Πέμπτη, 30 Απριλίου 2015

ΠΟΙΟΙ ΕΙΜΑΣΤΕ; ΑΠΟ ΠΟΥ ΕΡΧΟΜΑΣΤΕ; ΠΟΥ ΠΑΜΕ;




I still can’t remember when

or how I lost my way

NEIL YOUNG, