Σάββατο 15 Φεβρουαρίου 2014

Α-ΠΟΙΗΣΗ ΑΠΟ-ΓΝΩΣΗΣ





I.
Το ποίημα είναι το διαμελισμένο πτώμα στα χέρια ενός σχιζοφρενούς δολοφόνου. Που, εν τω μεταξύ, φρόντισε να ονομάσει τον εαυτό του ποιητή. Για άλλοθι.


II.
Ποτέ μου δεν είπα μεγάλα λόγια. Μόνο λόγια που δεν λένε οι άλλοι.



III.
Θα ζωγραφίζω οτιδήποτε άλλο εκτός από ανθρώπους. Ακόμα και τον εαυτό μου.

ΣΣ

Τετάρτη 12 Φεβρουαρίου 2014

ΚΥΚΛΟΣ





Όταν μεγαλώνει ο κύκλος
Γίνεται ζωή
Όταν μεγαλώνει η ζωή
Γίνεται αγώνας
Όταν μεγαλώνει ο αγώνας
Γίνεται μοναξιά

Όταν μεγαλώνει η μοναξιά

Γίνεται

Ανυπόφορα
Σχεδόν ηδονικά

Η σταθερή βάση
Μιας ασταθούς
Και γι αυτό ανελέητης
Απουσίας

Όταν μεγαλώνει η απουσία

Γίνεται ξανά

Ξανά
Ξανά

Κύκλος

ΣΣ

Παρασκευή 7 Φεβρουαρίου 2014

ΜΠΛΟΥΖ






Το ένα μου χέρι
Είναι γεμάτο τρομαγμένα δωμάτια
Φτηνές χορδές
Από κιθάρες του δρόμου
Το άλλο γεμάτο νάρκες

Τις αφήνω πίσω μου
Με ένα μπλουζ
Δώδεκα μέτρα μακρύ
Για να καθαρίζω τις πόλεις
Διορθώνοντας στα πόδια μου

Εκείνα τα μικρά σκουπίδια
Άνω των εικοσιένα ετών

Σε κάτι καλύβες
Που θυμάμαι από παιδί
Έκρυψα τα τελευταία μου σχέδια
Για να είμαι σίγουρος
Ότι θα πεθάνουν καλά

Με τον θάνατο των Ινδιάνων

Όλα τα φιλιά φιλήθηκαν
Όλες οι αγάπες έχουν αγαπηθεί
Όμως τα καλύτερα ψέματα
Τα κράτησα για το τέλος

Ποτέ δεν είναι αργά
Για ένα καλό ρόλο
Στο θέατρο της μαγείας
Ενός ερασιτέχνη θαυματοποιού
Που συνεχίζει
Παρόλα αυτά

Να ποτίζει τα λουλούδια κρυφά
Κάτω απ’ το μαξιλάρι του



Προσοχή κήπος
Μην κινείστε

Τα άνθη είναι δηλητηριώδη και αόρατα
 

ΣΣ




Πέμπτη 6 Φεβρουαρίου 2014

ΓΕΝΝΕΤΗΣΙΟ ΣΚΟΤΟΣ






Με τα χρυσά δόντια μιας απλωμένης
Σαν το χνότο στα χειμωνιάτικα τζάμια
Θλίψης 
Με τους στόνους των τροχών
Και τους λυγμούς των μπουλονιών
Στις κολυμπήθρες των τορναδόρων
Λουσμένη με το αίμα όρχεων
Την ώρα που άναβαν φωνές
Στου σούρουπου τα δέντρα
Την ώρα που χάνονταν στη θάλασσα
Των τραγουδιών το χιόνι
Και έκλαιγε η ομίχλη των μανιταριών
Στα ρείθρα των λεωφόρων
Έγειρε από την κανάτα σου
Ο αφρός του μανδραγόρα
Να γίνει μυζήθρα στου δυσλεξικού δάσκαλου
Τα ματογυάλια
Που σάρωναν τους μαλακούς βυθούς
Της κόλασης
Με του σώβρακου τα πορτοκάλια
Γι’ αυτό δεν θα σε συγκρίνω με ευκάλυπτους
Γι’ αυτό τα σουραύλια δεν θα σιγήσουν
Αν δεν μαδήσουν σαν λεπιδόπτερα
Οι τρίχες του ανθού σου
Να πλέξουνε παλτά ιαγουάρων
Με το ζουμί αιμοσφαιρίων 
Στην πέτρα του Λιβάνου
Να περάσουν οι μονόκεροι
Από τις γρίλλιες των παντζουριών
Στη θάλασσα των χρυσανθέμων
Κι’ ας μείνουν ασυγκίνητα τα πορτοφόλια
Της ρουτίνας των σιδηροδρόμων
Αφού θα σκάσουν σαν μαστοί τα μπρίκια
Των κονδυλοφόρων.

Και ο καπνός της νύχτας
Θα ανεβαίνει κάθε βράδυ
Αργά στον ουρανό
Μαζί με τα όνειρα φυλών
Που κανείς ποτέ δεν κατάλαβε

Ούτε πως αφανίστηκαν
Ούτε γιατί υπήρξαν 

Παναγιώτης Γαλανόπουλος