Παρασκευή 13 Νοεμβρίου 2009

ΚΑΝΑΛ ΝΤ' ΑΜΟΥΡ

ΟΛΟΥΣ τους ήρωές μου τούς έχουν σκοτώσει.
Ολοι νεκροί. Και ο Θεός, ένα αδιανόητο τίποτα. Μια λάθος τοποθεσία στο κυνήγι του θησαυρού. Αν ζούσε, θα τον σκηνοθετούσε ο Παζολίνι, η φωτογραφία του Μυστικού Δείπνου θα ήταν από πολαρόιντ. Ο Νίτσε αφιέρωσε ολόκληρη τη ζωή του για να τον απορρίψει. Δεν βρίσκω τίποτε πιο θρησκευτικό, τίποτε πιο ερωτικό από αυτό. Οταν ξοδεύεις όλα τα χρόνια σου για να απορρίψεις κάτι, τότε το έχεις ερωτευτεί. Μπορείς να μοιραστείς τα ερείπια; Γίνεται;

Δεν ερχόμαστε απ' αυτόν που μας γέννησε. Ερχόμαστε από μια αδιάκριτη επιθυμία να σπάσουμε τη σιωπή. Το αβγό. Παραβιάζουμε το σώμα της μητέρας, χρησιμοποιώντας το σώμα του πατέρα. Αυτό που προκύπτει το ονομάζουμε οικογένεια. Αν υπήρχε σήμερα ο Οιδίποδας, δεν θα σκότωνε τον πατέρα του, θα σκότωνε τη μητέρα. Θα σκότωνε την ιερότητα της αποστολής της, αυτό το αυξάνεσθε, αφαιρώντας τα πάντα. Αυτή την ελαφρότητα του πολλαπλασιασμού. Αυτόν τον παγκόσμιο έρωτα με τη διαίρεση.

Η Μαγδαληνή ψάχνει τον Χριστό, για να τον ξεκρεμάσει. Το κανάλι της αγάπης είναι κόκκινο. Οι Πιλάτοι, πολλοί. Ενα μωρό ψάχνει στο σκοτάδι το στήθος της μητέρας του, οι άνθρωποι ψάχνουν τη χαμένη τους αθωότητα. Οι κάλτσες τους είναι λερωμένες. Στις σχέσεις δεν ψάχνεις ποτέ τον άλλον, αλλά αυτό που ψάχνεις να βρεις. Ο άλλος απλώς παρευρίσκεται, για να τον συναντήσεις πληρώνεις διόδια. Σου χαρίζει ληγμένα γάλατα. Θέλω να αλλάξω τη ζωή μου, εκείνη αλλάζει μόνη της, φοράει κουστούμια που της πλέουν, συχνάζει στα σουπερμάρκετ της γειτονιάς και γεμίζει τα καλάθια μωρά. Είναι έλλειψη θάρρους η θρησκεία; Είναι καταφύγιο αδυναμιών η οικογένεια; Τι ακριβώς σημαίνει πιστεύω;

Στον αστερισμό της νύχτας οι σηματοδότες είναι σπασμένοι. Δεν υπάρχει Γρηγόρης και Σταμάτης, ποιητής ουρανού και γης, παιδικά καροτσάκια με σακούλες κρεμασμένες στα μπράτσα τους, τα πρόσωπα που κυκλοφορούν περισσότερο τα υποθέτεις, παρά τα βλέπεις. Εντούτοις, είναι πιο αληθινά. Η νύχτα κοροϊδεύει την υποκρισία της μέρας, την κερνάει σφηνάκια, τη μεθάει, την εξαντλεί. Το φως είναι λίγο, ο ουρανός ελάχιστος. Χαθήκαμε, το πεζοδρόμιο ένα ανάποδο καρέ. Ενα αναποδογυρισμένο τραπεζάκι. Μια μπάλα που κυλάει.

Εκείνη έφυγε. Εγώ έμεινα. Με τη νύχτα τυλιγμένη στη μέση μου, θερμοφόρα.


ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΟΛΗ ΤΗ ΣΤΗΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=101561

Παρασκευή 6 Νοεμβρίου 2009

ΑΓΕΛΑΣΤΟΣ ΠΕΤΡΑ


ΣΤΙΣ ΘΑΛΑΣΣΕΣ του κόσμου. Οι άνθρωποι κολυμπούν ακίνητοι. Νομίζεις ότι είναι σκαλισμένοι στον βυθό. Κανείς τους δεν μιλάει, έχουν γίνει βοτσαλάκια. Μαζεύω μερικούς και τους βάζω στο βάζο. Για να τους έχω. Ο ήλιος που καίει, τους κάνει γυαλιστερούς. Ανυπόφορους. Οικογένειες από πέτρες μεγαλώνουν κάτω από τα μάτια μου, εργάζονται σαν τα μυρμήγκια. Θέλουν να αγοράσουν φωνή. Ούτε τους εαυτούς τους δεν μπορούν να χωρέσουν. Κρατάω το σπαθί. Καλύτερα να κόψω το χέρι μου. Τα χέρια μου.
Οι πέτρες δεν είναι ούτε καλές ούτε κακές. Δεν έχουν ηθική, μνήμη, συνείδηση. Φορούν ένα δέρμα που το λένε σκληρότητα· να τις προστατεύει. Είναι αγέλαστες. Λυπημένες. Αφωνες. Η φωνή απαιτεί για τον εαυτό της ένα στοιχείο αθωότητας. Δεν το έχουν. Δεν θα συνηθίσω ποτέ.

Εκαναν χώρους για καπνιστές και δεν πρόβλεψαν χώρους επαφών, χώρους αγγιγμάτων, οι επαφές απαγορεύονται. Νύχτα στην Ιπποκράτους, οι άνθρωποι περπατούν μόνοι, χωρίς σκιά. Πόσα χρόνια μοναξιάς; Εκατό; Οχι, αυτό είναι βιβλίο του Μάρκες. Πάντως, πολλά. Ενας τυφλός προσπαθεί να περάσει τη διάβαση, δεν τον βοηθάει κανείς. Το άσπρο μπαστούνι του φωτίζει τη νύχτα, χτυπάει το κράσπεδο. Τακ τακ. Ενας περαστικός σκύλος που ψάχνει το ταίρι του τον ακούει και του γλείφει το πόδι. Θα τον οδηγήσει αυτός. Τώρα που πέθαναν τα ζευγάρια, αλλάζει και η γραμματική. Τα πρόσωπα. Πώς είναι το εμείς στον ενικό;

Τα όρια ανάμεσα στη ζωή σου και στη ζωή για την οποία γράφεις είναι ασαφή. Οταν αρχίζουν και αποσαφηνίζονται, κάτι δεν πάει καλά. Ή η ζωή σου ή αυτό που γράφεις. Η νύχτα γδέρνει τον κόσμο, γδέρνει τα χείλη μου, γδέρνει το μέλλον. Επιβάλλει τον δικό της νόμο, του σκοταδιού. Περνάς ή έρχεσαι; Χωρίς εσένα δεν υπάρχει χρόνος. Δεν υπάρχει απόδειξη ζωής. Το κοντέρ μηδενίζει. Πώς μπορούν να ξεχνούν οι άνθρωποι την απόδειξη ότι ζούν; Γιατί έγιναν πέτρες;

Ενα παιδάκι περνάει από μπροστά μου, έχει μεγάλα φωτεινά μάτια που χωρούν μέσα τους όλη την αγάπη του κόσμου. Θα μου πεις γιατί είμαστε μόνο στιγμές; Είμαι μικρούλι ακόμα, δεν ξέρω, μου απαντά.

Κι εγώ είμαι μικρούλι, αλλά όχι ακόμα. Πια. Είμαι μικρούλι πια. Ο καιρός των μεγάλων πέρασε. Θα με πάρεις μαζί σου;

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΟΛΗ ΤΗ ΣΤΗΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=99320

Παρασκευή 30 Οκτωβρίου 2009

ΔΑΧΤΥΛΙΔΙΑ



ΣΤΙΣ ΟΧΘΕΣ αυτού του παλιού νησιού νυχτώνει νωρίς. Οι ελιές, από το μικρό μπαλκόνι που βλέπει στον κόλπο, δίνουν τη δική τους χορευτική παράσταση στο κοινό που είναι τα μάτια μου. Λίγο πριν από το σούρουπο διασταυρώνουν τα βλέμματα. Τα φύλλα πλησιάζουν το ένα το άλλο, ριγούν στην ένωση, σχεδόν φιλιούνται, μετά απομακρύνονται. Τα ερωτικά χάδια είναι διάσημα και στα δέντρα. Ο άνεμος που φυσάει πάντα, ενθαρρύνει τις προσπάθειές τους.

Είναι φθινόπωρο, η θάλασσα το καταλαβαίνει και αντιστέκεται. Θέλει να κρατήσει ακόμα το καλοκαίρι στα χέρια της, καθαρό και σιδερωμένο, όπως κρεμάει μια γυναίκα το σώμα της από τον λαιμό για να βγει έξω, διαμορφώνοντας τον κόσμο. Πάνω στα παραθυρόφυλλα και στις πόρτες των σπιτιών έχει σκάσει ο ουρανός. Ο Θεός έχει βάλει τη στολή του και βομβαρδίζει. Μπλε μπογιές παντού. Στα μπαλκόνια, στα μάτια, στις ψυχές. Στις αμμουδιές των ανθρώπων νυχτώνει νωρίς.

Ο αέρας μυρίζει χαμό. Η απώλεια έχει εδώ ένα είδος μονιμότητας, σκαρφαλώνει πάνω στις αναμνήσεις. Γρατσουνάει με τα νύχια της το δέντρο. Το δέντρο είμαι εγώ. Λένε πως όταν χάνεις ένα αγαπημένο σου πρόσωπο, όταν σε εγκαταλείπει η ιδέα ενός ανθρώπου, χάνεις μαζί και τον μισό σου εαυτό. Αυτό δεν είναι πρόβλημα. Το πρόβλημα υπάρχει με τον άλλο σου εαυτό, αυτόν που δεν χάνεις. Που μένει να αντιστέκεται, μέσα σου, αφοσιωμένος πόνος. Μισός. Ζούμε δυο ζωές. Δεν αντιλαμβανόμαστε καμία. Μετά, πεθαίνουμε.

Ενδιαμέσως, περνάμε μια κρίση που δεν μπορούμε να κρίνουμε. Περνάμε. Μια κρίση. Μοιάζουμε με την Αριστερά - αν και πλέον δεν μας ανήκει. Ή μας ανήκει, χωρίς να ανήκουμε εμείς σε αυτήν.

Στην ταβέρνα του Βέλγου, στην ακροθαλασιά, το ακορντεόν συνεχίζει να θριαμβεύει. Καλπάζει μέσα στη νύχτα και την κάνει δερμάτινη. Μα το δικό σου αμάρτημα, του κόσμου όλα τα δάχτυλα. Εσύ μέτρησες ποτέ τα δάχτυλά σου; Ο καιρός είναι ηλικιωμένος, για να καθήσει χρειάζεται προσπάθεια. Κάποιος διπλώνει το σώμα του στο ζεϊμπέκικο, η μουσική παραπονιέται για τα σανίδια. Μου γλείφει το πρόσωπο σαν πιστό σκυλί. Δεν έχω τι να της δώσω, είμαι κι εγώ στην ίδια μοίρα.

Η ζωή είναι πόνος. Το λέει ο Βούδας. Και ο Μητσάκης, που δεν τον νοιάζει για τα δαχτυλίδια. Γιατί είναι ντεκόρ.

Το αληθινό μένει πάντα μόνο του.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΟΛΗ ΤΗ ΣΤΗΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ

Δευτέρα 26 Οκτωβρίου 2009

ΔΥΟ ΜΕΡΗ ΣΙΩΠΗ, ΕΝΑ ΜΕΡΟΣ ΛΕΞΕΙΣ


Η ΜΟΥΣΙΚΗ ΤΗΣ


Όλη νύχτα
Έβλεπα την κοιλιά σου να μεγαλώνει
Το σάλιο μου μύριζε πετρέλαιο
Πάνω στο καμένο κορμί
Ένα πλοίο από πορσελάνη
Χυνόταν κάθε λίγο στο στόμα σου
Με κομμένα σκοινιά

Όλη νύχτα
Μ’ έναν φακό
Μάζευα σπασμένα γυαλιά
Από τις αποθήκες σου
Σε άνοιγα και σε έκλεινα
Ως τα κάγκελα της ψυχής
Ως εκεί που μπορεί να φτάσει
Ένας υποψήφιος νεκρός

Προσέχοντας πολύ
Να μην τρομάξω
Την αναπνοή της

Με την πανοπλία μου


ΛΙΓΟ ΑΚΟΜΑ Π ΠΡΙΝ ΠΕΡΑΣΕΙ(Σ)


