που ανανεώνουν το εκάστοτε νόημα του στίχου. Ή το καταστρέφουν, κτίζοντας ένα καινούριο. Για το άλλο που με ρωτάτε, ναι, για μένα δεν υπάρχουν είδη. Μιλάω για μια λογοτεχνία εν γένει, ολόκληρη, μια συμπυκνωμένη πλάκα ιδεών που να περιλαμβάνει όλες τις αποφύσεις του λόγου, να έχει εικόνα, ρυθμό, εικαστικό περίβλημα, κινηματογραφική οπτική, μουσικότητα.     

Τι σας οργίζει σήμερα ;

-Όλη αυτή η ακράτεια συναισθημάτων, ο υπερθετικός βαθμός, οι χειμαρρώδεις εξομολογήσεις, η υπερβολική χρήση του ρήματος «σ’ αγαπώ». Δεν υπάρχει τίποτα πιο fake από αυτό. Από πίσω κρύβεται, σχεδόν πάντα, μια αδιόρατη απειλή, ένα εφιαλτικό σενάριο. Η κοινωνία σήμερα βασίζεται στην υπερβολή. Δεν υπάρχει ταυτότητα σε αυτό. Μόνο μάσκες. Τα πρόσωπα αυτών των χαρακτήρων είναι κεραμικά. Θυμίζουν παράσταση από αρχαία τραγωδία. Αν πέσει κάτω το πρόσωπό τους θα σπάσει, θα γίνει κομμάτια. Το ξέρουν καλά αυτό, γι αυτό προσπαθούν με χίλιους τρόπους να το κρατούν κολλημένο στον λαιμό τους. Γι αυτό φοβούνται τόσο πολύ την αποκάλυψη, το ξεσκέπασμα. Αυτοί οι άνθρωποι είναι οι πιο ηττημένοι απ’ όλους. Μέσα τους κατοικεί μόνο η ανασφάλεια ενός αποτυχημένου εγώ και μια χαλασμένη οικογένεια.


ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΟΛΗ ΤΗΝ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

http://www.palmosnews.gr/arthrografia/article/-1/ceb78a3e-d1dd-4326-a764-ed9558110094


Δευτέρα 1 Φεβρουαρίου 2016

ΕΝΑ ΣΩΜΑ ΓΕΜΑΤΟ ΡΩΓΜΕΣ



ΣΤΑΥΡΟΣ ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ
Ο άνθρωπος έσπασε
εκδ. Γαβριηλίδης 2015


Λοιπόν, όλα άρχισαν όταν εκείνος ο κρετίνος ο Πέρυ Κόμο τραγούδησε τη Γκλεντόρα.
Και όλα γδάρθηκαν και λύγισαν και έσπασαν όταν ο Τζιμ Μόρισον τραγούδησε This is the end/my only friend/ the end. Από τότε ένας Ινδιάνος μας έχει καθίσει στον ώμο και μετράει πόση ανατολή και πόση δύση απομένει να δούμε στο υπόλοιπο της ζωής. Πόσες φορές θα δεις το ηλιοβασίλεμα στη ζωή σου, κύριε Μπόουλς; Και σαν πόσες, δηλαδή, αφού το δεις, θα ξεκολλήσεις το μακό από τη σάρκα σου, θα καταλάβεις πως έχεις ίλιγγο ζωής, θα δεις ολοκάθαρα όλα τα χρώματα του χρόνου, ωραία μυρωδιά που θα έχει ο θάνατος – θα πέφτει σαν νιφάδες από άρρωστο κόκκινο και μέσα σου μπορεί να ανεβαίνει και να κατεβαίνει μια λέξη, και άλλη μια και όλες μαζί να φτιάξουν ένα ποίημα που άλλοτε θα ανεβαίνει και άλλοτε θα κατεβαίνει, αλλά να σου πω την αλήθεια ποιος χέστηκε για το αν ένα ποίημα ανεβαίνει ή κατεβαίνει;

Εγώ σου λέω πως όλα άρχισαν όταν ήρθε εκείνος ο μεγάλος θάνατος , ένας χρόνος τυφλός που πέφτει από παντού – ροκανίδι, κατάλαβες, βρεγμένο ροκανίδι στο καρύδι του λαιμού. Εμποτισμένο με ωραία βότκα και ωραίο μπέρμπον και ακόμη πιο ωραίο αίμα και ιδρώτα από έρωτες που είναι ανέξοδοι, αλλά έχουν και κάτι στρογγυλούς βράχους από τους οποίους βουτάς – ξέρεις τώρα, ανάμεσα στα πόδια βρίσκονται, βουτάς και μετά αν δεν πνιγείς πνίγηκες.

