Παρασκευή 8 Μαρτίου 2013

ΕΤΣΙ ΓΙΝΟΝΤΑΙ ΠΟΙΗΜΑΤΑ





Σταυρολιμένας, Θεσπρωτία


Κυρίες

Υπό κατάλληλες συνθήκες

Οι λέξεις

Στην παραλία

Όταν είναι μικρή

Και κλεισμένη σε κόλπο

(σε αντίθεση με το πέλαγος

που είναι μεγάλο και

ανοιχτό)

Γίνονται πυγολαμπίδες

Και όταν φτάσει το ξημέρωμα

Πάνε και κολλάνε

Όλες μαζί

Στο πέος του ναυαγοσώστη


Παναγιώτης Γαλανόπουλος



Aνέκδοτο ποίημα του Π.Γ. – μια γερή δόση ποιημάτων του κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Απόπειρα, με τίτλο «Τραίνα στο σκοτάδι και άλλα φωτεινά ποιήματα».Το παρακάτω τραγούδι - ένα τραγούδι είναι η ζωή - είναι αφιερωμένο σε αυτόν και σε όλους τους junk men που ζουν σε παλιά κάστρα, επιμένοντας να τραγουδούν λέξεις ανάμεσα στις γραμμές του χρόνου. Το επιβεβαιώνουν το μοναχικό βάλς του Neil με τον εαυτό του και τα γερασμένα - όμοια με νύχια αετού - δάχτυλα του κημπορντίστα των Crazy Horse. Το παίξιμο, βέβαια, παραμένει το ίδιο, και ίσως καλύτερο: Μια παιδική τραμπάλα στην αγχόνη του χρόνου. Όσο για την κιθάρα; Απλώς γεμίζει την απόσταση που διανύθηκε με ρυτίδες. Και αποδεικνύει το αίμα που προηγήθηκε.






 

Τετάρτη 6 Μαρτίου 2013

ΧΡΥΣΑΦΙ




(…)

Εκείνη τη στιγμή ο ήλιος εμφάνισε ένα παιδί. Ήταν ένας γυαλιστερός γλυκύς κόκκινος φόβος και εχώριζε. Η γυναίκα που ήταν ο κόσμος έσπασε την τεράστια μέση της, τέντωσε τα αχόρταγα μέλη της ξέφτια ορθάνοιχτα και κοιτάζουν τον ουρανό. Ένα σαρκώδες τραύμα παγκόσμιο που ήταν αχνίζει και τοποθέτησε το παιδί προσεκτικά, χωρίς να αφήσει δαχτυλιές, σαν κάλυκα μέσα στον ερεθισμένο κόλπο της. Το αποθήκευσε μέσα της μέχρι να λειώσουν. Οι παγωμένοι βουβοί κόσμοι και σαν προστασία. Τυλίχτηκε και το ζέσταινε σαν καινούργιο αυγό. Ρουφούσε τη γέννησή του με ακατάσχετη λαιμαργία και το κατάπινε. Έξω τα πάντα ήταν έξω. Μια απάνθρωπη σελήνη φώτιζε το τοπίο και ήταν γκρι, ανοιχτό κόκκινο που σαν μητέρα το φρόντιζε. Μόνο τα φαντάσματα κάποιων βρεγμένων ανθρώπων έσερναν τις κιθάρες τους κάτω απ’ το νερό με βαριές τιμωρητικές αλυσίδες. Θα έπαιζαν μουσική μπροστά στο άγαλμα ενός Ινδιάνου μάγου. 

