Κυριακή 8 Φεβρουαρίου 2015

ΠΟΥΘΕΝΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΩΡΑΙΟΤΕΡΑ ΟΣΟ ΚΟΝΤΑ ΣΟΥ





Στο υφαντό της μοίρας είμαστε οι κλωστές
κι είναι φορές
που του ενός τα χέρια πλέκουν του άλλου το υφάδι
ακόμα κι αν το πνεύμα μου έπαιρνε άλλους δρόμους
θα το τραβούσες πάντοτε
δικό σου θα το έκανες μπροστά στα πόδια σου

μαζί θα πάμε
τυλιγμένοι ο ένας στο λαιμό του άλλου
σαν ποτάμια
θα τραγουδάμε κι όταν πέφτουμε στη θάλασσα
με τις πνοές του έρωτα που κύλησαν εντός μας
τη διακόσμηση απ' τις βαθιές σπηλιές μας
μυστικά που ανταλλάξαμε κι ανέβηκαν τη σκάλα
ας νυχτώνεται ο κόσμος όλος

στον κήπο μας
θα παίζουν τα λιοντάρια με τα ελάφια
και θα γεμίζουν τα σταφύλια μας φωτιά
πλάι σε ανίκητες πηγές που αναβλύζουν
για να ποτίζονται τα χείλη σου
μπρος στην ολότητα

συστρέφεται ο χρόνος όταν σε ψηλαφώ
κάποτε καθώς θα αναλύεται η καρδιά μου
τα συντρίμμια της θα ψιθυρίζουν τ' όνομά σου
και θα 'ναι ο έρωτας πιστός όσο ο θάνατος
όταν η σκόνη μας
θα στροβιλίζεται αγκαλιά στην αιωνιότητα
από ηλιαχτίδες θα περνά σε ανάσες από φιλιά
και θα θυμάται
την κορυφή πάντα της αγάπης μας
κι ας έχεις διαλύσει κάθε ματαιότητα όπως
σπάει ένα βάζο με πάταγο στο πάτωμα
ζεις σαν τα ομόχρονα βήματα χορού
σε πανηγύρι που οι άνθρωποι ξεχνούν τ' όνομά τους

κι εγώ εσένα γιορτάζω
με λύρα εκστατική σε μαστορεύω
κι απ' τις στάχτες γύρω μας φοίνικες φτερουγίζουν
ύστερα μπαίνεις θύελλα στις φλέβες μου
κι ύστερα βάλσαμο
μέθεξη φωτιάς πάνω σε χιόνι παραδείσιο
να με φυσάς για χίλια χρόνια
διαμάντια να βυθίζεις λαμπερά μέσα σε ήχους

υποκλίνεται η ψυχή μου στη θέλησή σου
υψώνεται απ' τα πόδια σου
που μοιάζουν άγριοι κύκνοι
σε Άνοιξη που ζει στο πρόσωπο σου
στα χέρια σου που βγάζω τ' αγκάθια κάθε τόσο
κι είναι που διαπλέω την αγκαλιά σου
είναι οι κάβοι που περνώ
κι άλλοι τόσοι που κρύβονται στο στήθος

θυμάσαι εκείνες τις ολόγυμνες σκιές
το ηλεκτρισμένο θάλπος της σελήνης
έσταζαν τα μάτια μου φωτιά στα μάτια σου
κι ένα ηλιοτρόπιο μαζί μας ξεδιψούσε
ατμοί ανέβαιναν ψηλά από μας
και δροσιά κατέβαινε ως τα έγκατα της γης
σ' επικαλούμαι
σε όλο το βασίλειο των αισθήσεων
στην ευωδία κάθε σφαίρανθης γαζίας
κάθε ώριμου σύκου τη γεύση
σε καθαρόηχα λόγια των ποιητών
σε νιώθω στη χάρη κάθε μεγάλης ωραιότητας
είσαι ναός σε τόπο ιερό, κι εγώ,
ο μόνος προσκυνητής σου

αν σηκώσεις την καρδιά μου θα βρεις
αρχαία λάμψη και γλώσσα ομηρική
ίδια μ' αυτή που τραγουδάει στο αίμα σου
μπορώ να σου πω πως νιώθει η αστραπή.
Δεν φοβάται.