Επίσης, σημείωσε και κάτι άλλο: σε αυτό το ρημάδι τον κόσμο υπάρχουν μπλε ποιήματα, νεκροταφεία αυτοκινήτων, μεγάλοι θόρυβοι, λευκοί θόρυβοι, κίνδυνοι δωματίων, δελτία θυέλλης, η σιωπή και το υπέρ της, το τέλος ενός φεγγαριού γεμάτου φεγγάρια, ένα μπλε μπαλκόνι, ο κοσμικός νους και κάμποσα άλλα που μπορεί τώρα να σου φαίνονται άσχετα μεταξύ τους, ένα πολυπλόκαμο δίκτυο από φιλολογικές κατασκευές, αλλά καλό είναι να τα κρατήσεις όταν θα βρεθείς να μην έχεις τίποτα άλλο από αυτά.
Ο καθένας και τα σπασίματά του και οι ρωγμές του. Όχι, δεν είναι μόνο αυτά – εκτός αν θέλεις να είσαι η drama queen του εαυτού σου. Αυτό που κάνει διαφορετική τη μια ρωγμή από την άλλη είναι τι λουλούδια φύονται στο ενδιάμεσο. Τυχαία νομίζεις ο Καρούζος βρήκε εντελβάις στις δικές του ή ο Μπουκόφκι είδε να απλώνονται παντού γλαδιόλες;

Αν το σπάσιμο σου δεν βγάζει κάτι, αν είναι μια ανέξοδη ένταση, μια έκρηξη δίχως πάθος για κάτι, τότε μην διαβάσεις για τον Άνθρωπο που έσπασε γιατί δεν θα το καταλάβεις. Αν δεν σου λέει κάτι ο Μπίλι και ο Κάπτεν Αμέρικα και η ακατάλυτη αίσθηση ενός εν εξελίξει παρόντος με όρους ελευθερίας, μην διαβάσεις τίποτα από τον Άνθρωπο που έσπασε. Αν πιστεύεις πως ο στόχος δεν είναι το κεφάλι, να το κάψεις το βιβλίο – είναι επικίνδυνο για εσένα. Αν δεν ξέρεις τι συνέβη με το Space Oddity, τότε ζεις σε ένα παράλληλο σύμπαν και δεν θα γνωρίσεις ποτέ τη Sister Morphine και δεν θα περάσεις απέναντι. Γιατί αυτό το βιβλίο είναι μια γέφυρα. Ένα από εδώ και ένα από εκεί. Είναι το «είμαστε κι εμείς που δεν έχουμε καμία σχέση με τους άλλους από εκεί». Θυμάσαι τι έλεγαν οι Pink Floyd; Us and them. Δεν πάει αλλιώς, δεν μπορεί όλα τα φορτία σάρκας να είναι ευγενή. Δεν θα έβγαινε ο λογαριασμός. Δεν πάει έτσι. Είναι οι λυπημένοι και οι happy few.

Μόνο που οι happy few είναι οι κατεξοχήν λυπημένοι. Όχι για τα τρέχοντα, τα καθημερινά, μα για εκείνα τα θαυμαστά, τα απόκρυφα, για τις ωραίες Σκωτίες των λουλουδιών, για το φάσμα της ζωής, για την έκλαμψη της διαίσθησης, για τον ακριβισμό της ήττας και την παραίσθηση μιας νίκης, για της αγάπης τον άγονο αγώνα.

Αν όλα αυτά σου λένε κάτι, τότε να διαβάσεις τον Άνθρωπο που έσπασε, γιατί ένα κομμάτι σου θα βρίσκεται εκεί μέσα. Ένα χαμένο ίχνος που κάπου μπορεί να σε οδηγήσει. Πάντα περισσεύει ένα κομμάτι δέρματος – η εξωτερική στοιβάδα του σε εκείνο το σημείο που έχεις τη μεγαλύτερη εκδορά. Σε εκείνο το σημείο κάποιος σε βοηθάει να σκάψεις λίγο ακόμη. Να βρεις ιστό και να δεις τι υπάρχει κρυμμένο. Αυτό το βιβλίο θα σε βοηθήσει, αν και δεν το είχε σκοπό να γίνει λογοτεχνική Μητέρα Τερέζα.