Ερχόμουν από μακριά
Με τους χειροποίητους μύθους μου
Με τις φυσιογνωμίες των σωμάτων
Γεμάτες λάσπη
Είχα συνηθίσει πια
Να επιπλέω στην καθαρότητα
Ό,τι ήθελα να πω
Το έλεγα πρώτα στον εαυτό μου
Για δοκιμή

Μια μέρα
Άρχισα να σου μιλάω ακατάπαυστα
Και κόλλησαν τα χείλη μου Άνδρο
Όπως έβγαινε η φωνή μου
Λιγόστευα

Εσύ πάλι τι κάνεις
Όποτε το θυμάσαι
Κατεβάζεις τα σκουπίδια στη θάλασσα
Ξεσκόνισε και λιγάκι
Τόσες λέξεις είναι πεταμένες στο πάτωμα

Δε βλέπεις ότι αν συνεχίσουμε έτσι
Θα μας φάει η σκόνη;


Την Παρασκευή 30 Οκτωβρίου κυκλοφορεί το νέο βιβλίο μου ΔΥΟ ΜΕΡΗ ΣΙΩΠΗ, ΕΝΑ ΜΕΡΟΣ ΛΕΞΕΙΣ από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Παρασκευή 23 Οκτωβρίου 2009

ΠΙΟ ΛΙΓΟΣ


ΜΑΤΙΑ κενά, νεκρών ψαριών, σαν κι αυτά που κρέμονται στις ταβέρνες. Αδεια από αίμα. Θολά. Το πρόσωπό σου έχει το ίδιο χρώμα με τη βότκα. Σχεδόν κίτρινο, σακατεμένη ώχρα, στυμμένο πορτοκαλί. Μυρίζει λεμόνι. Και είναι πολλά πρόσωπα μαζί, κρυμμένα το ένα μέσα στο άλλο, σαν τις ρωσικές κούκλες. Δεν ξέρεις ποτέ ποιο αντικρίζεις. Νομίζω πως ο χυμός του λεμονιού έπεσε ταυτόχρονα στο πρόσωπό σου και στο ποτήρι μου. Τη στιγμή που το φως υπόσχεται να ντυθεί σκοτάδι και πασχίζω να βελτιώσω τα χρώματα, αναρωτιέμαι ποιο απ' όλα υπήρξε αληθινό. Ή δεν ήταν κανένα; Μήπως το αληθινό δεν το βλέπεις;

Πάντα υπάρχει κάτι ανάμεσα σε σένα και τους άλλους. Μια σήτα. Ενα παραβάν. Ενα δίχτυ. Ποτέ δεν μπορείς να φτάσεις απ' ευθείας στον άλλον. Περνάς εμπόδια. Λίμνες στα στιπλ. Το νήμα είναι ο καθρέφτης. Αν σπάσει, έσπασες. Ξαναγυρνάς στον εαυτό σου. Κάθε φορά και πιο μόνος. Πιο λίγος. Πιο πρώην.

Εξω βρέχει. Εχω κολλήσει το πρόσωπό μου σ' ένα τζάμι. Ο κόσμος που περνάει απ' έξω είναι θαμπός. Και από μέσα, όμως, θαμπός είναι. Οπως και να τον δεις είναι θαμπός. Οσο μεγαλώνεις, μικραίνεις. Αγαπάς για να ξαναζήσεις την παιδική σου ηλικία και αυτό σε γερνάει περισσότερο. Τα μάτια θαμπώνουν, αντί να θαμπώνονται. Γιατί όταν δείχνεις την αδυναμία σου ο άλλος τη χρησιμοποιεί ως δική του δύναμη;

Μια Μερσεντές Μπενζ αγκομαχάει πίσω μου, στο τραγούδι η Τζόπλιν σαν να φτερνίζεται. Σε λίγο θα αρχίσει να βήχει. Ο δρόμος για το Λεωνίδιο περνάει απ' τον Τυρό και είναι φιδωτός. Οι στροφές μοιάζουν με τεντωμένα τόξα. Στο βουνό ψηλά, έχουν φυτρώσει σπίτια. Λες και τα φύτεψε κάποιος στις πλαγιές του για να το προστατεύουν.

Στην πλατεία του χωριού με περιμένει ο Ουράνης, πεθαμένος απ' το '53. Εχω αργήσει 56 χρόνια, δείχνει απογοητευμένος. Η γραβάτα του είναι σκονισμένη, το βλέμμα του ραγισμένο. Γυρίζω όλα τα ρολόγια πίσω, υπάρχει περισσότερο μέλλον στο παρελθόν, παρά στο παρόν. Φοβάμαι ότι στο μέλλον δεν υπάρχει καθόλου μέλλον. Με ρωτάει: Θέ' να 'ρθει τάχα μιαν ημέρα σαν από τόπους μακρινούς η Ανοιξη που λαχταράμε; Και θα μας εύρει ζωντανούς; Δεν ξέρω τι να του απαντήσω, είναι πεθαμένος. Οπως κι εσύ.

Οπως εγώ. Οπως όλοι.



ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΟΛΗ ΤΗ ΣΤΗΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=94873

Παρασκευή 16 Οκτωβρίου 2009

Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΣΤΑΜΑΤΗΣΕ ΣΤΑ ΧΕΙΛΗ ΣΟΥ

Έργο του Χάρη Τουφεξίδη

ΣΕ ΕΒΛΕΠΑ από μακριά, η αμμουδιά είχε πάρει να υγραίνει. Τα διάσημα μπλε του σώματός σου μετρούσαν τη θάλασσα και την έβρισκαν λιγότερη. Στη θέα τους η ζωή μου αιμορράγησε. Τα χέρια σου πια, δύο εξημερωμένα ζώα. Δεν είχαν αυτή την παλιά, γνωστή αίγλη στα ακροδάχτυλα. Τίποτε απ' αυτά δεν ήταν αληθινό.
Θέλω σήμερα να γυρίσουμε απ' την άλλη πλευρά· να πάμε ανάποδα. Θα βάλεις τα δυνατά σου; Φύσαγε Νάξο, στις παρυφές του Αλικού. Ηταν περασμένες οκτώ. Το φόρεμά σου σηκώθηκε ώς το εσώρουχο, που ήταν εκεί, φρουρός αυτής της ακοίμητης λευκότητας. Το ύφασμα έκανε μια χορευτική φιγούρα και υπέστειλε την άκρη του. Ο αέρας σε έγδυνε απαλά. Τα μάτια μου κάηκαν. Η θάλασσα πήρε φως. Καιγόταν. Ποιος έκλεψε το ξύλινο αλογάκι μου από την παραλία;

Προσπαθώ να σε περιγράψω, να διατρέξω το σώμα σου· μοιάζεις με γκρεμισμένο ναό. Κάποτε σε κρατούσα στη χούφτα μου και χωρούσες. Κάποτε, που κάθε βράδυ ήταν βράδυ επιστροφής. Νομίζεις πως μπορείς να αφηγηθείς τα συναισθήματά σου, αλλά δεν μπορείς να τα μεταδώσεις. Τη στιγμή που αρχίζει η διαδικασία κατανόησης από τον άλλον, παύουν να υπάρχουν ως συναισθήματα. Ο έρωτας είναι ένα καλό παράδειγμα γι' αυτό. Παραμένει ανεξήγητος, όπως και τα περισσότερα πράγματα στη ζωή· για να διατηρήσει το απροσπέλαστο της γοητείας του. Δεν υπάρχει τίποτα που να μπορεί να απαντηθεί. Τίποτα. Το πιο όμορφο πράγμα στον κόσμο είναι συγχρόνως και το πιο άσχημο. Αυτό που δεν θα προλάβει ποτέ να ολοκληρωθεί.

Με κοίταξες μέσα απ' τα δίχτυα των ποδιών σου, το ρεύμα τους με παρέσυρε. Η στρογγυλάδα των γλουτών μετέφερε στην κλεψύδρα την ποσότητα της άμμου που χρειαζόταν για να ξαναξεκινήσει. Η πανοπλία μου πνίγηκε. Για ποιο λόγο χαμογελάμε χώρια, βρεχόμαστε χώρια, αναπνέουμε χώρια; Το φεγγάρι βάφηκε κόκκινο, γλίστρησε πάνω σου και έγινε σκόνη. Στα νερά η βαρκάδα φωτίστηκε από τα κεριά του χρόνου. Απέναντι, το βουνό χοροπήδησε.

Με φίλησες. Μάσησα ό,τι αληθινό υπήρξε κάποτε από σένα, πίνοντας σιγά σιγά, με μικρές γουλιές, τα χείλη σου. Πήρα στα δόντια μου όσα εκατοστά παρέμεναν ακόμα ελεύθερα. Κι αμέσως βράδιασε. Γνώριμα, ουσιαστικά, αναπόφευκτα.

