Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΝΥΧΤΑ ΕΙΝΑΙ - ΘΑ ΠΕΡΑΣΕΙ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΝΥΧΤΑ ΕΙΝΑΙ - ΘΑ ΠΕΡΑΣΕΙ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 22 Απριλίου 2011

ΕΚΑΤΟ



ΑΥΤΗ η λύπη του χαρτιού. Ανεβαίνει. Εγινε μια τρομαχτική αλλαγή εδώ. Η βροχή κάνει θρόμβους και σπάει. Στο κρεβάτι μου κοιμάται μια γυναίκα. Λέει τα κύματα ένα ένα. Αν ακουμπήσω την πόρτα θα γίνει ποτάμι.

Στο σκοτάδι, τα σώματα που κινούνται φαίνονται σαν ερωτικές χειροβομβίδες. Θα σου φυλάξω το όγδοο σύμφωνο, παρατεταμένο. Πέφτει. Με συγχωρείτε. Η ζωή έχει άλλη εντύπωση.

ΓΙΑΤΙ λόγος είναι όταν οι λέξεις σε σκάβουν και μπορείς να αλλάξεις την ανθρώπινη σημασία τους. Το σώμα μου, σαν γκρεμισμένο κάστρο. Χάνεται κάτω απ' το νερό των δρόμων. Τα πόδια μου είναι γεμάτα γυαλιά. Η εμμονή με την ομορφιά είναι μια ανίκανη να ωριμάσει επιθυμία. Μέσα στις χαραμάδες και στις ρωγμές των τοίχων κατοικούν τα φαντάσματα.

ΑΚΟΥΓΕΤΑΙ μια βιόλα. Σε επανάληψη. Τις νύχτες να θυμάσαι να στρώνεις τα σεντόνια με ξυραφάκια. Να θυμάσαι να πετάς τα σπασμένα γυαλιά στο πάτωμα και να χορεύουμε. Θέλω να νιώθω το κόψιμο αυτού που υπήρχε. Ο πιο δυνατός μυς είναι η καρδιά. Οσο περισσότερο την τρομοκρατείς τόσο αντέχει.

ΜΙΑ μέρα είδα το φεγγάρι να κολυμπάει στον ουρανό. Ποιος ξέρει πόσα χρόνια έχουν περάσει από τότε που έσβησε οριστικά το φως. Εκατό; Θέλω σήμερα να τα γυρίσουμε όλα από την άλλη πλευρά. Πάμε ανάποδα. Εκείνος είπε: Κι αν κατεβούμε τις σκάλες και δούμε τους πεθαμένους; Εκείνη είπε: Ασ' τους. Κοιμούνται χωρίς λύπη.

ΟΛΟΜΟΝΑΧΟΙ μαζί. Αφησα αυτή τη μικρή θάλασσα να τρέξει πάνω στα χέρια μου. Κάποια στιγμή άνοιξαν τα κύματα και πέρασε από μέσα τους ο Μωυσής. Μ' ένα μπουκάλι κρασί. Η Μαυρομιχάλη κυμάτισε για ελάχιστα δευτερόλεπτα κάτω απ' το νερό κι έπειτα εξαφανίστηκε. Οταν λες σ' αγαπώ μιλάς στον εαυτό σου. Αλλά κοιτάζεις τον άλλον. Θα μου πεις γιατί είμαστε μόνο στιγμές;

ΟΥΤΕ έρωτας ούτε θάνατος. Γίνεται να κρατήσουμε τις σιωπές σε κουτιά; Εβγαλα το δέρμα μου και το άφησα. Στο καμαρίνι του θεάτρου. Το όριο του ανθρώπου είναι το όριο της πτώσης του.

ΣΧΕΔΟΝ σφαγμένος από αξιοπρέπεια. Η κατάρα του ταξιδευτή είναι να κυνηγάει το φως. Εκεί που κουρνιάζει πάλι ο κόσμος και φαίνεται. Οταν ξανάρθουν τα πράγματα, θα είμαι εδώ. Να σπρώξω τον χρόνο να πέσει. Να πάψει να γεννάει γεράματα και να γίνει ένα σπασμένο αβγό στα μαλλιά σου.

ΒΛΕΠΩ τη νύχτα με χάλκινα δάχτυλα που μιλάει ποδήλατα. Εζησε όλες τις ηλικίες της μέρας όρθια, πριν γίνει νύχτα. Οταν είσαι μόνος με τον εαυτό σου, κάνει σκοτάδι. Μόνος;

Δεν γράφω πια. Καταστρέφω τη φροντίδα του εγώ. Οσο εγώ μπορεί να είμαι εγώ. Ο πιο μεγάλος ίλιγγος είναι αυτός για τον οποίον αξίζει να ζεις.

Πάμε να γεννηθούμε αλλού, σου λέω. Ο χρόνος αυτός έχει πεθάνει.

Ομως, παραλίγο να πω νύχτα.


*Το κείμενο αυτό είναι το υπ.αριθμ. 100 της στήλης και είναι το τελευταίο σ' αυτό τον κύκλο, αποτελώντας κατά κάποιον τρόπο μια συμβολική ανθολόγηση. Συμπληρώθηκαν δύο χρόνια. Ευχαριστώ πολύ τον κόσμο που ανταποκρίθηκε τόσο θερμά και μου έδωσε τη δύναμη να συνεχίσω. Ηταν συγκινητικό. Τα κείμενα θα κυκλοφορήσουν σε βιβλίο, τον Μάιο, από τις εκδόξεις Οξύ, με τίτλο Πιο νύχτα δεν γίνεται. Η συνέχεια επι της οθόνης.


Διαβάστε επίσης

Στη στήλη
Νύχτα είναι - θα περάσει

Κυριακή 17 Απριλίου 2011

ΕΚΑΤΗ


ΕΜΦΑΝΙΖΟΤΑΝ ξαφνικά μπροστά μου και απ' τα μαλλιά της έβγαιναν φίδια ξαπλωμένα πάνω σε νύχτες, αλλά αντηχούσαν.

Στη χάση του φεγγαριού. Σε κάθε της μπράτσο κρεμόταν από ένα σκοτωμένο ελάφι. Ζούσε πάντα με μια φουσκωμένη μήτρα για να γεννάει τον θάνατο, γιατί χωρίς τον θάνατο δεν υπάρχει ζωή. Πίσω της έσερνε κάτι σκυλιά ταραγμένα. Ούρλιαζαν και διέσχιζαν με αλυσίδες τη γη.

ΤΗΝ έβλεπα συχνά τα βράδια καθώς στριφογύριζε. Ανοιγα τα δάχτυλα του χεριού της και φιλούσα την παλάμη της. Μετά την έκλεινα σαν γροθιά για να διατηρηθεί το φιλί. Ο,τι είχε αγγίξει με τα μάτια της ήταν καμένο δάσος.

Το σώμα της, σαν κοράκι, επαναλάμβανε πάντα το ίδιο μάθημα: Ποτέ άλλο πια.

ΑΥΤΗ ήταν η δουλειά της. Να είναι πουθενά, γιατί πουθενά δεν υπήρχε τίποτα γι' αυτήν και ξάπλωσε. Πάνω σε προβολείς, σαν γονιμότητα. Να είναι τίποτα.

Ανοιξα το κορμί της και αφαιρούσα κομμάτια. Ασύμμετρης λύπης. Με καλούσαν τα τραγούδια της να αφαιρέσω όλη τη λύπη, σαν κλωνάρι πεσμένο έστεκε. Εβαλα όλο το χέρι μου μέσα στην κοιλιά της και με το στόμα μου. Σκέπασα τη μεγάλη πληγή να μην τρέχει.

ΜΕΤΑ γίναμε δέντρο καρφωμένο στη γη και η αναπνοή της σαν κεντητή αψηφούσε τον Θεό. Την είδα να παίρνει τα φαντάσματα μου απ' το χέρι και να στροβιλίζεται με φτερωτά βήματα. Εσερνε έναν χορό που βάραινε τη γη και τη σήκωνε στον αέρα.

Η τρύπα στην κοιλιά της μεγάλωνε. Βούλιαξα μέσα στη λύπη. Με έναν πανικό που με καλούσε βούλιαξα και φύτρωσα μέσα της. Αλλοτε σαν ακάθαρτο όνειρο και άλλοτε σαν ανάσα που έκαιγε τη σπονδυλική της στήλη.

Μου είπε, τίποτα σε τούτα τα μέρη δεν μπορεί να βλάψει τον θάνατό μου. Αλλά φοβόταν τη ζωή. Γιατί η ζωή τής έπαιρνε όσο θάνατο είχε απομείνει και τον λιγόστευε.

Η ΑΔΕΙΑ νύφη που φορούσε μαύρα καθάρισε το χρώμα της, σαν ρουζ το έξυσε μέχρι να φανεί ουρανί και προχώρησε με ανοιγμένη κοιλιά και απομακρύνθηκε. Σα λάμπα που σβήνει. Η λύπη έσταζε από την ανοιχτή τρύπα και γυάλιζε σαν παρκέ. Κομμάτια τριμμένα ιδρώτα την έβαφαν. Μπορούσε να ακούσει το χρέος του πόνου που συνοδεύει τον άνθρωπο από την αρχή. Ηταν χαμένη. Σπαταλημένη δύναμη. Μερικές φορές είσαι αυτό που δεν είναι για σένα. Και το ήξερε.

ΤΟ δείπνο που κάθεται μόνη της, στο άδειο από θεούς βουνό, δεν υπάρχει κανείς να της το προσφέρει. Και έγινε σκιάχτρο για να φοβίζει τα πουλιά, να μην μπαίνουν άλλα πουλιά μέσα στα σπίτια των ανθρώπων και τα ανακατεύουν. Και διαιωνίζουν το κακό της που σαν αβγό μεγαλώνει, σκεπασμένο απ' τη σκόνη, σε μια γωνία του κόσμου.

Γιατί έχασε τόσο άδικα τον θάνατο μέσα απ' τα χέρια της.

ΔΕΙΤΕ ΕΔΩ ΤΗ ΣΕΛΙΔΑ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑΣ
http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=267935

Διαβάστε επίσης

Στη στήλη
Νύχτα είναι - θα περάσει

Δευτέρα 11 Απριλίου 2011

ΚΑΙΣΙΟ - 137


ΕΚΕΙΝΗ τη στιγμή ο κόσμος έγινε βυθός. Στον πυθμένα της θάλασσας έμειναν στολισμένοι οι άνθρωποι και τα κοιτάσματά τους, σχεδόν ενωμένα. Μια άσαρκη πλάκα πολιτισμού. Υπήρχαν απολιθωμένα μωρά, σαν αγάλματα. Πόσο άδικα τα πήρε ο ύπνος. Έλαμπαν ακόμα τα μάτια τους από αγωνία. Ένα κόκκινο σύννεφο πάνω από την επικράτεια του νερού, σαν ορυκτό θανάτου, ταξίδευε τα χνώτα τους και τα σκόρπιζε στον αέρα. Εδώ κι εκεί, καμένες χορδές, σωροί από ζωές στοιβαγμένες. Στην καμπούρα της γης.
Η ανθρωπότητα δεν χρειαζόταν να περιμένει άλλο. Η αρχαιότερη αλήθεια του κόσμου είναι η είδηση του τέλους του.

ΠΙΟ ΠΕΡΑ, γκρεμός. Βρύσες που έσταζαν πετρέλαιο. Μια αόρατη μάχη. Ήταν τόσο αφύσικα κόκκινος ο ήλιος που αν τον κοιτούσες στα μάτια θα τυφλωνόσουν. Που ήταν τα σπίτια των ανθρώπων; Υπήρχαν φωτογραφίες που αποδείκνυαν την γεωγραφική τους θέση, τα ίχνη της κάποτε αρχιτεκτονικής τους, την κυκλική διαδρομή της ιστορίας τους. Εκεί ήταν οι αυλές, τα κυρίως δωμάτια, οι χώροι αναψυχής. Εκεί ήταν ο κεντρικός δρόμος. Πιο κάτω η αγορά. Οι εκκρεμότητες των ανθρώπων. Ό, τι ήταν ζωή είχε λήξει. Την είχε αγγίξει ένα χέρι θυμού.

ΤΑ ΔΙΑΦΟΡΑ κράτη, αφού κατέλαβαν το ένα το άλλο, έκλεισαν τους πολίτες σε φέρετρα και τους άφησαν αργά να σαπίζουν. Μιλούσες πια μόνο για κράτη που απαρτίζονταν από κράτη. Όλοι οι άνθρωποι είχαν γίνει νερό. Τους έβαλαν να κάνουν τη διαδρομή προς τα πίσω, πριν γεννηθούν, και να δολοφονήσουν τους γονείς τους. Για να κλείσει ο κύκλος. Η καταστροφή ήταν μια επιστροφή στο κενό και συγχρόνως μια απαλλαγή, μια πιθανότητα να φυτρώσει η ραχοκοκκαλιά αλλού.

ΟΤΑΝ εμφανίστηκε η σελήνη, ήταν σαν ένα μαύρο σήμα, ένα πληγωμένο ζώο στον ουρανό με τα αυτιά τεντωμένα. Δεν υπήρχαν άλλα δώρα να ανοιχτούν, άλλες θρησκείες να αντικαταστήσουν τις θρησκείες. Το παρόν ήταν μια κατάσταση που δεχόταν ισχυρή αμφισβήτηση. Όλο εμίκραινε. Ο εμφύλιος πόλεμος των ανθρώπων δεν έχει ποτέ νικητή.

ΓΕΜΙΣΑΝ τα πνευμόνια τους νερό και φωτιά και σαν δηλητήριο. Έγιναν ψάρια του πελάγους. Βασίλεψαν ήσυχα, ρυθμικά, ξαπλωμένοι σαν κομμένα δέντρα. Τα μάτια τους, ακόμη ανοιχτά, να αψηφούν τον Θεό.
Ήταν τέτοια η δύναμη της μόλυνσης που απ’ τα μανίκια τους έβγαιναν κλαδιά. Εκεί θα κρέμαγαν αργότερα, μαζί με το παρελθόν τους, τη χαμένη σημασία των ζωντανών. Ύστατη πράξη.

ΑΠΟ την γη έμεινε μόνο η ηλικία της. Ήταν τεσσεράμισι δισεκατομμυρίων ετών. Το σώμα της ξεκόλλησε απ’ τις εγκοπές και κύλησε σαν μπάλα, με τελετουργικό τρόπο, σε ένα ξανά κενό. Βούλιαξε μέσα στη θάλασσα, περιστοιχισμένη από φωτιές. Η μέτρηση θα άρχιζε από την αρχή, δηλαδή απ’ το τέλος.
Χωρίς ανθρώπους.

ΣΤΗ μέση ο ήλιος τα έβλεπε όλα.

ΔΕΙΤΕ ΤΗ ΣΕΛΙΔΑ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑΣ ΕΔΩ
http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=266102

Σάββατο 2 Απριλίου 2011

ΤΑ ΜΑΥΡΑ ΦΕΓΓΑΡΙΑ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ


ΚΑΠΩΣ έτσι μπορεί να άρχισε. Απ' το τέλος. Το καράβι πήγαινε κι αυτός μιλούσε. Μελωδισμένος. Καθισμένος στο αναπηρικό καροτσάκι του. Το ρίσκο του έρωτα είναι αλύπητο.

ΕΙΧΕ ρίξει μια κουβέρτα στα πόδια του - αντί να αλλάξει πόδια. Αντί να φορέσει άλλα πόδια, μακρύτερα. Προτίμησε να τα σκεπάσει. Να μη φαίνεται ύπνος. Ακουγε τη φωνή του. Αισθανόταν το χνότο της. Τις λέξεις να σπάνε φεγγάρια στη γλώσσα του. Ηθελε να δώσει τον πόνο αλλού. Να τον μεταβιβάσει πριν.

ΠΟΥ ήταν; Αυτό που είχε ζήσει έπρεπε να το πει τώρα. Για να το ξαναζήσει. Να το ακούσει πάλι. Να λέγεται. Είχε ανάγκη να δει εκείνο το γάλα να τρέχει στο στήθος της. Και να λέγεται. Να κάθεται πάνω στις ανατριχιασμένες θηλές. Σαν μαργαριτάρι. Και να το γλείφει. Εβλεπε το ανασηκωμένο δέρμα μπροστά του να θέλει να βγει. Ενα πελώριο κόσμημα. Μίλαγε. Μόνο μίλαγε. Καθισμένος στο αναπηρικό καροτσάκι του.

Ο ΘΕΟΣ ήταν αύριο. Ενα κομμάτι της χαλασμένης ομορφιάς στεκόταν με δυσκολία στα πόδια του. Της μιλούσε με κατεύθυνση προς τα μέσα. Το μοναδικό κοινό ήταν ο εαυτός του. Μιλούσε εκ μέρους του. Με αφορμή το εγώ. Αυτός ο ίδιος: «Τελικά η υποχρέωση είναι εκείνη που γεννά την αγάπη ή η αγάπη κρύβει μέσα της την υποχρέωση»;(1) Τον κοιτούσε με το μίσος του έρωτα. Ηταν ένας νικημένος στρατός που είχε μαζέψει τις σημαίες του κάτω από μια κουβέρτα.

ΟΤΑΝ ανακαλύπτεις την ακραία στιγμή της ζωής, πρέπει να τη βαδίσεις. Μέχρι το κορμί να ρημάξει από εξάρτηση. Από κρυμμένη ειδωλολατρία. Και έγινε λάφυρο.

Κολύμπησε τον εαυτό του. Τον στράγγιξε. Εως τον βαθμό της μαγείας. Εως εκεί που σιχαινόταν να συνεχίσει. Η λογική είναι ένα αποτυχημένο παράδειγμα. Μια ανάπηρη δύναμη, πολλές φορές.

ΤΙ είναι αρρωστημένο; Η μεγαλειώδης πρόβα, η τεράστια αποχώρηση, η υπέρτατη σκηνοθεσία; Του τέλους. Αυτός. Ανάπηρος, από υπερβολική δόση ζωής.

Του χάιδεψε τα μαλλιά. Σήκωσε ελαφρά το φουστάνι της -μια βροχή θανάτου. Το παγκόσμιο τραύμα της Γης. Κατέκλυζε το πρόσωπό του. Βάλε να πιω. Ανοιξε το. Το αποτύπωμα του Θεού γυάλιζε πάνω στη γλώσσα του. Οι δυνατότητες των υγρών είναι τρομακτικές. Οπως η αλήθεια.

ΚΑΠΩΣ έτσι μπορεί να τελείωσε. Από την αρχή. Καθισμένος στο καροτσάκι του, με περισσότερη περιουσία ποδιών από όλους.

Με φώτα παντού.

Στόμα σε λύσσα.

Φρίκη.

Χτυπήματα σφυριού.

Μέσα στα μάτια.

Ζωή.

[Για την ταινία του Ρομάν Πολάνσκι, Τα μαύρα φεγγάρια του έρωτα, βασισμένη στο ομότιτλο βιβλίο του Πασκάλ Μπρικνέρ.]

(1) Μαρία Χρονιάρη, Εκεί που αλλάζω ζωές, εκδ. Απόπειρα.


ΔΕΙΤΕ ΕΔΩ ΤΗ ΣΤΗΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ

http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=264013

Σάββατο 26 Μαρτίου 2011

ΤΖΑΖ



Ο ΑΣΠΡΟΣ άνθρωπος που ανέβηκε στη σκηνή έκανε μερικά σταθερά βήματα, τράβηξε το σκαμπό, κάθησε και άρχισε να ξεκοιλιάζει το πιάνο. Τράβαγε τα εντόσθιά του με μανία και σχηματίζουν στρατό.

ΑΠΟ το εσωτερικό της κοιλιάς του έβγαιναν οι ανάπηρες νότες, σαν κομμένοι κορμοί δέντρων. Σπασμένες φλέβες. Τα σπλάχνα είναι κάτι που δύσκολα συμβαίνει. Μαζεύτηκαν μετά ένα σωρό και άρχισαν να πέφτουν με δύναμη πάνω στους θεατές.

ΣΤΗΝ άκρη της σκηνής, ο τυφλός κιθαρίστας έπαιζε τις χορδές μ' ένα δοξάρι. Σηκωνόταν καπνός και μύριζε σαν καμένο λάστιχο και η χορδή πάνω στο πληγωμένο τάστο, σαν σηκωμένο αντρικό μόριο που αργούσε να τελειώσει.

ΜΙΑ γυναικεία φωνή αποστήθιζε τη δυσλεξία του Μπέκετ, και ήταν ψαλμός. Κολάσεως, πως - να - πω, πως - να - πως - πως - να - πω.

ΕΠΕΙΤΑ μπήκε ο Γουέιτς μες στο μαύρο παλτό του, σαν Τσάρλι Τσάπλιν, με την παλιομοδίτικη αγάπη του αγκαζέ και βούλιαξε στο μέσο της αίθουσας. Μετανάστης του 1917. Μίλησε ελάχιστα με το φάντασμα του Μπρεχτ, πήραν ο καθένας το δικό του αριθμό και ασχολήθηκαν με το παραμιλητό των οργάνων.

Ο ΑΣΠΡΟΣ άνθρωπος του πιάνου κοίταζε μια παράξενη παρτιτούρα από εικόνες. Αυτός και ο ντράμερ ήταν δυο πόλεις που βρίσκονταν σε θρησκευτικό πόλεμο. Η μια ήθελε να αλλάξει την πίστη της άλλης. Ενδιάμεσα έπεφταν οι νεκροί ήρωες και οι νεκρές λέξεις. Οι νεκρές ηλικίες ζωής. Η φωνή του Μπέκετ συγκέντρωνε αιχμαλώτους και τους μοίραζε στην αίθουσα. Το πιάνο κινδύνευε να διαλυθεί.

Ο ΑΣΠΡΟΣ άνθρωπος ξεκάρφωσε την επιδερμίδα του και άρχισε με αυτήν να βαράει τα πιατίνια του ντράμερ. Μετά έβγαλε τα νύχια του και τα έσυρε πάνω στη μεταλλική επιφάνεια. Οι εικόνες περνούσαν μέσα, έμπαιναν στους νευρώνες του εγκεφάλου, και ξαφνικά έγινε μουσική.

ΠΩΣ - να - πω - πω - πως - να - να - πω - πω. Αυτή είναι όλη η μουσική. Ολη η μουσική είναι μετά απ' αυτό που είναι η μουσική. Ερχεται μετά, σαν άγγελμα και τίποτε άλλο. Γιατί όλη η μουσική είναι τίποτε άλλο. Αβάσταχτη, βουτάει μέσα στα μάτια των ανθρώπων και τίποτε άλλο.

ΤΟ ΠΙΑΝΟ έχει πιει τις εικόνες, αρχίζει να στεγνώνει ο οισοφάγος του. Εξω βρέχει. Η βροχή μπαίνει σαν δίψα μέσα στην αίθουσα και αγκαλιάζει τους μουσικούς. Ο,τι είναι να χαλάσει το βλέμμα θα αποβληθεί. Κάποιος να πάρει το κονσέρτο και να το κόψει με το ψαλίδι. Να αφήσει την ανάμνηση της μουσικής σε κάθε ανθρώπινο όριο.

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ του πιάνου -που παρέμεινε άσπρος σε όλη τη διάρκεια της συναυλίας- πήρε ένα εργαλείο μακρύ, ξεβίδωσε όλη την αίθουσα, τους μουσικούς, τους θεατές, τη βροχή και τις εικόνες, τα δίπλωσε όλα σε ένα κουτί και έγινε πάλι μουσική. Αβάσταχτη.

Γιατί όλη η μουσική είναι σαν άγγελμα. Και τίποτε άλλο.

[για τη μουσική παράσταση cinepoeme του Σάκη Παπαδημητρίου, στις 24 Φεβρουαρίου 2011, στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών]


ΔΕΙΤΕ ΕΔΩ ΤΗΝ ΣΤΗΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=261898

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Στη στήλη
Νύχτα είναι - θα περάσει

Σάββατο 19 Μαρτίου 2011

ΧΡΟΝΟΣ ΑΠΟΥΣΙΑΣ


ΚΙ όπως έμπαινε η θάλασσα απ' τα παράθυρα και την παραβιασμένη πόρτα, οι τοίχοι ξεφλούδιζαν σαν ταπετσαρία κι έφερναν ένα γύρο τα έπιπλα.

Εμοιαζαν παγιδευμένα στο σπίτι. Το πάτωμα γινόταν σιγά σιγά θηλυκό. Αποκτούσε καμπύλες, πτυχώσεις, ιριδισμούς. Το στόμα του, σαν ανοιχτό, ρουφούσε τη θάλασσα και πνιγόταν. Απ' έξω ο δρόμος. Τόσο μακριά και τόσο κοντά. Σαν φίδι, που λίγο πριν νυχτώσει επίσημα, τα κλείνει όλα σε ένα αχόρταγο τώρα, που είναι εντελώς χθες. Και τα σφίγγει.

Η ζωή λέει τα πάντα στους πάντες σε παρατατικό χρόνο. Ο ενεστώτας είναι χρόνος απουσίας. Μια ανυπόφορη επέτειος. Πού πήγαν τα πράγματα; Θα τα ξαναδούμε;

ΤΟ κουρτινόξυλο είναι πεταμένο σε μια γωνιά. Μια παρατημένη κιθάρα, έρημο σύμβολο. Της σιωπής. Ενα πλαστικό ποτήρι καφέ. Με κοιτάζει το γυμνό στήθος μιας γυναίκας. Ή είναι πίνακας; Τα βιβλία επιπλέουν. Θα 'ρθει καιρός που, από έλλειψη χρόνου, οι σελίδες θα γυρίζουν μόνες τους. Θα καταδιώκουν την έλλειψη νοήματος με υπεράνθρωπη ελπίδα.

Θέλω να βγάλω τα γεγονότα του σπιτιού έξω. Φτάνουν στην άκρη και αφήνουν ήλιο να στάζει. Αλλος τρόπος από χυμένο ήλιο δεν έμεινε. Πέφτει πάνω στο νερό, δημιουργώντας δέσμες. Είναι σανίδες φυγής. Μην ξαναπείς ποτέ ότι η αγάπη είναι ένας σκύλος απ' την κόλαση. Ολοι οι σκύλοι είναι στον παράδεισο. Η αγάπη είναι αλλού.

ΘΥΜΑΜΑΙ τις παλιές εποχές. Σαν να κοιτάζω από τραβηγμένη κουρτίνα. Εκείνο το αργοπορημένο κορίτσι στις κερκίδες του Λυκαβηττού. Κάποια μέρη σιωπή, κάποια μέρη λέξεις. Ποτέ δεν βρίσκεις το σωστό κοκτέιλ. Το παρελθόν είναι κάτι που βλέπεις, χωρίς να ακουμπάς. Κάτι που το βάφεις ξανά και ξανά, με σπρέι θερμοκρασίας. Θυμάμαι πως άγγιζα με τα δάχτυλα, σαν πινέλο. Υπήρχα για να διαπιστώσω τα πράγματα, για να τα δω να γεμίζουν συνήθεια. Μετά να χωλαίνουν. Οταν τα πράγματα παύουν να αποτελούν ερωτικά αντικείμενα, χάνουν τη σημασία ζωής που έχουν. Το υλικό τους βαραίνει.

ΕΞΩ η νύχτα φωτίζει τη νύχτα, προετοιμάζει αργά το επόμενο βήμα της. Τι είναι βήμα; Αμίλητο νερό. Από τα βράχια του ουρανού οι άγγελοι πέφτουν ακόμα. Σαν τρομαγμένες πεταλούδες, έρχονται από ψηλά. Είναι τόσο σύντομη η πτώση τους, που δεν προλαβαίνεις ούτε να την αντιληφθείς.

Πέρασε τόσος καιρός απ' το μέλλον. Σχεδόν τον έσκαψα μέσα μου. Τώρα διαρκώ. Θα μακρύνω κι άλλο τα χέρια μου, για να μπορώ να σ' αγγίζω.

ΔΕΝ γράφω πια. Σημειώνω τις σκιές των ανθρώπων που γυαλίζουν τη νύχτα, σαν ψεύτικα κτήρια. Το λούστρο τους καθώς ζουν σβήνει. Μένει μόνο μια ανοιχτή επιφάνεια, σαν κοιλιά ψαριού, που περιέχει νεκρά σχέδια. Τα αντιγράφω σε μια κόλλα, για να τα σώσω.

Οι άνθρωποι δεν είναι ούτε ευτυχισμένοι ούτε δυστυχισμένοι.

Είναι απλώς τραγικοί.


ΔΕΙΤΕ ΕΔΩ ΤΗ ΣΤΗΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=260164

Σάββατο 12 Μαρτίου 2011

ΑΠΕΝΑΝΤΙ


Μη με ακουμπάτε -τώρα λείπω- είμαι απλησίαστη άγκυρα καρφωμένη στη θάλασσα και λέω σιωπή, πάνω μου προσγειώνονται εκατομμύρια ελικόπτερα από νυχτερίδες, μιλάω αγκάθια πασαλειμμένα με αίμα -όλα μου τα δάχτυλα είναι βουτηγμένα στον ουρανό- βρήκα εκεί την πόλη να βυθίζεται μαζί σας, σαν παιδί πρόωρα γερασμένο, κίτρινη πόλη πέσε στα γόνατα, είχε διεκδικήσει τη μουσική κάποτε, την είχε θελήσει, τις απέμειναν τρεις σπασμένες χορδές κι ένας ενισχυτής χωρίς ρεύμα,

μόνο τα μάτια σου είχαν ρεύμα, ακουμπούσα εκεί πάνω τους εφιάλτες μου κάθε που ήθελα να πεθάνω, χρόνια τώρα ζούσα με τα μάτια σου τρομαγμένα στο στήθος μου, σε όλους τους κόσμους που έλειπες, άναβα το κεφάλι μου σαν λικέρ και έπινες από τις παύσεις, από τις ξηλωμένες ρίζες του σώματος, η σάρκα είναι ακορντεόν θλίψης σου έλεγα, μην το ακούς, αυτή η μελωδία μοιάζει περισσότερο με καντήλι γεμάτο κινούμενη άμμο, σέρνεται σαν επιδημία και μεγαλώνει τα γεγονότα, τα τεντώνει μέχρι να σπάσουν, ή να μπει το ένα μέσα στο άλλο και να χαθούν,

η ζωή αντιγράφει τον έρωτα, γι' αυτό είναι ημιτελής, γι' αυτό πέφτει, επειδή όλοι οι άνθρωποι πέφτουν σπαταλημένοι, σαν βροχή, και ο χρόνος τούς βρίσκει λυπημένα δωμάτια, θα τον σκορπίσω αργότερα στα καταφύγια του κόσμου, για την ώρα δεν πλησιάζομαι, εκτελώ ακόμα χρέη Σαββάτου με την ποινή της φωνής,

είδα κάποιες ζωές κάποτε που θύμιζαν επειγόντως ανάγκη, ήταν σημαδεμένες από υαλοβάμβακα για να μην εισχωρεί μουσική μέσα και τις αφαίρεσα από τις παγωμένες μασχάλες μου, μου το έδειχνε ο καιρός, μου το έλεγαν οι ειδικότητες της νύχτας,

εκείνη η ακόμη γυναίκα με τα περίπου μαλλιά πάνω στην κουνιστή πολυθρόνα της πλέκει με μανία τον θάνατο, φοράει τα γυαλιά της ανάποδα και σαν επιθυμία, κουνιέται μαζί με τα έπιπλα του σπιτιού, μετά έγινε Πάσχα απευθείας και κοκκίνισαν όλα, στο ξύλινο πάτωμα άρχισε να φυτρώνει αναπάντεχα έξοδος, όμως όλα τα ρολόγια έδειχναν πίσω,

δεν υπάρχουν άλλες ζωές να χαθούν, είπε ψύχραιμα ο άνθρωπος που είχε αντικαταστήσει τον εαυτό μου, bang bang he shot me down, ο πυροβολισμός ακούστηκε σαν αγάπη, bang bang, είναι ναρκισισμός της συνείδησης όταν σκοτώνεις τον εαυτό σου για να τον στερήσεις απ' τους άλλους,

στη μέση του δρόμου βρέθηκαν πεταμένες οι παλιές μου ιδιότητες, είναι όλες εδώ, το απορριματοφόρο τις προσπέρασε με ταχύτητα, σήκωσα τον ρόλο μου απ' το πεζοδρόμιο, τον ξεσκόνισα προσεκτικά και περπατήσαμε ώς την άκρη του χρόνου, ποιος απ' τους δύο είχε πεθάνει;

σε ξέρω εσένα, σε ξέρω, αύριο πάλι -θα λείπω- να το εξηγήσω αυτό, το μόνο που έχω πια είναι απόσταση και ανάβει, έχω μια ανοξείδωτη άνοιξη και μια λευκή κονκάρδα ανάμεσα στα μάτια μου που χωρίζει στρατόπεδα,

ΔΕΙΤΕ ΕΔΩ ΤΗ ΣΤΗΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ

http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=258212


ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ ΕΔΩ
Στη στήλη
Νύχτα είναι - θα περάσει

Σάββατο 5 Μαρτίου 2011

ΔΥΟ


ΘΑ σου πω πριν. Οταν έγινε καταφύγιο και γύρισαν όλοι. Ηταν ένα σκοινί και ανέβηκα. Ανοιξα μια πόρτα. Επιστροφής, σιδερένια. Η πόρτα ήταν λόγος. Των ιπποτών. Λέγεται και πανδοχείο των ζώων. Διέσωζε αφύλακτα είδη. Θα μπορούσε να χαρακτηριστεί κιβωτός. Ζώο είναι ό,τι απαραβίαστα διαφεύγει. Ο,τι με το σώμα του διαδραματίζει τα σπάνια γεγονότα. Στη διαπασών.

ΠΗΓΑ εκεί και καθόμουν. Και με τις πτυχώσεις μου, σαν καθήκον. Τους είδα να μπαίνουν. Τα διαφορετικά είδη και γένη. Οι αναρίθμητες φυλές. Είχαν μια φωτεινή, ινδιάνικη δέσμευση, σαν προσευχή. Οι μοναχικές καρδιές του λοχία Πέπερ. Χωρίς συρματόπλεγμα. Κόσμος πολύς. Εμοιαζε με πρεμιέρα.

ΥΣΤΕΡΑ μπήκαν όλοι ανήσυχοι σ' ένα εσωτερικό που ήταν δωρεάν κήπος. Χειμώνας σχεδόν. Στον κήπο ήταν γραμμένη με κιμωλία η φράση: Η πραγματικότητα δεν υπάρχει. Επαιζε μια μουσική. Γειτονιάς. Σε ξεχασμένα ελληνικά. Σαν ψαλίδι έμπαινε και έβγαινε στην κοιλιά του κόσμου. Περιέγραφε το αποτέλεσμα της σιωπής που είναι λόγος. Τα πρόσωπα των ανθρώπων ήταν κομμένα. Τηλεφώνημα στις πέντε το πρωί. Ελα.

ΑΡΧΙΣΕ τότε να τελείται το μυστήριο της ερωτικής ηλικίας. Ερωτας είναι η καθόλου ηλικία. Δωρεά οργάνων. Κάποιος έκοψε το ψωμί και το μοίρασε. Βρισκόμαστε σε ταινία του Παζολίνι. Ο Ακατόνε μεταλαμβάνει τους θαμώνες. Ετσι γίνεται πάντα; Ετσι. Δεν υπάρχουν άλλες εικόνες. Οταν φτάσω στα μάτια, θα σου πω.

Δεν φοβάμαι ποτέ. Θα ρωτήσω τον Καβάφη. Να φανεί το τοπίο. Ο χρόνος απαγορεύεται. Πίσω απ' το βουνό, το ευάλωτο μνημείο της αγάπης. Πώς να την αναπνεύσεις. Δίπλα, ο Κάρολος Κουν ανεβάζει μια ροκ όπερα. Πιστεύεις στους χωρισμούς;

ΤΑΜΠΕΛΑ με το αποσιωπημένο σώμα του Χατζιδάκι. Φορά φανέλα. Από δω. Ενα σκίτσο, σαν Ελευσίνα: The party is here. Το stay, είπε ο ποδηλάτης δίπλα μου και γέμισε με ποιήματα τα μπαλόνια. Το συνεργείο των εργατών άλλαζε την επίπλωση. Από τις τέσσερις στις έξι. Οι τέσσερις εποχές της νύχτας. Προς τιμήν της ζωής.

ΕΝΑ διπλό στρώμα. Στο πάτωμα. Σαν λαϊκή ύβρις. Χαλάσματα. Νιπτήρας κοινός. Μια βιβλιοθήκη. Από φαγωμένο σουηδικό ξύλο. Διαβατήριο. Εκκλησία. Ράφια εξέχουν απ' το καμπαναριό. Στη θέση του ακριβού πολυέλαιου, ένα φτηνό λαμπατέρ. Χλομό φως. Με λάδι. Το είχε ο Μπέκετ στο γραφείο του όταν έγραφε το «Τέλος του παιχνιδιού». Εντούτοις, γιορτή. Ερωτας. Επειδή ο καιρός τελείωσε. Επειδή όταν μεγαλώνουμε νυχτώνει νωρίς.

ΤΟ όνομά μου είναι καταφύγιο. Είμαι δυο χρονώ. Διαβάζω. «Η μόνη μου μέριμνα είναι να κάνω κύκλους γύρω από το νερό που ξεδιψάει τη νυχτερίδα μου»(1). Εχω αδυναμία στο λιμάνι του Πειραιά και στη νύχτα. Το φύλ(λ)ο μου είναι σαρκώδες. Με έφτιαξαν από ανθρώπινο υλικό. Αντέχω. Επιθυμώ. Διατηρώ ακόμη εκείνη την παλιά κατάρα να βλέπω καλά. Ο Μάρτιος τρέχει απ' τα κανάλια των ματιών μου.

Ειρηνικός. Χωρίς να θυμάται ονόματα.

Με ασυνήθιστη μανία.

(1) Γιώργος Κακουλίδης, Ο πειρασμός της μάχης


ΔΕΙΤΕ ΕΔΩ ΤΗ ΣΤΗΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ

http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=256696

Σάββατο 26 Φεβρουαρίου 2011

ΔΕΡΜΑ


ΑΡΧΙΣΕ πάλι να σηκώνει σκοτάδι. Ο ουρανός είναι λερωμένος ακτές. Ολες οι όχθες πνίγονται στα χέρια μου. Πουθενά δεν είμαι.

Ο άνθρωπος αφήνει ένα σκληρό τσόφλι να εξηγεί. Αφήνει πίσω του μια αιτία και περιφέρεται. Στην πλάτη του απλώνουν εικόνες. Σαν άδικα πνεύματα. Δυο παλιά κεριά. Θα γινόμουν άγγελος, αν ήταν να μην ακούω. Να μη βουίζω ζωή. Περιέχω το ίδιο δέος που περιέχει η θάλασσα.

ΟΤΑΝ φανούν οι καθρέφτες, το πλήθος θα εναντιωθεί στο φως. Να είμαι εκεί. Θα γεμίσει η πόλη καταργημένα είδωλα. Και άμαχος. Αλλά με γυαλισμένες χάντρες, κοιτώ.

Ενας καταρράκτης τα πρόσωπα. Νεκρές μηχανές. Λείπει η λύπη. Αναγνωρίζω το ακατάπαυστο που δεν θέλουν να δουν. Ο θάνατός τους είναι καρπός. Χάνεται μέσα στο κόκαλο του πορτρέτου και προς τα 'κει. Ερχεται να γελάσει συνέπειες. Ο θάνατός τους είναι θαμπός. Ασχημάτιστος. Σαν κορίτσι στην εφηβεία.

ΠΑΡ ΟΛΑ αυτά, μόνο δείχνουν. Με μια αηδία. Ξεκόλλησε η ψυχή μου να βλέπει. Ολο αύριο είναι. Ολο δεν επιτρέπεται να μιλήσω. Μιλούν. Ημερομηνίες. Η απογραφή των πραγμάτων είναι αποθήκη θανάτου.

Υπάρχει ένα παλιό παιχνίδι σαν αστείο, που ο ένας χώνει το χέρι του στα μάτια του άλλου και του βγάζει τις λέξεις. Μέχρι το τέλος. Του ξεριζώνει τις ίνες των φράσεων απ' τα μάτια. Οι ρόγες στα δάχτυλα μαυρίζουν, και όμως αίμα. Τρέχει. Ολόκληρο το χέρι είναι ένα άγνωστο αίμα. Το χέρι του σώπασε λέξεις.

Εβγαλαν τις λέξεις από τα μάτια μου και τις έκαναν δέρμα.

ΠΕΣ χάθηκα. Πες το. Της αφήνει το χέρι. Θέλω να χαθώ απ' το τέλος των πραγμάτων.

Ομως ένιωσα αυτό που αρμόζει. Και σέρνεται σαν νέος λοιμός. Αναβλύζει από τα σώματα, τα μέρη, τα άδεια βαγόνια που είναι ζωές. Των ανθρώπων. Οχι τώρα, μετά.

Ξεδιπλώνω κάτι που λέγεται θάλασσα. Σαν λιπόθυμο ζώο. Και με συγκίνηση την άπλωσα στο χαλί μου να ετοιμάζεται. Λέει τα κύματα ένα ένα.

Εγινε μια τρομακτική αλλαγή εδώ. Δεν θέλω να δω. Αν γυρίσω να δω, θα στεγνώσουν όλα.

ΜΑΖΕΥΟΝΤΑΙ έπειτα οι πράξεις στο εργοστάσιο που σβήνουν τα χρώματα και τις στοιβάζουν. Με καταπληκτική μανία τις φέρνουν οι εργάτριες με γυάλινα χέρια. Τις κουβαλούν ώς το τέλος. Φτιάχνουν μικρά βουνά για να πράξουν οι πράξεις και να γίνουν ξεθυμασμένα κρασιά στον ήλιο. Και να στεγνώσουν.

Δεν θα γυρίσω να δω. Αν γυρίσω, στέγνωσαν όλα.

ΝΑ θυμάσαι να εξατμίζεσαι. Οταν σου πω. Καιρό τώρα γράφω τον πόλεμο με φωτιά και χρέος προετοιμασμένο. Κάτασπρος, σαν φόβος μωρού πριν από τη γέννηση. Οι κολόνες του λαιμού μου έχουν φουσκώσει.

Θα τις ρίξω στη θάλασσα με βαρίδια και χωρίς άλλο λαιμό. Χωρίς να πω γράμματα. Θα πάρω το αρχαίο τσεκούρι μου.

Και από την επιφάνεια της γης θα ανεβεί ένα φως σαν πυρετός.


ΔΕΙΤΕ ΕΔΩ ΤΗΝ ΣΤΗΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
http://www.enet.gr/?i=issue.el.home&date=26/02/2011&id=254537

Σάββατο 19 Φεβρουαρίου 2011

ΧΩΡΑ ΠΟΤΕ


ΕΝ τω μεταξύ τίποτε δεν μπορούσε να περιορίσει αυτή τη χυδαία πληγή που ανέβαιναν τα μυρμήγκια και μαζεύονταν.

Άφηναν τα χειμωνιάτικα σημάδια τους που σαν αρρώστια όλο μεγάλωνε. Και απ' το στόμα της. Ερείπια έσταζαν σαν ποτάμια. Οσοι είχαν την ευθύνη του παρελθόντος της είχαν κρυφτεί.

ΞΕΠΟΥΛΑΓΕ αυτή η γριά γη την ήττα της σε δημοπρασία. Την έβγαζε στο παράθυρο και την έδειχνε με τα χαλασμένα δόντια της. Σαν δελτίο ειδήσεων ήταν με ματωμένο σεντόνι· η παρθενιά της είχε κοπεί. Αλλά μιλούσε χθές.

ΚΑΙ μιλούσε με το στόμα όλων των λαών, γιατί σε αυτήν δεν είχε μείνει πια λαός, ο λαός που ήταν δεν ήταν δικός της, αυτός δεν μπορούσε να είναι άλλο ο δικός της λαός, ήταν ο μοναδικός λαός που ήταν λαός και της τον πήραν μέσα απ' τα χέρια, είχε φύγει στα βάθη της Ιστορίας και στα βάθη του κόσμου, αυτός ο κρεμασμένος λαός δεν είχε άλλο λαό, από αυτόν τον λαό δεν θα προέκυπτε κανείς λαός ποτέ, και έκανε απ' τα μάτια της να κυλάνε ερείπια.

ΗΤΑΝ καιρός τότε που σήμαινε να πεθάνει. Σαν ανάμνηση, και δεν χρειαζόταν. Αυτή η ουδέτερη γη είχε εξαντλήσει το μέρος της. Την είχαν εισβάλει.

Το σύνορό της είχε σκιστεί από ζάρες ανάκατες, τα πόδια της, παραμορφωμένα. Θα μπορούσε να τη συλλυπηθεί κανείς με το τρομαγμένο βλέμμα ενός ελαφιού. Αλλά εξακολουθούσε να χωρά σε άθλια δωμάτια χωρίς ντους.

Το σύνορό της δεν είχε νερό. Ηταν άνερο, άπλυτο, άυγρο. Λες και κάποιος είχε κλείσει από καιρό τη βάνα. Σαν να ήθελε να πεθάνει από τη δίψα το σύνορο και να σκάσει με αυτόν τον θόρυβο που θα ακουστεί.

ΕΤΣΙ σκισμένη θα επέβλεπε την έρευνα για τον θάνατό της. Τον αντιμετώπιζε σαν εξ αίματος αμαρτία. Και σαν περίεργη προπατορική δέσμευση. Θα μιλούσε χθες χωρίς λέξεις. Μόνο χθες είχε.

«Τα κράτη είναι κινητά. Ο καθένας παίρνει το δικό του μαζί και ζητάει διόδια. Ολοι μεταναστεύουν, όλοι υψώνουν σημαίες. Σε όλο τον κόσμο. Τα παιδιά τους ήδη κουνούν τις κουδουνίστρες τους και σέρνουν τη βρομιά τους σε κύκλους» (1).

ΑΥΤΗ η κορδωμένη γη έχασε το περιεχόμενο της φωνής της και ανοιγοκλείνει τώρα το στόμα της· έγινε βωβός κινηματογράφος. Την δαπάνησαν με ωμότητα και κάθεται στα σκαλάκια γυμνή, στο μαρμάρινο προαύλιο του πρώην πολιτισμού της. Με την κρύα απουσία του σώματος. Και καπνίζει.

ΚΑΜΙΑ φορά πνίγεται από την ιστορία. Η ιστορία τής κάθεται στον λαιμό, βγάζει έναν βήχα μαρμάρινο, όλες οι ιστορίες κάθονται στον λαιμό όλων των χωρών και κρυώνουν. Εχουν κλείσει όλες οι αναπνευστικές δίοδοι. Βλέπεις τα γουρλωμένα μάτια. Το αίμα παντού.

Η χώρα που ψάχνει τη χώρα. Οχι χώρα. Χώρα ποτέ.


(1) Wim Wenders - Peter Handke, Τα φτερά του έρωτα


ΔΕΙΤΕ ΕΔΩ ΟΛΗ ΤΗ ΣΤΗΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
http://www.enet.gr/?i=issue.el.home&date=19/02/2011&id=252691

Σάββατο 12 Φεβρουαρίου 2011

ΣΠΑΣΜΕΝΑ ΠΟΔΗΛΑΤΑ


ΠΟΔΙΑ κολλημένα στη λάσπη. Των άλλων. Αλλά με έναν ίλιγγο που είναι αγάπη. Θα πάω. Εγώ θα γίνω η αιτία να δουν τον συμβολισμένο τους θάνατο. Αγονάτιστος και αποτροπιασμένος. Και με μιαν αγέρωχον -ως καμινάδα- παύσιν συνειδήσεως, κεκρυμμένην. Να φεύγω ως να μην επιτρέπεται άλλο να δω.

ΑΥΤΗ η λύπη του χαρτιού. Ανεβαίνει. Οπως στάθμη σκοταδιού, αλλά και όπως έργο μηδέν. Που γίνεται όλα. Μέσα του λαμπυρίζει με τινάγματα και αναψοκοκκινισμούς ο χαμένος κόσμος. Και από τα σάλια των ανθρώπων. Θα βγει.

ΑΝΟΙΞΑ το παράθυρο να δω έξω. Μια μαλακή παρέλαση. Μπορείς να τους μαζέψεις. Να διπλώσεις το πλαστικό στέρνο των σπιτιών τους, το αθεράπευτο, χωρίς επιθυμία, πρόσωπο που κοιτά τις πατημένες ζωές. Χωρούν όλοι σε ένα συρτάρι χαλασμένα παιχνίδια.

ΜΕΤΑ, στα σανίδια της πόλης. Ενα μασκέ Σαββατοκύριακο, ντύθηκαν αγωνιστικά αυτοκίνητα. Κι έσπασαν όλα μου τα ποδήλατα. Ομως τώρα θα τους διαλέξω. Εγώ. Να εκτελέσουν αυτό που έρχεται, με μεγαλωμένο φόβο. Θα τους διαλέξω. Να διαλυθούν. Να ωριμάσουν λαμαρίνες.

ΒΡΕΧΕΙ μείον. Η βροχή κάνει θρόμβους και σπάει. Ξεκούμπωσε από πάνω μου τον καιρό. Αν ακουμπήσω την πόρτα θα γίνει ποτάμι. Είμαι ο μολυβένιος στρατιώτης. Εχω δυο καθρέφτες, έναν μπροστά, έναν πίσω. Καμία μπαλαρίνα. Κανένα χέρι. Βλέπω τη νύχτα με χάλκινα δάχτυλα να μιλάει ποδήλατα. Εζησε όλες τις ηλικίες της μέρας όρθια, πριν γίνει νύχτα. Οταν είσαι μόνος με τον εαυτό σου, κάνει σκοτάδι. Ασπρο, πανάκριβο σκοτάδι από αγάλματα.

ΤΟ πιο φωτεινό μέρος είναι εκείνο που δεν σου επιτρέπει να δεις όσα γνωρίζεις.

ΥΣΤΕΡΑ ήρθε. Επειτα από ώρα. Αυτό που όλο εμετρούσε το φως και δεν έφτανε. Εγειρε πάνω μου σαν αναπνοή παιδιού. Είναι βαρύ το φως γιατί είναι η τελευταία άγνωστη άγκυρα. Το κουβάλησα με κόπο. Το φόρτωσα στο σπασμένο μου ποδήλατο. Ολοι έβλεπαν έναν παράξενο μεταλλικό σκελετό που αναβόσβηνε, να κινείται. Πέρασε μέσα από τα αυτοκίνητα και επήρε τη ζωή τους. Καθώς εσέρνονταν τα οδήγησε. Και τα επέθανε σαν ταραγμένα, μέσα σε εξαντλημένους δρόμους και καπνούς.

ΕΙΔΑ μια σιωπή. Που φοβάται και γίνεται, προς ένα άγνωστο μέρος παιδί. «Είδα ολόκληρη τη ζωή μου να τρέχει προς τα εμπρός. Προς έναν τοίχο από φως. Ακούμπησε ήσυχη επάνω του και χύθηκε, αραίωσε. Ξεψύχησα πάνω στο φως. Στους αιώνες έμεινα εκεί φωτισμένος πεθαμένος» (1).

ΜΑΖΕΨΑ τη χυμένη ζωή και άνοιξε. Ο κύκλος της επιστροφής. Τότε βγήκε μια ώρα στον ουρανό, σαν φεγγάρι. Και ήταν αιώνια. Μια ώρα χωρίς χρόνο, χωρίς καπάκι. Ηταν ανοιχτή, σαν τη ζωή μου.

ΟΤΑΝ αναγκάζεσαι να σκεπάσεις τα όρια, αυτά σε εκδικούνται.

-----------------------------------------------------------------------------------------------------

(1) Γιώργος Χειμωνάς, Ο εχθρός του ποιητή


ΔΕΙΤΕ ΕΔΩ ΤΗΝ ΣΤΗΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
http://www.enet.gr/?i=issue.el.home&date=12/02/2011&id=250482

Σάββατο 5 Φεβρουαρίου 2011

ΤΥΠΩΜΕΝΟΣ


ΕΡΧΟΜΑΙ κατά συρροή. Τυπωμένος. Εχω ζήσει στ' αλήθεια; Δεν ξέρω. Πόσες πιθανότητες έχω να υπάρχω μετά το χαρτί; Δεν θέλω να πεθάνω. Φοβάμαι. Είμαι μια ημιζωντανή αντίφαση. Το σπίτι μου είναι σαν φυλακή. Δεν αγαπώ τον πατέρα μου. Είναι εγωιστής. Αυτό που εισέπραξα ως παιδί είναι ότι πρέπει να με μισεί. Θέλει να με εξοντώσει. Οσα δεν μπορεί να καταφέρει με υποχρεώνει να τα καταφέρω εγώ. Με βάζει και λέω συνέχεια ψέματα. Με αναγκάζει και παίζω ρόλους. Δεν αντέχω να παίζω ρόλους.
Είμαι δανεικός. Μεταμφιεσμένος. Κρατούμενος. Κι όταν τελειώσουν αυτές οι ατελείωτες σειρές από γράμματα θα μείνω πάλι μόνος μου. Να κρυώνω. Η μοναξιά είναι η μοίρα μου.

ΖΩ ανάμεσα στις αράδες. Είναι σαν να διασχίζω επικίνδυνα ρέματα. Αν φωνάξω δεν θα με ακούσει κανείς. Με έχουν κάνει πλοκή. Και τσακώνονται. Αν είμαι μοντέρνος ή κλασικός. Με πουλάνε σε είδος. Επισημαίνουν τις ατέλειες πάνω μου, επικροτούν τις θετικές μου στιγμές. Με κάνουν προσωπείο. Αγοραίο έρωτα. Εγώ δεν είμαι εγώ. Θα επιζήσω της ιστορίας; Η ιστορία είναι δολοφόνος. Σε ξεγελάει για να κλέψει το καλύτερο κομμάτι σου. Γι' αυτό επαναλαμβάνεται, γιατί είναι αχόρταγη. Μέχρι να στα φάει όλα και να μη μείνει τίποτε από σένα. Τίποτε που να επιβεβαιώνει ότι κάποτε υπήρξες. Τίποτε να αποτελείς.

ΕΙΜΑΙ ένα πρόσωπο χωρίς πρόσωπο. Μια ιστορία ιστορίας. Επωμίζομαι όλους τους μεταβατικούς ρόλους, εκτός από τον κεντρικό. Καμιά φορά νομίζω πως έχω απώλεια χαρακτήρα. Πώς να ζήσω χωρίς χαρακτήρα; Δεν έχω όνομα, επάγγελμα, χώρα, ταυτότητα, ιδιότητες, μόνιμη σύντροφο, μόνιμη κατοικία. Με μετακομίζουν συνέχεια για να γίνομαι ο παγκόσμιος καημός του πατέρα μου. Θέλω να είμαι ο δικός μου καημός που θα καταστραφεί στο ενδεχόμενο του τέλους του.

ΑΥΤΟ το ελεύθερο όριο που δεν γράφουν είναι η παρουσία μου. Η σιωπή είναι το μόνο που θα θυμάμαι να ζω. Το άχρηστο άλλοθι για να συνεχίσω. Αν ανασηκώσεις ελαφρά τις λέξεις, μπορείς να με μυρίσεις. Να παρακολουθήσεις τη φθίνουσα γενναιοδωρία μου, τις ριπές του κλεμμένου χρόνου, τα ερείπιά μου σε ακαμψία. Με έχουν πλακώσει τα μάτια τους. Και πονάω. Εχω μια συμπαθητική απάθεια όταν μονολογώ. Οταν μηδενίζω το δυνατό για να επουλώσω χιλιόμετρα.

ΤΙΠΟΤΕ απ' τη διαδρομή μου δεν φαίνεται. Τίποτε από μένα. Τίποτε απ' το τίποτε που έχω στην κατοχή μου. Η δουλειά μου είναι να μεγαλώνω παράθυρα. Ανοίγω παράνομους χώρους, παράνομους φόβους, παράνομες ενοχές. Εκτελώ χωρίς σκέψη την άσκηση της ομοιογένειας. Πέφτω. Με σηκώνουν άλλοι. Κάθε φορά και διαφορετικός. Ξαναπέφτω. Σηκώνομαι. Πέφτω.

ΕΙΜΑΙ ένας ήρωας μυθιστορήματος. Κάποια μέρα δεν θα σηκωθώ. Θα ξαπλώσω στο πάτωμα ακίνητος. Σαν τελεία.

Να μείνουν οι σελίδες λευκές.

Προδομένες.


ΔΕΙΤΕ ΕΔΩ ΤΗΝ ΣΤΗΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
http://www.enet.gr/?i=issue.el.home&date=05/02/2011&id=248280

Σάββατο 29 Ιανουαρίου 2011

2046


ΠΑΛΙΑ, όταν οι άνθρωποι είχαν ένα μυστικό, σκαρφάλωναν σε ένα βουνό, έβρισκαν ένα δέντρο που είχε μια τρύπα, ψιθύριζαν το μυστικό μέσα στην τρύπα και μετά την κάλυπταν με λάσπη.
Με αυτό τον τρόπο φυλούσαν το μυστικό για πάντα.
Είδα το δέντρο, κάτασπρο από θυμό. Είχαν να το πλησιάσουν πολλά χρόνια. Με τα εντόσθιά του, σαν ανοιχτά. Κόλλησα το στόμα μου στον χρόνο. Ή ήταν δωμάτιο ξενοδοχείου; Πιστός και κρυμμένος. Σε μια μακρόσυρτη μνήμη. Τέσσερα νούμερα, σαν εποχές.

ΥΠΑΡΧΕΙ μια πόλη που καταφεύγουν οι άνθρωποι για να βρουν τις χαμένες τους αναμνήσεις. Κανείς δεν γυρίζει ποτέ πίσω. Η ζωή δεν σου φέρνει πολλές αντιρρήσεις αν καταφέρεις και κερδίσεις το παρελθόν σου. Επωμίζεσαι τον από μηχανής χρόνο, επιστρέφοντας σε μια εικόνα.
Κάθε κίνηση προς τα πίσω είναι ανακυκλωμένο αίμα. Τα δάκρυα είναι τα ίχνη του. Στάμπες που μεγαλώνουν ή μικραίνουν στα πίσω δωμάτια. Σαν σκαμμένες φακίδες.

ΤΑ ΔΑΧΤΥΛΑ ΜΟΥ μόνο να σ' αγγίζουν μπορούν. Με μια ερεθισμένη θυσία. Σαν να εξέρχεται το φως από τις χαραμάδες του δέρματος. Απολαμβάνει την αποφυλάκισή του. Πάνω στο προαύλιο των χεριών μου. Μια άσπρη επιδερμίδα. Ολέθρια χαλασμένη.
Πώς είναι όταν σκοτώνεις το φως; Το θάβεις στο στόμα σου και μετά απλώς κάνεις το σταυρό σου; Κάλυψέ το με λάσπη. Θα βγει.

ΕΚΕΙΝΕΣ οι διεσταλμένες αναπνοές μας. Θα βγουν. Τύλιγαν τα κεφάλια μας, σαν σεντόνι. Στον έρωτα, σε διαλέγει ο θάνατος. Για να τον ζήσεις, πεθαίνεις. Κανείς δεν επιτρέπεται να τον κοιτάξει στο πρόσωπο.
Αν φυσήξεις το μυστικό του, θα έρθω. Να πανδοχεύσω τη λύπη μέσα σου. Μέσα σ' αυτό το ίδιο αντίσκηνο που κάνει το σώμα τη μνήμη να επιμένει.
Μη βγαίνεις στον ήλιο. Θα χυθεί. Μείνε λυπημένη. Μείνε ανεπανόρθωτα σιωπηλή, αλλά περισσότερη.

ΜΕΤΑ, το τρένο. Από τη λακκούβα των ανθρώπων, κατευθείαν για την κόκκινη θάλασσα. Εγώ, θα επιπλέω εκεί. «Θα λάμπω ανάμεσα στις πληροφορίες»(1).
Θυμήθηκα πίσω. Την ασημένια πλατεία που δίπλωνε όνειρα. Τον βούρκο των αγκαλιών. Η μια μέσα στην άλλη, στολισμένη από τον φόβο. Του τέλους. Των στιγμών.

ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ περπατούν έως ένα σημείο και χάνονται. Σαν τίτλοι παλιάς εφημερίδας που ξεπεράστηκαν απ' τα γεγονότα. Ολες οι ειδήσεις τους, δεμένες από τις ρίζες των δοντιών. Και γυαλίζουν.

ΕΒΓΑΛΕ έναν θαυμασμό και τελείωσε. Εζησε το πολύ για λίγο. Για να αποδείξει ξανά ότι αυτό που λερώνεις το αγαπάς περισσότερο.

ΚΑΠΟΤΕ ερωτεύτηκα μια γυναίκα. Φορούσε μαύρα. Υστερα από λίγο εκείνη με άφησε. Πήγα στο 2046. Πίστευα ότι με περίμενε εκεί. Ομως, ήταν μόνον η μνήμη της. Κουρέλια.

ΤΗΝ ΙΔΙΑ δεν κατάφερα να τη βρω.

* 2046: Τίτλος από την ομώνυμη ταινία του Kar Wai Wong
(1) Γιώργος Χειμωνάς, Ο γιατρός Ινεότης

ΔΕΙΤΕ ΕΔΩ ΤΗΝ ΣΤΗΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
http://www.enet.gr/?i=issue.el.home&date=29/01/2011&id=245832

Σάββατο 22 Ιανουαρίου 2011

ΔΟΚΙΜΗ


ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ. Με μια αλύγιστη, υπόδικη ευσυνειδησία. Γερνάω ποιήματα. Στην ίδια μεταξύ διαδρομή. Θα θυμάμαι να επαναλαμβάνω: χαλάσματα. Εν καιρώ πολέμου. Θέλω να φύγω. Πριν με πιει ο καιρός. Δεν έχω πια να αναγγείλω, παρά συμπλοκές.
Μια ζωή, μια πορεία. Χωρίς φώτα. Η πορεία των ανθρώπων. Δεν ήταν η αρχή, αλλά το τέλος. Το ταξίδι του αυτοκράτορα. Στους πάγους, σπασμένο.

ΘΑ ΕΠΡΕΠΕ να υπάρχει γιορτή. Δέσε μου τα μάτια. Κάθε εικόνα που βλέπω στειρώνει την ελευθερία μου. Την αισθάνομαι στους ώμους να καίει. Την ακούω. Ανοίγει την πόρτα. Οι μέρες στάζουν αργά προφήτες. Βγάζουν απ' την πρίζα το δέρμα μου. Ασφαλής κατάργηση υλικού. Σε μια άκρη ο Θεός. Καθαρίζει τα νύχια του. Γίναμε πάλι σπίτια αλεξίσφαιρα και πεθαίνουμε περικυκλωμένοι. Γίναμε πάλι βρόμικες αγκαλιές. Καρφωμένοι στα τζάμια.

ΜΟΝΟ να ξαναρχίσει η μουσική. Τίποτε απ' όσα έζησα δεν ήταν. Χωρίς μουσική. Εκείνο το σάπιο καλώδιο, σήκωσέ το απ' το νερό. Σε παρακαλώ. Δεν υπάρχει άλλο. Να φανταστώ. Ξεστρώθηκαν οι ζωές μου. Και βγαίνουν -όλες μαζί. Δεν έχω εμπιστοσύνη στις λέξεις. Τρέμουν. Η εικόνα τους. Ζαρωμένη. Σπασμένα κρύσταλλα. Είμαι λουσμένος νησιά. Στην άκρη ενός κατευθείαν θυμού. Ενός κατακλυσμού από καλοκαίρια. Να επουλώνεις τα μάτια σου. Πάνω μου. Να τα βουτάς στο φάρμακο, να περνούν.

ΕΓΩ κι εγώ. Η ιστορία του εαυτού μου μετακινεί φως. Σελίδα σελίδα. Αυτός που είναι εγώ μοιάζει με βαμβάκι, αναπαυμένο στα σπλάχνα μου. Επιδιώκω να συναντήσω τον άλλο άγγελο. Θα τον γνωρίσω απ' τα καμένα μαλλιά. Αν δεν περάσει, θα τον σχεδιάσω. Θα τον γράψω σε ένα χαρτόνι και θα το κρεμάσω στον ουρανό. Δεσπόζει το αίμα στα πράγματα. Τα ντύνει σε μια πρόστυχη επιφυλλίδα και σαν ρόμπα. Τυλίγει σφιχτά τον λαιμό. Αγκαλιάζει τα γόνατα. Υπάρχει ένα κόκκινο φίδι στο κέντρο του κόσμου. Και σφίγγει. Σαν χοντρό γυναικείο πλοκάμι. Από εκεί μέσα γεννάει μαύρα κελιά.

ΤΟΤΕ έφυγα γιατί δεν γινόταν. Να αντέχω να με ταξιθετούν. Οι ανώδυνοι. Σ' ένα τραυλό, ορθωμένο σκοτάδι. Και να είμαι η αγωνία του. Το μοναδικό αντικλείδι της φρίκης. Ζητώ το θαυμαστικό της ζωής. Υπάρχει σε κάποιο λεξικό, σε κάποια διάλεκτο. Φέρ' το μου. Πήγαινε. Αιμορραγώ γλώσσες.

ΚΑΘΕ εικόνα είναι ένα κλουβί που διασώζει το ασήμαντο. Ενας σπασμένος φακός. Θα δω, μετά τη λύπη. Θα κολλήσω το στόμα μου στο αιδοίο της γης. Και εκεί αναπνέω. Τα όνειρα αλλάζουν αντίο. Το μόνο που κάνουμε είναι να σπαταλάμε κατάγματα, κοιτώντας. Σ' αυτές τις αδειανές καρέκλες μπροστά είναι ο δρόμος μου. Ο δρόμος με κατακλύζει. Κυλάει πάνω μου, σαν καθημερινός ήλιος. Βαμμένος, φουσκώνει. Μυρίζει λαδομπογιά.

Ο ΠΙΟ μεγάλος ίλιγγος είναι αυτός για τον οποίον αξίζει να ζεις.

Η ΖΩΗ είναι δοκιμή. Πρόβα για να ταιριάξεις τα χρώματα.


ΔΕΙΤΕ ΕΔΩ ΤΗ ΣΤΗΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ

http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=243289

Σάββατο 15 Ιανουαρίου 2011

ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΒΛΕΠΕΙΣ ΝΑ ΕΡΧΕΤΑΙ


ΑΦΗΣΕ πίσω του τετράγωνες λέξεις. Σαν κληματαριές έπεφταν. Τους είχε δωρίσει ζωή. Και τον δηλητηρίασαν. Δεν θα τις έβλεπε ξανά. Το βράδυ, όταν θα γύριζαν σπίτι, αυτός θα έλειπε. Θα είχε μαζέψει τα πράγματά του. Ακόμη κι εκείνη την παλιά μονοκατοικία ιδρώτα. Πίσω απ' τις κουρτίνες. Κανένα ίχνος. Μόνο ένα ποτήρι. Στολισμένο. Κόκκινο γάλα. Ενα χειμωνιάτικο φως. Μαύρα ψίχουλα. Πάνω στο τραπεζομάντιλο. Κάποτε ήταν λέξεις.

ΑΠΟ ΤΟΤΕ που άρχισαν να μένουν μαζί, συνήθιζε να τις ταΐζει. Στο στόμα. Ηταν μικρές και ανόρεχτες - τα μεγάλα ψέματα πρέπει να γευματίζουν σωστά για να αντέχουν. Τα βράδια τις συγκέντρωνε όλες κάτω απ' την παλάμη του. Φυσούσε τη σκόνη από το ξύλινο δέρμα τους για να μπορούν να κοιτάζουν. Μακριά, όσο φαντάζονταν.

ΑΠΟ ΤΟΤΕ που πίστευε μέχρι τώρα που είδε. Ποτέ δεν περίμενε να ζήσει το τέλος. Εκείνο που από μακριά το βλέπεις να έρχεται και λες, έχει δρόμο ακόμη. Ομως ο καιρός πάντα ξεπερνά. Μόνο ό,τι αντέχει μένει και γίνεται.
Οταν οι λέξεις μεγαλώνουν, ονειρεύονται να σκοτώσουν. Και να σκοτωθούν. Μεταξύ τους.

ΣΤΗ ΖΩΗ οι άνθρωποι οπλοφορούν γεγονότα. Διαρκούν το κοινόχρηστο, το μεταφέρουν σαν φήμη. Αυτό γυρίζει αργά τον πανικό του προς τα μέσα και γίνεται εμπόδιο. Εννοεί άμυνα.
Πηδάς τον εαυτό σου για να φτάσεις στον εαυτό σου. Οι λέξεις ανάμεσα παρακολουθούν. Σκαρφαλώνουν λιμάνια. Η ιστορία λήγει πάντα με θάνατο.

ΣΟΥ ΕΙΠΑ να μαζέψεις όλο τον κόσμο σ' ένα μπουκάλι κρασί και να τον κάνεις να χωρέσει. Χόρεψε, χόρεψε. Το τραγούδι του Ιγκι Ποπ είναι ολόκληρη όπερα. Αφαιρώντας το χάρισμα, αγγίζεις τα όρια της ζωής. Να τη μεγαλώνεις μέσα σου. Μετά να την αφήνεις να κυλάει.

ΑΥΤΟ το μπαλέτο είναι πολύ παλιό. Σχεδόν αρχαίο. Οι χορευτές αναγνωρίζονται από το τραγούδι και αποχωρούν μόνοι τους. Τα παιδιά που θα γεννηθούν θα επιστρέψουν στο νερό. Στη νοημοσύνη του χρόνου. Τα παιδιά του ωκεανού.
Η τέχνη της επιβίωσης ξέρει καλά να ουρλιάζει.

ΤΩΡΑ οι λέξεις. Κολυμπούν στο κόκκινο γάλα, ένα χειμωνιάτικο φως. Οι λέξεις είναι ο φόβος των λέξεων. Δεν πρόκειται να επαληθευτούν. Κανένα μεγάλο δωμάτιο δεν χώρεσε ποτέ την αληθινή υγρασία τους. Οσο και να ανάβει το σπίτι, δεν θα στεγνώσουν.

ΜΙΛΗΣΕ τρεις φορές και βγήκε. Χωρίς βήματα. Στην ανοιχτή εξώπορτα δεν στεκόταν κανείς. Τα μάτια του. Σκεπασμένα από τους οργασμούς, έτοιμα να ξεχάσουν. Δυο πρόστυχοι υποδοχείς. Εκκρεμούν λαγνεία.

ΟΙ ΕΙΚΟΝΕΣ ζουν βιαστικά, όσο τους επιτρέπεις, μια σιωπηλή ζωή και μετά πεθαίνουν. Καταπατημένες. Τιμωρημένες να γίνουν χθες.
Μέσα στο σκοτάδι περιμένουν τα πράγματα που θα λάμψουν. Με μια απελπισμένη ικανοποίηση. Ο έρωτας γι' αυτά είναι η συνειδητοποίηση του θανάτου τους. Κάθε αρχή είναι προσκολλημένη στο τέλος της. Δεσπόζει και εξηγεί το σύμπλεγμα των ανθρώπων.

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ τους, σαν εξαντλημένες, σβήνουν πάνω στο χώμα. Αδύναμοι, σκοτεινοί σπόροι.

ΟΜΩΣ, παραλίγο να πω νύχτα.

ΔΕΙΤΕ ΕΔΩ ΤΗΝ ΣΤΗΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=240870

Σάββατο 8 Ιανουαρίου 2011

ΕΝΑ (ΑΚΟΜΗ) ΜΑΘΗΜΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΛΟΓΟ


ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ έμπαιναν συνέχεια στο φωταγωγημένο σπίτι και ήταν έτσι μικροί, που το σπίτι χωρούσε όλο και περισσότερους. Με το σάλιο που έσταζε, σχεδόν γκρεμισμένοι. Από την άκρη των ματιών υφαίναν ένα κουκούλι. Αυτό το κουκούλι γεννούσε χαλασμένα αντίτυπα. Το μέγεθος ήταν τέτοιο, που ακόμη και η μέσα παρουσία τους ήταν αμφίβολη. Σαν σκουλήκια σερνόνταν.

ΤΡΟΜΑΚΤΙΚΑ ερπετά, χωρίς γλώσσα. Βουτούσε ο ένας στο στόμα του άλλου για να βρει καταφύγιο. Από εκεί μέσα μιλούσαν πεθαμένα φωνήεντα. Με ελάττωμα γραμματικής.
Μοίραζαν τα χαρτιά μιας κακέκτυπης τράπουλας. Όπως μοιράζει η πόλη χειμώνες τσέπης. Η διάρκειά τους. Εκ γενετής. Ασυγχώρητη.

ΗΤΑΝ ο καιρός που έβρεχε συνέχεια και σημαδεμένοι. Ο αέρας έπαιρνε τα μαλλιά τους και τα πέταγε κάτω. Η παραλία ήταν γεμάτη σκουπίδια. Το σπίτι είχε απαιτήσεις που τους ξεπερνούσαν και δεν γνώριζαν. Κανείς δεν είχε αφουγκραστεί τη φωνή του σπιτιού που σαν βραχνιασμένη και με προσευχές αόρατες ωρυόταν.

ΜΟΝΟ η νύχτα χωρούσε αυτή τη φωνή και μπορούσε. Σκαρφάλωνε στα παραθυρόφυλλα και ως το τέλος να διακρίνει με σιωπή την θλιβερή ομοιομορφία τους. Δεν γινόταν να συμμετάσχει ποτέ στην επιθυμία να γίνει ο κόσμος όμοιος.
Όπως έπεφτε η σκιά της βαριά στους τοίχους, άλλαζαν όλα τα ονόματα σε ένα. Γίνονταν όλοι ένα μικρό όνομα χωρίς συνοδευτικό που σημαίνει. Ένα όνομα ορφανό πολιτισμού.

ΤΟ ΣΠΙΤΙ θα σκάσει. Που μεταδίδει κενότητα και την ενσαρκώνει και ενδίδει σαν σκλάβος αιώνιος. Η κοιλιά του είναι μπαλωμένη νεκρά κεντήματα. Η ομορφιά έχει μουχλιάσει. Βρέχει συνέχεια ζωντανούς. Με πεθαμένα ονόματα. Οι αρθρώσεις του έχουν εξαντληθεί. Θα φύγει το σπίτι για να ξεσκεπάσει. Μέχρι η νύχτα. Χωρίς προειδοποιήσεις να ανέβει στη πλάτη του και να περπατήσει αργά.

ΕΠΕΙΤΑ μαζεύτηκαν όλοι γύρω από ένα ντενεκέ με σκουπίδια. Και ανακύκλωναν. Και έτρωγαν απ’ αυτό και έβγαζαν από το στόμα κάτι μακρουλές λέξεις σαν μύξα για να αλλάξουν ύψος. Κόντεψε να χαθεί το νήμα, κινδύνευσαν κάποια πράγματα.
Όμως το σπίτι μεταμόρφωσε τα δωμάτια του. Έκανε επικίνδυνες στροφές σαν παρκέ που γλιστρούσε, και χτύπαγαν ο ένας πάνω στον άλλον, τα άδεια κεφάλια των νάνων ντιν νταν προσπαθώντας να μπουν και όλοι βγήκαν. Σαν εμετός.

ΜΕΤΑ μόνο η νύχτα, μ’ ένα κόκκινο θόρυβο περπάτησε μέσα. Και ξανάρχισε η ιστορία του σπιτιού απ’ τη λήξη του, ξανάρχισαν οι ήχοι να γράφουν αυτό για το οποίο ακούγονταν.
Χαράχτηκε σαν τατουάζ στο σπίτι που χαμογέλασε.
Να κρατάς όλες τις παρελάσεις ανάμεσα στα πόδια σου, είπε.

Η ΕΠΙΒΙΩΣΗ είναι ανταρσία.


ΔΕΙΤΕ ΕΔΩ ΤΗΝ ΣΤΗΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=238458

Πέμπτη 30 Δεκεμβρίου 2010

ΤΗ ΜΕΡΑ ΠΟΥ Ο ΧΡΟΝΟΣ ΠΕΘΑΝΕ



ΣΤΟ ΤΖΑΜΙ του αυτοκινήτου αναβοσβήνει ένα πακέτο τσιγάρα. Είναι σαν να εισέρχονται όλα σε τούνελ, μόνο το πακέτο φωτίζεται. Περιοδικά. Η κίνησή του έχει δύο χρόνους. Ακολουθεί τον ρυθμό της μουσικής που ακούγεται. Οι νότες είναι οι μοναδικές ερωμένες που παραμένουν. Σαν παγκόσμιες γκέισες, άπιστες στο αναντικατάστατο της στιγμής. Μετά τον κόσμο, απώλεια φωτισμού. Φωτογραφίες του μαύρου. Προχωράς στο σκοτάδι, επιβεβαιώνοντας ότι βλέπεις. Ο πρωταγωνιστικός ρόλος του τσιγάρου συνεχίζεται σε όλη τη διαδρομή. Το μονόπρακτο του πακέτου μοιάζει με αποχαιρετισμό.

ΜΠΑΙΝΟΥΜΕ νικητές στις πόλεις. Μπαίνουμε. Πρώτο πληθυντικό, ενεστώς. Ο μυελός του χρόνου κάνει μια γκριμάτσα αποδοκιμασίας, επιχειρεί να κρατηθεί από κάπου. Καθώς γλιστρά, γίνεται μνήμη. Λήθη, πριν, κάποτε. Τότε που.

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ που είμαι είναι γεμάτος πατημασιές. Τα μάτια μου φυλλορροούν πουλιά. Σκαρφαλώνουν σε ένα κλειστό πλάνο που είναι δέντρο. Από κει με καλούν. Με καλούν τα μάτια μου. Το πρόσωπο. Ενα τζάμι, εξώπορτας. Πεταμένο. Από μέσα η ψυχή κωπηλατεί. Ο χρόνος αγνοείται.

ΚΑΤΩ απ' τη φούστα σου έρχεται αργοπορημένα η θάλασσα. Μια χούφτα άμμος κινείται στις παρυφές της. Μεσίστια, υποταγμένη. Θέλω να την αγγίξω. Να την ανοίξω στα δύο και να περάσω από μέσα της, όπως ο Μωυσής. Χορεύετε; Μόνον από πόνο, αλλά τώρα θα χορέψω από χαρά.

ΣΟΥ ΕΔΩΣΑ λίγη βροχή. Την άφησα στο κουτί, δεμένη με μπλε κορδέλες -πού βρήκα τη βροχή δεν θυμάμαι-, αλλά μαρμάρωσε μέσα σου, και προχωρήσαμε μέχρι τα επόμενα Χριστούγεννα. Με τις επιθυμίες μακροσκελείς, να περισσεύουν απ' τα σώματά μας σαν μουσικές εθισμένες.

ΘΑ ΣΠΡΩΞΩ τον χρόνο να πέσει, να πάψει να διαιωνίζει γεράματα και να γίνει ένα σπασμένο αβγό στα μαλλιά σου. Εκεί θα γεννηθεί ο άλλος Χριστός, αφροδίσιος, κίτρινος απ' τον ήλιο και σαν μελάτο φιλί. Ετοιμο να στάξει, θα ενωθεί.

ΜΟΝΑΔΙΚΟ φόρεμα η σάρκα. Να το σκίσεις. Την άλλη φορά να 'ρθεις με σκισμένο φόρεμα και τα μάτια γυρισμένα ανάποδα, σαν κόκκινες βελόνες σε πυρκαγιά. Και με ανοιγμένες τρύπες παντού να βάζεις το φως, εκεί όπου αλλάζουν οι ζωές, τρομακτικά περίπλοκες και καθηλωμένες.

ΣΤΟ ΤΖΑΜΙ το πακέτο έχει μεγαλώσει. Τα τσιγάρα έφτασαν το μέγεθος του υαλοκαθαριστήρα και τον ξεπέρασαν. Το φεγγάρι έσκυψε τη μύτη του, όπως σκύβει ο εκσκαφέας στα ερείπια, και χάθηκε πίσω από τα κομμένα σύννεφα. Το τετράδιο καλλιγραφίας του ουρανού ήταν γεμάτο. Από σάπιο πορτοκαλί. Ο Θεός δεν θα είχε πού να γράψει.

ΓΙΑ ΜΙΑ ΣΤΙΓΜΗ νόμισα ότι όλα τα κεραμίδια των σπιτιών χύθηκαν πάνω μου και με έθαψαν. Δεν ήμουν εγώ. Το κορμί σου δίπλα μου σαν να χόρευε.
Ηταν όπως το ήθελα: Σκισμένο, σε πυρκαγιά, με ανοιγμένες τρύπες παντού. Ετοιμο να στάξει.

ΠΑΜΕ να γεννηθούμε αλλού, σου είπα. Ο χρόνος αυτός έχει πεθάνει.


ΔΕΙΤΕ ΤΗΝ ΣΤΗΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=236945

Σάββατο 25 Δεκεμβρίου 2010

ΠΙΣΤΕΥΕΙΣ ΣΤΟΥΣ ΧΩΡΙΣΜΟΥΣ; (ΑΝ-ΗΜΕΡΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ, ΠΡΑΞΗ ΤΡΙΤΗ)


Η ΚΟΚΚΙΝΗ θάλασσα. Το νησί. Ναυμαχία. Στα νερά της Μαυρομιχάλη. Φωτάκια. Ρούχα, σαν τραβηγμένα εντόσθια. Χιτώνες. Καμήλες με δώρα. Πίσω απ' τα έπιπλα είναι πεσμένα τα Χριστούγεννα. Αναβλήθηκαν.
Τα ακριβά ναύλα του χρόνου. Διόδια, Ελευσίνα. Στοπ. Δυο φωνές. Πέτρινες.

Ο ΑΠΕΝΑΝΤΙ κόσμος, σκισμένος. Παραταγμένος, με τις ασπίδες του. Το τελευταίο κράνος. Η τελευταία φορά. Χειμών. Οχι βαρύς. Θανάσιμος. Περασμένος βραχιολάκι στον καρπό. Φοβάμαι. Φοβάσαι. Φοβάται. Αυτό που είναι ανάμεσα φωνάζει.

ΣΤΟΝ βούρκο των σεντονιών είναι κολλημένα τα σώματα. Βήτα, όπως βουλιάζω. Οπως βρασμός. Βλέμμα. Βάραθρο. Ριγούν ώς το τέλος. Αχρωματοψία. Κεριά. Λιώνουν. Κρατούμενοι. Δεν βλέπω. Σκεπάσματα. Κάτι ανοίγει. Ακούγεται. Ενα ρολόι μετράει ανάποδα το ξημέρωμα. Τικ τακ τικ τακ. Λήξε.
Είναι νύχτα. Με προβολείς. Νύχτα ποτέ. Θα μάθεις επιτέλους να παίζεις σωστά;

Ο ΥΠΝΟΣ σε παρένθεση. Βάλε εισαγωγικά. Λάθος κλίμακα. Ξαφνικά, έχασε τις αισθήσεις του. Και βγήκε. Ραγίσματα. Εξάρχεια φάτνη. Παναγία σε φλασάκι. Μαρία. Παρθένος;
Κάνω τον Χριστό. Το παιδί που γεννιέται. Δεν παρέμεινε. Επρεπε να γίνει τριάντα τριών χρόνων. Επρεπε, σε τρεις μήνες. Υποχρεωμένος να κουβαλάει εκείνο το ξύλο. Υποχρεωμένος να στολίζει την πλάτη του. Πώς παραδίδεται έτσι ο θάνατος, άσαρκος;

ΕΝΑ ΤΖΑΜΙ σπασμένο. Ενα νεκρό καζανάκι. Κρέμεται. Η νύχτα και το σκοινί. Τα κόκκαλα. Τρίζουν. Μουσική. Ενα κρεβάτι, ένα κλουβί. Βρόμικο. Ανοιξε την πόρτα. Θα πετάξουμε. Μάτια μου. Είπα μάτια μου. Και έφεξε σκοτάδι.


Εκείνος είπε: Είναι αλήθεια ότι συμβαίνουν αυτά.

Εκείνη είπε: Δεν έχω. Δεν είμαι. Δεν ζω.

Εκείνος είπε: Χέρια. Κοιτάσματα. Με σκάβουν. Είναι όλο σκουριά εδώ μέσα. Και βρέχει. Θέλω να πιω όλα τα γράμματα.

Εκείνη είπε: Τίποτε. Ποτέ. Οχι.

Εκείνος είπε: Τα φιλιά σου είναι δεμένα στο στόμα μου. Ακροβάτες. Θα τα φτύσω στη θάλασσα. Να γεράσουν.

Εκείνη είπε: Χωρίς. Δεν.

Εκείνος είπε: Κάθε άνθρωπος είναι ένας μικρός λαός που εκκρεμεί όνειρα.

Εκείνη είπε: Μηδέν. Ούτε. Ούτε.

Εκείνος είπε: Μυρίζει επιτάφιος. Είμαι σε άλλη γιορτή. Αβγά. Ντύσου. Τα Χριστούγεννα συγχωνεύονται. Κάποιος ένωσε τη γέννηση με τον θάνατο. Πάμε. Πίσω.

Εκείνη είπε: Τέλος. Πουθενά. Οχι.

Εκείνος είπε: Τα μαλλιά σου είναι στα μάτια μου. Κουρεμένες κουρτίνες. Δεν έχουν ξεριζωθεί ακόμη από το σπίτι. Αρμέγουν φως.

Εκείνη είπε: Εναντίον. Κατά. Στάχτες.

Εκείνος είπε: Σε ανέβηκα για να χορέψω. Ο αφαλός σου ήταν λακκούβα. Φέρετρο. Μέσα του κολυμπούσαν οι πεθαμένοι. Δες. Η γιορτή πέφτει σαν γύρη. Τριγύρω.

Εκείνη είπε: Θάνατος. Λερωμένη. Πόλεμος.

Εκείνος είπε: Εθαψα το τσεκούρι της λύπης στις σκάλες. Ο ήλιος στέγνωσε. Οι καπνοί του έχουν κολλήσει ακρίδες στο στόμα μου. Τώρα θα γεννηθώ. Τώρα.

Εκείνη είπε: Καμία. Δίχως. Ποτέ.

Εκείνος είπε: Είμαι ο χρόνος ανθίζω. Ο χρόνος ζωή. Τούτο εστί το αίμα μου.


ΣΤΟ ΚΕΙΚ κοιτάζω τη σοκολάτα. Να χύνεται. Αναποδογυρισμένα Χριστούγεννα. Τα αμύγδαλα έχουν καεί. Το σπίτι πέταξε τα σκουπίδια του και βγήκε.

ΟΠΟΥ και να γυρίσω τα μάτια μου, βλέπω τον τάφο σου.



ΔΕΙΤΕ ΕΔΩ ΤΗΝ ΣΤΗΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=235536

Σάββατο 18 Δεκεμβρίου 2010

ΠΕΡΙΠΟΛΟΣ


Η ΠΟΛΗ ξυπνάει νωρίς μέσα στο μοβ. Βιολετί ορίζοντας, στάση για καφέ, προλαβαίνεις; Κάποια σύννεφα. Στα καλώδια της ΔΕΗ είναι σκαλωμένα τρία πουλιά. Κάθονται. Αγία Τριάδα. Το ακροβατικό τους είναι σύντομο. Χορογραφία της στιγμής. Μέχρι να προλάβουν τα μάτια να χωρέσουν την εικόνα, έχουν πετάξει.

ΣΤΟ ΔΡΟΜΟ περιπολούν οι νεκροί. Με βάρδιες. Σε τούτο τον τόπο οι νεκροί είναι περισσότεροι απ' τους ζωντανούς. Αναβοσβήνουν, στολισμένοι με φωτάκια. Ανθρωποι - σημαδούρες. Αν αφήσεις τον εαυτό σου να τους ακουμπήσει, κινδυνεύεις με βραχυκύκλωμα.
Οπως περνούν μέσα απ' τα γυάλινα κτήρια της Αλεξάνδρας μοιάζουν με φωτογραφίες που έχουν αναρτήσει οι απόγονοί τους για να τους θυμούνται: πλαίσιο μαύρο, τζάμι διπλό. Εις μνήμην. Υπάρχουν απόγονοι; Ή είναι κι αυτοί νεκροί;

ΣΚΟΝΙΖΟΥΝ τη χώρα. Της μασάνε τον λαιμό. Τα μάτια. Σπάνε τα κόκαλα της ζωής της. Μετά, δακρύζουν. Στην κηδεία της. Οταν πεθαίνει μια χώρα, αυτοί που συνήθως την κλαίνε είναι αυτοί που την έχουν σκοτώσει.

ΕΝΑ ΚΟΡΙΤΣΙ διασχίζει τον δρόμο. Εχει κοντά, κόκκινα μαλλιά, σκουλαρίκι στο δεξιό ρουθούνι. Το πρόσωπό του είναι παγωμένο, χωρίς μέλλον. Φοράει κόκκινο φούτερ, στο χρώμα του αίματος. Οι ελβιέλες του είναι λιγάκι σκισμένες. Ασπρες. Οπως βαδίζει, ο ουρανός πέφτει πάνω τους και σχηματίζει την ελληνική σημαία. Δείχνει αυτό που πρόκειται να συμβεί. Μετά.

ΕΠΙΚΕΦΑΛΙΔΕΣ πραγμάτων. Προσώπων. Ζωών. Το σινεμά είναι αόρατο. Περνάς απ' το ένα πλάνο στο άλλο, βιαστικά, χωρίς να προσέχεις. Σχεδόν το καταπίνεις αμάσητο. Ο κύκλος της σκηνοθεσίας κλείνει διαρκώς. Πρέπει να τελειώνουμε με αυτό. Να αποφασίσουμε ότι μόνο το ανύπαρκτο υπάρχει.

Ο ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ ενός σκύλου στην Αραχώβης μπορεί να σε κάνει να κλάψεις. Γαβ γαβ. Γαβ γαβ. Αν ήταν θεατρικό, θα γινόταν σε δύο πράξεις. Οπως η αναπνοή: Εισπνοή - εκπνοή. Το τελευταίο γάβγισμα είναι ο θάνατος. Από ασιτία.

ΤΟ ΒΡΑΔΥ στο μπαρ είναι σκοτεινό. Τα γεγονότα συμβαίνουν ανάποδα: η μουσική ακούει τους ανθρώπους να μιλούν. Αναπνέουν, εγκαθιστώντας τις μοναξιές τους. Γουλιά γουλιά. Θέλει να τους επιδιορθώσει σε λίγα λεπτά. Ο χαμηλός φωτισμός παρασύρει τις λέξεις σε πτώχευση. Στην μπάρα έχει χυθεί λίγο κρασί.

ΜΟΝΟΝ η αθωότητα των στίχων εφημερεύει. Περιθάλπει την αγωνία αυτής της μόνιμης απουσίας, τη στεγάζει σε τίτλους. Τα έκτακτα περιστατικά απαιτούν περίσσευμα εαυτού.

ΕΞΩ, ο θάνατος γιορτάζει ακόμη. Οι τελευταίες του ενσαρκώσεις χάνονται σαν σκιές στα δρομάκια των Εξαρχείων. Δεν υπάρχουν αστέρια να οδηγούν. Σε δύο ώρες ξημερώνει.

ΑΝ ΘΕΣ να αλλάξεις τα πράγματα, δεν το συζητάς.

ΑΠΛΩΣ, τα αλλάζεις.


ΔΕΙΤΕ ΕΔΩ ΤΗΝ ΣΤΗΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=233656

Σάββατο 11 Δεκεμβρίου 2010

ΟΥΤΕ ΚΙ ΕΓΩ



ΗΡΘΕ ξανά, για να τελειώσει τα πράγματα. Στη σκηνή. Φαρδύ, ριχτό παντελόνι, πουκάμισο λευκό. Σιδερωμένο. Φρύδια λειψά. Τα σκαμμένα από τον χρόνο μέρη του προσώπου θυμίζουν πολύ Μπέκετ.
Είναι και το βλέμμα. Βυθός. Εκείνης της κερδισμένης σημασίας. Χαραγμένο, σαν υδατογράφημα. Κοιτάζει ευρυγώνια. Αντικαθιστά το μπάσο, το σαξόφωνο, το βιολί, το φλάουτο, τα ντραμς. Σαν να λέει, τα είδα όλα, τα βαρέθηκα, φέρτε μου τώρα έναν δρόμο. Ανοιχτό. Να γυαλίζει μακριά ο ορίζοντας. Να 'χω μια διαδρομή. Να πηγαίνω.

ΜΟΝΟΣ. Ο ίδιος του ο εαυτός δεν τον αφήνει παρά να είναι ο εαυτός του. Απόλυτα άσπρος. Μια κιθάρα. Ενα πιάνο. Σκηνικό φωτοστέφανο. Τα τραπέζια κοντά. Κι αυτή η φωνή. Μπροστά. Αρρωστη. Ουρλιαχτό, ψίθυρος. Ερωτικό συλλάβισμα. Προσευχή. Μαθήματα πόνου.
Ο θάνατος μέσα της γεννάει ζωή. Νότες. Και μετά, ξανά. Θάνατος. Και ξανά. Νότες.

ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ ΜΟΥ. Σσσς. Περιμένω στην πόρτα και αναρωτιέμαι πότε θα 'ρθεις να με ζεστάνεις. Ποτέ. Κομμάτια μήλου, κρασί. Μια γραμμή ζωής. Το σαξόφωνο εννοείται. Να προσέχεις, το σκοτάδι είναι της ψυχής.

Η ΜΑΡΙΑ έχει αλλάξει ζωές. Η άλλη, απλώς δεν είχε. Πώς μπόρεσες να τ' αφήσεις να συμβεί; Μπόρεσε. Είμαι τόσο κοντά στο φως. Και με τυλίγει. Η μουσική περιγράφει τον εαυτό μου. Τον αγκαλιάζει. Απαγγέλλει αργά τη λύπη.

ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ, φτύνοντας τους στίχους. Εναν έναν. Τους καθαρίζει στο λαρύγγι του και πετάει τις συλλαβές. Σαν γρέζια. Ασυνείδητη ζωή. Λαχανιασμένη. Οι λέξεις δεν μιλούν. Εχουν μόνο ευγένεια. Ετσι θριαμβεύουν.

ΠΕΡΑΣΑΝ τόσα χρόνια. Στην έκσταση μιας αναμονής. Χαράματα χρόνια. Ούτε κάθεται ούτε φεύγει. Μια θεϊκή σιωπή. Θεός είναι η σιωπή του Σύμπαντος και άνθρωπος η κραυγή που δίνει νόημα σ' αυτή τη σιωπή. Λέξεις του Σαραμάγκου.

Η ΜΟΥΣΙΚΗ μεγαλώνει. Διαμαρτύρεται, βγαίνει έξω. Απλώνεται στην Ηπείρου. Βραχνιασμένη. Ανάγλυφο χιόνι. Γίνεται σεντόνι πάνω στην κρούστα του δρόμου. Οι τοίχοι γεμίζουν νοήματα. Τους ξύνει για να τους ντύσει αλλιώς. Αλλο χρώμα, άλλο υλικό.

ΕΙΜΑΙ άνθρωπος. Δολοφόνος, άγγελος, δικτάτορας, σωτήρας, πρόσφυγας. Ολα μαζί.
Μιλάει πεισματικά. Τα παλιά λόγια. Δύση είναι ο Μάικ και η Σούζι. Η Αλις έχει φύγει. Εμεινε αυτή η δύναμη. Να ιστορεί, τραυλίζοντας. Την αδυναμία διάρκειας. Αφοσιωμένη φιλία.
Εχω την εντύπωση ότι γράφω τα τραγούδια του, χωρίς να το ξέρει. Κι εκείνος, τα βιβλία μου. Χωρίς να το ξέρω.

ΜΕΤΑ μίλησε: Φόρεσα τις διαθέσεις μου, σαν τόσο διαφορετικά κουστούμια, μα η σωστή δεν υπήρχε. Δεν βρέθηκε ποτέ τριγύρω. Δεν ξέρω πια προς τα πού να τραγουδήσω.

ΟΥΤΕ κι εγώ, είπα.

ΑΛΗΘΕΙΑ. Ούτε κι εγώ.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΟΛΗ ΤΗ ΣΤΗΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=231785