Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΔΗΜΟΣΙΕΥΤΑ ΚΕΙΜΕΝΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΔΗΜΟΣΙΕΥΤΑ ΚΕΙΜΕΝΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 22 Φεβρουαρίου 2025

AIMA

 

Στην λογοτεχνία δεν κάνεις καριέρα, κάνεις αιμόπτυση. Και βρίσκονται και 2-3 άλλοι κοντά σου και σου δίνουν ένα μαντήλι για να σκουπίσεις το αίμα.
Όταν αυτό τελειώσει, κάνεις μετάγγιση.
Για να συνεχίσεις.
 
Είναι τόσο απλό, αλλά, συγχρόνως, και τόσο δύσκολο..
 
Σ.Σ.
 

 
 
*Μπουάτ Απανεμιά, 2015. Από το βιβλίο ΟΛΟΜΟΝΑΧΟΙ ΜΑΖΙ (Σμίλη, 2014)

Τετάρτη 26 Απριλίου 2017

ΞΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ


 
Η Θεσσαλονίκη μοιάζει μ' ένα τεράστιο νήμα που κρέμεται απ' τον ουρανό - κάτι σαν ενοχλητικό καπέλο. Στις όχθες της υπάρχει ένας παλιός πόλεμος, χωρίς μέλλον. Τα μπαρ είναι όλα ανοιχτά. Εγώ, κλειστός. Στην Αριστοτέλους ένα τερατόμορφο ον, μάλλον θηλυκός δράκος με πρόσωπο δίνες, ανοιγοκλείνει το στόμα του. Καταπίνει όλους τους περαστικούς, τα μαγαζιά της πλατείας, τους κάδους της ανακύκλωσης, τα παρκαρισμένα αυτοκίνητα, τις ειδήσεις της πόλης. Αφαιρεί τον ορίζοντα και τους δρόμους απ' την εικόνα. Έχει μείνει μόνο η θάλασσα κι εσύ. Το εσύ δεν υπάρχει. Διαγράφεται. Πριν πολλά χρόνια έγινες μέρος αυτού του αλμυρού τοπίου κι έτσι δεν μπορώ να διακρίνω που ακριβώς έχεις βυθιστεί. Σε ποιό ακριβώς ύψος βρωμιάς κείτεσαι. Δεν έχω μάτια. Τα ξέχασα κάποτε σ' ένα ξενοδοχείο, το ίδιο με τώρα, Hotel Ilios, παρατηρώντας την ομορφιά που χανόταν. Βάζω διστακτικά το δάχτυλό μου στο θαλασσινό νερό, δημιουργώντας έναν μικρό, στενό κύκλο. Μετά το δοκιμάζω αργά στο στόμα μου: Είναι πικρό και μου αφήνει μια αίσθηση ασύνορου μένους. Φτύνω το μίσος από την αχαριστία των ημερών σου. Φτύνω το νερό στο νερό και ξαναγυρίζει στο στόμα μου. Προσωρινά αποτρέπω έναν πνιγμό που, ούτως ή άλλως, έχει συμβεί. Είναι ο δικός σου, με χιλιάδες εκδοχές προσώπων. Μια ελεεινή κρούστα. Εκπνοή. Εισπνοή. Εκπνοή. Εισπνοή. Εκπνοή. Τίποτα. Τίποτα από σένα δεν φαίνεται.

Την αγάπη δεν την ισχυρίζεσαι. Δεν την επικαλείσαι. Απλώς, την αποδεικνύεις κάθε μέρα.

Σ.Σ.

Photo: Hotel Ilios. Εγνατία 27, Θεσσαλονίκη. Τα δύο δέντρα μπροστά στο ξενοδοχείο απομακρυσμένα, αλλά παράλληλα, φύτρωσαν στη θέση μας. Ανάμεσά τους ένας κάδος σκουπιδιών επιβλέπει το αποτέλεσμα.
 
 

Τρίτη 3 Ιουνίου 2014

Ο ΕΡΩΤΑΣ ΩΣ ΔΙΑΦΑΝΕΙΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ





(Ύμνος στη γυναίκα)

Δεν πεθαίνουμε ποτέ από έρωτα για μια γυναίκα. Πεθαίνουμε γιατί ο έρωτας, ο οποιοσδήποτε έρωτας, φανερώνει την γύμνια μας, την φτώχια μας, την ανικανότητα μας, το τίποτε.

     

                                                                                                                                            CESARE PAVESE

                                                                                       
Ο ερωτισμός, σύμφωνα με τον Bataille είναι η επιβεβαίωση της ζωής μας ως τον θάνατο. Ο μεγάλος Γάλλος φιλόσοφος γράφει ότι για κείνον που αγαπά και για κείνον που επιθυμεί, το αντικείμενο του πόθου του, αυτό που ο Πλάτωνας αποκαλεί θείο παραλήρημα, γίνεται η διαφάνεια του κόσμου.Μέσα απ’ αυτήν επιτυγχάνεται η διακρίβωση της εσωτερικής του αλήθειας, μέσα απ’ την πρόκληση των αισθήσεων πραγματώνεται τελικά η θεαματική ανατροπή των ορίων της ύπαρξής του.

Αν θελήσουμε να βιώσουμε το άγνωστο και το άρρητο, θα πρέπει να πορευτούμε στις παρυφές της ηδυπάθειας ως την φρενίτιδα, να κολυμπήσουμε στα επικίνδυνα νερά της ιερότητας των άκρων που χαρακτηρίζουν τους ερωτευμένους. Λέω επαναστάτες τους ερωτευμένους γιατί ανθίστανται σθεναρά στις λογικές των συμψηφισμών και διεγείρουν, διαρκώς ανακαλώντας το, το συναίσθημα του φόβου. Το προκαλούν, το τρομάζουν, το ακυρώνουν. Και μετά το κολλούν πάνω τους – δεύτερο δέρμα.

Η λαγνεία των αισθήσεων, εκτός του φόβου και μιας διαρκούς ανασφάλειας που φέρει, λειτουργεί και ως αποσταθεροποιητικός πυρήνας, αλλά και ποιητικά, απέναντι σε κοινά αποδεκτές συμβάσεις ζωής, που αναγκάζονται να επιστρατεύσουν αφοριστικές απαγορεύσεις και παραδοσιακούς νεολογισμούς, προκειμένου να αποφύγουν την πλήρη ανατροπή τους. Δεχόμαστε ακόμα και να κινδυνεύσουμε ή να αυτοκαταστραφούμε, προκειμένου να μετάσχουμε στο παιχνίδι της αποκάλυψης ενός καινούργιου κόσμου, θεωρώντας το ως την τελευταία ευκαιρία να εμποδίσουμε την ζωή μας να περάσει χωρίς ζωή. Και είναι.

Ο πόθος γίνεται αυτοσκοπός, η επιθυμία, κανόνας. Μπορούμε να πεθάνουμε από έρωτα μέσα στην βαθιά απόγνωση της απουσίας του άλλου. Αλλά μήπως η απουσία δεν γίνεται η απελπισμένη, η πιο δυσβάσταχτη μορφή παρουσίας; Μήπως η απουσία δεν μάς παρουσιάζεται συνεχώς για να μπορέσουμε να συλλάβουμε την έλλειψη χρωμάτων που στερεί απ' την ζωή μας; Για να επινοήσουμε ξανά τον έρωτα, θα πρέπει να επινοήσουμε ξανά τη ζωή. Και για να επινοήσουμε ξανά τη ζωή ένας τρόπος υπάρχει. Μόνο. Να αναζητήσουμε την γυναίκα, να αφεθούμε σ’ αυτήν.

Ο Octavio Paz βλέπει την Molly, την ηρωίδα του Joyce στον «Οδυσσέα» να μετατρέπεται σε σιντριβάνι: Η Μόλυ είναι ένα σιντριβάνι που ενώνει και συγχέει στην μονότονη ροή του το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον, αυτό που υπήρξαμε, είμαστε και θα είμαστε, όλα μαζί και όλους μαζί σ’ ένα μεγάλο επιφώνημα σαν ένα κύμα που μας ανυψώνει, μας καταπίνει και μας συνενώνει όλους σε ένα «όλον» δίχως αρχή και τέλος.

Η γυναίκα απλώνεται σε κάθε κόκκο του περιβάλλοντος χώρου ως ιδιωτική λεπτομέρεια των πιο μύχιων στιγμών ή ως ένα ακόμη εκούσιο μέσο καταστρατήγησης του χρόνου που ακινητοποιείται, υποκλινόμενος μπροστά στο θαύμα της παρουσίας της. Το αληθινό της είναι μόνο μια ανεπαίσθητη εσοχή του συνολικού ψεύτικου που μας περιβάλει. Το κατόπτρισμά της στον κόσμο επικαιροποιεί το ίχνος του πολιτισμού μας. Η σιωπή της είναι χρησμός. Ο αρχαίος τόπος του παρελθόντος. Η ακινησία της, η μοναξιά του φύλου της, θυμίζουν την έρημο μιας εγκαταλειμμένης πόλης που φωνάζει βοήθεια.

Η γυναίκα διασχίζεται από κανάλια και ηχούν σαν μπαλάντες πολεμικές που ξεσηκώνουν το σώμα. Κατασκευασμένη από θριάμβους και για θριάμβους γνωρίζει να μας επιζεί. Κατά κάποιο τρόπο, μέσα απ’ την ιστορία της, σπουδάζουμε την ιστορία του εαυτού μας. Που είναι η ιστορία του κόσμου. Στέκει εκεί, ανάμεσα στους αιώνες, με βέβηλη υπακοή, με την ανυπεράσπιστη πύλη της ανοιχτή, μοναδικός μάρτυρας όσων έχουν συμβεί, προσφέροντάς μας την δυσοίωνη προοπτική μιας οριστικής ταπείνωσης. Μπροστά της.

Η γυναίκα είναι η τελευταία δραματική πινελιά κόκκινου στον μαυροπίνακα της ζωής.


                                                  
Σταύρος Σταυρόπουλος


Σάββατο 15 Ιουνίου 2013

ΕΞΟΔΟΣ




Άνοιξε έπειτα ένας ορυκτός δρόμος που στέγασε. Αυτή την παλιά φίρμα των ανθρώπων. Γυάλιζε σαν κοίτασμα αποκρουστικό και δυσοίωνο. Ό, τι είχε απομείνει από τη ζωή ήταν λόγος: Βαρύς, πατημένος λόγος, αλλά σταμάτησε. Τα ερείπια των σωμάτων ήταν στρωμένα στο έδαφος και ήταν χαλί ανυπόφορο που πήγαινε προς μια υπερφωτισμένη έξοδο. Σαν κοιμητήριο απλώθηκε σκεπασμένο. Αλλά είχε μόνο ουρανό λίγο, ένα κομμάτι μπλε, σαν χάντρα κομπολογιού. Ξαφνικά κόπηκε και έπεσε κάτω με πάταγο.

Σχηματίστηκε τότε ένας σταυρός φωτεινός, που ήταν όνομα.


(απόσπασμα από το βιβλίο μου ΚΑΠΝΙΣΜΕΝΟ ΚΟΚΚΙΝΟ που ετοιμάζεται)

 

Κυριακή 7 Απριλίου 2013

ΜΕ ΑΝΕΓΓΙΧΤΗ ΣΑΡΚΑ




Υπήρχε ένα έξω που ήταν μέσα.  Σαν να γεννιόταν εκ νέου ο θάνατος από τα υλικά του. Σ’ αυτό το έξω που είναι μέσα, σ’ αυτή την ανεμπόδιστη γέννηση του θανάτου που ξαναγίνεται ζωή, εκεί περνούσε εξημερωμένη η θάλασσα, με μικρά υπάκουα βήματα. Σαν στρατός έμπαινε εορταστικός να ελευθερώσει. 

Μετακίνησα κάποια κύματα και σε είδα.

Η γη ανακουφισμένη δεχόταν σαν χάδι την παρουσία σου. Μέσα στον κήπο η φύση επέστρεφε συνεχώς αποδείξεις ζωής και τις πότιζε το νερό. Τις χάιδευε με τις δαγκάνες του και τις φύτρωνε. Ξεκίνησε ο ανάποδος άνεμος. Ό, τι είχε συμβεί οδηγήθηκε σε άλυτη λήθη και σηκώνονταν σαν ευχές από άλλο σχήμα οι άνθρωποι, ένας ένας, με θριαμβευτικό κόπο και εξαφανίστηκε εκείνος ο κύκλος που έγραφε το τέλος τους. 

Τους κοίταζε η θάλασσα αποκαμωμένη που την θήλαζαν.

Πέρασαν οι δρόμοι με απορία. Πνιγμένοι και οι φυλές των ανθρώπων. Σαν να άνοιξε ξαφνικά ένα χαντάκι ακίνδυνο στο σώμα της, γεμάτο θάλασσα ήταν και μέσα του επέπλεαν οι άνθρωποι, μεταβολισμένοι. Στριμώχνονταν όλοι να χωρέσουν εκεί και φούσκωνε η κοιλιά της σαν μπαλόνι ζωής. 

Γεννιόνταν συνεχώς καινούργιοι σαν πίδακας, με ανέγγιχτη σάρκα.

Πήρα τη φωτιά σου στα χέρια μου και την άφησα να στεγνώνει στη θάλασσα. Έγινε ζευγάρια γυμνά, ποτάμια ζευγάρια και σιτίζονταν με νερό απαγορευμένο.


 (απόσπασμα από το βιβλίο μου ΚΑΠΝΙΣΜΕΝΟ ΚΟΚΚΙΝΟ που ετοιμάζεται)