Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΟΛΟΜΟΝΑΧΟΙ ΜΑΖΙ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΟΛΟΜΟΝΑΧΟΙ ΜΑΖΙ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 11 Μαρτίου 2015

ΤΟ ΑΚΡΙΒΟ ΘΗΛΥ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ




ΟΛΟΜΟΝΑΧΟΙ ΜΑΖΙ σημαίνει folie a deux – η τρέλα των παθιασμένων. Σημαίνει το κρηπίδωμα των λέξεων που αντέχει διά της κατάρρευσης. Είναι η σιωπή πριν καν εφευρεθεί. Είναι η εγγύτητα που αποδιώχνει και η άρνηση που λάμπει με την οικειότητα μιας κατάφασης. Ολομόναχοι μαζί σημαίνει να στέλνεις ανεπίδοτα γράμματα/λέξεις/στίχους/μνημονικά και μνημόσυνα ημερών και γραπτών σε εκείνο το ακριβό θήλυ –το πιο σκοτεινό και μακρινό και θελκτικό μέσω της εξαπάτησης-, τη γυναίκα ποίηση, την ποίηση που στιγμιαία εκλογικεύεται σε ένα σώμα, σε ένα περίγραμμα γυναίκας. Μα, επιδεικνύοντας την άφατη ομορφιά της, σχεδόν κολασμένη, να γίνεται απροσμέτρητη και δια τούτο απόμακρη και μηδέποτε προσεγγίσιμη με τα μέτρα ενός δανδή ερωτευμένου που επιθυμεί με την καρδιά και το νου να την κατακτήσει.

ΟΛΟΜΟΝΑΧΟΙ ΜΑΖΙ είναι να χρειάζεται να περάσει ο ποιητής όλη την έρημο των λέξεων που μπορούν να σκεπάσουν ένα στήθος, να γίνει η κατιούσα του εαυτού του, να επινοεί ακαταπαύστως τον πυρήνα του με την αφή των στίχων, να μην είναι ζήτημα καίριο ο χρόνος, αλλά η σφοδρή επιθυμία μιας άλλης τάξης ρυθμού: του απόλυτα ποιητικού.

Ο ποιητής δεν είναι τα διαβάσματά του, δεν είναι τα δημιουργήματά του: είναι εκείνο που κάποτε είδε και δεν έπιασε. Εκείνη η διαλάμπουσα ιδιότητα ενός άλλου κόσμου, σχεδόν οραματικού, που μέσα του καλλιέργησε –σε παρελθόντα και μέλλοντα (ά)χρονο-, την ανάγκη να περιγράψει μια μικρή φλόγα. Αν η ποίηση είναι αυτό το φως, ο ποιητής είναι ο φορέας μόλις μιας μικρής λάμψης. Δεν είναι κατακτητής διότι δεν υπάρχει κάτι κατακτήσιμο. Κι όμως είναι ένα προνομιακό υποκείμενο – είναι σε θέση (κάποιες φορές, όχι πάντα) να συνομιλήσει με το ακατόρθωτο του λόγου που συνιστά ποίηση. Εντέλει να γράψει σε μια κάποια γλώσσα για τη λατρεία του ωραίου (Schöngeisterei).

Ο Σταύρος Σταυρόπουλος κλείνει την τετραλογία μύησης σε αυτή την τέχνη της θωπείας, της έλξης, της άπωσης, του σιγάν της ποίησης και της λάλουσας ύπαρξής της, με τη συλλογή «Ολομόναχοι μαζί» που μοιάζει με παθιασμένα, φλογερά billet doux: ραβασάκια ενός πλανημένου ερωτιδέα, ενός αθεράπευτου γητεμένου, μιας ψυχής που δεν βρίσκει άκρη να κατασιγάσει τα πάθη της, που αναφλέγεται εξωλεκτικά.

Η συλλογή διαβάζεται με τις δύο όψεις της: με την ακραιφνώς ερωτική φωτεινότητα που την περιβάλλει (αφού προηγουμένως έχει χρειαστεί να αναμετρηθεί με σκότη καταχθόνια και αποκαρδιωτικά), αλλά και με τη ζέση του θεράποντα της ποίησης. Και στις δύο εκφάνσεις η θηλυκή πλευρά επελαύνει, κρούει, διαμελίζει, προσεγγίζει, αφίσταται και αντιστέκεται, προσδένεται και αφαιμάσσει, δονεί και συνάμα παρηγορεί. Πάνω από όλα στηρίζει έναν κόσμο, φτιάχνει έναν κόσμο εκεί που δεν υπάρχει και δίχως αυτήν ποτέ δεν θα γινόταν απτός αλλά και συνάμα αφαιρετικός.

