Τρίτη 11 Νοεμβρίου 2014

ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΝΥΧΤΕΣ ΓΙΑ ΕΝΑΝ ΚΟΣΜΟ


Μια απόπειρα προσέγγισης της ποιητικής τετραλογίας του Σταύρου Σταυρόπουλου




Εν αρχή ην το ΠΙΟ ΝΥΧΤΑ ΔΕ ΓΙΝΕΤΑΙ (Οξύ, 2011), που με άδραξε. Συλλογή ποιητικών πεζογραφημάτων. Αλληγορική, συνάμα και σαρωτική παρείσφρηση της φαντασίας, του ασύνειδου και του ονείρου, δίχως λογικό έλεγχο, στην αισθητοποίηση του όλου, που είναι η ζωή, ο κόσμος και ο έρωτας. Μειγνύονται εδώ, μα και σε ολόκληρο το φάσμα της τετραλογίας, αντικείμενα, πρόσωπα και νοήματα μέσα από τολμηρά, ενίοτε οξύμωρα ζεύγη λέξεων, που ανασύρουν συνειρμούς και πλάθουν εικόνες υπερβατικές. Κι όμως ο λόγος, ως γλώσσα, παραμένει λιτός, σχεδόν οικείος.  Έτσι, φυσικά, με ένα αφηγηματικό «εγώ», κατά το πλείστον πρωτοπρόσωπο – ομοδιηγητικό, κι ένα βουβό «εσύ» που αναδύεται, ως αντικείμενο του πόθου, ξετυλίγεται το τραγικό. Όμως χαμηλόφωνα. Και είναι η αποδόμηση του κόσμου, βαθμιαία, όσο διαδέχονται οι εποχές η μια την άλλη, από το καλοκαίρι, ακμή ζωής, ως τον χειμώνα, του μαρασμού.  Έμμονα, έρχεται και επανέρχεται η θάλασσα. Η θάλασσα που δείχνει «αναπάντεχα μελαχρινή», κι ο ουρανός που είναι «λερωμένος ακτές». Πότε;  Όταν «από τη επιφάνεια της γης θα ανέβει ένα φως σαν πυρετός». Οι λέξεις, μέγιστες διακυβεύσεις του δημιουργού, άγχονται  να βρουν τον προσδιορισμό τους.

Μετά έρχεται το ΜΕΤΑ (Απόπειρα, 2012). Ένα μακρύ, ανυπολόγιστα δύσβατο ποίημα και δεύτερο έργο της τετραλογίας. Ένας θρυμματισμένος κόσμος αποκρυσταλλωμένος σε λόγο θραυσματικό και ασθματικό, της αναπνοής που σώνεται. Ελλειπτική διατύπωση προτάσεων, μικρογράμματη γραφή και απουσία στίξης θραύουν το όλον και παριστάνουν το μη υπάρχον του μη κόσμου -  «κάποτε έλεγαν σήμερα». Πρωτοπρόσωπο το ποιητικό εγώ μοιάζει να σπαράσσεται κι αυτό από το μακελειό. Ωστόσο οι λέξεις είναι σταθερά εδώ μαζί με την θάλασσα. Λέξεις και θάλασσα δίνουν υποσχέσεις.

Στο ΚΑΠΝΙΣΜΕΝΟ ΚΟΚΚΙΝΟ (Σμίλη, 2013), τρίτο έργο της τετραλογίας, οι υποσχέσεις  φαίνονται να ευοδώνονται  βαθμιαία και πάλι, όπως στο ΠΙΟ ΝΥΧΤΑ ΔΕ ΓΙΝΕΤΑΙ, όμως σε μια πορεία αντίστροφη, από την καταβύθιση στη γένεση. Η θάλασσα, ως από μια τερατουργία, έχει ρουφήξει τον κόσμο στο βυθό της. Υπάρχει όμως θάλασσα και υπάρχει ουρανός και ήλιος. Ήλιος αφύσικα κόκκινος. Η γη μοιάζει να έχει υποχωρήσει σε απύθμενα βάθη, δαιμονικά, γιατί  η γη, σύσταση ανθρώπινη, περικλείει τον κόσμο και τους ανθρώπους.  Ο τίτλος, ΚΑΠΝΙΣΜΕΝΟ ΚΟΚΚΙΝΟ, παραπέμπει σε μια διάσταση μεταφυσική, όπου σε οιονεί εσχατολογικό χώρο-χρόνο έχει συντελεστεί μια βιβλική καταστροφή εντός του ύδατος, όμως με υπόνοια καύσης, που ανιχνεύεται στο «αφύσικα κόκκινο» και στο «καπνισμένο».
Ειδολογικά το έργο αποτελεί μια ασυνήθιστη, ολοκαίνουρια ματιά στο μυθιστόρημα, αφού ο συγγραφέας το αναφέρει ως μυθ-ιστόρημα σημείων, στα σύνορα της ποίησης, το προσλαμβάνω εγώ. Όπως το ΠΙΟ ΝΥΧΤΑ ΔΕ ΓΙΝΕΤΑΙ. Όμως εδώ βαραίνει και βαθαίνει η κατασταλαγμένη απόφαση του συγγραφέα, με συμπυκνωμένο λόγο υψηλής περιεκτικότητας, δίχως ανάδρομη βιωματική περιδιάβαση σε τόπους κι ανθρώπους. Η εστίαση είναι στο εδώ και τώρα του υπεραισθητού και η αφήγηση προχωρεί σε ευθεία χρονική τροχιά, με σημεία. Τα σημεία, εκκινώντας από το μηδέν, είναι το αφηγηματικό εύρημα που αρθρώνει και συνέχει τα κείμενα και με αριθμητική σειρά τους δίνει τίτλο. Στο ξεκίνημα, αναφαίνεται η θρυμματισμένη τεχνική του συγγραφέα να διαρρηγνύει τη συντακτική νόρμα – «Περνούσαν οι μέρες και γιατί». Τελεία. Πρωτοπρόσωπα, ο αφηγητής μοιάζει να συνδιαλέγεται με την γυναίκα που ήταν ο κόσμος, όμως έμμεσα: «αυτή». Σε σημεία, κάνει δειλά την εμφάνισή του ένα «εσύ» -  «Είδα τα καστανόμαυρα μάτια σου, ανυπολόγιστα πραγματικά και επίσημα να ανοίγουν» κι έπειτα «Μετακίνησα κάποια κύματα και σε είδα». Ακόμα, «Η γη ανακουφισμένη δεχόταν σαν χάδι την παρουσία σου»  ή «Πήρα τη φωτιά σου στα χέρια μου και την άπλωσα να στεγνώσει τη θάλασσα».  Θεσπέσιοι στίχοι, με καλεί η παρόρμηση να πω, ενώ πρόκειται για πεζογράφημα, που  ωστόσο διερευνά τον προσδιορισμό του «εσύ». Μια ποθητή γυναίκα; Ο κόσμος όλος; Η ζωή όλη; Τελικώς, η γυναίκα-κόσμος που γεννιέται από την γυναίκα-κόσμο;

Το  αφηγηματικό «εγώ», αυτοδιηγητικά, γίνεται ο τελευταίος άνθρωπος πάνω στη γη. Που βλέπει. Η ρευστότητα των εικόνων αισθητοποιεί σημείο προς  σημείο τον παγιωμένο εξελικτισμό. Εικόνες φρίκης που υπερβαίνουν την πραγματικότητα εξισορροπούνται από έναν υποφώσκοντα λυρισμό που σε αποσπά από τον εφιάλτη. Καταλαγιάζει ο εφιάλτης στο όνειρο κι ο τρόμος στην ομορφιά. Απαράμιλλος πλούτος εκφράσεων, που πραΰνει το παραισθησιακό και ημερώνει το τρομακτικό. Λόγος αλληγορικός και υποβλητικός, σκληρός κι όμως ποιητικός. Σχεδόν μουσικός. Η αίσθηση στέρησης και απουσίας ανασύρει τη μελαγχολία, μα εξισορροπείται από τον δυναμισμό της αλήθειας πίσω από την αλήθεια. Μια αδιόρατη τρυφεράδα αναδύεται από την τραχύτητα της υπερρεαλιστικής ματιάς. Οι απροσδόκητοι συμφυρμοί λέξεων και νοημάτων που αναδεικνύουν νέες έννοιες και ανατρέπουν εσαεί τα δεδομένα, κινητοποιούν τη φαντασία, δηλαδή τη λογική πέρα από τη λογική. – «Εμφανίστηκε πάλι η γυναίκα που ήταν ο κόσμος, αλλά σαν αποτέλεσμα. Βρεγμένη, και είχε σκιά. Είπε, γύρισα, το ρήμα ήταν ζεστό».

Στο ΚΑΠΝΙΣΜΕΝΟ ΚΟΚΚΙΝΟ τον αναγνώστη εισάγει ένα άτιτλο κείμενο που απαθανατίζει  καταποντισμένα, τα θρύψαλα του κοσμικού αφανισμού. Το σημείο 0 ήδη προοιωνίζεται την κυοφορία του κόσμου ξανά και το σημείο 1 την πιστοποιεί με την εμφάνιση της γυναίκας που ήταν ο κόσμος – «Η γυναίκα που ήταν ο κόσμος, αν και ουδέτερου γένους, είχε μια θηλαστική ομορφιά που έτρεφε». Καθώς το φάσμα της πλανάται σε όλο το έργο, σημείο στο σημείο, σηματοδοτεί την όποια αναγεννησιακή επάνοδο. Η γυναίκα που ήταν ο κόσμος ασφυκτιά με καλώδια γύρω από το λαιμό της και κοινωνεί αμοιβαία λύπη με τον αφηγητή, όμως έχει σάρκα. Και έχει φωτιά. Διστάζει να επιτελέσει το έργο της. Βουλιάζει μέσα στην υδάτινή της υπόσταση με δολοφονικά μάτια. Ο αφηγητής επιμένει να την διατηρεί, ως δείγμα του άλλοτε. Του «αλλού».  Ίσως να μην είναι ο κόσμος, αλλά το αποτέλεσμα του, δίκην σκιάς. Πυορροεί το αύριο, δεν το κυοφορεί , ως όφειλε. Η ένωσή της με το θάνατο πρόκειται να φτιάξει ζωή. Κι αυτή γίνεται ήλιος και γεννάει ήλιους. Είναι έτοιμη για τον τοκετό, όμως γιατί έχει κάτι σάπιο και ο γυναικείος κόλπος της θυμίζει πεθαμένη μελωδία; Γεννά. Όμως γιατί σαν να γεννά ανάποδα; Επιδαψιλεύει φως. Όμως γιατί οι άνθρωποι είναι αντίγραφα;  Επιπλέουν άνθρωποι στο υδάτινο σώμα της, όμως γιατί είναι μεταβολισμένοι; Μοιάζει να ενώνεται με τη θάλασσα, από την οποία ο κόσμος αναδύεται. Όμως η θάλασσα δεν ήταν που ρούφηξε τον κόσμο; Όλα κλίνουν προς ένα θηλυκό όλον, καινούριο, μα παλιό. Αέναα νεκρό και ζωντανό μαζί. Το νέο γέννημα ενδέχεται να μην είναι, παρά νέος θάνατος.

Μια ενορατική εικονοπλασία διαπερνά το έργο και ζωγραφίζει πίνακες του Ιερώνυμου Μπος, αν και αλλιώτικης αγριάδας.  Δώθε κείθε πινελιές κόκκινου, πορτοκαλί και μπλε, σημαίνουσες  στο κείμενο κι αυτές. Νερό, φωτιά, αέρας, γη, σε ακατάπαυστη ροή, ακόμη κι όταν καταγράφονται ως νεκρά στοιχεία, εμφανίζουν ζωή ρέουσα μέσα και πέρα από τον θάνατο. Και μια έμμονη επιστροφή στις λέξεις. Ως σαν αυτές να υπάρχουν άφθαρτες ενάντια στον ορυμαγδό.

Αναζητώντας το τελικό νήμα ανατρέχω στο ΟΛΟΜΟΝΑΧΟΙ ΜΑΖΙ (Σμίλη, 2014).  Τέταρτο έργο της τετραλογίας. Σε ένα σύντομο πρόλογο η γυναίκα που ήταν ο κόσμος παραπαίει μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας και ακολουθούν τριάντα μακροσκελή ποιήματα στα οποία ο αφηγητής της απευθύνεται. Επιστολικά. Υπάρχει ένα ομιλούν «εγώ»" κι ένα βουβό «εσύ». Παθητικό. Οι τίτλοι των ποιημάτων φέρονται ως ιδιότητες της γυναίκας που ήταν ο κόσμος και κάποιοι από αυτούς συγκαταλέγονται στα λεγόμενα επτά θανάσιμα αμαρτήματα. Από το πρώτο ποίημα - ΧΟΡΟΣ - προσδιορίζεται μια επικοινωνία μεταξύ δύο, σε πρώτο πρόσωπο ο αφηγητής και σε δεύτερο πρόσωπο,  η γυναίκα  - «Με το μου και το σου/ Να έχουν στο τέλος/ Το ίδιο αβέβαιο ύψιλον του βυθού», όπως καταγράφεται.

O λόγος συνεχίζει κι εδώ να ρέει αλληγορικά, συμβολικός και υπαινικτικός.  Όμως αλλάζει η περιρρέουσα ατμόσφαιρα, καθώς καταπίπτει σε ηρεμότερη αφήγηση μαζί με στοχασμό. Βαθύ και τετελεσμένο. Η εντύπωση του ανικανοποίητου, που πηγή της είναι η διάψευση του κόσμου ξανά, δηλαδή το ανεκπλήρωτο, δεσπόζει. Και αισθητοποιείται με αμφισημίες – «Υπάρχουν παντού μάσκες/ Σε βαθμό ανθρωπότητας» · με αντιθέσεις – «Ξυπνάω να γράψω το ποίημα/ Και με γράφει αυτό» · με παρομοιώσεις – «Καθόταν απλώς εκεί/ Στη μέση της σκάλας/ Σαν όμορφος κίνδυνος» ·  με προσωποποιήσεις εννοιών -  «Τότε η ποίηση σου είπε/ Να της δώσεις το φέρετρό σου/ Να κοιμηθεί» · με συστοιχίες εικόνων – «Το υπέροχο δώμα του σώματος/ Η διεσταλμένη ζωή/ Τα ορθάνοιχτα πόδια των λέξεων/ Σαν μαλλιαρό τόξο/ Το κόκκινο βαλιτσάκι με τις ευχές» · με απροσδόκητες μίξεις νοημάτων – «Λέω ψέματα μόνο στον εαυτό μου/ Στους άλλους πάντα αλήθεια/ Γιατί είναι η τιμωρία που τους αξίζει» · και διαμέσου όλων αυτών η δεσπόζουσα τολμηρή μεταφορά – «Και φοράω σκισμένες υπομονές». Ως επιστέγασμα, ο αντιφατικός, όχι απλώς αντιθετικός, τίτλος του βιβλίου: ΟΛΟΜΟΝΑΧΟΙ ΜΑΖΙ. Να γίνεται η επιτομή του τραγικού στην πιο πλατιά του διάσταση.

Ποίηση σημαίνουσα και σιβυλλική, όμως με μεταδοτικότητα, σου διαχέει την αίσθησή της. Σαν να εγκαλεί τη γυναίκα-κόσμο, προσφωνώντας την. Σαν να έχει αποδράσει,  βουλιάζοντας στην αναπόδραστη καταδίκη που φέρει τη σφραγίδα της. Δίχως στίξη, με κεφαλαίο το πρώτο γράμμα της πρώτης λέξης κάθε στίχου, να τονίζει εμφατικά κι αυτόνομα τη σημασία του. Μπλε και κόκκινες πινελιές του ποιητή ζωγραφίζουν πρωτοφανέρωτα χρώματα.  Οι λέξεις παρεισφρέουν –«Πότιζα τις σελίδες να μεγαλώνουν οι λέξεις» και γράφουν τελικά τον επίλογο – «H  επόμενη γη θα έχει μόνο λογοτεχνία».

Κάποιοι από τους τίτλους αποδίδουν ιδιότητες, όπως Οκνηρία, Λαιμαργία, Λαγνεία. Άλλες είναι συναισθήματα, όπως  Οργή,  Φθόνος,  Φόβος. Άλλες είναι απλώς αφηρημένες έννοιες, όπως  Συνείδηση, Υπόσχεση, Κίνδυνος. Άλλες σηματοδοτούν το απτό  Σάρκα, Φωτογραφία, Τέμενος ή ακόμη δηλώνουν κίνηση και ενέργεια, όπως Χορός και Διαπραγμάτευση. Υπάρχει και ένας τίτλος επίρρημα, Ανάμεσα. Ωστόσο κάθε τίτλος, αποπνέει μια χροιά από την γυναίκα που ήταν ο κόσμος, κάθε ποίημα συνιστά μια επιστολή ή μια αποστροφή προς εκείνη. Συχνά η επικοινωνία βρίθει ερωτισμού. Ωστόσο, μέσα από τις ποιότητες που απαυγάζουν οι τίτλοι καταλύεται, το αρτιγέννητο της λεχώνας του κόσμου, δηλαδή ο κόσμος ξανά. Μαζί του σαρώνεται κι η ίδια.

Στην θήλεια αναγνώστρια, όπως εγώ, επισωρεύεται συναισθηματική φόρτιση που κατασταλάζει σε αυτεπίγνωση υπέρμετρης δύναμης και ανυπολόγιστης ευθύνης. Λογίζομαι ότι αν οι ιδιότητες που αποδίδονται στη γυναίκα, της ανήκουν, ανήκουν και σε ολόκληρο το ανθρώπινο γένος, ως κληροδοτημένες από τον φορέα τους, την ίδια. Γίνονται κληρονομιά του ανθρώπου στη στρογγυλή του δίφυλη ολότητα, με τη θετική ή την αρνητική τους χροιά, και μετουσιώνονται σε εγγενή  του γνωρίσματα. Περαιτέρω, υπόκεινται σε επεξεργασία μέσα σε μια κοινωνική πραγματικότητα που αλλοιώνει τη φυσική, και αποκαθηλώνει τη γυναίκα από την προεξάρχουσα θέση της ποιητικής ενόρασης. Το ίδιο όραμα μιας εκ βάθρων αναγέννησης αχνοφέγγει και σβήνει, γιατί η νέα γέννα ενέχει τα ίδια θνησιγενή υλικά. Όμως εκεί έγκειται ολόκληρη η σαγήνη του κόσμου και της ζωής. Η σαγήνη του έρωτα. Γιατί όλα είναι λογοτεχνία. Και η λογοτεχνία είναι γυναίκα. Όμοια με τον κόσμο.

Στους καταληκτικούς στίχους του τελευταίου πολυσημαντικού ποιήματος  Ζωή αναδύεται η τελευταία αλήθεια: «H επόμενη γη/ Θα έχει μόνο λογοτεχνία». Με χρονική αντικατάσταση στο παρόν επισφραγίζεται και ο  επίλογος της τετραλογίας: « O κόσμος είναι λογοτεχνία». Γιατί, ας μου επιτραπεί να ερμηνεύσω, η λογοτεχνία είναι ο κόσμος άλλη μια φορά. Και λειτουργεί ως οιονεί αντανάκλαση  της υφιστάμενης πραγματικότητας. Ή, την καταλύει και τη μεταρσιώνει σε αέναο όραμα για το καινούργιο, το διαφορετικό, το καλύτερο:  Το όραμα μιας γυναίκας - κόσμος.


Νέλλα Συναδινού
περιοδικό diastixo, 29 Οκτωβρίου 2014


   

Σάββατο 8 Νοεμβρίου 2014

ΕΣΥ ΚΙ ΕΓΩ



...και ύστερα με έστεψες

Ήμουν τυλιγμένη σε άσπρη γούνα και σε μαύρη και
Με γύμνωσες κι ύστερα
Σε χρυσό φως μέστησες
Κι ύστερα μ’ έστεψες
Καθώς το χιόνι έπεφτε διαγώνια, έξω
Απ’ την πόρτα, σαν βέλη.
Καθώς χιόνι ως δέκα ίντσες
Έπεσε σαν άστρα,
Σε μικρά, ασβεστώδη θραύσματα,
Εσύ κι εγώ ήμασταν στα δικά μας κορμιά
(εκείνη η κάμαρα που τάφος μας θα γίνει)
Κι εσύ ήσουν στο δικό μου κορμί
(εκείνη η κάμαρα που θα ζει μετά τον θάνατό μας)
Και, πρώτα, στέγνωσα τα πόδια Σου
Με μια πετσέτα
Γιατί ήμουν σκλάβα σου
Κι ύστερα με φώναξες πριγκίπισσα.
Πριγκίπισσα!

Ω, ύστερα
Ορθή σηκώθηκα μες’ στο χρυσό μου δέρμα
Κι έδιωξα σαν κατεβασιά τους ψαλμούς
Κι έδιωξα σαν κατεβασιά τα ρούχα
Κι από τον χαλινό με γύμνωσες
Τα σπλάχνα μου άνοιξες
Κι άνοιξα τα κουμπιά
Γυμνώθηκα από τα οστά, τα μπερδέματα
Τις καρτ ποσταλ της Νέας Αγγλίας
Τη νύχτα το Γενάρη, στις δέκα ακριβώς.
Κι ανυψωθήκαμε σαν στάρι,
Το ένα χρυσό εκτάρι μετά το άλλο,
Και θερίσαμε
Θερίσαμε.