Μπορώ να σου πω για τη γνώση.
Δεν αξίζει δίχως έρωτα.

Όπως η νύχτα δεν νυστάζει, έτσι σ' αγαπώ.


Πάνος Δημητρόπουλος, Χρόνος ερωτικός
εκδόσεις Μετρονόμος 2014


[Ο Πάνος είναι ένας ευγενής της νύχτας που κερνάει αγάπη. Έχει έρθει από τον ρομαντισμό του 18ου αιώνα, συνοδεύοντας τον Ουίλλιαμ Μπάτλερ Γέιτς, τον Σέλλευ και τον Μπάυρον στα σημερινά κατατόπια. Διατηρεί στην Πλάκα την μπουάτ "Απανεμιά". Αναζητήστε το βιβλίο του στα κεντρικά βιβλιοπωλεία.]



Κυριακή 1 Φεβρουαρίου 2015

ΣΤΗΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΣΥΓΧΩΡΗΣΤΕ ΜΕ





Όταν τα λουλούδια τραγουδήσουν στίχους
Αναπνέω στον παγωμένο αέρα
Τα βυθίζω αργά να πνιγούν σε μια λίμνη από αίμα
Για να ακούσουν τη φωνή από τη μπλε θλίψη
Για να προσεγγίσουν τη βαθύτερη άμμο
Για να δουν τα φαντάσματα των δελφινιών που πετούν γύρω
Ονειρεύομαι το παρελθόν, όταν ήμασταν βασιλιάδες της θάλασσας.
Έτσι προσπαθώ να κρατήσω μια εποχή που τίποτα δεν πείραξε

Ακόμα περιμένω για το τέλος της ημέρας
Και τίποτα δεν συνέβη
Τώρα είμαι εδώ, στην καρέκλα
Στην πραγματικότητα
Συγχωρήστε με


ΧΡΗΣΤΟΣ ΧΟΝΔΡΟΣ





Πέμπτη 29 Ιανουαρίου 2015

ΔΙΑΛΕΞΗ ΔΗΜΗΤΡΗ ΔΗΜΗΡΟΥΛΗ






Ο Εμμανουήλ Ροίδης και η ελληνική κρίση


Αν η κρίση δίνει την ευκαιρία να αναζητήσουν οι πολίτες μιας χώρας τον δρόμο προς την αυτοκριτική και την αυτογνωσία, ο Ροΐδης εξακολουθεί να προσφέρεται ως πολύτιμος, μολονότι αυστηρός, οδηγός. Ο ομιλητής θα παρουσιάσει στο κοινό του τον, εν πολλοίς άγνωστο, αιχμηρό και ανατρεπτικό Ροΐδη.

31/1, Σάββατο, ώρα 7:00μ.μ.
Είσοδος ελεύθερη.

Λόγω περιορισμένου αριθμού θέσεων, παρακαλείστε για  έγκαιρη τηλεφωνική κράτηση. Θα τηρηθεί σειρά προτεραιότητας.

Για περισσότερες πληροφορίες ή δηλώσεις συμμετοχής, μπορείτε να επικοινωνείτε στο τηλ. 210 9715981 και στο email: info@personagrata-politismos.gr, ή να επισκεφθείτε την ιστοσελίδα μας: www.personagrata-politismos.gr


ΣΥΝΤΟΜΟ ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΕΙΣΗΓΗΤΗ

Καθηγητής Δημήτρης Δημηρούλης
Τμήμα Επικοινωνίας Mέσων και Πολιτισμού - Πάντειο Πανεπιστήμιο

Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και εκπόνησε τη διδακτορική του διατριβή στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Από το 1980 έως το 1992 έζησε στο εξωτερικό (Αγγλία, Αυστραλία) όπου και σταδιοδρόμησε ως πανεπιστημιακός. Το 1992 επέστρεψε στην Ελλάδα, όταν εξελέγη Καθηγητής στο Τμήμα Επικοινωνίας, Mέσων και Πολιτισμού του Παντείου Πανεπιστημίου. Από το 1994 έως το 1998 υπήρξε Αντιπρόεδρος και από το 1998 έως το 2002 Πρόεδρος του Τμήματος. Διδάσκει τέχνη του λόγου, ρητορική, εισαγωγή στη λογοτεχνία, ιστορία της λογοτεχνίας, θεωρία της λογοτεχνίας και ιστορία του βιβλίου.

Έχει δημοσιεύσει, μεταξύ άλλων, τα βιβλία Το Φάντασμα της Θεωρίας (1993), Eμμ. Pοΐδης, Αφηγηματικά Kείμενα (1995), O Ποιητής ως Έθνος (1997), O Φοβερός Παφλασμός. Kριτικό Αφήγημα για τα Τρία Kρυφά Ποιήματα του Σεφέρη (1999), Παραλλάξ. Σύμμεικτα για τη Λογοτεχνία και τη Γλώσσα (2002), Φάκελος Διονύσιος Σολωμός. Η Ανατομία ενός Εθνικού Θρίλερ (2003) Εμμανουήλ Ροϊδης. Η Τέχνη του Ύφους και της Πολεμικής (2005), Εμμανουήλ Ροϊδης, Η Πάπισσα Ιωάννα, Εισαγωγή – Επιμέλεια (2005), Δ. Σολωμός, Έργα, Εισαγωγή – Επιμέλεια - Σχόλια (2007), Α. Κάλβος, Ωδαί, Εισαγωγή – Επιμέλεια - Σχόλια (2009), Εμμ. Ροϊδης-Αγγ. Βλάχος, Η Διαμάχη για την Ποίηση, Εισαγωγή - Επιμέλεια (2011), Καβουρηδόν και Παραδρόμως: Μικρές σπουδές για το άθλημα της γραφής (2013), Η Ανάγνωση του Καβάφη (2013). Μετέφρασε τα βιβλία των Thomas Pynchon, H Συλλογή των 49 στο Σφυρί (1986) και Harold Bloom, H Aγωνία της Eπίδρασης (1989). Έχει επίσης δημοσιεύσει μεγάλο αριθμό άρθρων και μελετών με αντικείμενο θεωρητικά και ιστορικά ζητήματα της λογοτεχνίας, την κριτική, την ελληνική γλώσσα και την ελληνική ποίηση. Αναμένεται τον Δεκέμβριο του 2014 η έκδοση Απάντων των ποιημάτων του Καβάφη (εκδ. Gutenberg).

Info — στην τοποθεσία Πανταζή 24, Ηλιούπολη.


Παρασκευή 23 Ιανουαρίου 2015

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΙΟ








Η καλύτερη του κόσμου

Η μαμά μου δουλεύει πολύ για να με ζήσει.
Θέλει να σπουδάσω να μην κρέμομαι
απ' τα αρχίδια κανενός πούστη, λέει.
Δεν καταλαβαίνω, αλλά την πιστεύω
και θα σπουδάσω πολύ
για να μην κρέμομαι από πουθενά.
Ούτε από τη μαμά μου.

Η μαμά μου με μαθαίνει να φτιάχνω μπιζού
για να βγάλουμε λεφτά.
Λέει ότι είμαι πολύ όμορφη και δεν πρέπει να πουληθώ
αλλά να γεράσω μόνη μου
γιατί μόνοι μας γεννιόμαστε
και μόνοι μας πεθαίνουμε
κι εγώ την πιστεύω
αλλά ξέρω ότι θα γεράσουμε
και θα πεθάνουμε μαζί.
Μου το έχει ορκιστεί αυτό.
Κι εγώ.
Μαζί.

Η μαμά μου με πάει στις εκκλησίες, με κρατάει απ' το χέρι
και με σπρώχνει στα εικονίσματα να τα φιλήσω
να φύγουν οι αμαρτίες μου.
Μου κουτουλάει το κεφάλι πάνω τους με φόρα
και μετά πίνει θεία κοινωνία
να συγχωρεθούν τα πεθαμένα μας.
Η μαμά μου με πετάει στα σκαλιά της εκκλησίας
γιατί είμαι πολύ αμαρτωλή
και περιμένει να με πατήσουν.
Καμιά φορά με πατάνε, άλλες φορές τη γλιτώνω.
Εκτός κι αν με πατήσει η μαμά μου με το τακούνι της.
Αυτό δε μετράει όμως, γιατί είναι η μαμά μου
κι έτσι δεν εξιλεώνομαι.
Είμαι πολύ αμαρτωλή που είμαι κόρη της μαμάς μου.

Η μαμά μου ξέρει ότι
αυτό που μου κάνει ο μπαμπάς μου είναι κακό
και αυτός το ξέρει ότι το ξέρει
και εγώ το ξέρω ότι το ξέρουν,
αλλά όλοι κάνουμε ότι δεν το ξέρουμε.

Η μαμά μου κοιμάται να μην βλέπει τι γίνεται γύρω της.
Εγώ ξαγρυπνάω να φυλάω τα όνειρά της.
Εγώ δεν έχω όνειρα.
Έχω μαμά.

Η μαμά μου, που είναι η καλύτερη μαμά του κόσμου,
θέλει να γίνω κάτι στη ζωή μου.
Θα γίνω πολλά κάτια, να χαίρεται.

Η μαμά μου λυπάται που δεν ζω παιδική ηλικία.
Δεν πειράζει, μανούλα.
Όταν μεγαλώσω θα γίνω πραγματικό παιδί
και θα τους μπερδέψω όλους.
Και θα παντρευτώ κι εσένα και το φύλακα άγγελο μου
και την κυρία Ρούλα και τον κύριο Απόστολο
και θα σας βάλω σ' ένα μεγάλο σπίτι να κάνετε γλέντια
να χαίρομαι που σας έχω παιδιά μου.


(Μπελίκα Κουμπαρέλη, Η καλύτερη του κόσμου, Κέδρος 2004)


πι πι το παπί

Τον πατέρα μου δεν τον γνώρισα ποτέ
έμοιαζε, λένε, αποδημητικός
η μάνα μου από αριστοκρατική οικογένεια
δεν «ήτο ηθικόν» να κλωσάει μπάσταρδα
μεγάλωσα σε ράμφος πελαργού
χωρίς παραλήπτη
κατέληξα σε αναμορφωτήριο πτηνών
μου έμπηγαν στον κόκκυγα φτερά παγωνιού
μου μάθαιναν να κλίνω: η γλαυξ, της γλαυκός
ανεπίδεκτη υιοθεσίας
ανάξια κλουβιού
στολίζω σήμερα σύρματα
ηλεκτροφόρα
μαδώ τα πούπουλά μου
γεμίζω μαξιλάρια βεράντας
ζευγαρώνω με παπαγάλους Σενεγάλης
γεννάω τηγανητά αυγά
τη βγάζω με ψίχουλα περαστικών [κουλούρια - σταφιδόψωμα]
μα κάθε μέρα σχεδόν περνώ και από ’κείνον τον παραμυθά
που επιμένει να πιστεύει ότι θα γίνω κύκνος


Θυμός

Αν ήξερες ότι ήμουν γυάλινη
δεν θα με πετούσες στον τοίχο
Θα περίμενες να μεγαλώσω
Και αν ήξερα ότι θα πεθάνεις
θα σου έπλενα τα πόδια κάθε μέρα
Αλλά αν σου έπλενα τα πόδια κάθε μέρα
δεν θα πέθαινες. Θα ήσουν στο διπλανό δωμάτιο
Δεν φανταζόμουν ότι χωράς σε μια πλαστική λεκάνη
Σε μια πράσινη πλαστική λεκάνη
Δεν φανταζόσουν ότι θα πλύνω το κρανίο σου
στο νεροχύτη με τη λαστιχένια βρύση χωρίς να κλάψω
Έχουν αγριέψει οι άνθρωποι, τα πουλιά, οι σερβιτόροι
Και εσύ σ’ ένα μεταλλικό κουτί τι να μου κάνεις
Και εγώ με δυο πόδια όρθια τι να σου κάνω και σένα


(Νίκη Χαλκιαδάκη, Ανάσκελη με πυρετό, Μανδραγόρας 2012)


ο καλός μου ο μπαμπάς Αβέρκιος
με έπαιρνε στα γόνατά του
με νταχτίριζε
γελάγαμε
μου έλεγε : κοίτα τι έχω
μέσα στο παντελόνι μου
του έλεγα: τι είναι αυτό ντάντυ;
μου έλεγε: είναι ένα γλειφιτζούρι
για κακά παιδιά
του έλεγα: κι εγώ που δεν είμαι
παιδί κακό δεν θα πρέπει να γλείψω;
μου έλεγε : όχι είσαι κακό παιδί
γι αυτό και θα γλείψεις
είναι με γεύση φράουλα που σ’ αρέσει
όσο έγλειφα έγλειφα ρουφούσα
η φράουλα δεν έβγαινε στο στόμα μου
η φράουλα πουθενά
ή μάλλον με είχε κοροϊδέψει ο ντάντυ
ο ντάντυ λαχάνιαζε όσο εγώ το γλεντούσα
κι ύστερα το γλειφιτζούρι
έκανε εμετό
με γεύση φράουλα.


(Αιμιλία Δρυώνη, ανέκδοτο ποίημα)




1.

Γέννησα τη μητέρα και τον πατέρα μου
Βλαμμένα δίδυμα
Να μην μπορούν να μιλήσουν
Να μην ξέρουν πώς να το ζητήσουν
Μαμά μαμά

Όλη την ώρα και τα δυο τους
Με κάνανε μητέρα
Με ένα παιδί
Που είναι δύο
Που είναι όλα
Ορφανά


2.

Τι κάνει ο μπαμπάς μαμά;
Γιατί εδώ κάνει τόση μοναξιά;
Ξέχασε να με μάθει κάτι;
Έχω πολλές απορίες ακόμη να του πεις μαμά…


(Δήμητρα Αγγέλου, Στάζουν μεσάνυχτα, Μελάνι 2013)



Όλους αυτούς
τους κατ’ επάγγελμα
τους θεωρητικούς
τους εστέτ
τους για την πλάκα μας
τους σοβαρούς
τους ειδικούς
τους ήπιους
τους πειθαρχημένους
τους παντογνώστες
τους πολύχρωμους χωρίς μαύρο συγγενείς
εκείνους που έκαναν έρωτα
δίχως να δώσουν
ούτε μια σταγόνα αίμα
εκείνους που δεν τόλμησαν
να φωνάξουν
μόνο και μόνο
για να τρομάξουν απ’ την κραυγή τους
εκείνους που φοβούνται
τη νύχτα στην Πατησίων
που δεν τους λείπει ο Πρίγκιπας
που δεν ταξίδεψαν — έστω και νοερά —
εκεί όπου δεν θα πήγαινε κανείς…

αυτούς — όλους αυτούς
τώρα που οι καιροί αγρίεψαν
να τους αποφεύγεις
θα σου στραβώσουν το χαμόγελο
και θα σου πιουν το δάκρυ
και θα ξεχάσουν εύκολα
θα ξεχάσουν, ακούς;

Όπως το λιβάνι αποφεύγει το διάολο
όλους αυτούς
να τους αποφεύγεις.


( Κατερίνα Ζησάκη, Ονειροσφαγείο, Μανδραγόρας 2014)


*Μικρά καθημερινά στιγμιότυπα ζωής. Αόρατοι θάνατοι. Πέντε φωνές - κατά σύμπτωση γυναικείες. Μαρτυρίες από τον κρυμένο τόπο του εγκλήματος. 







Πέμπτη 22 Ιανουαρίου 2015

ΕΡΩΤΙΚΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ





ΣΗΜΕΡΑ ΣΤΗΝ ΑΠΑΝΕΜΙΑ


Η αλήθεια είναι πάντοτε παράλογος, και διά τούτο δεν την λέγουσι ποτέ οι φρόνιμοι και ηλικιωμένοι άνθρωποι, αλλά την ομολογούσιν οι μεθυσμένοι, οι τρελλοί, οι άρρωστοι και τα μικρά παιδία.

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Οι έμποροι των εθνών



Τετάρτη 21 Ιανουαρίου 2015

ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ



Αυτός ο ουρανός, ο κάτω από το χώμα,
ο τυφλοπόντικας, ο καθρέφτης που ερωτεύεται
τα πόδια σου, φέρνει κρύο παγωνιά.
Σου στέλνει φιλάκια, καρτούλες με καρδούλες
και άλλες βλακείες. Γι αυτό τον πατάω με μανία,
τον φτύνω, πετάω τα σκουπίδια μου.

Φοράω τα χειμωνιάτικα.


ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΟΝΤΟΣ ( 1943 - 2015)
Δωρεάν σκοτάδι, εκδ. Κέδρος 1989