Η ποίηση του Σταυρόπουλου είναι ενεργητική, γεμάτη εξάρσεις και ξεπετάγματα, οξύηχα μηνύματα και λεκτικές οκτάβες έκπληξης. Δεν συνομιλεί μόνο με το ποιητικό σώμα των προηγούμενων, κατέχεται από τον σκοπό να συνομιλήσει με το ίδιο το κινούν αίτιο: την ποίηση των ποιητών ή, αλλιώς, με εκείνο το τυφλό σημείο ακαριαίας (ακραίας) ταύτισης των λέξεων με το ασχημάτιστο της ποίησης. Μια τέτοια ποίηση δεν μπορεί παρά να ρέει με ένα τέμπο ελεύθερης τζαζ (τζαμαρίσματος στα όρια του αυτοσχεδιασμού). Δεν απευθύνεται σε μια οποιαδήποτε μορφή, αλλά σε ένα σώμα μεταφυσικό. Ο ποιητής δεν είναι ζηλωτής της δύναμής του, αλλά η αντήχηση μιας θαυμαστής αδυναμίας. Δεν κουβαλάει ποίηση, δεν γεννάει ποίηση, αποζητάει από εκείνη να τον φέρει στο φως. 

ΟΛΟΜΟΝΑΧΟΙ ΜΑΖΙ σημαίνει θα είμαστε για πάντα μαζί σε σημείο που μπορεί να μην γνωριστούμε ποτέ. Διότι το πάντα και το ποτέ είναι τα δύο άλυτα αινίγματα της ζωής, άρα και της δημιουργίας.

Την ποίηση του Σταυρόπουλου πρέπει να την αφουγκραστείς πριν την διαβάσεις. Να επαγρυπνείς καθώς την μελετάς, να την τραγουδάς σαν να είναι συριστική καταιγίδα και τελικά να την αφήνεις να δράσει μέσα του σαν μια διαπερατή μεμβράνη μέσα από την οποία σε τρυπάει η μικρή φλόγα του ποιητή. Το μόνο κέρδος του από το ολόλαμπρο κρύσταλλο της ποίησης.


Διονύσης Μαρίνος
Fractal, 21 Ιανουαρίου 2015


*Ευχαριστώ τον Διονύση Μαρίνο και το περιοδικό Fractal για την δημοσίευση αυτής της κριτικής ματιάς. 



ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΤΗΝ ΚΡΙΤΙΚΗ
http://fractalart.gr/stavros-stavropoulos/



Πέμπτη 18 Δεκεμβρίου 2014

ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ





Σε ακολούθησα διστακτικά
Φορώντας στο κεφάλι μου
Σαν κάλτσα
Το μακό των Guns and Roses
Φόρεσα και σε σένα ένα
Με τριαντάφυλλα
Για να είμαστε ίδιοι
Με τον πίνακα του Μαγκρίτ

Βεβαιώθηκα ότι το ύφασμα
Είχε κουμπώσει καλά
Στις αβεβαιότητες των ματιών σου
Και τα πίεζε
Δημιουργώντας δυο κλειστές λίμνες
Έπειτα κόλλησα τα χείλη μου στα δικά σου
Με προσοχή
Να μην εισπνεύσω τα φαντάσματα

Το μακό σιγά σιγά έλιωσε
Στο σημείο της επαφής με το σάλιο
Φάνηκε η αρρώστια των χειλιών
Ήταν ξεραμένα
Όπως ένα ποτάμι
Που έχασε την ιστορία του
Πόσοι μάγοι τελετουργούν
Κάτω από ένα μόνο δέρμα ;

Το δάσος ήταν παντού
Από το στόμα σου
Έβγαιναν ακόμη χαρτιά
Άχρηστα σαν ζωγραφισμένα άνθη
Μετά συνάντησα τη γλώσσα σου
Και μας σκέπασε το σάλιο

Τα χέρια σου — ο πύργος του Κάφκα
Έκαναν μια αδύναμη κίνηση προς τα μπρος
Ακουμπώντας τα πιστόλια στα μάτια μου
Μη φοβάσαι
Έχω βγάλει τις σφαίρες
Ρίξε

Τα μαλλιά σου ήταν κολλημένα
Λες και είχαν μπλεχτεί μέσα τους
Όλες οι ακρίδες της Βίβλου
Έπιασα μια και σ’ την πρόσφερα
Έτριξε πάνω στο χέρι σου
Σαν φρεσκοπλυμένο μωρό

