Τετάρτη 11 Ιουνίου 2014

ΜΑΝΟΣ ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ: ΧΕΙΡΟΒΟΜΒΙΔΑ ΣΤΟ ΓΗΠΕΔΟ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ





Μετά το μοντέρνο, μετά την ζωή, μετά την ευτυχία

Όταν διάβασα το πρόσφατο βιβλίο του Σταύρου Σταυρόπουλου, θυμήθηκα κείμενά του στην Ελευθεροτυπία, θυμήθηκα παλιότερα βιβλία του, θυμήθηκα το «Πιο νύχτα δεν γίνεται», και αναρωτήθηκα τι υπάρχει εδώ, στο «Μετά». Προκαταβολικά θέλω να πω ότι είναι μια εξαιρετικά κομψή έκδοση – μοιραία οφείλω να το δω κι έτσι, αφού είμαι ιστορικός τέχνης, δεν είμαι κριτικός λογοτεχνίας. Επισημαίνω την εξαιρετική γραμματοσειρά, deconstruction λέγεται, τα σπασμένα γράμματα στον λευκό χώρο, τις λιτές σελίδες. Υπάρχει μια υπόκρουση εικαστική – ζωγραφική πίσω και πλάι απ' το κείμενο, πίσω και πλάι απ’ τις λέξεις. Πρόκειται για ένα βιβλίο μικρό, κομψό και συγχρόνως ένα βιβλίο-δυναμίτη. Δεν διαβάζεται εύκολα. Δεν απαγγέλλεται εύκολα. Δεν κατανοείται εύκολα.
Είναι ένας λόγος θραυσματικός. Σαν να έχει πέσει μία χειροβομβίδα στο γήπεδο των λέξεων και τις έχει διαλύσει. Προσπαθεί, σαν ρακοσυλλέκτης ή σαν ανιχνευτής πολύτιμων μετάλλων, ο Σταυρόπουλος, να τις ξαναοργανώσει για να τους δώσει ένα καινούριο νόημα. Τι συμβαίνει εδώ; Δύο βασικά ερωτήματα: Τι θέλει να πει, πώς καταφέρνει να το πει.

Που αναφέρεται άραγε το «Μετά»; Μετά από μια καταστροφή, μετά από έναν κατακλυσμό; Αυτό που περιγράφει είναι αυτό που συμβαίνει μετά από μιαν εποχή προπτωτική, χαρισάμενη, όπως θα την έλεγε  ο Κοσμάς Πολίτης. Είναι η εποχή που ζούμε; Η εποχή που φοβόμαστε ότι θα ζήσουμε; Αυτό το «μετά» μας κυβερνάει, αυτό το «μετά» καθορίζει τις μοίρες μας. Postmodern; Μετά το μοντέρνο, μετά την ζωή, μετά την ευτυχία; Το διατύπωσε πολύ ωραία ο Κ. Βούλγαρης, στην ομιλία του κατά την παρουσίαση του βιβλίου: Το «Μετά» γραπώνεται από μιαν ελπίδα ακριβώς με τον τρόπο των Ρομαντικών του 19ου αιώνα.  Όμως το βιβλίο δεν συντηρεί τις αυταπάτες του Ρομαντισμού. Αντιθέτως...

