Δευτέρα 14 Νοεμβρίου 2011

ΓΑΜΩ ΤΑ ΚΑΝΤΗΛΙΑ ΣΑΣ



Τα ηλεκτρικά μανουάλια

Και τα δορυφορικά δισκοπότηρα


Θα πετσοκόψουν τα ποδάρια

Των πελεκάνων των καφενείων


Θα επιβιώσουν μόνο τα φλαμίνγκος

Γιατί είναι ωραία


Θα επιβιώσουν και οι γέρανοι

Γιατί είναι καλοί


Θα επιβιώσουν και οι γλάροι

Γιατί είναι Έλληνες


Θα επιβιώσω κι’ εγώ

Αν έτσι είναι γραμμένο


Θα επιβιώσουν και οι γέροι

Γιατί δεν ξέρουν τί τους γίνεται


Θα επιβιώσει και η αγάπη μου

Γιατί είναι τυφλή


Θα επιβιώσουν κι οι στίχοι μου

Γιατί είναι πεθαμένοι

Παναγιώτης Γαλανόπουλος


Πέμπτη 10 Νοεμβρίου 2011

I WANT TO LIVE AMONG THE DRUMMERS



Αφού έκανε πρώτα πέντε έξη γύρες στο διάστημα αλλάζοντας συνέχεια χρώματα, καλύπτοντας όλο το φάσμα από το μενεξεδί μέχρι το φούξια, αφού έστειλε μυριάδες αμαρυγές μέχρι και την πιό απόμερη σκοτεινή γωνιά του σύμπαντος σαν να ήτανε τεράστιο μίρρορ μπώλλ και το σύμπαν απέραντη ντίσκο, ο ιπτάμενος δίσκος της περιοχής μας έκανε καμμιά δεκαριά ακόμα γύρες πάνω από την πόλη και στο τέλος στάθηκε για λίγο ακίνητος πάνω από την κεντρική πλατεία. Μετά άρχισε σιγά σιγά και απολύτως αθόρυβα να κατεβαίνει, και τυλιγμένος σε κάτι σαν ή μάλλον ακριβώς με το “purple haze” του Χέντριξ, μεταμορφώθηκε χωρίς κανείς να καταλάβει πώς, σε απλό χάλκινο πιατίνι. Το πιατίνι πήγε και ακούμπησε στο τελευταίο άδειο στάντ της ντράμς του Μίτς Μίτσελ, που άγνωστοι είχαν τοποθετήσει όπως ακούστηκε κρυφά το προηγούμενο βράδυ πάνω σε βάθρο, στη μέση της πλατείας.

Νεκρική σιγή επικράτησε για δυό τρία λεπτά, καθώς το πλήθος του ενός εκατομμυρίου και βάλε που ήταν μαζεμμένοι, άγνωστο επίσης από ποιούς ειδοποιημένοι, έμεινε να κοιτάζει μαγεμένο. Τότε η ντράμς εντελώς απροσδόκητα, άρχισε, ξέσπασε θα λέγαμε ότι είναι η καταλληλότερη λέξη, σε ένα απέραντο σόλο. Ένα σόλο που κράτησε μέρες, κράτησε μήνες, κράτησε χρόνια, κρατάει ακόμα και σήμερα και κανείς δεν μπορεί να πεί με σιγουριά πότε θα σταματήσει (“hey hey my my”κλπ). Η ντράμς εννοείται ότι έπαιζε μόνη της, αφού ο Μίτς είναι εδώ και χρόνια πεθαμένος (σε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου στο Ωκλαντ λίγο πριν πάρει το αεροπλάνο να γυρίσει σπίτι του έχοντας μόλις τελειώσει μιά περιοδεία στην μνήμη του Χέντριξ).