Είδα τα καστανόμαυρα μάτια σου, ανυπολόγιστα πραγματικά και επίσημα, αναβόσβησαν σαν φακός κάτω απ’ το νερό.  Έτρεξα προς το μέρος σου με όσα πόδια είχα, με κατοικούν τα πόδια μου να προλάβω τα τέλεια άλματα. Και όλο σβήνεις. Σβήνεις. Ο τραγουδιστής με το γουέστερν καπέλο και την σημαία των Νοτίων πέρασε από μπροστά μου κολυμπώντας μ’ ένα μάλλινο κασκόλ τυλιγμένο γύρω απ’ το λαιμό του. Εσύ σβήνεις.  Έκανε κρύο, ανέβαινε από τις ρίζες της γης και έφτιαχνε μια παγωμένη ελεεινή κρούστα. Και σβήνεις. Η γυναίκα που ήταν ο κόσμος σε μια υπερβολική ένταση – σαν να γεννούσε ανάποδα. Τα φρύδια σηκωμένα, ψηλές περισπωμένες γεμάτες τρόμο. Διέκρινες τις συσπάσεις που έκαναν οι μύες αριστερά και δεξιά του εφηβαίου της. Κάποιος είπε ότι έπρεπε να παραμείνει το συναίσθημα, το άκουσα εις τριπλούν και ερχόταν ένας βρώμικος αντίλαλος ανακατεμένος με νερά λίμνης – ή ήταν χείμαρρος;  θέλω να σε ανέβω, να σε ανέβω, να σε ανέβω πολύ, έλεγε με λυσσασμένη αξιοπρέπεια. Να ανέβω την απουσία σου. Έκανε τόση παγωνιά και προσπαθούσα να ζεσταθώ από την ενέργεια που έβγαζε η προσπάθεια, την πήρα στα χέρια μου και την φύσαγα, φου, φου, φυσούσα με συρμάτινο στόμα, φφφφφου. Σαν παλάτι μεγάλο ασύγκριτο έκανε με πολυελαίους. Η γυναίκα που ήταν ο κόσμος διάβασε τον πολυέλεο ανορθόγραφα με άλφα γιώτα και έγινε εκεί φως, άναψε φως ανελέητο ανάμεσα στις χρυσαφί χαρακιές των χειλιών της, άναψε σαν αναπάντεχο πυροτέχνημα και το παρέλαβα. 

Σαν ανάσταση φάνηκε, τύλιξα τα χέρια μου γύρω απ’ τα χείλη της να μην σβήσει. Η μικρή βρεγμένη ανάσα της να μην σβήσει ποτέ, σαν γη να μη σβήσει.


(απόσπασμα από το βιβλίο μου ΚΑΠΝΙΣΜΕΝΟ ΚΟΚΚΙΝΟ που ετοιμάζεται)

 

Τρίτη 5 Μαρτίου 2013

Η ΑΠΟΚΡΙΑ





Μακριά σ’ έναν άλλο κόσμο γίνηκε αυτή η αποκριά

το γαϊδουράκι γύριζε μεσ’ στους έρημους δρόμους
όπου δεν ανέπνεε κανείς
πεθαμένα παιδιά ανεβαίναν ολοένα στον ουρανό
κατεβαίναν μια στιγμή να πάρουν τους αετούς τους
που τους είχαν ξεχάσει
έπεφτε χιόνι γυάλινος χαρτοπόλεμος
μάτωνε τις καρδιές
μια γυναίκα γονατισμένη
ανάστρεφε τα μάτια της σα νεκρή
μόνο περνούσαν φάλαγγες στρατιώτες εν-δυο
εν-δυο με παγωμένα δόντια

Το βράδυ βγήκε το φεγγάρι
αποκριάτικο
γεμάτο μίσος
το δέσαν και το πέταξαν στη θάλασσα
μαχαιρωμένο

Μακριά σ’ έναν άλλο κόσμο γίνηκε αυτή η αποκριά

Μίλτος Σαχτούρης,
από την συλλογή Με το πρόσωπο στον τοίχο, 1952

*  Όποια ομοιότης με πρόσωπα, πράγματα ή εποχές σημερινές είναι πραγματική. Ανυπολόγιστα πραγματική και επίσημη.

Κυριακή 3 Μαρτίου 2013

ΕΞΕΤΑΣΗ ΑΙΜΑΤΟΣ





Δεν υπάρχει ουίσκι στο αίμα μου
Μόνο κάτι μικρά ποιήματα
Αδιευκρίνιστου DNA
Χωρίς αύριο
Μερικοί παγωμένοι καφέδες
Με σκουφάκι
Διάφορα χαλασμένα φιλιά
Που παίζουν αξημέρωτα μπλουζ
Δεκαετίας
Η παλιά τζαζ που θυμόσουν
Από την εποχή των χειμώνων

Καπνός
Λίγος καπνός ακόμη

Και μια ανεξιχνίαστη ειδωλολατρία
Των αισθήσεων

Για ό, τι άλλο
Πέραν πάσης ελεημοσύνης
Εντοπιστεί

Κατηγορείστε τους γιατρούς
Και τα στατιστικά λάθη

ΣΣ