Σάββατο 10 Ιουλίου 2004

ΦΩΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ



1.


Θα ξαναρθείς
Όταν θα λειώσουν οι λέξεις
Και θα γίνουν κουρέλια τα μάτια μας από την αϋπνία
Μόνο να καταφέρουμε
Να κρατήσουμε ζωντανό
Το ρήγμα που άνοιξε το φεγγάρι
Στο απέναντι βουνό
Για να ονομαστούμε έτσι συνένοχοι
Στην ανατίναξη του σύμπαντος.


2.


Δεν πρόκειται
Να σου συγχωρήσω ποτέ
Τις ματιές που δεν ήταν ματιές
Αλλά εκπυρσοκροτισμοί
Μουσικές ροκ
Συλλαλητήρια
Ενάντια στο ευγενές τάγμα των αγγέλων.


3.


Το μόνο που τελικά θα μείνει από μας
Εκτός από κάτι λέξεις σαράβαλες χωρίς στίξη
Θα ναι τα ασπρόμαυρα αποκόμματα της ψυχής μας
Χτυπημένα σε παλιά γραφομηχανή
Αρχειοθετημένα σε μπλε κάδους
Με αλφαβητική σειρά
Χωρίς έτος γεννήσεως
Ή λοιπά βιογραφικά στοιχεία
Χωρίς μουσική επένδυση
Και μια μοναξιά αυτοκόλλητη
Τυλιγμένη απ’ το λαιμό
Με κορδέλες.

(αποσπάσματα από το βιβλίο μου, Φως Γυναίκας, εκδ. Αστάρτη, 2004)

Παρασκευή 21 Μαΐου 2004

ΤΟ ΡΟΚ ΠΟΥ ΠΑΙΖΟΥΝ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΣΟΥ



Πώς γίναμε έτσι πάλι απόψε ρε γαμώτο, κώλος, ποιος φταίει πού φλυαρώ συνέχεια, πού δεν μπορώ να πάρω τα πόδια μου, πού δεν έχω κέφι, πού δεν αντέχω το φως, πού δεν μπορώ να γράψω μια γραμμή πού να μ΄ αρέσει, εσύ φταίς, με κάνεις και παγώνω, προκαλείς τον εγωισμό μου, γεμίζεις τα μάτια μου δάκρυα, εσύ φταίς για όλα, εσύ, εγώ δεν φταίω σε τίποτα.
Πόσες φορές πρέπει να σου πω ότι this will never come again, πόσες φορές πρέπει να γράψω στον καθρέφτη με κραγιόν τη λέξη τέλος, πόσα τσιγάρα πρέπει να ανάψω ακόμα ανάποδα, πόσες φορές θα βρίσουμε ακόμα ο ένας τον άλλον, αφού κατά βάθος αγαπιόμαστε, αφού το ξέρεις, αφού κρυώνεις, αφού οι παλιές αγάπες πάνε στον Παράδεισο, γιατί δεν πάμε, γιατί τα χάνεις, hasta siempre, χάσαμε το μπούσουλα, κρίμα, κρίμα, καλά, δεν σου ‘μαθε τίποτα ο Νικολαίδης; η σκηνή απ΄ το μάθημα τής ανατομίας; δεν σου ‘μεινε τίποτα απ΄ αυτά πού σου ‘λεγα μέχρι χθες; δεν έμαθες ακόμα ότι αγάπη και μίσος είναι δύο όψεις τού ίδιου νομίσματος; Μήπως έχουμε χωρίσει και δεν το ξέρουμε; Πόσες φορές πρέπει να ακούσω ακόμα το dust in the wind για να ξημερώσει; Αξημέρωτη νύχτα η ζωή, αξημέρωτο κι αυτό το τραγούδι των Kansas, με παίρνει συνεχώς από κάτω κι εγώ συνεχίζω να το βάζω συνέχεια για να μου θυμίζει εσένα, οι χορδές τού βιολιού σπάνε τις δικές μου, κάνουν κομμάτια τις ισορροπίες μου, τι ψάχνω άραγε να βρω; να δω; να πω; γιατί τα γράφω όλα αυτά σήμερα; γιατί είναι winter time και ακούω Steve Miller; γιατί θα είσαι πάντα η μικρή μου Αngie και everywhere i look i see your eyes; γιατί no one like you όπως λένε οι Scorpions; γιατί είναι νύχτα και η νύχτα είναι κακός σύμβουλος; σε ποιους πράγματι απευθύνονται; σε πρώην αριστεριστές, νυν αναγνώστες τού Βήματος και τής Κυριακάτικης Καθημερινής; σε μέλη τής επιτροπής για την σωτηρία τής πόλης; σε διανοούμενους πού αποβλήθηκαν απ΄ τις ακαδημίες γιατί ήταν λέει τρελοί; σε οπαδούς τής ροκ πού αποπειράθηκαν εφτά φορές να αυτοκτονήσουν; σε θαμώνες καλλιτεχνικών καφενείων; σε φανατικούς θεατές ταινιών τού Βέντερς; σε θλιμμένους ακροατές τού Rock FM; σε σένα; ποιος παίζει σ΄ αυτό το έργο; τι έργο είναι αυτό; είναι πρόζα ή ποίηση; ή μήπως είναι μουσική τού δρόμου, χειμωνιάτικη ιστορία, ελεγειακό ποίημα, χρονικό για το ροκ τής χαμένης μας αθωότητας; θα μελοποιηθεί απ΄ τον Keith Jarrett και θα κυκλοφορήσει στην ECM; ή θα γίνει ταινία πού το soundtrack της θα μείνει δέκα εβδομάδες στο νούμερο 1; θα πάρει χρυσό αγαλματάκι στις Κάννες; θα μεταφραστεί στα Ισπανικά; υπάρχει σκηνοθέτης να την γυρίσει ή πρέπει να βρω τον Αλμοδοβάρ; πλοκή; συγκεκριμένα πλάνα; κάστ ηθοποιών; ποιος κάνει κουμάντο εδώ ρε γαμώτο; να ειδοποιηθούν αμέσως οι αρχές, άσε, αύριο, αύριο κιόλας θα αλλάξω την διανομή, θα κάνω οντισιόν, ακροάσεις και τέτοια, θα είμαι ήρεμος, θα διαλέξω τις καλύτερες, θα τις κρίνω αυστηρά και με προσοχή, αντικειμενικά, όλες θα τις παίζεις εσύ, όλες, εντάξει μωρέ, ανακωχή, προσωρινή παύση εχθροπραξιών λευκή πετσέτα πώς το λένε, έλα, πάρε τσιγάρο, πάρε, εγώ θα πάρω πάλι τ΄ αρχίδια μου.

(απόσπασμα από το βιβλίο μου, Το ροκ που παίζουν τα μάτια σου, εκδ. Απόπειρα, 2002, 2004)

Παρασκευή 16 Αυγούστου 2002

Η ΑΒΑΣΤΑΧΤΗ ΜΟΝΑΞΙΑ ΤΗΣ 17Ν



Η από πολλού αναμενόμενη λύτρωση των στελεχών της 17Ν με τη σύλληψή τους, έτσι όπως εκφράζεται μέσα από τις προανακριτικές και εισαγγελικές απολογίες τους, δεν φαίνεται να συνάδει με τις αρχές της συνωμοτικότητας που διέπουν διεθνώς τέτοιες οργανώσεις.
Δεν έχει το κατάλληλα ελκυστικό ιδεολογικό περίβλημα που θα περίμενε κανείς, ούτε το μέγεθος του διαμετρήματος της προσωπικότητας του Ρενάτο Κούρτσιο, της Ούλρικε Μάινχοφ ή του Μάριο Μορέτι. Η αθρόα πρσέλευση της ομάδας κρούσης της στην Αλεξάνδρας, αυτή η άνευ όρων, άνευ αξιοπρέπειας, άνευ πολιτικής συμπεριφοράς παράδοση, χωρίς καν να τηρούνται -έστω προσχηματικά- μεταξύ τους οι «δεσμοί αίματος» που τους ενώνουν, οδηγεί τα πράγματα και τις αναλύσεις στην εξαγωγή λειψών συμπερασμάτων από «ειδικούς αναλυτές» τηλεοπτικών σταθμών και εφημερίδων, με την εύκολη εκφορά χαρακτηρισμών όπως «δολοφόνοι», «τσογλάνια», «καθάρματα», «κοινοί εγκληματίες», «απολίτικοι».

Από την άλλη, μια Αριστερά αμήχανη στο σύνολό της, ηττημένη από τις μεταπολιτευτικές εξελίξεις, μαζί κι ένας ολόκληρος χώρος αντιεξουσιαστών και διανοουμένων, νιώθοντας να λοιδορείται, δείχνει να μην μπορεί να αντιδράσει αποτελεσματικά στον ορυμαγδό όσων λέγονται, κρατώντας με ηττοπάθεια το ρόλο του απολογούμενου σε πράγματα που ιδρυτικά, πολιτικά και ιδεολογικά είναι εκ διαμέτρου αντίθετη. Αν ζούσε ο Τρότσκι, είναι πιθανόν να υπενθύμιζε ότι ο αγώνας του ήταν ενάντια σε κάθε είδος και μορφή ατομικής τρομοκρατίας, όμως δεν είναι λίγο οξύμωρο να περιμένουμε μια τέτοια επισήμανση από ανιστόρητους δημοσιογράφους και γνωστούς παραθυράκηδες που αποκαλούν τον τροτσκισμό «τροτσικισμό» και τους αρχειομαρξιστές «αρχιμαρξιστές».

Τα άθλια ελληνικά του εκπροσώπου Τύπου της ΕΛ.ΑΣ., το αστυνομικό, φωσκολικής έμπνευσης θρίλερ που παίχτηκε τόσες μέρες στις γειτονιές και τα νησιά της Ελλάδας και η εν πολλοίς κρατούσα πολιτική άποψη περί εξάρθρωσης (πώς λέμε ώμου) της τρομοκρατίας γενικότερα, μόνο θυμηδία μπορεί να προκαλέσουν σε όσους λίγους σοβαρούς (ανάμεσά τους και ο υπουργός Δημόσιας Τάξης κ. Χρυσοχοΐδης) έχουν απομείνει να παρακολουθούν σιωπηλά τις εξελίξεις. Τέτοιου είδους κινήματα μόνο με την πλήρη αποϊδεολογικοποίησή τους μπορούν να αντιμετωπιστούν αποφασιστικά. Χωρίς κορόνες, χωρίς υστερίες. Και με την ανάλογη για την περίσταση διορατικότητα.

Γιατί αν δεν εκλείψουν οι λόγοι και οι αφορμές δημιουργίας τους, γίνονται Λερναίες Υδρες που όσα κεφάλια και να τους κόψεις βγάζουν πολλαπλάσια. Και γεννούν εν δυνάμει τρόπους, συμπεριφορές και ιδεολογίες στρεβλές, νεφελώδεις, άρρωστες και απομονωμένες κοινωνικά που στο όνομα μιας δεδομένης κρατικής αυθαιρεσίας και μιας ακόμα πιο δεδομένης εξουσιαστικής πρακτικής, αυτοδιορίζονται άγγελοι-εξολοθρευτές και τιμωροί που διαβρώνονται όλο και περισσότερο από αυτό που θεωρητικά αντιμάχονται. Η μετακύλισή τους σε μορφές δράσης που προσβάλλουν ακόμα και τους ίδιους είναι μάλλον εύκολη και ανώδυνη αρχικά. Το επώδυνο αρχίζει από τη σύλληψή τους και μετά, όταν πέφτουν οι μάσκες των Ζορό και αρχίζουν καταρρέοντας να συνειδητοποιούν -όχι σπασμωδικά πλέον- μετά από τόσα θύματα, πόσο θύματα υπήρξαν και οι ίδιοι του άγνωστου εαυτού τους. Πόσο τα ποτάμια αίματος που έχυσαν ήταν τελικώς τα λύτρα ή τα αργύρια για να περάσουν τα στάδια της αυτογνωσίας.

Η απομυθοποίηση, η πλήρης ανυποληψία, όχι στα μάτια του απλού πολίτη, αλλά στα δικά τους, είναι η μεγαλύτερη ποινή που θα κληθούν να πληρώσουν, αφού για κάποιον άγνωστο ακόμα λόγο, η γοητεία της βίας υπερίσχυσε μέσα τους της γοητείας των ιδανικών μέσα από μια διαδικασία σταδιακής τους μετάλλαξης και διολίσθησης σε μονοπάτια πλήρους ιδεολογικού αποπροσανατολισμού.
Η μοναξιά τους θα είναι σε ισόβια κάθειρξη και κυρίως δεν θα υπάγεται στις ευεργετικές διατάξεις του αντιτρομοκρατικού νόμου. Στις συνειδήσεις άλλωστε δεν υπάρχουν εκπτώσεις.


ΣΤΑΥΡΟΣ ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ


ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 09/08/2002


ΔΕΙΤΕ ΕΔΩ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
http://archive.enet.gr/online/online_text/c=112,dt=09.08.2002,id=25928416

Κυριακή 23 Δεκεμβρίου 2001

ΤΙ ΕΓΡΑΨΑΝ ΓΙΑ ΤΟ "ΔΙΑΜΕΛΙΖΟΜΑΙ"



ΤΙ ΕΓΡΑΨΕ Ο ΤΥΠΟΣ ΓΙΑ ΤΟ «ΔΙΑΜΕΛΙΖΟΜΑΙ»

Πήρα μια πρέζα χαράς διαβάζοντας τα κείμενα του Σταύρου Σταυρόπουλου. Ο πρωτοεμφανιζόμενος – απ’ όσο ξέρω – ποιητής στέκεται απέναντι στην θλιβερή κουστωδία των «αμφισβητιών ποιητών της γενιάς του 70» και μάλιστα αρκετά τρομερός. Λέει. Ξέρει πως το λέει. Σε όλο το βιβλίο υπάρχει πνοή, υπάρχει ρυθμός, υπάρχουν εικόνες, συχνά ξαφνιαστικές και πρωτότυπες. Και ειλικρίνεια, πολλή ειλικρίνεια. Πορεία σ’ ένα έρημο τοπίο που, και καλά το ξέραμε και πολύ το αγαπούσαμε. Δεν πρόκειται για μια ερημιά κατασκευασμένη από λέξεις. Δεν είναι μόνο αναφορά στην ερημιά-λέξη, δεν είναι λέξεις για την ερημιά-λέξη και τίποτε. Είναι οι διαστάσεις, το χρώμα και το ύφος της σύγχρονης ερημιάς που αναπαριστάνει ο ποιητικός λόγος. Και στο ορίζοντα αυτής της ερημιάς, αυτού του καταστραμένου τοπίου ζωής, διακρίνονται κάποια φώτα. Προχωρώντας κανείς μέσα απ’ το καταργημένο τοπίο του χτες, βλέπει τα φώτα πιο σαφή. Σαφή φώτα ενός τοπίου ζωής του αύριο.
Υπάρχει πολλή απελπισία μέσα στο Διαμελίζομαι αλλά και πολλή γνώση, πολλή βαθειά ματιά πάνω στα πράγματα και στα πρόσωπα. Η αληθινή ποίηση έκανε πάντα το ίδιο: πολύ απελπισμένη μπορούσε να ελπίζει. Και μπορούσε να ελπίζει γιατί μπορούσε να δει πέρα…

ΘΩΜΑΣ ΓΚΟΡΠΑΣ, Θέματα, 14-01-1983

Ακραία είναι η θέση του Σταύρου Σταυρόπουλου σ’ αυτό το πρώτο του βήμα. Είναι κομμένες όλες οι γέφυρες επικοινωνίας· είναι κλειστοί όλοι οι δρόμοι που κάπου θα μπορούσαν να οδηγούν.
Είτε εγκεφαλική είτε πηγαία, αυτή η ατμόσφαιρα του ζόφου είναι η θέση του ποιητή και δεν είναι αυτό που θα μπορούσε να αμφισβητήσει κανείς ή και να συζητήσει ακόμα. Θα μπορούσε, όμως, να απαιτήσει, κοντά στην πλούσια εικόνα, την εκφραστική ευφορία και τις υπόλοιπες αρετές του ποιητή – που είναι πολλές – μεγαλύτερη εμμονή στο απόσταγμα και λιγότερη στο εκχύλισμα της συγκίνησής του. Είναι πολύ πιο άμεση και καίρια η αίσθηση παρά η περιγραφή της.

ΤΑΚΗΣ ΜΕΝΔΡΑΚΟΣ, Επίκαιρα, 20-10-1983


Ο σαρκαστικός μονόλογος του Σταύρου Σταυρόπουλου, λυτρωτικός, πανικοβλημένος, αγωνιώδης, καταλύει σαν άλλος Ρεμπώ, σχέσεις, πνευματικότητα, τρόπο ζωής, μεθοδολογία σκέψης και εξουσίες ανθρώπων και κομμάτων «μιας εποχής που αποπνέει την δυσοσμία του αποσυνθεμένου πτώματος». Το δηλητηριώδες πάθος του για μια εκφραστική αναρχία προεκτείνει τα μηνύματα – καταγγελίες του σε μεθυστικό πανηγύρι απελπισίας και οξυδέρκειας.
Βιβλίο προσωπικό που περιφρονεί τα ημίμετρα και βγάζει τη γλώσσα στις μεσοβέζικες λύσεις.

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 17-03-1983

Αδρός αλλά και περίσκεπτος, ο πόθος του συγγραφέα για κάτι πιο ουσιαστικό και ανθρώπινο απ’ το σημερινό κοινωνικό και πνευματικό κατεστημένο, εικονογραφεί με σκληρές πινελιές και βαθιά στοχαστικό ταλέντο τον «παράλογο λαβύρινθο» που οδηγεί τον άνθρωπο σε μια βιωματική εξουθένωση.

ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗ, 14 – 03-1983


Μικρά κείμενα που ακολουθούν άλλοτε την ποιητική φόρμα και άλλοτε πάλι τις φόρμες της πεζογραφίας. Κείμενα πικρά που μιλούν για την μοναξιά, την απομόνωση, και το άγχος της μεγαλούπολης είναι το πρώτο βήμα ενός νέου ποιητή, ένα πικρό πρώτο βήμα που όμως μας προειδοποιεί ότι ο Σταύρος Σταυρόπουλος έχει και τις δυνατότητες και το χρόνο με το μέρος του.

ΕΝΑ, 24-05-1984


Στα παρισινά βουλεβάρτα και στα αθηναικά σοκάκια, η μοναξιά του ανένταχτου – ασταθής ισορροπία ανάμεσα στην ενσωμάτωση και το περιθώριο – παραμένει δυσβάστακτη, μαρτυρία σε πρώτο πρόσωπο.

ΑΝΤΙ, 20-01-1984

Κείμενα μεταξύ πεζού λόγου και ποίησης, με σκέψεις-αντιδράσεις των νέων ανθρώπων απέναντι σε μια ζωή που είναι «όλη θάνατος».

Κώστας Τσαούσης, ΕΘΝΟΣ, 23-02-1983


Μέσα στις 94 σελίδες του Διαμελίζομαι καταλύεται κάθε συμβατική απανθρωποποιημένη σχέση, κάθε κατασταλτικό επικονίασμα της ζωής μας, κάθε εφησυχαστικό αντισώμα, μ’ ένα λόγο ο «μόδιος» υπό τον οποίον κρύβεται ο «λύχνος» της αλήθειας. Με γλώσσα αιχμηρή , τολμηρή και αυθεντική ο Σταυρόπουλος πολεμάει. Ο πόλεμος των στοιχείων του εαυτού μας φέρνει οδύνη. Και η οδύνη αυτή είναι οι πόνοι της γέννας του βιβλίου του. Ο πόλεμος και η γέννηση μιας αλήθειας φανερώνεται και στα βασικά μοτίβα γύρω από τα οποία ανελίσσεται η σκέψη του συγγραφέα – που, a propos, πρέπει να παρατηρήσω ότι μου θυμίζουν τις Εγελιανές στιγμές. Εξαιτίας αυτών το έργο του Σταυρόπουλου μας αφορά όλους. Είναι σημαντικό. Δηλαδή σημαίνει κάτι, όπως λέει και ο Ηράκλειτος, «ούτε λέγει ούτε κρύπτει, αλλά σημαίνει».

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΟΣΧΟΣ, Σημάδια, Νοέμβριος 1983

Το πρώτο αυτό βιβλίο του Σταυρόπουλου είναι ολόκληρο μια κραυγή απελπισίας, ελευθερίας και τρέλας. Μια άρνηση στο κατεστημένο, στην αδιαφορία, στη μοναξιά που μας πνίγει. Η γλώσσα κοφτή και σκληρή σα λάμα ξυραφιού. Τόσο που σε ξαφνιάζει και σε πονά!

ΣΤΕΛΛΑ ΛΕΙΒΑΔΙΩΤΟΥ, Ευρωπαία, 17-02-1983

Το Διαμελίζομαι είναι ένα φτύσιμο σε όλα και σε τίποτα. Δεν περιέχει συνθήματα, δεν δίνει γραμμή, δεν αναδεικνύει – προς τιμήν του – σλόγκαν, γιατί, μα το Θεό, τα τρώμε στη μάπα χρόνια ολόκληρα, αδιαμαρτύρητα. Το γράψιμο και το ύφος του είναι οξύμωρα· περιέχουν όμως, ταυτόχρονα, μια μυστηριακή, γλυκόπικρη γαλήνη. Κανείς δεν μπορεί να πλησιάσει ή αναπαραστατικά να διαγράψει, ουσιαστικά, όπως δίνονται τα νοήματα του συγγραφέα, καθώς και την δροσιά που σου μεταδίδεται απρόοπτα από το ξερό χαρτί.
Πρέπει να «την βρείς» για να γράψεις κριτική στον Σταυρόπουλο, εφόσον κιόλας νομίζεις πως μπορείς, ακόμα και να τον διαβάσεις.

ΝΙΚΟΣ ΤΣΑΚΑΛΟΣ, Θεσσαλονίκη, 27-02-1983

Πρόκειται για έναν ποιητή με σπάνιο ταλέντο. Με απεριόριστες δυνατότητες και ακαταμάχητο προσόν την νεαρή του ηλικία, στο χέρι του είναι ο χρόνος και όλο το ποιητικό του μέλλον. Δεν θα ήταν υπερβολή αν λέγαμε ότι τέτοια ποίηση κάθε 5 χρόνια ανακαλύπτουμε. Έναν Ιατρόπουλο, έναν Ποταμίτη, μια Παμπούδη, έναν Βαλσαμίδη, έναν Πούλιο, μια Γώγου, έναν Γκανά. Για να σταθούμε στο «εδώ και τώρα».

ΜΑΚΗΣ ΑΠΟΣΤΟΛΑΤΟΣ, Ομπρέλα, Γενάρης 1984

Τρίτη 18 Δεκεμβρίου 2001

ΔΙΑΜΕΛΙΖΟΜΑΙ



Δεν προπονήθηκα φαίνεται αρκετά και μόνο πλάτες βλέπω, πλάτες που τερματίζουν, χα χα, τα χαμογελαστά ανθρωπάκια με τ’ αυτοκόλλητα χαμόγελα στα χείλη, που σου έλεγα χαμηλόφωνα, Ρυ ντε Κομέρς, αριθμός 31, όροφος πέμπτος, αυτά πάντοτε τερματίζουν γιατί είναι χαμογελαστά, εμένα μονάχα αν με γαργαλίσεις πια θα χαμογελάσω κι αυτό ακόμα έμμεσα, με τεχνητό τρόπο, καταλαβαίνεις τώρα, πολιτισμένα, να ρυτιδώνουν λίγο οι άκρες των ματιών απ’ το σφίξιμο και τα χείλη κλειστά,


συγγνώμη, συγγνώμη, παραιτούμαι,


πάει, αυτό ήταν, κι αν συνεχίσω κινδυνεύω, θα γίνω συγγραφέας και θα πουλάω δυστυχία δυο λέξεις το γραμμάριο, θα κάνω επίσημες εμφανίσεις σε συνεστιάσεις Τέχνης, δίπλα σε τρανούς ποιητές, θα αναγκάζομαι να μιλάω για ερμαφρόδιτο υπερρεαλισμό και δοκιμιογραφικό μετασυμβολισμό, θα τυπώνω πληρωμένες συνεντεύξεις στις εφημερίδες διαφημίζοντας το έργο μου, θα μπω και στο σωματείο για σύνταξη και τότε δε θα βρίζω, οι λέξεις μου θάναι στραγγαλισμένα νήπια σε πορφυρένιο μανδύα κι εγώ θα αναπαύομαι στις αρκετές μου εκδόσεις, θα γίνω πουτάνα και θα εκδίδομαι, αγαπώντας όλο τον κόσμο, θα πρέπει με όλους να τα πηγαίνω καλά, οπωσδήποτε, ευτυχώς ακόμα δεν πουλήθηκα τελείως και κρατάω, 10000 χρόνια την περίμενα την επανάσταση και μ’ έχει στήσει σ’ όλες τις γωνιές, σ’ όλους τους δρόμους, σ’ όλες τις βιβλιοθήκες, σ’ όλα τα πάρκα, σ’ όλα τα εκλογικά τμήματα, σ’ όλες τις κάλπες, σ’ όλα τα σχολεία, σ’ όλα τα σπίτια, σ’ όλους τους κήπους, σ’ όλα τα κρατητήρια, σ’ όλα τα γραφεία, σ’ όλες τις αίθουσες, σ’ όλα τα μπαρ, σ’ όλα τα δικαστήρια, 10000 χρόνια φίλε μου, άφωνος και νευρικός, χωρίς όνομα, ταυτότητα, δικαιώματα, με ένα τσιγάρο στο στόμα, σκίρταγα κάθε τόσο που έβλεπα κάποια να της μοιάζει μες’ στο πλήθος, μα κάποτε τα βήματα απομακρύνονταν και τα ραβασάκια της μήναγαν πως αύριο, όλο αύριο,
αναστολή στην αναστολή το πήγαινε,
μάταιος κύκλος, διασκεδαστικός,


και φεύγω, φεύγω, παραιτούμαι,

συγγνώμη, δεν κατάλαβα,


ο Μαγιακόφσκι αυτοκτόνησε, λυπάμαι,
δεν θα χρειάζεται πια να κινούμαι,

πρόσεχε, θα ανοιγοκλείνω τα βλέφαρα,
και συ θα μ’ αγαπάς,


έτσι απλά, αντίο.

(απόσπασμα από το βιβλίο μου Διαμελίζομαι, εκδ. Βασδέκης, 1983, 1989)

Τετάρτη 28 Νοεμβρίου 2001

ΜΕ ΛΕΝΕ ΟΔΥΣΣΕΙΑ. Ή ΚΑΤΕΡΙΝΑ.


ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΟΥ ΜΑΣ ΠΕΡΑΣΕ, 25 Νοεμβρίου, ανήμερα της γιορτής σου, σε είδα πάλι να ανοίγεις την πόρτα σιγά-σιγά και να μπαίνεις. Κόκκινα φωτιά τα μάτια σου παγιδευμένων λύκων. Παπούτσια λινά. Πρέπει να’ χε περάσει καιρός πολύς, γιατί τα νύχια σου είχαν μακρύνει και η φωνή σου ακουγόταν με διακοπές. Σα να περνούσε από τούνελ.
Κρατούσες το χέρι της Μυρτώς σφιχτά και κρύωνες, τυλιγμένη στο ξύλινο παλτό σου. Από μέσα μακό περασμένο τα ποιήματα, δεμένα σφιχτά στο μέρος της καρδιάς. Και το ριγέ σημαιάκι της ποίησης. Εκεί που οι άλλοι κρεμάνε συνήθως σταυρουδάκια και μενταγιόν για να ξορκίζουνε το κακό. Τα δάχτυλά σου, ακόμα γάντζοι. Να κάνουν πρόβα οι κρεμασμένοι. Εσύ.

Φωτογραφίσανε τον πόνο και βάλανε τη φωτογραφία μου - δε βλέπεις; Μια στάλα σταλαγμίτης απόμεινα, ένα τόσο δα πουλάκι. Κοίτα, χωράω σ’ ένα άδειο μπουκάλι. Το πέταξαν ένα καλοκαίρι οι φίλοι μου. Η ζωή; Ξαναπέστο. Θέλω να σε ακούσω ξανά να το λες. Να το φωνάζεις. Θέλω να σε ξανακούσω, ακούς; Μη σωπαίνεις. Μη τους κάνεις τη χάρη. Μη χάνεσαι τώρα.

Μπαίνουν κρυφά στο σπίτι μου, κοιμούνται στο κρεβάτι μου, τρώνε απ’ το φαί μου. Όταν βραδιάζει, φεύγουν κι αφήνουν τα πιάτα άπλυτα. Δεν εξηγείται αλλιώς, έτσι βρώμικος που είναι πάντα ο νεροχύτης, έτσι πολλοί που είναι πάντα οι άνθρωποι. Την κοπάνισα, εντάξει; Να γλυτώσω απ’ τις διασπάσεις του κόμματος. Την αποτρόπαιη μοναξιά της κεντρικής επιτροπής. Τον ανυπόφορο θόρυβο των δρόμων. Να γλυτώσω, ρε. Τις ίδιες, ατέλειωτες διαδρομές στη Πατησίων, πλάι σε ποινικούς και επαναστάτες. Πάνω-κάτω τη Πατησίων. Εξάρχεια – Πατήσια – Μεταξουργείο – Μέτς. Μ’ ένα παλιοπαντέλονο. Μέχρι να γίνω νιφάδα χιονιού και να λιώσω στην άσφαλτο. Χιλιόμετρα έρχονται καταπάνω μου οι μέρες, στα παιδικά μου χρόνια κανείς.
Και στα διαλείμματα, εκείνο το παιχνίδι που τρέχαμε, κρατώντας τη σκυτάλη. Θυμάσαι; Εγώ ναι. Μ’ εκείνους του τρένου, που όταν κανονίζαμε το πρώτο μας όνειρο να πάμε εκδρομή, μας πέταξαν σαν άδεια σακιά σ’ αφύλαχτη διάβαση. Μη με σταματάς τώρα. Πονάω. Μη.

Γώγου Κατερίνα, ταυτότητα ηθοποιός, φίλη μοναδική, ακτιβίστρια, μια τροβαδούρος του αληθινού, ενεργό μέλος μιας απενεργοποιημένης ζωής, 6 ποιητικές συλλογές μακιγιαρισμένες με αίμα, γύρω στις 50 κινηματογραφικές ταινίες, βραβείο σεναρίου στην «Όστρια», τελευταία θεατρική εμφάνιση με τον θίασο της Έλλης Λαμπέτη στο «Φιλουμένα Μαρτουράνο», μελαγχολική βασίλισσα της πλατείας Εξαρχείων, θλιμμένη Σταχτοπούτα των δρόμων, γεννημένη τον μήνα των κερασιών, 1η Ιουνίου 1940, άφαντη από όλους, οκλαδόν στα σκαλάκια του κόσμου, μ’ ένα πρόσωπο καθαρό, σαν νεράκι και μια ψυχή όμορφη, σα μωρού, πιασμένη με κοκαλάκι από τα μαλλιά της, μπορεί τώρα να μοιράζει τα ποιήματα της χέρι με χέρι, αμετάκλητες προκηρύξεις της μεγάλης διαδήλωσης που θα πραγματοποιηθεί εκεί στα ψηλά, μπορεί να ανάβει τσιγάρο από τις αστραπές άφοβα και να λέει:

Πάει. Αυτό ήταν. Χάθηκε η ζωή μου φίλε μέσα σε κίτρινους ανθρώπους, βρώμικα τζάμια και ανιστόρητους συμβιβασμούς.

Κατερινούλα, χρόνια πολλά. Να ξαναρθείς. Εγώ θα είμαι.

Σταύρος Σταυρόπουλος, εφημ. metro, 28/11/2001