Παρασκευή 7 Αυγούστου 2009

ΑΚΟΥΑΡΕΛΑ



ΔΕΝ γινόταν να βγεί έξω. Υπήρχε μόνιμη απαγόρευση. Μία φορά το μήνα, με πολλή προσοχή, πήγαινε μέχρι το σουπερμάρκετ της γωνίας. Είχε εκεί μια γνωστή. Βάδιζε τοίχο τοίχο φορώντας ειδική συσκευή οξυγόνου. Φοβόταν. Η μόλυνση είχε προχωρήσει. Το κλίμα είχε καταστραφεί. Αν τον έβλεπε η περίπολος, θα τον είχε εκτελέσει.

Κάθε βδομάδα μοιράζονταν στα σπίτια τα δισκία επιβίωσης. Κάτι ανοιχτόχρωμα μπλε χάπια, στο χρώμα της θάλασσας, στήριζαν το ανοσοποιητικό σύστημα. Οι μαύρες στολές με τα ψηλά τακούνια τα άφηναν κάτω απ' το χαλί της εξώπορτας. Οι νεκροί, χιλιάδες. Επρεπε να φτάσει έως τη θάλασσα. Του είχαν πει ότι υπήρχε. Κανείς δεν την είχε δει. Δεν είχαν μπορέσει.

Ακουσε ξανά την περίπολο. Μάζευαν κάποιους νεκρούς. Κάποιους που είχαν επιχειρήσει να δραπετεύσουν. Είχε χαράξει στους τοίχους τους χάρτες της πόλης. Τη διαδρομή που θα ακολουθούσε. Το σημείο όπου θα έπρεπε να βρισκόταν η θάλασσα ήταν κυκλωμένο με κόκκινο μαρκαδόρο. Υπήρχαν βελάκια που οδηγούσαν εκεί. Είναι καιρός να είναι καιρός. Ηταν η ώρα. Είχε έρθει.

Οι γαλότσες του βούλιαξαν στη λάσπη. Πέρασε κοντά απ' το αρχηγείο ντυμένος θάμνος. Είδε την αρχηγό απ' το θολό τζάμι. Γυναίκα. Ολες ήταν γυναίκες. Το είδος του είχε εξαφανιστεί. Δεν χρησίμευε ούτε για αναπαραγωγή. Τα λίγα παιδιά που είχαν απομείνει τα έστελναν σε αποστολές αυτοκτονίας. Ηταν ιδιόκτητα.

Ο αέρας τελείωνε. Υπήρχαν χάπια αναπνοής, αλλά δυσεύρετα. Είχε μπορέσει να εξασφαλίσει δύο. Με τη βοήθεια της φίλης στο σουπερμάρκετ. Κατάπιε το δεύτερο και προχώρησε προς το δάσος. Κάποιο αεροπλάνο καιγόταν. Εφτασε στα ερείπια της εκκλησίας στον λόφο. Στο σύνορο της πόλης. Από κάτω απλωνόταν η θάλασσα. Την έβλεπε. Ατέλειωτη. Επικηρυγμένη. Ενιωθε την ευεργεσία του ιωδίου. Τον θρίαμβο του μπλε. Τον κίνδυνο της αιωνιότητας.

Ξεκούρασε λίγο τα μάτια του στην εικόνα της και άρχισε να κατεβαίνει. Απόβραδο Ιουλίου και μια διαβολεμένη υγρασία τού τρύπησε τα κόκαλα. Η θάλασσα ήταν κοντά. Μπροστά του. Αυτό που έβλεπε ήταν αυτό που ονειρευόταν. Στάθηκε όρθιος στην αμμουδιά και προσπάθησε να καθήσει. Δεν γινόταν, ήταν παράλληλη με το σώμα του.

Οταν πέταξε το ρολόι του στο νερό, εκείνο έκανε γκελ στη ζωγραφισμένη θάλασσα.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΟΛΗ ΤΗ ΣΤΗΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=70923

ΣΤΟ ΛΑΜΠΡΟ ΣΚΟΤΑΔΙ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ



ΚΑΘΩΣ κατέβαινα τα σκαλιά της γέφυρας του ηλεκτρικού του Πειραιά για να βρεθώ στον χώρο του Καραϊσκάκη, η φωνή του Βασίλη Παπακωνσταντίνου απλωνόταν πάνω από τη φαληρική νύχτα. Ηταν το τελευταίο τραγούδι για το πρώτο μέρος της συναυλίας: Ελλάς, Ελλάς, τι θα γίνει, φίλε μου, με μας; Δεν ήξερα τι θα γίνει. Προχώρησα. Εδειξα το χαρτί και μπήκα. Πήρα μια μπίρα.

Είχα δει τους Scorpions για πρώτη φορά το 1979 στο Μόναχο - όταν έπρεπε να τους δω. Στα πρώτα βήματα μιας μεγάλης καριέρας. Τους είδα στο Παρίσι και μετά στην Ελλάδα. Πολλές φορές. Στις συναυλίες ήταν εντυπωσιακοί. Εβγαζαν μια συντροφικότητα που μου αρκούσε. Θα ήταν και τα ιδρυτικά μέλη εκεί, καλά θα πήγαινε.

Οταν ο Βασίλης, ως γκεστ, τραγούδησε το Holiday σαν Holy Day, συννέφιασα. Μα καλά, τόσες μέρες, τόσες πρόβες, και δεν βρέθηκε κάποιος να του μάθει πού κόβουν τις συλλαβές; Διακοπές χρειαζόμασταν, όχι αγίους. Το να να να νανα του Klaus Meine επανέφερε τα πράγματα στην αρχική τους θέση, στέλνοντας τον μύθο για την περίφημη χροιά της φωνής του Βασίλη στις κερκίδες, εκεί που οι νέοι και οι νέες κάθε ηλικίας θα συνέχιζαν να τον λατρεύουν. Πιστεύω ότι κακώς εμφανίστηκε μαζί τους. Οταν είσαι εξήντα χρονών, και δεν είσαι ο Michael Schenker του «Doctor doctor» οι συγκρίσεις είναι εις βάρος σου. Πρέπει να ξέρεις να σωπαίνεις. Ή να το έχεις. Ο θρυλικός κιθαρίστας των UFO ήταν πράγματι ο πρώτος στο γκρουπ, όπως είπε στο μικρόφωνο ο Klaus Meine. Δηλαδή, το είχε.

Πήραν σειρά τα γνωστά, ξεσηκωτικά χιτ του γερμανικού συγκροτήματος (Νο one like you, Rock you like a hurricane, The zoo, Loving you Sunday morning, Big city nights), ο κόσμος παραληρούσε. Στο «Still loving you» όμως, η αγάπη ακούστηκε σε ανοικτή ακρόαση. Κατέβηκε τις κερκίδες ντυμένη στα λευκά και στάθηκε στην αρένα. Στον χώρο που ο Κοβάσεβιτς είχε σκοράρει στη φιέστα τα δύο τελευταία του γκολ με τη φανέλα του Ολυμπιακού. Εκεί που είχες χάσει το κινητό σου.

Ο κόσμος ήταν πολύς. Αρκετός για να ρίξει μια κυβέρνηση. Οι ανάσες τους έπλεναν τον αέρα, τον έκαναν να μυρίζει καρπούζι. Περίμενα τις αλλαγές. Κάποιος δίπλα μου άναψε έναν μπάφο. Σχεδόν μαστούρωσα.

Στο encore εμφανίστηκε στα μάτριξ της εξέδρας μια ελληνική σημαία. Εμεινε αρκετή ώρα εκεί, μέχρι να την αποστηθίσουμε. Οι γαλάζιες γραμμές μού έφεραν στον νου τη θάλασσα. Ηταν ρηχά. Μετά, ο μικρόσωμος λίντερ του γκρουπ, που ήταν φτυστός ο Στηβ, σφύριξε και το τείχος του Βερολίνου έπεσε.

Βγήκα χωρίς πρόσωπο· μου το είχε πάρει ένα παιδί. Η νύχτα θα συνεχιζόταν σε όλα τα πιθανά μέρη του κόσμου, με όλους τους πιθανούς τρόπους. Και η αγάπη, χωρίς εμάς: ένας έκπτωτος άγγελος.


ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΟΛΟ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ

Παρασκευή 31 Ιουλίου 2009

ΠΑΓΩΤΟ ΞΥΛΑΚΙ



ΚΑΜΙΑ φορά ξεχνάω ότι δεν είμαι παιδί. Μ' αρέσει να περπατάω ξυπόλυτος κι όταν σπάσει κάνα ποτήρι, κρύβομαι κάτω απ' το τραπέζι να μη με βρουν. Τα πόδια μου είναι γεμάτα γυαλιά. Εχουν πια ενσωματωθεί με τα νεύρα. Βλέπω τον τοίχο και θέλω να τον ζωγραφίσω. Οι περισσότεροι τοίχοι είναι μουντοί, όπως οι καρδιές των ανθρώπων. Συχνά απορώ. Κάτι παλ χρώματα που ξεγελούν την έλλειψη φαντασίας. Μέσα τους ελλοχεύει το μαύρο.

Μεγαλώνοντας, το μόνο που σε νοιάζει είναι να γίνεις απαραίτητος. Πώς θα μπορέσεις να μεταμφιεστείς από ενοικιαστή σε ιδιοκτήτη. Το να κατέχεις, θεωρείται ασφαλέστερο προσόν από το να αισθάνεσαι. Τα παιδιά αισθάνονται μόνο. Οι μεγάλοι αποσκοπούν. Κυνηγούν το ύπατο αξίωμα. Οταν μεγαλώσω θέλω να γίνω παιδί. Να κοιτάζω τη θάλασσα.

Στο νησί οι νύχτες είναι γλυκές, το καλοκαίρι αιώνιο, τα κοστούμια περιττά. Δυο - τρία βλέμματα έχουν ενδιαφέρον. Κάνει μια δροσιά που σε ξεβγάζει. Μπερδεμένοι ήχοι από κύματα και από κρυμμένες επιθυμίες φτάνουν στ' αυτιά μου. Μουσικές φυλαγμένες σε δέκα τετραγωνικά. Οι μεταμφιέσεις δεν κρατούν και πολύ. Ξεθυμαίνουν, η ερωτική κορύφωση είναι σαν τον κινηματογράφο. Βασίζεται σε ένα λάθος του ματιού. Οσο περισσότερο κοιτάς τόσο λιγότερο διακρίνεις. Μετά, βλέπεις όλες τις παραλίες με στοιβαγμένα ρούχα. Οι ηθοποιοί έχουν φύγει. Ηρθαν για να μαυρίσουν σωστά και μετά έφυγαν. Αύριο θα έρθουν οι καινούριοι καταπατητές. Οι νέοι ιδιοκτήτες. Η παράσταση θα συνεχιστεί. Η εμμονή με την ομορφιά είναι μια ανίκανη να ωριμάσει επιθυμία.

Ο Ιούλιος ετοιμάζεται να μας γυρίσει την πλάτη· όπως τόσοι και τόσοι. Παραδίδει τις αποσκευές του προς φύλαξη. Ακόμη ένας μήνας προδότης εγγράφεται σε όσα μας εγκατέλειψαν. Αλλος ένας μήνας μωρό που δεν πρόλαβε να μεγαλώσει. Οι μητέρες τον σέρνουν στο καροτσάκι του, τελευταία βόλτα στην προκυμαία. Η κουδουνίστρα του είναι σπασμένη.

Οταν είσαι μικρός, πιστεύεις στους μεγάλους. Στον Θεό, στην οικογένεια, στη μεγαλοαστική τάξη. Οι ηθοποιοί είναι είδωλα. Ο κινηματογράφος, μαγεία. Τα καλοκαίρια, μακριά. Η αγκαλιά, καταφύγιο. Μαζεύεις σε αυτοκόλλητα από παγωτό ξυλάκι τις εικόνες της ζωής σου. Αλλά δεν μπορείς να διαλάξεις ανάμεσα σε δύο όμοια πράγματα: Τον Ιούλιο που φεύγει. Ή τον Αύγουστο που έρχεται.


ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΟΛΗ ΤΗ ΣΤΗΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ

Ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΘΑ ΕΡΘΕΙ ΑΛΛΑ ΘΑ ΦΟΡΑ ΚΟΝΤΑ ΠΑΝΤΕΛΟΝΑΚΙΑ


ΟΤΑΝ μπήκα στο Κύτταρο, το «Father of night» απ' την εκτέλεση των Manfred Mann με πήρε αμέσως απ' τα μούτρα. Τι κάνεις εδώ, μου λέει. Πώς γίνεται να ενηλικιώνεσαι προς τα πίσω; Του έδειξα την ταυτότητά μου από το «Μουσικό Εξπρές» και πέρασα. Το βλέμμα μου αναζήτησε ασυναίσθητα την Καίτη ανάμεσα σε καμιά εκατοστή σώματα που βρίσκονταν εκεί για τη συναυλία. Υστερα από τριάντα χρόνια που είχαν μεσολαβήσει, η Καίτη τώρα θα είχε τρία παιδιά, το ένα θα σπούδαζε γιατρός στη Ρουμανία, το στήθος της θα είχε κρεμάσει, θα έβαφε τις ρίζες των μαλλιών της στο κομμωτήριο, θα προτιμούσε σαφώς τις ασφάλειες αυτοκινήτων απ' τις περιπτύξεις.

Κοίταξα απογοητευμένος, τα ρούχα μου παρέμεναν μαύρα. Ημουν ξανά δεκάξι χρονώ. Ηταν σκοτάδι. Η ανάγκη μου να καπνίσω, έφερε το χέρι μου στη μέσα τσέπη του μπουφάν. Ημουν σίγουρος ότι το πακέτο εκεί ήταν Rex μαλακό, το τσιγάρο όμως που εμφανίστηκε στα δάχτυλά μου έγραφε Peter Stuyvesant και είχε μια μπλε γραμμή από κάτω. Το άναψα. Ενιωθα κάπως περίεργα, σαν να είχα πέσει σ' ένα πηγάδι και είχα κατεβεί τριάντα χρόνια κάτω. Συμφωνήσαμε στον πρωθυπουργό, Καραμανλής ήταν τότε που αγόρασα το Argus απ' την Ηφαίστου, Καραμανλής και τώρα. Είχα πάρει το πρώτο ενθαρρυντικό μήνυμα ότι τα πράγματα δεν πήγαιναν και τόσο άσχημα. Πήγαιναν;

Με το που γέμισαν οι πρώτες νότες του «Lady Jay» από το There is the rub, έβγαλα το μπουφάν μου. Θυμήθηκα ότι τότε φόραγα μακό φανελένια με στάμπες και από πάνω καρό πουκάμισο σηκωμένο στους αγκώνες. Χάιδεψα τα μαλλιά μου, έλειπαν μερικά. Είδα τον Martin Turner μ' ένα ινδιάνικο φτερό στο κεφάλι να ουρλιάζει, οι άλλοι δεν ήταν εκεί· όπως η Καίτη. Ο Steve Upton, ο Andy Powell και ο Ted Turner είχαν μυστηριωδώς απαχθεί από κάποια οργάνωση που τρομοκρατούσε τον χρόνο. Εξω έβρεχε, αύριο δεν θα πήγαινα την πρώτη ώρα. Θα κανόνιζα με τον Αλέκο να πάρει αυτός το απουσιολόγιο. Κάποιος απ' το λιγοστό πλήθος φώναξε Argus, ο Martin Turner τον ρώτησε what track, ο άλλος έκανε μια χειρονομία σαν να ζητούσε βοήθεια, τα χέρια του διέγραψαν έναν ολόκληρο κύκλο, μετά ο Martin φώναξε the whole album? Oh, my God, what a fantastic idea! Και έτσι ξεκίνησε.