«Ο Άνθρωπος Έσπασε» είναι μια συλλογή άγριας αύρας, είναι θαμμένο μουρμουρητό, ένα μπλουζ που θα μπορούσε να τραγουδήσει ο Ντίλαν Τόμας ή ένα ποίημα που θα έγραφε ο Μ.Μ. Κινγκ καθώς το νερένιο ηλιόφως θα έκανε τα δάχτυλά του να δείχνουν υπερφυσικά, σχεδόν μυθικά. «Ο Άνθρωπος Έσπασε» είναι η καλλιγραφία μια μεγαλόψυχης αυταπάτης. Είναι ένας πόνος εμπρηστικής ισχύος. Μια σωματική χαρά για την έλλειψή της. Ένας βρυχώμενος καταρράκτης φωνών. Ένα αποκάρωμα λέξεων σκοτεινής οικειότητας.

Το έχω γράψει για κάποια άλλη συλλογή του Σταυρόπουλου. Η γυναίκα στην ποίησή του είναι σαν μια αξιοπόθητη αμφιβολία. Ένα αφέσιμο αμάρτημα με το οποίο έχεις σχέση έλξης δίχως αυτοπειθαρχία. Η γυναίκα είναι η σωματικά απτή μουσική που προκαλεί ερεθισμούς ψυχογραφικής υφής. Δεν έχουμε να κάνουμε με φειδωλή γοητεία γεμάτη μικροαστισμούς και εγκεφαλικές περιδινήσεις. Η σχέση της ποίησής του με τη γυναίκα είναι σαν ανοιχτό μαγκάλι. Είναι σαν μια φωνή που σπιθίζει από κέφι, αγάπη, απόγνωση, παρόρμηση, αφοσίωση, θέλγητρα, χέρσες εκτάσεις, φασματικά λίμπο και δέος – μπόλικο δέος.

Έχει, όμως, και μια μουσική η ποίηση του Σταυρόπουλου. Το παραδέχεται και ο ίδιος όταν στην κατακλείδα τούτης της συλλογής αποτίει φόρο τιμής σε μια δέσμη από τριαντάφυλλα της ροκ. Και είναι εμβαπτισμένη σε διάλυμα από λογοτεχνία ωραία και καίρια και όλο αυτό μαζί φτιάχνει ένα αμάλγαμα που εκτείνεται από την οξεία δριμύτητα και το σαρκασμό έως το ρομαντικό ανασασμό και την επισφαλή κατάπληξη.

Η ποίηση του Σταυρόπουλου μου θυμίζει εκείνην την εξαίσια φράση του Τζον Τσίβερ: «Τα πάντα κρέμονται από μια κλωστή πλην όμως στο φως του δειλινού». Αυτή η σκιαμαχία της αγωνίας με την ελπίδα, της πραότητας με την αγριότητα, του θάλπους με την παραφορά, του ενεργητικού πάθους με το βίαιο λαχτάρισμα δεν δημιουργούν μια αντίφαση, αλλά ένα ποιητικό σώμα που λειτουργεί με όλες τις συντεταγμένες του απλωμένες, με όλα τα πανιά του ανοιχτά, με το βαρυτικό του κέντρο σε φάση οξυμμένης ευαισθησίας.

Και καταλήγουμε πάλι στην αρχή. Στην αρχή των πάντων.

Διότι όλα άρχισαν όταν ο Άνθρωπος έσπασε και είδε τα κομμάτια του να λέγονται σκοτάδι και νεφέλωμα και φλοίσβος και βύθισμα. Από εκείνα τα βάθη, ο κρετίνος ο Πέρι Κόμο τραγούδησε τη Γκλεντόρα και ο Τζιμ Μόρισον τραγούδησε το This is the end, και οι Ρόλινγκ Στόουνς τα έβαψαν όλα μαύρα και οι Κινγκ Κρίμσον έψαλαν το Epitaph και η Μάριαν Φέιθφουλ, αυτή η λυγμική πριγκίπισσα χαρτογραφούσε τις αποχρώσεις της λύπης και ο Νικ Κέιβ γινόταν ο καπετάνιος του πόνου του και ο Σταυρόπουλος έγραψε αυτή τη συλλογή που έχει το σουλούπι μιας αντανάκλασης, μιας πράξης πίστεως ενός μαύρου που θυμίζει Πιέρ Σουλάζ.

Στο μεταξύ, ο Ινδιάνος είναι ακόμη πάνω στον ώμο σου. Κι ένας ψυχοπαλμός και ένα πικρόχορτο και η ζωή, πολλή ζωή – σαν νερό που ανεβαίνει και πλένει τα σπασίματα.


ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΜΑΡΙΝΟΣ, Fractal, 8.07.2015


ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΕΔΩ