Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΕΙΜΕΝΑ ΓΙΑ ΣΥΝΑΥΛΙΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΕΙΜΕΝΑ ΓΙΑ ΣΥΝΑΥΛΙΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 7 Ιουλίου 2009

BIG CITY NIGHTS


(Scorpions, Καραισκάκη, Δευτέρα 6 Ιουλίου 2009)

Καθώς κατέβαινα τα σκαλιά της γέφυρας στον ηλεκτρικό του Πειραιά για να βρεθώ στον χώρο του γηπέδου Καραισκάκη, η φωνή του Βασίλη Παπακωνσταντίνου απλωνόταν σε λα ελάσσονα πάνω από την φαληρική νύχτα. Ήταν το τελευταίο τραγούδι για το πρώτο μέρος της συναυλίας: Ελλάς, Ελλάς, τι θα γίνει φίλε μου με μας. Δεν ήξερα τι θα γίνει. Προχώρησα. Έδειξα την πρόσκληση και μπήκα. Πήρα μια μπύρα.
Είχα δει τους Scorpions για πρώτη φορά το 1979 στο Μόναχο – όταν έπρεπε να τους δω. Στα πρώτα βήματα μιας μεγάλης καριέρας. Μετά τους είδα στο Παρίσι και μετά στην Ελλάδα. Πολλές φορές. Στις συναυλίες ήταν εντυπωσιακοί. Έβγαζαν μια συντροφικότητα που μου αρκούσε. Θα ήταν και τα ιδρυτικά μέλη εκεί, καλά θα πήγαινε η βραδιά.

Όταν ο Βασίλης, ως γκεστ, τραγούδησε το Holiday σαν Holy Day, συννέφιασα. Μα καλά, τόσες μέρες, τόσες πρόβες, και δεν βρέθηκε κάποιος να του μάθει που κόβουν τις συλλαβές; Διακοπές χρειαζόμασταν, όχι αγίους. Το να να να νανα του Klaus Meine επανέφερε τα πράγματα στη σωστή τους θέση, στέλνοντας τον μύθο για την περίφημη χροιά της φωνής του Βασίλη στις κερκίδες, εκεί που οι νέοι και οι νέες κάθε ηλικίας θα συνέχιζαν να τον λατρεύουν. Νομίζω ότι κακώς εμφανίστηκε. Όταν είσαι εξήντα χρονών και δεν είσαι ο Michael Schenker στο «Doctor doctor» οι συγκρίσεις είναι σε βάρος σου. Πρέπει να ξέρεις να σωπαίνεις. Ή να το έχεις. Ο θρυλικός κιθαρίστας των UFO ήταν πράγματι one of the family, όπως είπε στο μικρόφωνο ο Klaus Meine. Το είχε.

Πήραν σειρά τα γνωστά, ξεσηκωτικά χιτ του γερμανικού συγκροτήματος ( No one like you, Rock you like a hurricane, The zoo, Loving you Sunday morning, Big city nights ), ο κόσμος παραληρούσε. Στο «Still loving you» όμως, η αγάπη ακούστηκε σε ανοικτή ακρόαση. Στον χώρο που ο Κοβάσεβιτς είχε σκοράρει στη φιέστα τα δύο τελευταία του γκολ με την φανέλα του Ολυμπιακού. Εκεί που είχες χάσει το κινητό σου.

Στο encore εμφανίστηκε στα μάτριξ της εξέδρας και μια ελληνική σημαία. Έμεινε αρκετή ώρα εκεί, μέχρι να την αποστηθίσουμε. Μετά, ο μικρόσωμος λήντερ του γκρουπ, που ήταν φτυστός ο Στηβ, σφύριξε και το τείχος του Βερολίνου έπεσε. Ο κόσμος ήταν πολύς. Αρκετός για να ρίξει μια κυβέρνηση. Οι ανάσες τους έπλεναν τον αέρα, τον έκαναν να μυρίζει καρπούζι. Περίμενα τις αλλαγές. Κάποιος δίπλα μου άναψε ένα μπάφο. Σχεδόν μαστούρωσα.

Βγήκα χωρίς πρόσωπο. Μου το είχε πάρει ένα παιδί. Η νύχτα θα συνεχιζόταν σε όλα τα πιθανά μέρη του κόσμου, με όλους τους πιθανούς τρόπους. Και η αγάπη. Χωρίς εμάς: Ένας έκπτωτος άγγελος.

Τρίτη 20 Ιανουαρίου 2009

Η ΜΕΓΑΛΗ ΝΥΧΤΑ ΤΗΣ ΤΖΑΖ













Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, Σαββάτο 17 Ιανουαρίου 2009


ΟΤΑΝ μπήκα στο Μέγαρο – παίρνοντας όλες τις προφυλάξεις – ήταν είκοσι λεπτά πριν τα μεσάνυχτα. Ο Θάνος Μικρούτσικος κάπνιζε την πίπα του πάνω στο λευκό μάρμαρο του Μεγάρου, έξω από την αίθουσα που θα έπαιζε ο Gilad Atzmon. Έμοιαζε με τον Χέμινγουεη. Με χαιρέτησε με μια κίνηση του κεφαλιού του κι ένα εγκάρδιο χαμόγελο. Ανταπέδωσα και προχώρησα προς τα μέσα. Χάζεψα λίγο στο σταντ όπου λειτουργούσε μπαζάρ με παλιά βινύλια, περιοδικά και βιβλία – είχα ώρα. Βρισκόμουν ανάμεσα στις ωραιότερες γυναίκες του κόσμου. Η ωραιότερη, πάντως, κρεμόταν από το μπράτσο του Κωνσταντίνου Τζούμα, που έβγαινε χαμογελαστός, με ατσαλάκωτο βήμα και απαράμιλλο στυλ από την συναυλία του Γιώργου Φακανά.
Buona sera, Stavros! Come stai? άρχισε τα ιταλικά του ο Κωνσταντίνος, συστήνοντας με στην ωραιότερη γυναίκα του κόσμου. Του είπα να κάτσει για τον Atzmon, αλλά μου είπε ότι πλέον, αποσύρεται νωρίς. Εμένα δεν με συνόδευε καμία ωραία γυναίκα. Αν με συνόδευε, το πιθανότερο ήταν να αποσυρόμουν κι εγώ νωρίς – ας με συγχωρούσε ο Atzmon. Θυμήθηκα την φράση του Κωνσταντίνου στο «Ως εκ θαύματος»: «Ναι, η ζωή μας έχει πολλή μαγεία, που έρχεται από κει που δεν την περιμένεις». Η νύχτα ανοιγόταν μπροστά μας, με τα κατάλευκα πέπλα της, στρωμένη υποσχέσεις.

Αργότερα, καθώς στριμωχνόμουν στο πλήθος, περιμένοντας να ανοίξει η πόρτα της αίθουσας για να μπούμε, είπα στον Χάρη ότι θα πρεπε να ντρεπόμαστε που ήρθαμε να παρακολουθήσουμε το κονσέρτο ενός Ισραηλινού σαξοφωνίστα, την στιγμή που η Γάζα έχει ισοπεδωθεί. Κάποιος φρόντισε να με πληροφορήσει ότι ο Atzmon είναι ένας βαθιά πολιτικοποιημένος μουσικός που μάχεται για τα δικαιώματα του Παλαιστινιακού λαού. Σα να μην το ξερα. Του είπα ότι απλώς, φοβάμαι τρομοκρατική ενέργεια της Χαμάς και έψαχνα ήδη, με την άκρη του μυαλού μου, έξοδο διαφυγής. Τελικά η τρομοκρατική ενέργεια συνέβη επί σκηνής, όταν το σαξόφωνο του Atzmon πήρε φωτιά, καίγοντας και τα τελευταία υπολείμματα φόβου που είχα.
Μετά, ο Πατερέλης και ο Marcus Roberts, σε παράπλευρες αίθουσες, ανέλαβαν δράση. Πήγαινα απ’ τον ένα στον άλλον, μη μπορώντας να πιστέψω αυτό που συνέβαινε. Δεν γίνονται αυτά, έλεγα και ξανάλεγα, ακολουθώντας με το στόμα μου το σόλο του τυφλού Roberts στο πιάνο. Ο «ιερός» χώρος του Μεγάρου είχε ξαφνικά καταληφθεί από διάφορους μυστήριους τύπους με πολύχρωμα κασκόλ, σκισμένα τζιν και σκουλαρίκια. Λικνίζονταν στους ήχους της τζαζ, ανάμεσα σε ιστορικά εξώφυλλα της Blue Note που γιόρταζε τα 70 χρόνια της. Θύμιζε κακόφημο μπαρ, σε κάποιο απομονωμένο στενό της Νέας Ορλεάνης, που λογικά θα φοβόσουν να διασχίσεις μόνος.

Τραπεζάκια με ποτά, μωβ φώτα, άμα θες να καπνίσεις βγαίνεις έξω. Βγαίνω. Στην απέναντι πλευρά του διαδρόμου, στο άλλο σταχτοδοχείο, ένα εκπληκτικό γυναικείο κορμί, μέσα σε ένα τζιν, καπνίζει κι αυτό. Την κοιτάζω, να λιποθυμήσω τώρα; Δεν δείχνει χαρούμενη, κατά πάσα πιθανότητα όμως θα γίνει σε λίγα χρόνια. Όταν γίνει μαμά. Εγώ δεν έχω πολλές ελπίδες. Αυτός που έπεισε τις γυναίκες να ντύνονται με παντελόνια, εγκλημάτισε κατά της ανθρωπότητας.
Ακούω ένα σόλο μπάσο και ξαναμπαίνω. Εδώ ήμαστε. Είναι 4.15 τα ξημερώματα, νυστάζω, αρχίζει ένα τρελό τζαμάρισμα, μια ευλογία πνευστών, ένας δαιμονικός γάμος των σημαντικότερων ελλήνων μουσικών της τζαζ με σπουδαία ονόματα της διεθνούς σκηνής, τα μάτια μου ανοίγουν, γίνονται καλειδοσκόπια για να χωρέσουν αυτά που βλέπουν. Θα χρειαστώ την βοήθεια του κοινού.
Κάποιος από το πλήθος, έβγαλε ένα σαξόφωνο απ’ τη τσέπη του – όπως βγάζει κανείς το πακέτο με τα τσιγάρα του – και άρχισε να συνοδεύει τον Atzmon στο σόλο του. Ήταν πάνω από εξήντα. Η γυναίκα που καθόταν δίπλα του - με αποστεωμένο κορμί - ήταν κι αυτή ίδιας δεκαετίας. Παρότι είχε γύρει το κεφάλι της, που κρεμόταν στους ώμους, και κοιμόταν, το αριστερό της πόδι παλλόταν σύμφωνα με το ριφ του σαξοφώνου του άντρα της. Η αγάπη έβρισκε, μάλλον, τον καλύτερο ορισμό της.

Όταν πια βγήκα, εξουθενωμένος, στις 6 παρά 10 το ξημέρωμα, έξω είχε αρχίσει να φέγγει. Πλέον, όμως, είχε αρχίσει -δειλά δειλά-, να φέγγει και μέσα μου.

δείτε την σελίδα εδώ
Σταύρος Σταυρόπουλος, "ΑΠΟΨΗ", εφημ. metro 21-01-2009

Τετάρτη 7 Ιανουαρίου 2009

WISHBONE ASH: Ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΘΑ ΕΡΘΕΙ ΚΑΙ ΘΑ ΦΟΡΑΕΙ ΚΟΝΤΑ ΠΑΝΤΕΛΟΝΑΚΙΑ














Wishbone Ash
Κύτταρο Τρίτη 6 Ιανουαρίου 2009

OTAN μπήκα στο Κύτταρο το Father of night απ' την εκτέλεση των Manfred Mann με πήρε απ' τα μούτρα. Έγινα μεμιάς 16 χρονών. Το βλέμμα μου αναζήτησε την Καίτη ανάμεσα σε καμιά εκατοστή survivors που βρίσκονταν εκεί για την συναυλία. Μετά από τριάντα χρόνια που είχαν μεσολαβήσει, η Καίτη τώρα θα είχε τρία παιδιά, το ένα θα σπούδαζε γιατρός στη Ρουμανία, το στήθος της θα είχε κρεμάσει, θα έβαφε τις ρίζες των μαλλιών της στο κομμωτήριο, θα προτιμούσε τις ασφάλειες αυτοκινήτων απ' τις περιπτύξεις. Κοίταξα απογοητευμένος, τα ρούχα μου παρέμεναν μαύρα. Ήταν σκοτάδι. Αιστάνθηκα την ανάγκη να καπνίσω, ήμουν σίγουρος ότι το πακέτο στη τσέπη μου ήταν REX μαλακό, το τσιγάρο όμως που ήρθε στα δάχτυλά μου έγραφε Peter Stuyvesant και είχε μια μπλέ γραμμή από κάτω. Ένιωσα κάπως περίεργα, σα να είχα πέσει σ' ένα πηγάδι και να είχα κατέβει τριάντα χρόνια κάτω. Ήταν βαθιά. Συμφωνήσαμε στον πρωθυπουργό, Καραμανλής ήταν τότε που αγόρασα το Argus απ΄την Ηφαίστου, Καραμανλής και τώρα. Είχα πάρει το πρώτο ενθαρρυντικό μήνυμα ότι τα πράγματα δεν ήταν και τόσο άσκημα.

Με το που άρχισαν οι πρώτες νότες του "Lady Jay" από το There is the rub, έβγαλα το μπουφάν μου, γιατί θυμήθηκα ότι τότε φόραγα μακό φανελένια με στάμπες και από πάνω καρώ πουκάμισο σηκωμένο στους αγκώνες. Είδα τον Martin Turner μ' ένα ινδιάνικο φτερό στα μαλλιά να ουρλιάζει, οι άλλοι όμως δεν ήταν εκεί. Σαν την Καίτη. Ο Steve Upton, ο Andy Powell και ο Ted Turner είχαν μυστηριωδώς απαχθεί από κάποια μυστική οργάνωση. Έξω έβρεχε, αύριο δεν θα πήγαινα την πρώτη ώρα. Θα κανόνιζα με τον Αλέκο να πάρει αυτός το απουσιολόγιο. Κάποιος απ' το λιγοστό πλήθος φώναξε "Argus", ο Martin Turner τον ρώτησε "what track", ο άλλος έκανε μια χειρονομία σαν να ζητούσε βοήθεια, τα χέρια του διέγραψαν έναν ολόκληρο κύκλο και ο Martin φώναξε "the whole album?" "Oh, my God, what a fantastic idea!". Και έτσι αρχίσαμε.

"Time was", "Blowin' free", "Leaf and stream", "Warrior". Στο "The king will come", σηκώθηκα. Σε ένδειξη σεβασμού. Αυτός που έβαλαν οι απαγωγείς να κάνει τον Andy Powell έπαιζε σεληνιασμένος το σόλο σα να ακουγόταν το βινύλιο. Εμ, βέβαια. Οι εθνικοί ύμνοι δεν σηκώνουν αυτοσχεδιασμούς. Στο "Sometime world" θυμήθηκα ότι την άλλη Δευτέρα έγραφα εισαγωγικές στο Πανεπιστήμιο και δεν είχα διαβάσει τίποτα. Ήταν Τετάρτη, είχα άλλες τέσσερις μέρες καιρό, θα προλάβαινα;
Carring you, carring me. Το ταραρα ταταραρα ταραρα ταραρα ταταραρα έχανε λίγο στροφές, θα έφταιγε η βελόνα. Είχα να την αλλάξω καιρό. Στο σόλο όμως ήθελα να πάρω το σκουπόξυλο της μάνας μου και να χοροπηδάω σε όλο το σπίτι σα τρελός. Μετά ήρθαν οι παραλίες. "Throw down the sword", με ποιά ήμουνα, ποιό κορμί κρυφοκοίταζα απ' τις γρίλιες, σε ποιάν έστελνα γράμματα;

Όταν τελείωσε η συναυλία και βγήκα έξω, το RD 50 είχε γίνει ΧΤ 600. Στη Yamaha πάντως συμφωνούσαμε. Από το καθρεφτάκι της μηχανής κοίταξα τα μαλλιά μου, έντρομος. Είχαν ασπρίσει στη διάρκεια μιας συναυλίας. Αύριο θα πρέπει να επισκεφθώ δερματολόγο ή να ρωτήσω τον Γιάννη. Α, να πάρω τηλέφωνο και τον Χάρη, να του πω τι μαλάκας ήτανε που δεν ήρθε.

Καβάλησα την μηχανή, άγγιξα απαλά το γκάζι και έφυγα. Σαν καπνός. Ο μόνος που τελικά ήξερε τι έκανε σε όλη αυτή την ιστορία ήταν ο τύπος που άλλαξε το RD με το ΧΤ.
Γίνεται να αλλάξω και την Καίτη με την Παναγιώτα;

Σταύρος Σταυρόπουλος

Δευτέρα 14 Ιουλίου 2008

ORNETTE COLEMAN: ΤΕΛEIΩΝΟΝΤΑΣ ΜΕ ΕΝΑ ΣΑΞΟΦΩΝΟ


Κινηματογράφος "Παλλάς", Παρασκευή 11 Ιουλίου 2008

ΤΟ ΒΡΑΔΥ της Παρασκευής, γύρω στις 9, ο πεζόδρομος της Βουκουρεστίου, έξω απ΄ το «Παλλάς», είχε γεμίσει με πρόσωπα που πάνω τους ήταν αποτυπωμένη η νοσταλγία και η αγωνία μιας εποχής που έφυγε, ξεχνώντας να χαιρετήσει. Το κουαρτέτο που στα τέλη του 50, άφηνε την μουσική σκηνή της Αμερικής με ανοιχτό στόμα, με την αρτίστικη ματιά του στον τρόπο που ονειρευόταν την εξέλιξη της σύγχρονης τζαζ (Ornette Coleman – alto sax, Don Cherry – trumpet, Charlie Haden – bass, Billy Higgins – drums) δεν ήταν φυσικά εκεί, όμως η ισχνή φιγούρα του 78χρονου Τεξανού σαξοφωνίστα Ορνέτ Κόλεμαν, περίμενε υπομονετικά για να μας πάρει απ΄ το χέρι, και με καύσιμο τη μουσική, να μας περάσει απέναντι σε απάτητους πλανήτες.

Μπαίνοντας βιαστικά - ως συνήθως - συνάντησα στην είσοδο του κινηματογράφου, τον διευθυντή του περιοδικού «Διαβάζω», Γιάννη Μπασκόζο, που ήταν εκεί για να δει κι αυτός από κοντά τον τελευταίο επιζώντα θρύλο της τζαζ. Χαιρετηθήκαμε με το χαμόγελο των παιδιών που συμφωνούν στη τάξη για τη ζαβολιά που θα κάνουν. Το πρόσωπό μας φωτίστηκε – από αναμονή. Λίγο πιο κάτω ο ποιητής Γιάννης Λειβαδάς και ο Γιάννης Λουζιώτης της «Αλεξάνδρειας», συμπλήρωναν με τον ιδεωδέστερο τρόπο αυτή τη μυστική συμφωνία των Γιάννηδων, αυτό το αυτοσχεδιαστικό τρίο που ήρθε εκεί, ανώνυμα, για να διαλυθεί ήσυχα μέσα στη μουσική. «Να προλάβουμε τουλάχιστον να τον δούμε», μου είπε ο πρώτος Γιάννης κι εγώ προχώρησα προς τις σκάλες του εξώστη, συμφωνώντας. Εκεί συνάντησα τον Χάρη, που με περίμενε από τις αρχές του 70, ήπια ένα καπουτσίνο που θύμιζε ληγμένο γάλα, και περάσαμε μέσα: Εγώ, ο Χάρης, οι Γιάννηδες, οι δεκαετίες. Παλιά, με τον Χάρη, παίζαμε μόνοι μας το παιχνίδι του μουσικού μαραθώνιου – οι άλλοι είχαν μείνει αρκετά πίσω – όταν η Σοφία περίμενε έξω απ’ το δωμάτιο. Σε κάποια χιλιόμετρα προπορευόμουν εγώ, σε κάποια άλλα ο Χάρης. Η εναλλαγή στη κορυφή της κούρσας είχε ενδιαφέρον, αλλά και ένα αναμενόμενο αποτέλεσμα: Ακόμα να τερματίσουμε.

Ο άνθρωπος που έπαιξε με όλους τους μεγάλους (ακόμα και με ροκ μουσικούς, όπως ο Gerry Garcia των Grateful Dead και ο Frank Zappa), σαν ηχηρή απόδειξη της μόνης αλήθειας που πίστεψε στην καριέρα του - αυτήν της ελευθερίας - αφού περπάτησε με δυσκολία τη μικρή σκηνή του «Παλλάς», κάθισε αργά στο σκαμπό, μπροστά στο αναλόγιο, ακουμπώντας απαλά το στόμα του στο άλτο. Πίσω του, ένας ντράμερ, ένας κιθαρίστας και ένας μπασίστας, θα αγωνίζονταν, επί δύο ώρες, αλαφιασμένοι, να τον παρακολουθήσουν με την άκρη του ματιού τους, να εξελίσσει τον όρο «Μουσική σήμερα».

Πώς γίνεται κάτι τέτοιας δουλεμένης μορφής, τέτοιας ρυθμικής κίνησης, τέτοιας μελωδικής έκτασης, να ηχεί τόσο απελπιστικά μακρινό και free; Πώς γίνεται να υπάρχει τέτοιος υποδόριος σεβασμός σε ιδιώματα, σε σταθμούς, σε αρχέτυπα, που συγχρόνως διαλύονται κυριολεκτικά από ένα ζευγάρι γέρικα πνευμόνια, για να αναγεννηθεί απ’ τις στάχτες τους ο νέος ήχος;
Ο μίστερ Κόλεμαν προφανώς γνωρίζει καλά. Το πρώτο σαξόφωνο που αγόρασε στα 13 του, του το έμαθε. Ο Τσάρλι Πάρκερ που ήθελε να ξεπεράσει, επίσης.
Στο encore, άφησε κάτω το άλτο, όπως οι πολεμιστές το όπλο τους, πήρε ένα βιολί που του άλλαξε τα φώτα, καίγοντας στις χορδές του ένα 15λεπτο θρίαμβο συναισθημάτων όλων των αποχρώσεων, χαιρέτησε τον κόσμο, που τον αποθέωσε, μαζί με τους μουσικούς του, και αποχώρησε με ένα τόσο άτολμο και ασταθές βήμα, που θύμιζε βέβαια 80χρονο, αλλά δεν θύμιζε σε τίποτα εκείνο τον νεαρό επαναστάτη που είχε καταλάβει τη σκηνή του «Παλλάς» για να διαιωνίσει το βασίλειό του.
Η μουσική είχε βρει ξανά τα χαμένα της βήματα. Κι εγώ, τον δρόμο για το καλοκαίρι που είχε παρκάρει παράνομα σε μια πάροδο της Σταδίου. Και καιροφυλακτούσε.

Νέος κύκλος, νέα αρχή, νέα σχέδια. Καλό ακούγεται. Μακάρι να είναι, κιόλας.