Anne Sexton, Εμείς
(Απόδοση: ThalaMys)

Τετάρτη 5 Νοεμβρίου 2014

ΜΗΝ ΤΟ ΚΑΝΕΙΣ



HENRY CHARLES BUKOWSKI (1920 - 1994)


Αν δεν βγαίνει από μέσα σου ορμητικά
σε πείσμα όλων,
μην το κάνεις.
Αν δε βγει απρόσκλητο
από την καρδιά κι απ’ το μυαλό σου κι απ’ το στόμα
κι απ’ τα σωθικά σου,
μην το κάνεις.
Αν κάθεσαι με τις ώρες
και κοιτάς την οθόνη του υπολογιστή σου
ή σκύβεις σαν καμπούρης πάνω από τη γραφομηχανή σου
ψάχνοντας βασανιστικά τις λέξεις,
μην το κάνεις.

Μην το κάνεις για τα λεφτά
Ή για τη δόξα,
Ας’ το καλύτερα.
Αν το κάνεις γιατί νομίζεις πως θα σου φέρει
γυναίκες ή άντρες στο κρεβάτι σου,
μην το κάνεις.
Αν κάθεσαι εκεί πέρα και
γράφεις ξανά και ξανά τα ίδια και τα ίδια,
μην το κάνεις.
Αν ζορίζεσαι όταν σκέφτεσαι να το κάνεις,
τότε μην κάνεις.
Αν προσπαθείς να γράψεις όπως άλλος,
ξέχνα το.
Ας το καλύτερα.

Αν περιμένεις να βγει μουγκρίζοντας από μέσα σου,
τότε περίμενε υπομονετικά.
Κι αν δεν βγει με βαθύ βρυχηθμό,
κάνε κάτι άλλο.
Αν πρέπει πρώτα να το διαβάσεις στη γυναίκα σου
ή στην γκόμενά σου ή στον γκόμενό σου
ή στους γονείς σου ή σε οποιονδήποτε άλλον,
δεν είσαι έτοιμος να γίνεις συγγραφέας.

Μην γίνεις σαν τόσους και τόσους γραφιάδες,
μην γίνεις σαν κι αυτούς τους μύριους
που αυτοαποκαλούνται συγγραφείς,
μην γίνεις κουτός και πληκτικός
και ξιπασμένος,
μην αφήνεις την αυταρέσκεια να σε κατασπαράξει.

Οι βιβλιοθήκες του κόσμου έχουν
πνιγεί στο χασμουρητό
με το σινάφι σου.
Μην προστεθείς κι εσύ σ’ αυτούς.
Μην το κάνεις.
Αν δεν εκτοξεύεται απ’ την ψυχή σου σαν πύραυλος,
Ας το καλύτερα.

Καν’ το μονάχα αν νιώσεις ότι το να μην το κάνεις
Θα σε οδηγήσει στην τρέλα,
στην αυτοκτονία ή στο φόνο.
Αλλιώς, μην το κάνεις.
Αν δεν νιώσεις ότι ο ήλιος μέσα σου
σου καίει τα σπλάχνα,
μην το κάνεις.

Όταν έρθει στ’ αλήθεια η ώρα,
κι αν έχεις το χάρισμα,
θα συμβεί
από μόνο του
και θα συνεχίσει να συμβαίνει
ώσπου να πεθάνεις ή ώσπου να πεθάνει εκείνο.

Άλλος τρόπος δεν υπάρχει. Δεν υπάρχει.
Ποτέ δεν υπήρξε.