Προσωπικά μου θυμίζει περισσότερο τον μεγάλο Αμερικανό συγγραφέα – τον έχουμε δει και στο σινεμά- τον Κόρμακ Μακάρθυ. Οι αδερφοί Κοέν έκαναν ταινία το μυθιστόρημά του, «Καμία πατρίδα για τους μελλοθάνατους». Εδώ αναφέρομαι, κυρίως, στο βιβλίο του, «The Road», που έχει μεταφραστεί και στα Ελληνικά, ως «Ο δρόμος», ενώ έγινε και ταινία. Το είχα διαβάσει όταν πρωτοβγήκε περιμένοντας την πτήση μου από Νέα Υόρκη για Αθήνα και εντυπωσιάστηκα από τον γυμνό μινιμαλισμό του. Όταν είδα την ταινία, ένα παγωμένο τοπίο, δύο άνθρωποι, πατέρας και γιος, να προσπαθούν να περάσουν απ’ την μια πλευρά του βομβαρδισμένου τοπίου στην άλλη, με καθήλωσαν η ερημιά, η απομόνωση, η έλλειψη ελπίδας. Ανάλογες εικόνες μου ήρθαν στο μυαλό διαβάζοντας αυτό το βιβλίο του Σταυρόπουλου. Θέλει πολλή τόλμη να γράφεις έτσι όταν μπορείς να γράφεις αλλιώς. Θέλω να πω ότι ο λόγος, η στάση, η πορεία του Σταύρου Σταυρόπουλου έχει περάσει μέχρι σήμερα από πολλές καμπές, έχει καταστεί πληθωρική, φορτωμένη, έχει καταλήξει απολογητική, απογυμνωμένη, λόγια. Τώρα βρίσκεται στο όριο ενός κρίσιμου στοχασμού που πενθεί, και συγχρόνως μιας καταγραφής, σχεδόν ημερολογιακής, του χάους, της καταστροφής.

Το άλλο κείμενο που μου ήρθε αμέσως μετά στο μυαλό είναι «Το τέλος του παιχνιδιού», του Μπέκετ. Πάλι ένας άδειος χώρος, ο υπηρέτης του παράλυτου ηγεμόνα πάνω στο αναπηρικό καροτσάκι βλέπει από ένα φινιστρίνι ότι έχει τελειώσει ο ήλιος, ότι δεν υπάρχει ζωή, ότι η θάλασσα κατάντησε μια μολυβένια επιφάνεια αρυτίδωτη. Βέβαια, στο κείμενο του Μπέκετ, υπάρχει ένα σπαρακτικό, μακάβριο χιούμορ, το χιούμορ του τέλους. Το ίδιο που συναντούμε στις συνομιλίες του Εστραγκόν και του φίλου του, του Βλαντιμίρ, στο «Περιμένοντας τον Γκοντό». Εδώ τα πράγματα είναι λίγο διαφορετικά. Αυτό που τελειώνει είναι η γλώσσα; Είναι οι λέξεις; Είναι ο πολιτισμός;

«θα τελειώσουν οι λέξεις / και δεν / θα προλάβω να πω / ότι με άφησαν / να πεθαίνω μαζί τους / στην ορθοστασία της λύπης / αποφώνηση / αποφώνηση»

Είναι ανεκτίμητο πράγμα η φωνή και η πραγματική ποίηση μέσα στη συνείδηση του αποδέκτη, γίνεται φωνή. Ακούς δηλαδή έναν ήχο, ακούς κάποιον, όχι να σου διαβάζει, αλλά να σου κοινωνεί άμεσα το ποίημα – τελευταία παράγραφος:

«πήγα / να πιάσω το στυλό / να αποδείξω τις λέξεις / αλλά έμειναν / ατελείς / χαλασμένες / από την τελευταία ανάμνηση / δακρύων / στα απολιθωμένα βλέμματα / των τυφλών»

Ένας πολιτισμός ολοκληρώνει τον κύκλο του;

Αυτό, συνοπτικά, είναι που θέλει να μεταφέρει το «Μετά». Υπάρχει, βέβαια, και το πώς: Το πώς, είναι η καταστροφή, είναι το τέλος των λέξεων, είναι το τέλος του μέσου του λόγου. Όμως εδώ βλέπουμε την προσπάθεια να αρθρωθεί εκ νέου μια άλλη ποιητική φόρμα. Μου αρέσουν εκείνα τα κείμενα που είναι συμπυκνωμένα, που τα διαβάζεις και συμμετέχεις κι εσύ, θες να προσθέσεις πράγματα, θες να πας την ιστορία παρακάτω. Εδώ δεν υπάρχει ιστορία. Ή, διαφορετικά, είναι η ιστορία τόσο απογυμνωμένη, τόσο οριστική, που η αρχή έχει συμπέσει με το τέλος της. Και το τέλος δεν είναι κατ’ ανάγκην θλιβερό ή μακάβριο. Το τέλος είναι τέλος. Το τέλος της ιστορίας. Το τέλος του παιχνιδιού.

Σ΄ αυτόν, λοιπόν, τον ορυμαγδό των βιβλίων που κυκλοφορούν σήμερα, τι δουλειά έχει αυτό το διαφορετικό κείμενο; Είναι το κείμενο που υπαινίχθηκε προσφάτως ο Βούλγαρης στην Αυγή; Ένα αντίστοιχο των κειμένων του’70; Της Κατερίνας Γώγου ή εκείνου του ποιητή – δεν είναι μύθος – που πήρε μια πέτρα κι έσπασε το χέρι του για να μην γράφει άλλο; Εμένα, μου έφερε πάλι στο νου το «Πεθαίνω σαν χώρα», του Δημητριάδη. Άλλος συσχετισμός λέξεων, άλλη ατμόσφαιρα. Ή, τους «Χτίστες» του Χειμωνά, ειδικά το δεύτερο κεφάλαιο, που εκεί υπάρχει μια κατάπτωση εννοιών, συναισθημάτων. Το «Μετά» περιγράφει την Ελλάδα του σήμερα; Περιγράφει τον κόσμο του σήμερα;  Περιγράφει τον απορφανισμό ενός πολιτισμού ο οποίος ολοκληρώνει τον κύκλο του; Τα ερωτήματα δεν μπορούν εύκολα να απαντηθούν.

Ας προετοιμαστούμε. Το «Μετά» μιλάει γι’ αυτό ακριβώς το μετά. Μας τελειώνει το νερό. Μας τελειώνει ο κόσμος. Συμβολικά και κυριολεκτικά. Το μέλλον μας θα έχει πολύ ξηρασία. Το προφήτευσε ο Μιχάλης Κατσαρός απ’ το ‘ 52. «Ας κάνει ό, τι καιρό θέλει / Ο καιρός τελείωσε», λέει ο Σταύρος Σταυρόπουλος.

Το Μετά είναι εδώ. Ήρθε. Είμαστε αρκετά συνειδητοποιημένοι για να το αντιμετωπίσουμε; Υπάρχει άλλος τρόπος εκτός από την ποίηση; Υπάρχει άλλος τρόπος πέρα από την τέχνη;

Μάνος Στεφανίδης

* Ο Μάνος Στεφανίδης είναι επίκουρος καθηγητής Πανεπιστημίου και  ιστορικός τέχνης


ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟΥ ΜΑΝΟΥ ΣΤΕΦΑΝΙΔΗ ΣΤΗΝ BOOKPRESS




ΣΤΑΥΡΟΣ ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ

ΜΕΤΑ

ΕΚΔ. ΑΠΟΠΕΙΡΑ, 2012, σελ. 72








Κυριακή 8 Ιουνίου 2014

ΕΝΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ





Καθώς στέκομαι εδώ
Σ’ αυτό το άδειο καφέ και σε σκέφτομαι
Περνούν απ’ το μυαλό μου
Όλες εκείνες οι στιγμές
Χαμένες μέσα στη μαγεία
Που δεν θα ξαναζήσουμε ποτέ

Αν και ο κόσμος μοιάζει να είναι το στρείδι μου
Είναι μόνο ένα κέλυφος γεμάτο αναμνήσεις
Εδώ στις όχθες του Σηκουάνα
Που η Νοτρ Νταμ σχηματίζει
Μια μακριά μοναχική σκιά

Τώρα μόνο θλίψη - κανένα αύριο
Δεν υπάρχει σήμερα για μας
Τίποτε δεν έμεινε να μοιραστούμε
Παρά μονάχα το χτες

Αυτές οι πόλεις μπορεί να αλλάζουν
Αλλά πάντοτε παραμένουν
Οι εμμονές μου
Θα γλιστρούν σαν γόνδολα
Ανάμεσα σε μεταξένια νερά
Και η γέφυρα θα στενάζει

Θυμάμαι όλες εκείνες τις στιγμές
Χαμένες στη μαγεία
Που δεν θα ξαναβρούμε ποτέ
Ο χρόνος μας τελείωσε
Δεν έμεινε τίποτα να μοιραστούμε πια
Παρά μονάχα το χτες


A Song For Europe © Universal Music Publishing Group
BMG RIGHTS MANAGEMENT US, LLC


Songwriters: BRYAN FERRY / ANDREW EDWIN MACKAY  
From the album: Roxy Music, Stranded (1973)
Μετάφραση: Σταύρος Σταυρόπουλος





Τρίτη 3 Ιουνίου 2014

Ο ΕΡΩΤΑΣ ΩΣ ΔΙΑΦΑΝΕΙΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ





(Ύμνος στη γυναίκα)

Δεν πεθαίνουμε ποτέ από έρωτα για μια γυναίκα. Πεθαίνουμε γιατί ο έρωτας, ο οποιοσδήποτε έρωτας, φανερώνει την γύμνια μας, την φτώχια μας, την ανικανότητα μας, το τίποτε.

     

                                                                                                                                            CESARE PAVESE

                                                                                       
Ο ερωτισμός, σύμφωνα με τον Bataille είναι η επιβεβαίωση της ζωής μας ως τον θάνατο. Ο μεγάλος Γάλλος φιλόσοφος γράφει ότι για κείνον που αγαπά και για κείνον που επιθυμεί, το αντικείμενο του πόθου του, αυτό που ο Πλάτωνας αποκαλεί θείο παραλήρημα, γίνεται η διαφάνεια του κόσμου.Μέσα απ’ αυτήν επιτυγχάνεται η διακρίβωση της εσωτερικής του αλήθειας, μέσα απ’ την πρόκληση των αισθήσεων πραγματώνεται τελικά η θεαματική ανατροπή των ορίων της ύπαρξής του.

Αν θελήσουμε να βιώσουμε το άγνωστο και το άρρητο, θα πρέπει να πορευτούμε στις παρυφές της ηδυπάθειας ως την φρενίτιδα, να κολυμπήσουμε στα επικίνδυνα νερά της ιερότητας των άκρων που χαρακτηρίζουν τους ερωτευμένους. Λέω επαναστάτες τους ερωτευμένους γιατί ανθίστανται σθεναρά στις λογικές των συμψηφισμών και διεγείρουν, διαρκώς ανακαλώντας το, το συναίσθημα του φόβου. Το προκαλούν, το τρομάζουν, το ακυρώνουν. Και μετά το κολλούν πάνω τους – δεύτερο δέρμα.

Η λαγνεία των αισθήσεων, εκτός του φόβου και μιας διαρκούς ανασφάλειας που φέρει, λειτουργεί και ως αποσταθεροποιητικός πυρήνας, αλλά και ποιητικά, απέναντι σε κοινά αποδεκτές συμβάσεις ζωής, που αναγκάζονται να επιστρατεύσουν αφοριστικές απαγορεύσεις και παραδοσιακούς νεολογισμούς, προκειμένου να αποφύγουν την πλήρη ανατροπή τους. Δεχόμαστε ακόμα και να κινδυνεύσουμε ή να αυτοκαταστραφούμε, προκειμένου να μετάσχουμε στο παιχνίδι της αποκάλυψης ενός καινούργιου κόσμου, θεωρώντας το ως την τελευταία ευκαιρία να εμποδίσουμε την ζωή μας να περάσει χωρίς ζωή. Και είναι.

Ο πόθος γίνεται αυτοσκοπός, η επιθυμία, κανόνας. Μπορούμε να πεθάνουμε από έρωτα μέσα στην βαθιά απόγνωση της απουσίας του άλλου. Αλλά μήπως η απουσία δεν γίνεται η απελπισμένη, η πιο δυσβάσταχτη μορφή παρουσίας; Μήπως η απουσία δεν μάς παρουσιάζεται συνεχώς για να μπορέσουμε να συλλάβουμε την έλλειψη χρωμάτων που στερεί απ' την ζωή μας; Για να επινοήσουμε ξανά τον έρωτα, θα πρέπει να επινοήσουμε ξανά τη ζωή. Και για να επινοήσουμε ξανά τη ζωή ένας τρόπος υπάρχει. Μόνο. Να αναζητήσουμε την γυναίκα, να αφεθούμε σ’ αυτήν.

Ο Octavio Paz βλέπει την Molly, την ηρωίδα του Joyce στον «Οδυσσέα» να μετατρέπεται σε σιντριβάνι: Η Μόλυ είναι ένα σιντριβάνι που ενώνει και συγχέει στην μονότονη ροή του το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον, αυτό που υπήρξαμε, είμαστε και θα είμαστε, όλα μαζί και όλους μαζί σ’ ένα μεγάλο επιφώνημα σαν ένα κύμα που μας ανυψώνει, μας καταπίνει και μας συνενώνει όλους σε ένα «όλον» δίχως αρχή και τέλος.

Η γυναίκα απλώνεται σε κάθε κόκκο του περιβάλλοντος χώρου ως ιδιωτική λεπτομέρεια των πιο μύχιων στιγμών ή ως ένα ακόμη εκούσιο μέσο καταστρατήγησης του χρόνου που ακινητοποιείται, υποκλινόμενος μπροστά στο θαύμα της παρουσίας της. Το αληθινό της είναι μόνο μια ανεπαίσθητη εσοχή του συνολικού ψεύτικου που μας περιβάλει. Το κατόπτρισμά της στον κόσμο επικαιροποιεί το ίχνος του πολιτισμού μας. Η σιωπή της είναι χρησμός. Ο αρχαίος τόπος του παρελθόντος. Η ακινησία της, η μοναξιά του φύλου της, θυμίζουν την έρημο μιας εγκαταλειμμένης πόλης που φωνάζει βοήθεια.

Η γυναίκα διασχίζεται από κανάλια και ηχούν σαν μπαλάντες πολεμικές που ξεσηκώνουν το σώμα. Κατασκευασμένη από θριάμβους και για θριάμβους γνωρίζει να μας επιζεί. Κατά κάποιο τρόπο, μέσα απ’ την ιστορία της, σπουδάζουμε την ιστορία του εαυτού μας. Που είναι η ιστορία του κόσμου. Στέκει εκεί, ανάμεσα στους αιώνες, με βέβηλη υπακοή, με την ανυπεράσπιστη πύλη της ανοιχτή, μοναδικός μάρτυρας όσων έχουν συμβεί, προσφέροντάς μας την δυσοίωνη προοπτική μιας οριστικής ταπείνωσης. Μπροστά της.

Η γυναίκα είναι η τελευταία δραματική πινελιά κόκκινου στον μαυροπίνακα της ζωής.


                                                  
Σταύρος Σταυρόπουλος


Κυριακή 1 Ιουνίου 2014

OYTE KAN ANTIO





Με φεύγεις
Με αλλόκοτα βλέμματα
Άλλων
Δεν υπάρχουν μάτια
Μια κλεψύδρα μόνο
Αδειάζει διαθλάσεις
Ανενδοίαστων ψαριών
Κάθε μέρα
Άλλη ηχώ
Σηκώνω τις φωνές
Απ’ τα χέρια
Ο ήλιος τρέμει
Αναγγέλλει
Τον ψεύτικο χρόνο σου
Πάντοτε

Κάθε μέρα άλλη φωνή
Ξεχνάει το καθήκον της
Δεν ήμουν ποτέ εδώ υπερβολικά
Δεν βρέθηκα
Έχω μια αποκλειστική απουσία
Ένα φυλλοροών σώμα
Στην απάτη του δέντρου
Και οι βλεφαρίδες μαδούν

Mine hers
Mine hers
Mine hers

Δεν έχω άλλα γόνατα
Να διαρκέσουν
Γωνίες για δεύτερο ηλιοβασίλεμα
Η ζαριά ήταν εσύ
Στο εσύ κατευθύνομαι
Εν αγνοία γενναίου
Με θείες δυνάμεις

Ούτε καν αντίο
Αλλοίμονο

Το φως
Δεν χρειάζεται
Καμία ενημέρωση
Απλώς ανάβει

Ή
Σβήνει

Ανάλογα την σταύρωση

ΣΣ

31/5/2014