Παρασκευή 14 Απριλίου 2017

ΑΣΑΛΕΥΤΗ ΖΩΗ




Η νύχτα των Παθών, αγία Παρασκευή μεγάλη,
θυμάσαι; Οι κράχτες βροντεροί του δρόμου και χουγιάζουν
«Ώρα, ώρα για την εκκλησιά!» Τα σήμαντρα σωπαίναν,
μήπως ταράξουν του Ιησού τον ύπνο ολογυρμένου
στων επιτάφιων τα χρυσά τα σάβανα που οι βιόλες
χλωμές και τα τριαντάφυλλα τα κοκκινοπλουμίζαν.
Θυμάσαι; Η νύχτα των Παθών μα και τ’ Απρίλη η νύχτα
της χώρας όλα, νόμιζες, να βουβαθούν γυρεύαν
θρήσκα και κατανυχτικά, τη σιγαλιά να κάμουν
μια προσφορά ευλαβική προς του Κυρίου τα Πάθη.
Και μοναχά δε σώπαινε στο περιβόλι μέσα
με τη δικούλα του εκκλησιά, με τη λατρεία δική του,
πιστός και ιερουργός Θεού ψηλότερου απ’ όλους,
τ’ αηδόνι. Η νύχτα των Παθών, μα και τ’ Απρίλη η νύχτα.
Διάπλατες πέρα οι εκκλησιές ολόφωτες και φτάναν
απ’ τ’ ανοιχτά παράθυρα στα σπίτια μας οι θρήνοι
σεμνοί κι αντιθρηνούσανε στου χριστιανού τα χείλη:
«Ζωή εν τάφω… Έαρ γλυκύ… Γλυκύτατόν μου τέκνον..»
Μπρος στην πεζούλα του σπιτιού, της γειτονιάς μελίσσι
κι εμείς, αγόρια αγίνωτα κι αστάλωτες παιδούλες,
ο ύπνος δε μας έπαιρνε, προσμέναμε την ώρα
της εκκλησιάς […]

ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ, «Γιορτές» (απόσπασμα)
από τη συλλογή «Ασάλευτη Ζωή»
 
*Paint: Crucifixion, Anton Van Dyck (1622)

Τρίτη 11 Απριλίου 2017

ΡΕΚΒΙΕΜ ΔΙΑΡΚΕΙΑΣ


ΣΤΑΥΡΟΣ ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ, Κατά τον δαίμονα εαυτού, εκδόσεις Σμίλη, σελ. 166

Τα τελευταία χρόνια, ο Σταύρος Σταυρόπουλος εκδίδει λογοτεχνία με συχνότητα δύο βιβλίων ανά έτος. Βιβλία όμως ανόμοια μεταξύ τους, σε άλλες θεματικές περιοχές το καθένα, με διαφορετικό ύφος έκαστο. Είναι φανερό πως δεν πρόκειται για φλυαρία, ούτε για παραγωγική μανιέρα.
Γράφω σε πρώτο ενικό γιατί τα λάθη μου έχουν ονοματεπώνυμο.
Παρά αυτή την διαβεβαίωση, ήδη από την εναρκτήρια σελίδα, δεν μιλά ένα πρόσωπο αλλά δύο, που μάλιστα βρίσκονται σε ταραχή, και κυριαρχούν στο ανά χείρας βιβλίο. Το πρόσωπο που ζει, χωρίς να μπορεί να ζήσει. Το πρόσωπο που γράφει, χωρίς να μπορεί να γράψει. Μπορούν, βέβαια, και να ζήσουν και να γράψουν, και το δείχνουν εν τοις πράγμασι, όμως αρνούνται να το αποδεχθούν, ως ζωή και ως γραφή, γιατί ελλείπει το νόημα, τόσο της ζωής όσο και της γραφής. Όσο και αν το καθένα τους υπερβαίνει εαυτόν, όσο και αν καταλήγει σε σημαντικά συμπεράσματα.
Σημασία έχει η πράξη του συναισθήματος και όχι η πρόσληψή της από το πρόσωπο στο οποίο απευθύνεται. Όταν αγαπάς νικάς τον θάνατο του άλλου.
Αυτό ακριβώς είναι που δεν αρκεί. Η ζωή, μόνο για τη ζωή, η γραφή, μόνο για τη γραφή.
Μιλάμε μόνο για πράγματα που πεθαίνουν επειδή δεν μπορέσαμε να τα αντέξουμε όσο ζούσαν. Αυτό είναι η μοναδική ευθύνη του συγγραφέα σήμερα: Η πούδρα στο πρόσωπο του νεκρού.