Henry Charles Bukowski,  Ώστε Θες να Γίνεις Συγγραφέας;
Mετάφραση: Σώτη Τριανταφύλλου






Δευτέρα 3 Νοεμβρίου 2014

ΟΔΟΣ ΑΙΓΑΙΟΥ, ΑΡΙΘΜΟΣ ΜΗΔΕΝ



ΤΑΚΗΣ ΜΕΝΔΡΑΚΟΣ ( 1927 – 2014)


Τάκη, του έλεγα προχτές, στον πρώτο όροφο του καρδιολογικού του Ερυθρού Σταυρού, όπου νοσηλευόταν, προσπαθώντας να ελαφρύνω λίγο το βαρύ σύννεφο που ετοιμαζόταν να εκραγεί και να αρχίσει να βρέχει, μέσα στο στεναχωρημένο δωμάτιο, να βρέχει μια αποκλειστική βροχή για μας, το αδιάβροχό μου ήταν κάτω, στο βαλιτσάκι της μηχανής, τα αδιάβροχα μάτια του Τάκη, γαλάζια κάποτε, τα είχε ξεβάψει η βροχή, τους είχε προσθέσει τόσες λευκές πινελιές, τόσα θολά ανοίγματα, και τα χρόνια που πέρασαν τα είχαν βαρύνει, είχαν βαρύνει από όσα αδιανόητα είχαν δει, από όσα κουρασμένα ταξίδια είχαν διαγράψει, με κοίταζαν, τα μάτια του Τάκη ατάκτως εριμμένα, λες και το κάθε ένα ήταν σε διαφορετικό έργο, λες και το καθένα απ’ τα δυο τους έγραφε διαφορετικό ποίημα, τα μάτια του με κοίταζαν, κι εγώ κοίταζα τα μάτια του, αλλά κανείς μας δεν έβλεπε με τόσο σκοτάδι, με τόση βροχή στο δωμάτιο πώς να δεις; όλα εκεί ήταν μαύρα και το μαύρο είχε ένα απαλό βελούδο από μετάξι, που όμως έκοβε, έκοβε πολύ, και τα μάτια του Τάκη αραίωναν μέσα στα δικά μου, σαν μια τρελή ανέμη, «σ’ αυτό το δάσος των νεκρών», όταν θα βγεις, κοιτούσα τη λευκή γενειάδα του που έκανε τα κόκκινα πόδια του ακόμα πιο κόκκινα, έριχνε πάνω τους όλο το φως της αναχώρησης, Τάκη, όταν θα βγεις, τη γενειάδα, όσο μεγαλώνεις γίνεσαι ίδιος ο Λειβαδίτης, μόνο που εκείνος, του έκλεισα συνθηματικά το μάτι, ήταν λίγο καλύτερος ποιητής από σένα, θέλω να αφήσεις τα γένια σου μακριά, να μην τα ξανακόψεις, μέχρι να γίνουν κρόσσια, μαντήλια, σκοινιά, να κρέμονται απ’ το σώμα σου, να περισσεύουν, όπως περισσεύει ο θάνατος απ’ τη ζωή, μόνο οι ποιητές το γνωρίζουν αυτό καλά, στα όνειρα των ποιητών ο θάνατος κερνάει φευγιά καθησυχάζοντας τη ζωή που δεν έζησαν, οι ποιητές ζουν μόνο τον θάνατο, ατέλειωτο, η ζωή περισσεύει, όχι ζωή για τους ποιητές, ο Τάκης με άκουγε, πάντα με άκουγε, πάντα υπέμενε την λογοδιάρροιά μου, την ακατάσχετη φιλολογία της φλυαρίας μου, με στωικότητα, με πατρικό κύρος, ευγενής πρίγκιπας, ακριβός φίλος, στοργικός άνθρωπος, μεγάλος νεκρός, εγώ Σταύρο θα καπνίζω και κατά την εξόδια ακολουθία μου, γελούσαμε, Τάκη, μου ζήτησαν να γράψω τώρα ένα σημείωμα και δεν ξέρω τίποτα, δεν θέλω τίποτα, δεν μπορώ τίποτα, άκου, πες στον Pound να το τελειώσει, να το προσθέσει στην «Κατάη» του, στον Faulkner, να το συμπληρώσει, να το βάλει επίμετρο στο «Η βουή και η αντάρα», επιμύθιο, επιστήλιο, επιτύμβιο, στον Norman Mailer, στον Joseph Conrad, στον Σταύρο Πετσόπουλο, στις εκδόσεις Πάπυρος, στην Εταιρεία Συγγραφέων, στην υπέροχη εγγονή σου, στην πικρή βροχή, που πέφτει εδώ, μέσα σ’ αυτό το δωμάτιο, χωρίς τετράστιχα, αλλά σε πλάκες, σε χοντρό μάρμαρο, με μυστική καταγωγή, με αρχαίο, αιώνιο, τετελεσμένο μένος, Τάκη μου σταματώ εδώ, σου θυμίζω τα δικά σου λόγια, Γιατί με ανάγκασες να είμαι παρών / την ώρα που έφευγες; / Γιατί με αποχαιρέτησες / σα να’ ταν να με ξαναδείς την επομένη; πες στους άλλους, με συγχωρείς, είναι λίγο βαρύ να γράφω τέσσερις μόλις ώρες μετά και τα μάτια σου να μην βλέπουν.