Μετά βρεθήκαμε ενωμένοι
Με τα αγκίστρια στο στόμα
Στο δρόμο προς το μαντείο
Των νεκρών εαυτών
Διασκεδαστικά ακίνητοι
Με το καινούριο μας χώμα κοινό
Από τις εκδρομές στη λύπη

Τότε η ποίηση σου είπε
Να της δώσεις το φέρετρό σου
Να κοιμηθεί
Αυτή είναι η βάρκα μας
Σου είπα

Με πλήρεις λέξεις

(ΟΛΟΜΟΝΑΧΟΙ ΜΑΖΙ, Σμίλη 2014)




Τετάρτη 26 Νοεμβρίου 2014

ΜΕ ΤΟ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟ ΤΜΗΜΑ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΣΟΥ ΧΩ - ΡΙ - ΣΜΕ - ΝΟ




Τι θέλεις πάλι μέσα στο θάνατό μου ;
Θα ξυπνήσεις τα φαντάσματα που κοιμούνται
Μεταξύ χολ και κρεβατοκάμαρας
Με το μεγαλύτερο τμήμα της καρδιάς σου
Χωρισμένο
Θα λερώσει και το χαλάκι
Έτσι όπως στάζει
Αυτό το ακατάλληλο κόκκινο

Όσο πάει απλώνεται
Στις γνωστές εβδομαδιαίες συνεδριάσεις μας
Με δαγκώνεις
Και φοράω σκισμένες υπομονές
Πάνω απ’ τη ναφθαλίνη μου
Να μη με γεννάει κανείς

Το ραδιόφωνο στην κουζίνα
Παίζει εκείνο το ξεχασμένο τραγούδι
Θα αλλάξω τις στροφές του
Και θα το γυρίσω ανάποδα
Να έρθει ο διάολος και να φοβηθείς
Να φύγεις απ’ την κουζίνα
Αφού ούτως ή άλλως
Δεν ξέρεις να μαγειρεύεις

Ακούω τα τακούνια σου στο κεφάλι μου
Το κάνουν στρογγυλό
Μοιάζει με πεθαμένο φεγγάρι
Άρχισες να διαδίδεσαι στο σώμα μου
Σαν πυρκαγιά
Ένας δηλητηριώδης κισσός
Βγαίνει απ’ το στόμα σου
Σε μια τελική αναρρίχηση
Σβήνεις μέσα στη γλώσσα μου
Σε χιλιάδες κίτρινα χάπια
Σπασμένα στη μέση

Στο τέλος μάζεψες τα σεντόνια
Χρειάζονται πλύσιμο είπες
Με μια υπόκλιση παλιάτσου
Ήξερα ότι έβγαινες από μέσα μου κρυφά
Το χρώμα στη μύτη και στα μάγουλα
Ήταν ακρυλικό διπλής
Όπως βάφουν τα παλιά αυτοκίνητα
Για να φαίνονται καινούρια

Ένας σκορπιός ανέβηκε
Στη γνωστή κόλαση όπου εργαζόμουν
Άνοιξε ένα τετράδιο
Και άρχισε να καταγράφει ζημιές
Τον πυροβόλησα

Και ξαναέπεσα για ύπνο

(ΟΛΟΜΟΝΑΧΟΙ ΜΑΖΙ, Αλαζονεία, εκδ. Σμίλη 2014)

Δευτέρα 24 Νοεμβρίου 2014

ΜΙΑ ΟΛΟΜΟΝΑΧΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ


Σήμερα στο "Φίλιον" (Σκουφά 34, Κολωνάκι). Στις 8 το βράδυ. Μια συζήτηση. Μια παρουσίαση. Μια ματιά: Στη νύχτα, στο μετά, στο κόκκινο.

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΑΓΓΕΛΑΚΗ ΡΟΥΚ - ΣΤΑΥΡΟΣ ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ: ΟΛΟΜΟΝΑΧΟΙ ΜΑΖΙ.