Ακόμα περισσότερα χρόνια έχουν περάσει, από τότε που μας χαιρετήσανε ο Κήθ Μούν, ο Τζόν Μπόναμ και ο Άλ Τζάκσον Τζούνιορ (ο ντράμερ του Άλμπερτ Κίνγκ και των Μπούκερ Τι εντ δε Έμ Τζίς). Των οποίων, επίσης εννοείται ότι, οι εικόνες προβάλλονταν με κολοσσιαίο προτζέκτορα πάνω στο χιόνι που έπεφτε πυκνό μέσα στην νύχτα, μετατρέποντας τον ουρανό σε πελώρια γιγαντοοθόνη. Όσο για τον τελευταίο απο τους μεγάλους ντράμμερς που ήταν ακόμα ζωντανός, τον Τζίντζερ Μπέικερ, αυτός λόγω διαφοράς ώρας μόλις είχε ξυπνήσει στο κτήμα του στην Αφρική και αφού όπως κάθε πρωί έκανε μιά ένεση μορφίνης για να του απαλύνει τους πόνους που του επεφύλασσε ο θεός στα γεράματα, κρατώντας τον ακόμα στην ζωή για τιμωρία, για τις κακές πράξεις που έκανε όταν ήταν νέος, αφού πέρασε και από τον σταύλο του να χαϊδέψει τα άλογα, πήγε και χώθηκε σε μιά πολυθρόνα, άπλωσε τα μακρυά του κανιά και άνοιξε την τηλεόραση να παρακολουθήσει σε live αναμετάδοση την συναυλία.

Έτσι έγινα και εγώ επιτέλους ντράμμερ. Όχι μόνο για να παίξω ο ίδιος αλλά για να στρέψω την προσοχή των νέων στους ρυθμούς της ντράμς του Μίτς Μίτσελ που συνέχιζε να παίζει απτόητη αλλά λίγο μπορούσε να ακουστεί μέσα στο σαματά του θέατρου της δήθεν πραγματικότητας που επίτηδες και τεχνηέντως είναι η αλήθεια πολλοί έστησαν για να πνίξουν την φωνή της. Οι νέοι όμως άκουγαν. Και βγήκαν έξω περιμένοντας till the midnight hour” (“when there is no one else around”), όχι τις κοπέλλες τους, όχι τις αγάπες τους, αλλά τις ντράμμερς τους. Που δεν άργησαν να φανούν, κατηφορίζοντας φουριόζες τα στενά του Στρέφη, του Γκύζη, του Προφήτη Ηλία, της Καστέλλας, του Φιλόπαππου, του Μέτς και του Λυκαβηττού, να πάνε να τους βρούν, να τους πάρουν από το χέρι, να τους οδηγήσουνε στα βάθη της γής, στα ύψη του ουρανού και στα πλάτη του ωκεανού, εκεί που οι ρυθμοί τους συναντιούνται με τα σόλα του Χέντριξ, του Πέιτζ, του Τάουνσεντ και του Άλμπερτ Κίνγκ, εκεί που παύει να φαίνεται περισσότερο από ότι πραγματικά αξίζει, η επιδέξια σκηνοθετημένη καθημερινή παράσταση του κάθε επαγγελματία καραγκιοζοπαίχτη και γίνεται εξ’ ίσου ορατή και σημαντική η ύπαρξη η ίδια.


Παναγιώτης Γαλανόπουλος

(εν μέσω των ραγδαίων πολιτικών εξελίξεων)

Αθήνα 6/11/2011

Κυριακή 6 Νοεμβρίου 2011

ΗΛΙΟΣ


ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ

ΑΠΕΝΑΝΤΙ


Νόμισα πως την είδα μετά σαν λάμψη. Τα πόδια της ήταν σβηστά απομακρυσμένα καράβια. Φαίνεται ένα όνειρο μακρύ, σαν κατάρτι. Τα όνειρα είναι πάντα εδώ.

Υπάρχει ένα σπίτι και τα συναντάς πίσω απ' το τζάμι που κάνει τα πρόσωπα να χαμογελούν. Εξω απ' το παράθυρό του στέκει η ζωή με απορία -ήταν εκεί βρεγμένη.

Γιατί η ζωή θα συνεχιστεί μετά τα κείμενα και παρά τα κείμενα, αλλά εξαιτίας τους. Η ζωή θα συνεχιστεί, γιατί καθόταν εκεί βρεγμένη.

Ακουσα τα κουμπιά απ' το φόρεμά της να ανοίγουν, βγήκαν πουλιά. Μπήκαν μέσα στα μάτια μου, ένα ένα. Στερεώθηκαν στα μάτια μου χιλιάδες πουλιά σαν βελόνες και κοιτούν που καθόταν εκεί βρεγμένη.

Η γυναίκα που ήταν ο κόσμος κρατούσε ένα κερί. Περπάτησε με κόπο μες στα χαλάσματα με ανοιχτό στήθος στη σκουριασμένη πλευρά. Στάθηκε λίγο πίσω από τις κουρτίνες, προστατεύοντας τη φλόγα με την παλάμη της. Να κόψεις τον ήλιο με τα δόντια σου και να τον μοιράσεις, να έχει λίγο φως η ζωή, της φώναξα. Κάνει πολύ σκοτάδι εδώ ύστερα από τόσες λέξεις.

Γύρισε και με κοίταξε. Σαν καμένο ξύλο ήταν το πρόσωπό της και ερχόταν κατευθείαν από τη λήξη του χρόνου. Με κοίταξε με τα αθάνατα μάτια της, σαν τροφή. Τι λέξεις; Οι λέξεις είναι αναλωμένη αξία. Οταν τις γράφεις, αραιώνει το βάρος τους. Σημασία έχει να τις ζεις, είπε και ο κόσμος τελείωσε.

Εμφανίστηκε μετά ο τραγουδιστής Γκάλαχερ κρεμασμένος από ένα λυπημένο σόλο. Το κόκκινο καρό πουκάμισό του ήταν γυρισμένο στους αγκώνες και είχε μια μικρή, ανεξήγητη τρύπα στο μέρος της καρδιάς. Εβγαλε το τζιν μπουφάν του και κάθησε. Εκεί είναι ο κόσμος, και έδειξε ψηλά με το δάχτυλο κάτι πορτοκαλί πιτσιλιές σαν μέλλον μέσα στο μαύρο. Οταν θα βγει ο ήλιος να περιμένεις εκεί. Γιατί εκεί είναι ο κόσμος που ξεκινά και είναι μετά τον κόσμο που τελείωσε, έρχεται.

Με αυτή την τρομακτική βεβαιότητα κινήθηκα. Και άκουσα το κυνηγητό από πίσω μου των ανθρώπων που δεν θα φτάσουν γιατί είχαν πεθάνει νωρίς, αλλά συνέχισαν να επιδίδονται σε έναν θάνατο αναρίθμητο, επίμονο και θηριώδη. Ακολουθούσαν τον θάνατό τους αθάνατοι - γιατί οι νεκροί δεν πεθαίνουν άλλο.

Και ήταν λιωμένα σίδερα σαν εμετός.

Πήρα τη γυναίκα, που ήταν ο κόσμος, από το χέρι και την οδήγησα. Τη στέγνωσα, που σχεδιάζει και επιθυμεί να ζήσει. Εγινε ήλιος στο τέλος του διαδρόμου. Και γέννησε ήλιο. Ενας στρατός από ήλιους έκανε τώρα παρέλαση στην επιφάνεια της γης. Μικροί, κόκκινοι ήλιοι, σαν κραυγές ζωής ανέτελλαν και έδυαν προς τα εκεί όπου ήταν χτισμένος ο κόσμος. Και συνεχιζόταν, όπως συνεχίζεται η ροή του αίματος σε έναν οργανισμό.

Ο κόσμος έγινε ο οργανισμός των ανθρώπων και οι άνθρωποι ο οργανισμός του κόσμου.

Τελικά ήλιος είναι η αρχή που φλέγεται.



ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΤΗ ΣΤΗΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
http://www।enet.gr/?i=issue.el.home&date=05/11/2011&id=323259

Παρασκευή 4 Νοεμβρίου 2011

ΕΙΜΑΣΤΕ ΣΤΟ ΣΗΜΕΙΟ ΜΙΑΣ ΠΡΟΙΟΥΣΑΣ ΣΗΨΗΣ


Ο Σταύρος Σταυρόπουλος μιλάει στην Ραδιοτηλεόραση για το νέο βιβλίο του "Πιο νύχτα δεν γίνεται", εκδ. Οξύ


«Πιο νύχτα δεν γίνεται – Σημειώσεις για το τέλος του ανθρώπινου μύθου». Κύριε Σταυρόπουλε, πιο σκοτεινός τίτλος δεν γίνεται…

Ζούμε το τέλος μιας πολύ μακράς περιόδου, είναι φυσικό. Μιλάμε για ένα τέρμα χρόνου. Ξέρετε, η λογοτεχνία δεν υπόσχεται κάτι, μόνο διαπιστώνει. Διαθέτει τον εαυτό της για να αποκαλυφθεί ο λόγος. Τουλάχιστον, η λογοτεχνία που εγώ έχω στο μυαλό μου. Υπάρχει ένας συμπερασματικός λόγος – σχεδόν οριστικός.

Δεν έχει τόσο σημασία ότι η εποχή που γράφεται το συγκεκριμένο βιβλίο είναι σκοτεινή, όσο ότι η ματιά μου την επαληθεύει. Ταυτίζεται με το σκοτάδι της, την συμφωνεί. Είναι μια αφήγηση εμού του ιδίου, με αφορμή το εγώ, εκ μέρους μου. Που όμως έχει κοσμικό χαρακτήρα.

Ο συγγραφέας νομίζει ότι είναι το βιβλίο του. Δεν είναι. Είναι πάντα κάτι αόριστα φωτεινό που προσπαθεί να φτάσει. Και αυτό το κάτι, έχει, εν μέρει, σχέση με την εποχή του.


«Αυτό που υπερασπίζονται αυτά τα κείμενα είναι η ιδέα του φωτός στην πιο απόλυτα σκοτεινή εκδοχή του. Μέσα στο πέπλο της νύχτας που είναι μνήμη» - λέτε στην εισαγωγή σας…

Το πιο φωτεινό μέρος είναι εκείνο που δεν σου επιτρέπει να δεις όσα γνωρίζεις. Για να φτάσεις εκεί, αναθεωρείς διαρκώς. Βυθίζεσαι στο σκοτάδι του εαυτού σου. Αυτό κάνει αυτό το βιβλίο: Δεν είναι μια ιστορική καταγραφή ενός τέλους, δηλαδή, ενός γεγονότος που έχει ήδη τελεστεί και αποτελεί πια εγκυκλοπαιδικό λήμμα, αλλά μια αναγγελία σε βιβλικό τόνο.

Οι άνθρωποι μεγαλώνουν με ιδιότητες, φυσικές και επίκτητες, τις οποίες βαθμιαία εξελίσσουν, στις κοινωνίες που ζουν. Εγώ βλέπω έναν κόσμο που καταρρέει, γιατί καταρρέουν οι άνθρωποι που τον συγκροτούν. Φθίνουν. Είμαστε στο σημείο μιας προϊούσας σήψης.

Στην αρχή υπήρχε σκοτάδι. Εξ αυτού προέκυψε φως και μετά λόγος. Φθάνουμε προς το τέλος, εκεί που ο κύκλος κλείνει. Στο σημείο ενός μηδέν. Στη λογοτεχνία, για να επικαλεστείς τα πράγματα, χρειάζεται να μεσολαβήσει η μνήμη. Αφηγείσαι μια ιστορία για να την θυμηθείς, για να την κάνεις να υπάρξει ξανά. Το βιβλίο αυτό ασχολείται με το μετά. Είναι σα να σου έχουν μείνει τα κόκκαλα στο χέρι. Ο θάνατος έχει ήδη προηγηθεί.


«Στον έρωτα, σε διαλέγει ο θάνατος. Για να τον ζήσεις, πεθαίνεις», γράφετε κάπου…

Δεν υπάρχει λύση σ’ αυτό. Κάθε «αληθινή» ζωή κρύβει μέσα της την αγωνία του θανάτου. Ο έρωτας είναι ένας εκπυρσοκροτισμός. Ένα βεγγαλικό που διέσχισε τον ουρανό και μετά έπεσε . Καλείσαι να τον τολμήσεις. Να πατήσεις τη σκανδάλη. Είτε στρέφοντας την κάννη προς τον εαυτό σου, είτε στρέφοντάς την προς τον άλλον. Η ζωντανή απόδειξη του έρωτα είναι το πτώμα που αφήνει.