Σταύρος Σταυρόπουλος

Σάββατο 1 Νοεμβρίου 2014

Η ΒΡΟΧΗ ΤΟΥ ΝΟΕΜΒΡΗ



                                            για να μας προλαβαίνει η ψυχή μας


Όταν σε κοιτάζω στα μάτια
Μπορώ να δω μια συγκρατημένη αγάπη
Αλλά μωρό μου όταν σε κρατάω
Ξέρεις ότι αισθάνομαι το ίδιο;

Τίποτα δε διαρκεί για πάντα
Και οι δυό μας ξέρουμε ότι οι καρδιές μπορεί να αλλάζουν
Και είναι δύσκολο να κρατήσεις ένα κερί
Στο κρύο του βροχερού Νοέμβρη

Το περάσαμε όλο αυτό για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα
Απλά προσπαθώντας να σκοτώσουμε τον πόνο
Αλλά η αγάπη πάντα έρχεται και πάντα φεύγει
Και κανείς δεν είναι αληθινά σίγουρος
Ποιος θα φύγει σήμερα
Ποιος θα απομακρυνθεί

Εάν θα μπορούσαμε να πάρουμε το χρόνο
Και να τον ακουμπήσουμε σε μια γραμμή
Τότε θα ησύχαζα
Ξέροντας ότι είσαι δική μου
Όλη δική μου
Έτσι, εάν θες να μ’ αγαπήσεις
Τότε μωρό μου μην παραιτείσαι
Γιατί θα καταλήξω να περπατάω
Στην παγωμένη βροχή του Νοέμβρη

Μήπως χρειάζεσαι λίγο χρόνο για σένα;
Μήπως χρειάζεσαι λίγο χρόνο ολομόναχη;
O καθένας χρειάζεται κάποιο χρόνο με τον εαυτό του
Δεν το ξέρεις ότι χρειάζεται να περάσεις
Κάποιο διάστημα ολομόναχη;

Ξέρω ότι είναι δύσκολο να κρατήσεις την καρδιά σου ανοιχτή
Όταν ακόμη και οι φίλοι φαίνονται έτοιμοι  να σε βλάψουν
Αλλά αν θα μπορούσες να επουλώσεις μια σπασμένη καρδιά
Δεν θα υπήρχε χρόνος να γοητευτείς
Από υποστηρικτικές πράξεις

Μερικές φορές χρειάζομαι κάποιο χρόνο με τον εαυτό μου
Μερικές φορές χρειάζομαι κάποιο χρόνο ολομόναχη
O καθένας χρειάζεται κάποιο χρόνο με τον εαυτό του
Δεν το ξέρεις ότι χρειάζεται να περάσεις
Κάποιο διάστημα ολομόναχη;

Και όταν οι φόβοι σου υποχωρούν
Και όταν οι σκιές θα παραμένουν ακόμα, ναι
Τότε θα ξέρω ότι μπορείς να μ 'αγαπήσεις
Αφού δεν θα χει μείνει κανείς άλλος να κατηγορείς
Μην σε ενοχλεί το σκοτάδι
Μπορούμε ακόμα να βρούμε έναν τρόπο
Αφού τίποτα δεν διαρκεί για πάντα
Ακόμα και η παγωμένη βροχή του Νοέμβρη

Δεν νομίζεις ότι χρειάζεσαι κάποιον;
Δεν νομίζεις ότι χρειάζεσαι έναν;
Όλοι χρειάζονται κάποιον
Δεν είσαι η μόνη
Δεν είσαι η μόνη

Όλοι χρειάζονται κάποιον
Δεν είσαι η μόνη
Δεν είσαι η μόνη

Όλοι χρειάζονται κάποιον


Artist: Guns N’ Roses
Songwriter: Axl Rose, November rain
From the album: Use your Illusion (1991)
Μετάφραση: Σταύρος Σταυρόπουλος