Σάββατο 25 Οκτωβρίου 2014

ΠΩΣ ΜΕ ΛΕΝΕ, ΘΥΜΑΣΑΙ;





Τα μάτια σου δεν κοιτούν πουθενά
Βουβοί γερανοί με πράσινες άκρες
Ασαφή σαν χαλασμένα ρολόγια
Που προσπαθούν να θυμηθούν
Την ώρα τους

Πρέπει να σταματήσω αυτό το ατύχημα
Γιατί ο κόσμος θα εκραγεί
Όλο και περισσεύουν νεκρά όργανα
Πώς με λένε θυμάσαι ;
Πώς με λένε θυμάσαι ;

Έχω ένα μεγάλο κενό
Τη νύχτα
Εκεί που πάω να το τυλίξω
Σαν επιτραπέζιο παιχνίδι
Χωρίς κεφάλι
Ξεπροβάλλει η γύμνια σου

Αβάσταχτο λάδι η θάλασσα
Απέναντί μου
Είμαστε υπερβολικά μικροί
Για να τη χωρίσουμε
Όμως αν σκύψεις
Γονάτισε
Μπορείς να ακούσεις το κύμα
Να τρέχει στα αυτιά μου
Θυμάσαι τώρα ποιος είμαι ;
Θυμάσαι τώρα ποιος είμαι ;

Θυμάσαι τώρα ποιος είμαι ;

Ο κόσμος κάποτε έφυγε
Η ηλικία του χάθηκε
Στην απόφαση του θανάτου του για να ζήσει
Την τελευταία φορά που τον είδα
Παραμερίζοντας στα ασκέπαστα πόδια σου
Ένα δειλό καθυστερημένο συγγνώμη
Ήταν κόκκινος
Με ανοιχτό στόμα
Σαν έκπληκτη έρημος

Από τότε ο γάμος μου με τους δρόμους
Έζησε ευτυχισμένες φορές
Το όνειρο του αναντικατάστατου
Συμβιβάστηκε
Από τα άσπρα κρεβάτια των χαμένων
Σε απελπισία σιωπής
Κρεμάστηκα μια φορά
Από ένα νήμα
Αλλά δεν τα κατάφερε
Εγώ έζησα
Εκείνο κόπηκε

Έκανα και παιδιά
Μεγάλα μπουκάλια με στενό λαιμό
Αγγέλους της ερημιάς
Σαν του Κέρουακ

Τα αφήνω στα παγκάκια
Εκεί που υπάρχει φως
Δίπλα σε ανοιχτές αχιβάδες
Όλο και κάποιος θα τα δει
Εγώ δεν μπορώ να τα μεγαλώσω
Ξέρω ότι πρέπει πρώτα
Να μεγαλώσω εσένα

Θυμάσαι τώρα ποιος είμαι ;


(ΟΛΟΜΟΝΑΧΟΙ ΜΑΖΙ, Αναγνώριση, εκδ. Σμίλη 2014)



Παρασκευή 3 Οκτωβρίου 2014

ΑΠΛΗΣΤΙΑ





Σε είδα να του γράφεις
Σχεδόν παρακλητικά
Διαθέσιμη σε ληστείες
Κι ήταν σαν να γδυνόσουν
Μπροστά στο άγνωστο

Τον φαντάστηκα πάνω απ’ την οθόνη
Να χαζεύει τα σχέδια του κορμιού σου
Με γλώσσες επείγουσες
Γυρεύοντας δωρεάν μουσική

Κι όπως πηγαινοερχόταν το στήθος σου
Από την αγωνία
Πηγαινοερχόταν ο κόσμος
Από την ντροπή των θηλών
Που πλησίαζαν να ακουμπήσουν
Σαν σελίδα κάποιου βιβλίου του Τρόκι
Ενώ οι θερινοί κινηματογράφοι στην Πλάκα
Ήταν ακόμα κλειστοί

Έμεινα να κοιτάζω
Αυτή τη λερναία πλεονεξία
Που ασφυκτιούσε για οξυγόνο
Οπουδήποτε
Ένοιωθα την αναπνοή σου βαριά

Έφτασες μέχρι τις λεπτομέρειες
Που περίμεναν οι Ινδιάνοι
Ευχαρίστως να σου στείλω
Και τις τελευταίες ζωές μου
Δεξιά μου ο τοίχος
Σαν να μετακινήθηκε
Αν τον πατήσεις
Σε βγάζει κατευθείαν εκεί

Άπλωσα το χέρι μου απότομα
Και σταμάτησα την ταινία
Ενώ διαλύονταν οι γραμμές σου
Ήταν κακογυρισμένη
Με μαύρες λεζάντες
Και τα γράμματα προδοσίας
Σε κούραζαν

Αύριο θα φορέσω γυαλιά

Με κάποιο τρόπο
Πρέπει να προστατεύσω τα μάτια μου

Έζησα όλο τον κόσμο
Για να προλάβω
Να αφήσω ένα ίχνος
Στα πόδια σου

Φωνήεντα σάρκας
Εσύ


(ΟΛΟΜΟΝΑΧΟΙ ΜΑΖΙ, Σμίλη, 2014)