Κατ’ αυτό τον τρόπο, ο λόγος απισχνούνται από τις ρυθμικές αποχρώσεις του και καταλήγει στεγνός, επιγραμματικός, πεζός, και συχνά αμήχανος, όταν έχει να διαχειριστεί είτε την ένταση του συναισθήματος είτε την ένταση της γραφής. Λόγος ταραγμένος, συγχυσμένος, ηττημένος.
Ποιο είναι όμως το ελλείπον νόημα της γραφής; Είναι το συναίσθημα. Και της ζωής; Είναι η γραφή. Τόσο απλά; Αυτό το τεράστιο χάσμα δεν γεφυρώνεται, με τεχνικές είτε της ζωής είτε της γραφής. Δηλαδή, με τις τεχνικές που δοκιμάζει ο Σταυρόπουλος, ρίχνοντας γέφυρες, είτε από τη μία είτε από την άλλη πλευρά, όντας κάθε φορά το ένα ή το άλλο πρόσωπο. Αυτές οι αυτοσχέδιες γέφυρες, όπως τις πετά απέναντι, φθάνουν να αγγίζουν και να γδέρνουν τα τοιχώματα, να αποσπούν κομμάτια ολόκληρα της αντίπερα όχθης, αλλά ποτέ δεν αγκυρώνονται σε στέρεο έδαφος, και απομένουν να κρέμονται στο κενό.
Δεν έχει βέβαια καμιά άλλη λύση, από το να συνεχίσει την προσπάθεια. Εν τω μεταξύ, η ποίηση θα συνεχίζεται, όπως και η ζωή. Ερήμην.

Το βιβλίο του Σταύρου Σταυρόπουλου έχει λοιπόν μια διπλή σημασία, τόσο ως τεκμήριο της αμηχανίας του σύγχρονου ποιητικού λόγου, όταν δοκιμάζει να βγει έξω από την ασφάλεια της συνήθους ποιητικής θεματολογίας, πηγαίνοντας μετωπικά στη ζωή, όσο και ως τεκμήριο μιας άλλης αμηχανίας, εκείνης μπροστά στο αμετάτρεπτο της βιωμένης εμπειρίας του σύγχρονου ανθρώπου, όταν κάποιος δοκιμάζει να την προσαγάγει ενώπιον της τέχνης.

Όμως η ζωή και η τέχνη δεν αποτελούν μόνο τεκμήρια και σημασίες της εποχής τους, αλλά πραγματωμένες ποιότητες. Και πάλι ερήμην. Τώρα του προσώπου το οποίο τις πραγματώνει. 

Ο άνθρωπος λοιπόν δεδικαίωται, όπως και ο ποιητής.

 
Κώστας Βούλγαρης
Αυγή της Κυριακής, 27 Σεπτεμβρίου 2015

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ

Πέμπτη 30 Μαρτίου 2017

Ο ΚΟΣΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΘΗΛΥΚΟΣ


Σε ένα παιχνίδι σκιών που αφήνουν πίσω τους οι εξαφανίσεις. Το «Πράξη Εξαφάνισης» είναι το τέλος του κύκλου αυτού του έργου που ουσιαστικά αφορά «τη γυναίκα που ήταν ο κόσμος». Για τον Σταυρόπουλο, η εξαφάνιση αφορά στον κόσμο, «τον κόσμο που είναι θηλυκός». Ο κόσμος συνδέεται με το γυναικείο σώμα, έχοντας εκείνα τα όργανα αναπαραγωγής που χρειάζονται για να γεννηθεί κάτι νέο. Τα ποιήματά του θρηνούν αυτή την εξαφάνιση, όμως το τέλος ενέχει και ψήγματα αισιοδοξίας καθώς συνδέεται με μια άλλη μορφή του κόσμου.

[Στην εκπομπή «Φταίνε τα Τραγούδια», Στο Κόκκινο Ρόδου 103.7, η Μίκα Ντάκα συνομίλησε με τον ποιητή & πεζογράφο Σταύρο Σταυρόπουλο με αφορμή την «Πράξη Εξαφάνισης», την τελευταία του δουλειά που αποτελεί μέρος ενός έργου 8 βιβλίων που κυκλοφόρησαν από το 2011, με πρώτο το «Πιο νύχτα δεν γίνεται».]




Δευτέρα 27 Μαρτίου 2017

Η ΑΛΛΗ ΕΠΟΧΗ


Μια συνέντευξη στον Διονύση Μαρίνο και στο amagi radio (27.5.2016) για την εκπομπή "Τα παιδιά του Μπόρχες". Κατά τον δαίμονα εαυτού. Με πρίγκιπες. Των βιβλίων, του ροκ εν ρολ και άλλους αν- ύπαρκτους. 

[ΥΓ.Για όσους ζητούν μετ' επιτάσεως το εξαντλημένο ΚΑΛΗΝΥΧΤΑ, ΜΙΚΡΕ ΠΡΙΓΚΙΠΑ, σ' αυτήν την συνέντευξη περιέχονται αρκετά αποσπάσματα από το βιβλίο - που πρόκειται να κυκλοφορήσει εκ νέου σύντομα, σε μια οριστική, τρίτη έκδοση.]



Τετάρτη 15 Μαρτίου 2017

ΣΤΟΥ ΖΩΓΡΑΦΟΥ


Χθες στου Ζωγράφου. Δυό πιθαμές βήματα από κει που βρισκόταν ο κόσμος. Στα απομεινάρια μιας ανεπιβεβαίωτης ανάμνησης. Έζησα 12 ψεύτικες ζωές εδώ για να καταφέρω να πεθάνω τελικά απ' την αλήθεια της πραγματικότητας. Ο χώρος, ένα πανίσχυρο τοπόσημο φορτωμένο με ιστορικό βάρος, σαν αρχιτεκτονικό θαύμα μιας εποχής, στολίδι για την περιοχή του Ζωγράφου. Στην παρουσίαση του βιβλίου της Πέλας δεν είδα πουθενά τον Ίωνα Δραγούμη. Εκ των υστέρων του είπε: "Σου τάραξα τη ζωή σου". Το έχω ακούσει κι εγώ, λίγο μετά τον εν ψυχρώ φόνο μου: "Λυπάμαι που αισθάνεσαι έτσι". Επρόκειτο προφανώς για ένα δαφορετικό "Ανκόρ", ένα Deja vu. Στο τέλος πήρα τον Καλημέρη απ' το μπράτσο, φορούσε το αδιάβροχο πορτοκαλί μπουφάν με τις τρύπες, και κατηφορήσαμε τον γνωστό δρόμο προς την κεντρική λεωφόρο, για το Avec 4. Δεν υπήρχε ίχνος ζωής εκεί, δεν είχαν απομείνει παρά ερείπια. Νόμιζα πως βρισκόμουν στην διαλυμένη Γερμανία, λίγο μετά το τέλος του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου. Μεσολάβησαν 8 μπύρες για 12 κεριά. Μετά ο Κώστας είπε την φράση κλειδί: "Ήθελε να είναι με τον Τζιμ Μόρισον χωρίς να είναι ποτέ." 

Θυμήθηκα τότε όλον αυτόν τον ευφάνταστο μύθο της "μεγάλης αγάπης" της Πάμελα Σούζαν Κούρσον για τον Τζιμ, όταν εκείνο το μοιραίο φεγγάρι του Απρίλη του 71, ο Μόρισον πήγε να ζήσει πάλι μαζί της στο Παρίσι, κάνοντας μια νέα αρχή και την βρήκε να συζεί, ανανεώνοντας τον μεγάλο της έρωτα για τον κόμη Jean de Breteuil, με τον 21χρονο κληρονόμο μιας τεράστιας περιουσίας, που διασκέδαζε με το να κυκλοφορεί στον περίγυρο των σταρ και να απολαμβάνει ό,τι μπορούσε από σάρκα, χάπια, σκόνες και διασημότητα, μοστράροντας το κύριο προσόν του: να ταΐζει τον ροκ περίγυρο, ιδίως τις γυναίκες, με ηρωίνη μέχρι κωματώδους αναισθησίας. Θυμήθηκα με ποιό ακριβώς τρόπο - και με ένα μόλις βιβλίο (!), η Μάτση Χατζηλαζάρου απέκτησε τον τίτλο "η μεγαλύτερη ελληνίδα ποιήτρια", έχοντας εγκαταλείψει, ξαφνικά και αναπάντεχα τον Ανδρέα Εμπειρίκο, για τα μάτια ενός νέου ποιητή, του Ανδρέα Καμπά, που γνώρισε στην οικογενειακή τους στέγη, στις γνωστές συναντήσεις της Πέμπτης. Για να συνεχίσει έπειτα, ακάθεκτη με τον ανηψιό του Πικάσο, Χαβιέρ Βιλατό και με τον Κορνήλιο Καστοριάδη. Θυμήθηκα μια ακόμα παρεκτροπή της πραγματικότητας και τον τρόπο που αντιμετωπίζεται, ακόμα και σήμερα, αυτός ο μεγάλος ποιητής με το όνομα Τεντ Χιούζ, στον μύθο που κυκλοφορεί για την αυτοκτονία της Σύλβια Πλαθ. Θυμήθηκα, ξέχασα, ξαναθυμήθηκα. Ξαναξέχασα.

Μετά δεν είχα να θυμηθώ άλλα. Ούτε να ξεχάσω. Δεν υπήρχε τίποτα πουθενά. Κατεβήκαμε στην κενή λεωφόρο, με την απελπισία κρεμασμένη στο μανίκι και έβαλα τον Καλημέρη μέσα σε ένα κενό ταξί. Εγώ ανέβηκα στην κενή μου μηχανή και έφυγα. Προς ένα κενό μέλλον.

ΣΤΑΥΡΟΣ ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ

[Χθες, Τρίτη 14 Μαρτίου, στο Μουσείο Μαρίκας Κοτοπούλη, στην παρουσίαση του βιβλίου "Ανκόρ", εκδ. Καστανιώτη, της Πέλας Σουλτάτου. Και με τον Ίωνα Δραγούμη απόντα.]