Σταύρος Σταυρόπουλος, 14/07/2008

Δευτέρα 7 Απριλίου 2008

LEONARD COHEN: REMEMBER ME? I USE TO LIVE FOR MUSIC



Terra vibe park, 30 Ιουλίου 2008

ΠΟΘΟΣ ΕΙΝΑΙ το άλογο που αμαξώνει τη θλίψη. Είναι η ανεξίτηλη δαχτυλιά που ανοίγει το σώμα, τον χάρτη του έρωτα. Η διαπεραστική μελάνη του πνεύματος. Για όλες τις Μαριάνες και τις Σουζάνες του κόσμου που δρασκελίζουν κρυφά ένα μέρος κοντά στο ποτάμι για να μου προσφέρουν τσάι με πορτοκάλια. Για όλες τις αγάπες που μου τον παίρνουν – όπως η Joplin – όταν το ζώο μου ουρλιάζει αήττητο, σε ένα άφτιαχτο κρεβάτι του Chelsea Hotel, ενώ η λιμουζίνα τους περιμένει στο δρόμο. That night that you planned to go clear. Did you ever go clear?
Γυμνές, φορούν μόνο ένα διάσημο μπλε αδιάβροχο φθαρμένο στους ώμους που τους γδέρνει τη σάρκα. Την ήβη, όλοι οι άγγελοι είναι εκεί θυμωμένοι. Και σιωπηλοί.
Παρίσι της δεκαετίας του 70, στα καφέ, like a bird on the wire. Αν το φεγγάρι είχε μια αδελφή, θα ήσουν εσύ. Στο Σηκουάνα το φεγγάρι δεν είναι παρά μια πέτρα που βρήκε κοντά στην όχθη του κάποιος τυχερός και την έριξε στη τσέπη του. Το Παρίσι δεν τελειώνει ποτέ, είναι το αγαπημένο παιχνίδι των ποιητών. Κάτι σαν τον αιφνίδιο σπασμό της κοιλιάς σου, λίγο πριν ξεσπάσει ο οργασμός. Εγώ. I want to come again.

Στα «ευρωπαϊκά μπλουζ» του Κοέν η θλίψη έχει αξιοπρέπεια. Το τσεκούρι είναι φτιαγμένο από χρυσό, η λίμνη είναι ο καθρέφτης της γυναίκας. Αφήνει όλες τις πόρτες ανοιχτές στο φως της σελήνης. Θα περάσω κάτω απ’ τα πόδια σου, κάτω απ’ τη δική σου αψίδα θριάμβου. I will kill you if I must, I will help you if I can. Σειρά σου τώρα να πεθάνεις από έρωτα, σειρά μου να αναστηθώ. Με τραγούδια, ψηλαφώντας τα δικά μας δευτερόλεπτα. Με βραδινές μπαλάντες που σκάλισα στις βεράντες της Ύδρας instead of fucking you more often.
Είδες; Είμαι τελικά τόσο ελεύθερος που μπορώ ακόμα και να σου φέρω την Αμερική μου στον ίσιο δρόμο. Τα ερωτικά μου κουρέλια στο πιάτο σου. Fucking America, fucking you. Δέκα φορές Καναδός, στις αδιάψευστες ποσοστώσεις μιας ραγδαίας ζωής. Δέκα φορές Υδραίος Καβάφης που αποχαιρετά την Αλεξανδρινή Αλεξάνδρα του, δέκα φορές μαγεία που εξαπατά όλους τους φρουρούς της καρδιάς σου. Πεζοναύτης του πνευματικού κόσμου σου. Ποίημα με αυτοκόλλητο όνομα ράχης. Ακατάλληλο. Θλιμμένο κουκουνάρι. Κανείς.

Εντάξει, φύγε αν πρέπει / θα φτιάξω μόνος μου το Σύμπαν / θα τα αφήσω όλα να κολλήσουν πάνω μου / κάθε θλιμμένο κουκουνάρι / κάθε ανιαρή πευκοβελόνα / Και θα στείλω τη στοργή μου / από αυτό το ξυρισμένο κεφάλι / 360 μοίρες / προς όλα τα δραματικά τοπία / όλες τις καταχνιές και τα χιόνια / που διασχίζουν / τα λαμπερά βουνά / για να φτάσω στις γυναίκες που κολυμπούν / στους χειμάρρους / και χτενίζουν τα μαλλιά τους / στις σκεπές / στους άφωνους που με κάλεσαν / από την εκπληκτική σιωπή τους / στους μικρόψυχους ενώ είναι πλούσιοι / για να φτάσω σε όλες τις μορφές της σκέψης / και τα διάτρητα διανοητικά αντικείμενα / που μπορείς τώρα / στο τέλος της εφιαλτικής σου ζωής / να αποκτήσεις.
(Leonard Cohen, ΕΔΩ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΚΙΝΑ)

Μπορώ ακόμα να σε σχεδιάσω με μια ματιά. Αλήθεια. Χωρίς καν μολύβια. Έρχομαι, να μου πετάς κέρματα στο τζουκ-μποξ, για να μην τελειώσω. Θα κάνω ό, τι μου πεις. Θα κλάψω στις άκρες των σεντονιών σου, θα πατήσω τον Νόμο στο λαιμό. Θα σε ανταμείψω με όλα τα μέλη μου να καίγονται από ζάλη. I’ m your man.
Έρχομαι, για να ζήσω μέσα σου, με τις μελαχρινές φάρσες μου, με τις μυστικές μου ανοησίες. Πρώτα θα πάρουμε το Μανχάταν, μετά το Βερολίνο. Μετά, θα γίνουμε ο κόσμος όλος, πάνω σ’ ένα κρεβάτι διαλυμένο από τις προσευχές μας. Σ’ ένα μηχανάκι που θα το γέρνει ο άνεμος, όλα τα πρωινά του κόσμου, παραμελημένοι απ’ όλους.
Έρχομαι, να με χορέψεις στις παρακλήσεις σου. Να με πας ως το τέλος της αγάπης. Θέλω να νιώσω τον μικρό σεισμό που ανασηκώνει το στήθος σου, μέσα σε δωμάτια αυλές, εγώ ο βετεράνος με το κόκκινο παράσημο του έρωτα, εγώ απ’ το άλλο ημισφαίριο, που θα σε γνωρίσω ξανά στον εαυτό μου, μια νύχτα αργή, όταν θα μαζεύουμε βιαστικά τις καρδιές μας για να φύγουμε,

ανήσυχοι, φυσικά
ηττημένοι, φυσικά
γέροι, φυσικά
ευγνώμονες, φυσικά

αλλά διαλυμένοι επιτέλους
στο χρυσαφένιο μας φως.

Σταύρος Σταυρόπουλος, 07/04/2008

Πέμπτη 20 Ιουλίου 2006

IGGY POP: ΜΕ ΤΟΝ ΤΡΟΠΟ ΤΟΥ IGGY






Θέατρο Βράχων, Βύρωνας, 17 Ιουλίου 2006

Η δυτική σοφία πασχίζει, εδώ και εικοσιπέντε αιώνες, να δει τον κόσμο.
Δεν έχει καταλάβει πως τον κόσμο δεν τον βλέπεις, τον ακούς.
- ΖΑΚ ΑΤΤΑΛΙ, «Θόρυβοι» ( εκδ. Ράππα, 1991 )


ΤΗΝ ΠΕΡΑΣΜΕΝΗ ΤΕΤΑΡΤΗ, μια μέρα μετά την πανσέληνο, το Θέατρο Βράχων είχε γεμίσει ασφυκτικά. Ο κόσμος περίμενε τον Iggy, έτσι η εμφάνιση των Puressence που προηγήθηκαν πέρασε σχεδόν απαρατήρητη. Ήταν όλοι εκεί: Παλιοί ροκάδες που έκαναν μια μικρή παραχώρηση στον εαυτό τους, αποδεχόμενοι ότι ήταν ακόμα ζωντανοί. Στελέχη επιχειρήσεων με κάζουαλ ντύσιμο που φλέρταραν τη νεαρή γραμματέα τους. Κορίτσια με μωβ μαλλιά που πίστευαν ότι οι Clash ήταν συγκρότημα του art-rock. Γενιές ανακατεμένες , διαφορετικές, που είχαν μαζευτεί για να επισημοποιήσουν τον θρίαμβο μιας ταινίας στην οποία δεν πρόλαβαν να παίξουν. Κάτι σαν αναπάντεχο αφιέρωμα, σαν τελευταίο φύλλο μιας μεγάλης εφημερίδας που έκλεινε. Όλος ο θίασος ήταν επί σκηνής, για να γιορτάσει τα γενέθλιά του. Πώς γίνεται τόσοι άνθρωποι να έχουν γεννηθεί την ίδια μέρα;

Όταν έσβησαν τα φώτα, ένας κόκκινος προβολέας έκανε το βράχο να μοιάζει ματωμένος. Κι όταν γύρω στις 11.00, ένας μεταλλαγμένος, ημίγυμνος και εξαγριωμένος Iggy βγήκε χοροπηδώντας στη σκηνή, η ανδρεναλίνη που απελευθερώθηκε φάνηκε αρκετή για να μετακινήσει όλο τον Βύρωνα. Τέσσερα άτομα έπαιξαν ξεροσφύρι για μιάμιση ώρα τις ζωές τους στα ζάρια, έκαναν αυτό που απλά έπρεπε και μας άφησαν να παραμιλάμε. Μας πέταξαν στα μούτρα όλη την ακατέργαστη πολυσημία του ροκ εν ρολ, έναν απελέκητο, ξερό, τραχύ, ανελέητο, και φασαριόζικο κοκτέηλ από τρεις, όλες κι όλες, νότες, που πάνω τους χτίστηκε ολόκληρη η μαγεία του μπλούζ-ροκ, μια φτυσιά στο πρόσωπο, και έφυγαν τρέχοντας προς τα αποδυτήρια της κόλασης.