«Time was», «Blowin' free», «Leaf and stream», «Warrior». Στη σειρά. Εβλεπα την αφίσα του Hendrix στο δωμάτιό μου να αλλάζει χρώματα. Τις πέτρες που είχα κουβαλήσει από τη Σίφνο με κείνη τη Γερμανίδα. Τη μασημένη κασέτα με τους Cream που έπαιζε παπάδες. Στο «The king will come», εν μέσω καπνών, σηκώθηκα. Σε ένδειξη σεβασμού. Αυτός που έβαλαν οι απαγωγείς να κάνει τον Andy Powell, χτυπούσε σεληνιασμένος την κιθάρα του, λες και ακουγόταν το βινύλιο. Ε, βέβαια. Στους εθνικούς ύμνους οι αυτοσχεδιασμοί απαγορεύονται. Στο «Sometime world» θυμήθηκα ότι την άλλη Δευτέρα έγραφα εισαγωγικές στο Πανεπιστήμιο και δεν είχα διαβάσει τίποτα. Ηταν Τετάρτη, είχα άλλες τέσσερις μέρες καιρό. Θα προλάβαινα;

Carring you, carring me. Το ταραρα ταταραρα ταραρα ταραρα ταταραρα ραρα έχανε λίγο στροφές. Θα έφταιγε η βελόνα. Είχα να την αλλάξω καιρό. Στο σόλο όμως ήθελα να πάρω το σκουπόξυλο της μάνας μου και να χοροπηδάω σε όλο το σπίτι σαν τρελός. Μετά, ήρθαν οι παραλίες. «Throw down the sword», με ποιαν ήμουνα, ποιο κορμί κρυφοκοίταζα απ' τις γρίλιες, σε ποιαν έστελνα ερωτικά γράμματα;

Οταν τελείωσε η συναυλία και βγήκα έξω, η βροχή είχε κάνει το θαύμα της: Το RD 50 είχε γίνει ΧΤ 600. Στη Yamaha πάντως συμφωνούσαμε. Τα ρούχα μου μού χωρούσαν ακόμη. Από το καθρεφτάκι της μηχανής κοίταξα για μια στιγμή τα μαλλιά μου - έντρομος. Είχαν ασπρίσει στη διάρκεια μιας συναυλίας. Αύριο θα πρέπει να επισκεφθώ δερματολόγο ή να ρωτήσω τον ψηλό. Α, να πάρω τηλέφωνο και τον Χάρη, να του πω τι χαζός ήταν που δεν ήρθε.

Καβάλησα τη μηχανή, είχα να πατήσω μόνο το κουμπί της μίζας.Αγγιξα απαλά το γκάζι και έφυγα. Σαν καπνός. Τα λάστιχα δεν γλίστρησαν στη βροχή. Ο μόνος που ήξερε τελικά τι έκανε σε όλη αυτή την ιστορία ήταν ο τύπος που άλλαξε το RD με το ΧΤ.

Γίνεται να αλλάξω και την Καίτη με την κανονική Παναγιώτα;


ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΟΛΟ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ

Παρασκευή 24 Ιουλίου 2009

ΨΑΧΝΟΝΤΑΣ ΓΙΑ ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ




ΙΣΤΙΟΦΟΡΟ. Με τα πανιά του ανοιγμένα. Στο σαλόνι μου μια η Αμοργός, μια η Νάξος. Εμφανίζονται λιμάνια. Του μπλε. Ενα πρόσωπο μέσα στο πλήθος. Στα στενά ασβεστωμένα σοκάκια των νησιών. Στις μυρωδιές από αγιόκλημα. Ξεχειλίζει απ' τα ηλιοκαμένα σώματα, τα πολύχρωμα σλίπινγκ μπαγκ, τους τρούλους των εκκλησιών. Αναδύεται από τις γλάστρες στα σκαλιά της εισόδου. Ούτε έρχεται ούτε φεύγει.

Το επιθυμώ. Η επιθυμία επιθυμεί τον εαυτό της. Τον σπάει σε κομματάκια ψυχής. Αν αποσταθεροποιήσεις τα σταθερά της σημεία, προσπαθώντας να την αναδημιουργήσεις, δημιουργείς μια νέα επιθυμία. Μια νέα μάζα, σταθερότητας. Εαυτού. Σχεδόν ασυνείδητα, εικονοκλαστικά. Θέλω να με θέλει.

Ομως. Τώρα η επανάσταση έγινε κόμμα. Η συντροφικότητα, όργανο. Η εξαίρεση, αντιπολίτευση. Ο έρωτας, γάμος. Το σεξ, μαρκαδόρος που σβήνει. Η βία, τρομοκρατία της ομορφιάς. Η αγάπη, καριέρα. Το καλοκαίρι τα θεραπεύει όλα. Δεν γίνεται να αθωωθούμε. Οσο κι αν αγαπιόμαστε, δεν μπορεί. Σου λέω. Δεν γίνεται.

Τι θα πει καλοκαίρι; Η εκδίκηση για τον χειμώνα που πέρασε. Φωτογραφίες από περασμένα ηλιοβασιλέματα. Χαλαρές στιγμές στην άμμο. Πύργοι από μπίρες. Εσύ που κολυμπάς σαν ψαράκι. Γυμνή. And the living is easy. Σιγά μην είναι. Easy είναι μόνο τα τραγούδια των Curved Air. Το βλέμμα της Ευαγγελίας κάτω από ένα πεύκο. Τα νερά της Σερίφου. Απ' τα αστέρια, η Μικρή και η Μεγάλη Αρκτος.

Μας συνοψίζουν σε τρεις γραμμές, γιατί μας φοβούνται. Μας εγγράφουν σε εγχειρίδια. Σε καλοκαίρια αόρατα, με την εγγύηση του δημοσίου. Σε υπερχρεωμένες ελπίδες. Πρόκειται για διακοπές, λένε. Από τι; Από ποιους;

Την ωραιότερη δήλωση για το καλοκαίρι την άκουσα απ' τον Ανδρέα Παπανδρέου, φθινόπωρο. Στην Καλαμάτα, μπροστά στα έκπληκτα μάτια των κατοίκων της. Οταν η πόλη είχε σχεδόν ισοπεδωθεί από τους σεισμούς. Εύχομαι αυτό το καλοκαίρι να μην τελειώσει ποτέ, είπε. Δίπλα του στεκόταν ο έρωτας. Η απαξία του προφανούς.

Πριν από έναν μήνα ήταν η μικρότερη νύχτα του χρόνου. Πέρασε. Αρχίζουμε πάλι να βαθαίνουμε στα σκοτάδια μας, ψάχνοντας για το καλοκαίρι. Να μετεωρίζουμε τη θλίψη στα μεταχειρισμένα αυτού του κόσμου. Σήμερα. Στα 35α γενέθλια για την αποκατάσταση της δημοκρατίας. Συνεχίζουμε να αντικρίζουμε ιμιτασιόν θαύματα. Συνεχίζουμε τις φωτοτυπίες.

Γιατί το πρωτότυπο έχει χαθεί.


ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΟΛΗ ΤΗ ΣΤΗΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ

Παρασκευή 17 Ιουλίου 2009

ΚΛΕΙΣΕ ΤΑ ΜΑΤΙΑ


ΣΤΟ ΣΩΜΑ του επικρατούσε νεκρική σιγή. Ηταν το σπίτι των μελλοθανάτων. Εκεί οδηγούνταν τα χρόνια για να μαραθούν με την ησυχία τους, μακριά απ' τους θορύβους της πόλης. Καταπακτή κόλασης.

Κόλαση είναι να μην μπορείς να κλείσεις τα μάτια. Να ξεχωρίζεις στο σκοτάδι τους ήχους, όπως το ραντάρ σε ένα υποβρύχιο. Να αντέχεις μόνο ένα κόμμα στη μέση μιας λευκής σελίδας. Κόλαση είναι τα όνειρα που σε σώζουν, τα ευχαριστώ που σε μισούν, οι άλλοι που είσαι. Κόλαση με σταυρούς. Με τα μάτια εκείνης. Εντός, εκτός και ακόμα. Με γωνίες. Με αφύλακτες διαβάσεις. Με τρένα. Που πεθαίνουν. Που δεν φεύγουν. Που δεν μπορούν.

Ο κύριος με το πορτοκαλί πρόσωπο ακολούθησε τη ζωή στις κυκλικές διαδρομές της. Το παράπονό του ήταν τόσο μεγάλο που θα μπορούσε να χαθεί κανείς. Φορούσε ειδικές τιράντες που του επέτρεπαν να στηρίζει τον σιδερένιο σταυρό που κουβαλούσε στην πλάτη του. Ολη η σκέψη του είχε συγκεντρωθεί στο πώς θα μοιράσει το βάρος. Ηταν ένας άνθρωπος χωρίς ιδιότητες, σαν το βιβλίο του Μούζιλ. Επαναλάμβανε αυτή την κίνηση καθημερινά. Μέχρι να την τελειοποιήσει. Του είχαν πει. Τον είχαν υποχρεώσει. Τον είχαν βάλει να υπογράψει χαρτί. Οτι θα μένει στην Κόλαση.

Κόλαση είναι να απαγορεύεται η χρήση της πραγματικής λέξης αγάπη. Να είσαι από πορσελάνη. Να πέφτεις περισσότερες φορές απ' όσες σηκώνεσαι. Κόλαση είναι η σκόνη στα μαλλιά. Το είδωλο στον καθρέφτη. Οι αγκαλιές στη Νάξο. Τα ανθρακούχα φιλιά. Ο θόρυβος που ακούγεται. Η μουσική που δεν ακούγεται. Η ζωή που προσπαθεί να ακουστεί. Η φτήνια, που αν ακουγόταν, όλοι θα είχαμε πάρει τις αποστάσεις μας.

Εψαξε τα έγκατά του. Ελυσε τις τιράντες με κόπο. Αφησε προσεκτικά τον σταυρό στη στάση τού τρόλεϊ, στην κορυφή κρέμασε το στεφάνι. Το αίμα είχε σχεδόν ξεραθεί. «Ξαφνικά η παλέτα του γέμισε με το πιο μυστικό γαλάζιο του ουρανού. Εσκυψε πάνω στον καμβά του κι άρχισε να ζωγραφίζει πυκνά σύννεφα»* . Το πρόσωπό του παρέμεινε πορτοκαλί. Ηταν υπέρ του ηλιοβασιλέματος. Εκλεισε τα μάτια. Να μη βλέπει. Και προχώρησε. Σαν τους υπνοβάτες. Ελαφρύς. Προφυλαγμένος.

Ενα μωρό που κολυμπάει στη μήτρα του κόσμου.


*Χάρης Βλαβιανός, Διακοπές στην πραγματικότητα, εκδ. Πατάκη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΟΛΗ ΤΗ ΣΤΗΛΗ
ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=64504

Τρίτη 7 Ιουλίου 2009

BIG CITY NIGHTS


(Scorpions, Καραισκάκη, Δευτέρα 6 Ιουλίου 2009)

Καθώς κατέβαινα τα σκαλιά της γέφυρας στον ηλεκτρικό του Πειραιά για να βρεθώ στον χώρο του γηπέδου Καραισκάκη, η φωνή του Βασίλη Παπακωνσταντίνου απλωνόταν σε λα ελάσσονα πάνω από την φαληρική νύχτα. Ήταν το τελευταίο τραγούδι για το πρώτο μέρος της συναυλίας: Ελλάς, Ελλάς, τι θα γίνει φίλε μου με μας. Δεν ήξερα τι θα γίνει. Προχώρησα. Έδειξα την πρόσκληση και μπήκα. Πήρα μια μπύρα.
Είχα δει τους Scorpions για πρώτη φορά το 1979 στο Μόναχο – όταν έπρεπε να τους δω. Στα πρώτα βήματα μιας μεγάλης καριέρας. Μετά τους είδα στο Παρίσι και μετά στην Ελλάδα. Πολλές φορές. Στις συναυλίες ήταν εντυπωσιακοί. Έβγαζαν μια συντροφικότητα που μου αρκούσε. Θα ήταν και τα ιδρυτικά μέλη εκεί, καλά θα πήγαινε η βραδιά.

Όταν ο Βασίλης, ως γκεστ, τραγούδησε το Holiday σαν Holy Day, συννέφιασα. Μα καλά, τόσες μέρες, τόσες πρόβες, και δεν βρέθηκε κάποιος να του μάθει που κόβουν τις συλλαβές; Διακοπές χρειαζόμασταν, όχι αγίους. Το να να να νανα του Klaus Meine επανέφερε τα πράγματα στη σωστή τους θέση, στέλνοντας τον μύθο για την περίφημη χροιά της φωνής του Βασίλη στις κερκίδες, εκεί που οι νέοι και οι νέες κάθε ηλικίας θα συνέχιζαν να τον λατρεύουν. Νομίζω ότι κακώς εμφανίστηκε. Όταν είσαι εξήντα χρονών και δεν είσαι ο Michael Schenker στο «Doctor doctor» οι συγκρίσεις είναι σε βάρος σου. Πρέπει να ξέρεις να σωπαίνεις. Ή να το έχεις. Ο θρυλικός κιθαρίστας των UFO ήταν πράγματι one of the family, όπως είπε στο μικρόφωνο ο Klaus Meine. Το είχε.

Πήραν σειρά τα γνωστά, ξεσηκωτικά χιτ του γερμανικού συγκροτήματος ( No one like you, Rock you like a hurricane, The zoo, Loving you Sunday morning, Big city nights ), ο κόσμος παραληρούσε. Στο «Still loving you» όμως, η αγάπη ακούστηκε σε ανοικτή ακρόαση. Στον χώρο που ο Κοβάσεβιτς είχε σκοράρει στη φιέστα τα δύο τελευταία του γκολ με την φανέλα του Ολυμπιακού. Εκεί που είχες χάσει το κινητό σου.

Στο encore εμφανίστηκε στα μάτριξ της εξέδρας και μια ελληνική σημαία. Έμεινε αρκετή ώρα εκεί, μέχρι να την αποστηθίσουμε. Μετά, ο μικρόσωμος λήντερ του γκρουπ, που ήταν φτυστός ο Στηβ, σφύριξε και το τείχος του Βερολίνου έπεσε. Ο κόσμος ήταν πολύς. Αρκετός για να ρίξει μια κυβέρνηση. Οι ανάσες τους έπλεναν τον αέρα, τον έκαναν να μυρίζει καρπούζι. Περίμενα τις αλλαγές. Κάποιος δίπλα μου άναψε ένα μπάφο. Σχεδόν μαστούρωσα.

Βγήκα χωρίς πρόσωπο. Μου το είχε πάρει ένα παιδί. Η νύχτα θα συνεχιζόταν σε όλα τα πιθανά μέρη του κόσμου, με όλους τους πιθανούς τρόπους. Και η αγάπη. Χωρίς εμάς: Ένας έκπτωτος άγγελος.