Βράδιασε σαν Ελλάδα.


ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΟΛΗ ΤΗ ΣΤΗΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ

Παρασκευή 9 Οκτωβρίου 2009

ΜΕΤΑΧΕΙΡΙΣΜΕΝΗ ΣΥΡΟΣ



ΣΤΗ ΣΥΡΟ όλα τα μπαλκόνια έχουν υποστυλώματα. Αυτό που ονειρεύονται οι περισσότεροι άνθρωποι για τους εαυτούς τους. Μαρμάρινα, σκαλιστά γάμα δημιουργούν την εντύπωση ότι σ' αυτά οφείλουν την ύπαρξή τους.
Πολλά σκαλιά. Εξω απ' τη δημοτική βιβλιοθήκη της πλατείας, ο Ροΐδης ψιθυρίζει το «Out of time» των Rolling Stones. Με χαιρετάει βαριεστημένα μ' έναν ακκισμό, μου καταλογίζει ελλιπή ανάγνωση της «Πάππισας Ιωάννας». Ολα τα πράγματα είναι μονά. Αδιαπέραστα. Πάνω στη νεοκλασική πέτρα της Ερμούπολης η μοναξιά δείχνει σαν παλιός ενετικός θυρεός. Τα ίχνη της ακόμα διακρίνονται. Προσωρινά σε αντικαθιστούν εφτά μπίρες. Ο Σαράντης, η Βαρβάρα, δυο - τρεις φίλοι. Η κουβέντα μεγαλώνει, φτάνει ώς τα σκαλιά του δημαρχείου.

Το παλιό, ερειπωμένο αρχοντικό στην Ντελλαγκράτσια μάς περιμένει. Αυτοί που έζησαν εδώ πριν από μας, φρόντισαν να αφήσουν στην τραπεζαρία δυο ποτήρια για το καλοσώρισμα. Μεγάλο τμήμα της στέγης έχει καταρρεύσει. Μοιάζει με φτερό αεροπλάνου που έχει καρφωθεί στο σπίτι. Το πηγάδι έχει ακόμη νερό. Ποιος ξέρει πόσα χρόνια έχουν περάσει από τότε που έσβησε οριστικά το φως. Ανάβω τον αναπτήρα μου, όπως κάνουν στις συναυλίες. Δεν τραγουδάει όμως κανείς.

Πάνω στη μηχανή, στον δρόμο για το δωμάτιο των επιθυμιών, όλα δείχνουν λάθος συντελεσμένα. Ο ήλιος κίτρινος, πέφτει πάνω στον ουρανό και τον βάφει. Η ανάμειξη του μπλε με το κίτρινο λένε ότι δίνει το πράσινο, αλλά λένε ψέματα για να μη μας τρομάξουν. Η σωστή απάντηση είναι μαύρο και μας το κρύβουν.

Οταν φτάνω στον Γαλησσά, η μηχανή εξεγείρεται. Ο αέρας φυσάει εννιά Μποφόρ, θέλω να μπω στο δωμάτιο και να γλείψω το πάτωμα. Τα μισά απ' τα υγρά της πισίνας ανήκουν σε σένα. Το τραγούδι του Μάρκου με κοιτάζει από έναν τοίχο, παραπονιέται ανορθόγραφα. Να σε πάρω να γυρίσω Φοίνικα, Παρακοπή. Διορθώνω τον Φοίνικα με το στυλό, είναι γραμμένο με γιώτα. Καμία Συριανή, πάντως, δεν είναι γλυκιά.

Στο λιμάνι η συζήτηση για τον Χάιντεγκερ καταλήγει μοιραία στο Αουτσβιτς. Το βράδυ τα μπαρ παίζουν κάτι που θέλει να γίνει μουσική, οι γυναίκες είναι από καραβόπανο. Πίνω τη χειρότερη βότκα της ζωής μου. Για να καθήσω, πατάω δυο σκυλιά. Κανένα δεν διαμαρτύρεται. Οι άκρες των δακτύλων μου είναι παγωμένες. Ακουσα ότι στο Νεώριο επισκευάζουν και μεταχειρισμένες αγάπες.

Να πάμε.


ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΟΛΗ ΤΗ ΣΤΗΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