Η δύναμη που αφήνει πίσω της μια ροκ συναυλία, μοιάζει με οργασμό που δεν ολοκληρώθηκε: ένας ερμαφρόδιτος πόθος, όλο γωνίες και ακμές, που σε βασανίζει και σε αφήνει νύχτα στη μέση του ωκεανού, αναγκάζοντάς σε να κολυμπήσεις στα τυφλά για να σωθείς. Αντίθετα, η ανάγνωση ενός βιβλίου, θυμίζει περισσότερο σεξ με φίλους και μάλιστα ασφαλές· με τις δέουσες, δηλαδή, προφυλάξεις. Είναι παράξενο, αλλά το καλοκαίρι είναι μια απελπιστικά οριακή εποχή, και ως τέτοια θα πρέπει να την διατρέξουμε, για να καταφέρουμε να επιζήσουμε των παθών μας. Ο νόμος του ένστικτου εκεί γιγαντώνεται, οι κόρες των ματιών διαστέλλονται, ο ήλιος αναγορεύεται σε βασιλιά της σάρκας. Ζούμε κάτω από τις διαταγές του και μας αρέσει το ξάναμμα του προσώπου και οι ιριδισμοί του νερού μπροστά σε ένα κατάπληκτο βλέμμα. Ο κατεξοχήν αναγνώστης, ο άνθρωπος που γι αυτόν το βιβλίο αποτελεί σημαίνοντα παράγοντα στην διαμόρφωση του χρόνου της ζωής του, το καλοκαίρι ξεκουράζει τα μάτια του. Αυτό κάναμε πάνω στο γεωφυσικό πλέγμα του γυμνού κορμιού του Iggy, αυτό κάναμε στο εύκρατο και αειθαλές χαμόγελο του κοριτσιού που χτυπιόταν σα φίδι στην άκρη της σκηνής, τινάζοντας τα μαλλιά του σαν βέργες στον ουρανό, αυτό θα κάνουμε και στις παραλίες της Νάξου που βουλιάζουν μεγαλόπρεπα μέσα σε μια γαλαζοπράσινη μοναδικότητα.

Διαβάζουμε έντεκα μήνες το χρόνο γιατί έτσι μας αρέσει και ένα μήνα ξεφυλλίζουμε τις λευκές σελίδες των ονείρων μας, που τις συμπληρώνουμε όπως και όποτε θέλουμε, προσπαθώντας να αντιδράσουμε στην συνηθισμένη ροή των γεγονότων. Χρειάζεται να βγούμε έξω από τον εαυτό μας για να τον παρατηρήσουμε, κι αυτό κάνουμε, τριγυρνώντας άσκοπα και ασήμαντα, ανακαλύπτοντας την ποίηση του τυχαίου. Όπως η κεφαλιά του Ζινεντίν Ζιντάν στον Ματεράτσι ήταν το συναρπαστικότερο στιγμιότυπο ενός αφάνταστα πληκτικού και συμβατικού μουντιάλ που ευτυχώς τελείωσε, έτσι και η διακοπή της αγαπημένης συνήθειας του διαβάσματος, αποτελεί σημαντικότατη αναζωογονητική δύναμη για μας.
Οι βρυχηθμοί ζωής του Iggy Pop στον Βύρωνα και τα εφιαλτικά ριφ του σαξοφωνίστα του, που φόρτωναν ακανόνιστα, στην μουσική των Stooges, έναν, ούτως ή άλλως, πρωτόγονο ήχο, σκορπίζοντας τις νότες πάνω στους βράχους, σαν αυτοσχέδιες βόμβες που η δράση τους συνεχίζεται εσαεί, είναι το καταλυτικότερο παράδειγμα ανάγνωσης μερικών σελίδων εκτός βιβλίου, που παρόλα αυτά είναι βιβλίο, αποτελώντας μάλιστα την αρχέγονη ουσία του.

I wanna be your dog. Χαθείτε στην λευκότητα των σελίδων αυτών, σε δαιμονικές μουσικές, σε αχαλίνωτα ένστικτα και σε εκρηκτικές φαντασίες, συμπληρώνοντας το λειψό ψηφιδωτό της ζωής σας. Διακόψτε τη σχέση σας με την επίσημη πραγματικότητα, τώρα. Κρατείστε τους ήχους ψηλά.

Είναι ζήτημα τιμής να κερδίσουμε μια ακόμα παράταση.

Σταύρος Σταυρόπουλος, 17/07/2006