Αυτό διακριβώνει την ύπαρξή του. Πιστοποιεί την τραγική του αντίφαση: Λες και όλα γεννήθηκαν για να ζήσουν μετά το θάνατό τους…


Φαντάζομαι πως γράφετε πάντα νύχτα. Με ένα ποτό δίπλα σας. Με τζαζ και ροκ μουσικές να στοιχειώνουν το δωμάτιο…

Η ροκ μουσική είναι για μένα κάτι περισσότερο από έμπνευση: Είναι περιουσιακό στοιχείο. Θα έλεγα ότι η λογοτεχνία μου τής οφείλει πολλά. Όπως, άλλωστε, και στη νύχτα. Τη νύχτα οι χρόνοι των ρημάτων αλλάζουν και οι λέξεις βγαίνουν από τις θήκες τους. Πάνοπλες, απειλητικές, διαθέσιμες.

Μου αρέσει αυτό. Μου αρέσει όπως συμβαίνει.


Ραδιοτηλεόραση, τχ 2177

4-10 Νοεμβρίου 2011

(συνέντευξη στην Τίνα Πανώριου)

Τετάρτη 2 Νοεμβρίου 2011

ΦΑΙΝΕΤΑΙ ΟΤΙ ΟΙ ΕΦΗΜΕΡΙΔΕΣ ΜΕ ΔΙΚΗ ΤΟΥΣ ΦΩΝΗ ΔΕΝ ΧΡΕΙΑΖΟΝΤΑΙ ΠΙΑ ΣΤΑ ΠΕΡΙΠΤΕΡΑ





Όταν ήρθαν να πάρουν τους Εβραίους,
δεν διαμαρτυρήθηκα, γιατί δεν ήμουν Εβραίος.

Όταν ήρθαν για τους κομμουνιστές δεν φώναξα,
γιατί δεν ήμουν κομμουνιστής.

Όταν κατεδίωξαν τους τσιγγάνους,
δεν φώναξα, γιατί δεν ήμουν τσιγγάνος.

Όταν έκλεισαν το στόμα των Ρωμαιοκαθολικών που αντιτάσσονταν στο φασισμό,
δεν έκανα τίποτα γιατί δεν ήμουν καθολικός.

Μετά ήρθαν να συλλάβουν εμένα,
αλλά δεν υπήρχε πια κανείς να αντισταθεί μαζί μου.

Μπέρτολντ Μπρέχτ

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ ΩΡΑ ΜΗΔΕΝ



Κρίσιμες είναι οι ώρες για την επιβίωση της ιστορικής εφημερίδας «Ελευθεροτυπία», μετά την απόρριψη της αίτησης δανείου ύψους 8 εκατομμυρίων ευρώ από την τράπεζα Alpha Bank.

Σε προηγούμενες ενημερώσεις των εργαζόμενων, από τον γενικό διευθυντή Αντώνη Πολυκανδριώτη, είχε καταστεί σαφές ότι η επιβίωση της εφημερίδας στηριζόταν αποκλειστικά στο συγκεκριμένο δάνειο.

Η Μάνια Τεγοπούλου, μόλις ανακοίνωσε τη μη έγκριση του δανείου σε διευθυντικά στελέχη της «Ελευθεροτυπίας», αναχώρησε από την εφημερίδα. Στην ενημέρωση συμμετείχαν οι διευθυντές Κύρα Αδάμ και Βαγγέλης Παναγόπουλος.

Στη συνέχεια, στελέχη της εφημερίδας έσπευσαν στο σπίτι της εκδότριας, όπου αυτή τη στιγμή πραγματοποιούνται πυρετώδεις διαπραγματεύσεις.

Παράλληλα στα γραφεία της εφημερίδας, η διευθύντρια του καθημερινού φύλλου της εφημερίδας, Κύρα Αδάμ, λίγο πριν αναχωρήσει για το σπίτι της Μάνιας Τεγοπούλου, προέτρεψε τους εργαζομένους να «δουλέψουν κανονικά», ώστε να βγει το φύλλο της Τετάρτης.

Σύμφωνα με πληροφορίες ο αρχισυντάκτης Βαγγέλης Δεληπέτρος προετοιμάζει το φύλλο, υπάρχει έντονη συναισθηματική φόρτιση στο Μέγαρο της οδού Μίνωος και πολλοί φοβούνται ότι ίσως το αυριανό είναι το τελευταίο φύλλο της ιστορικής εφημερίδας.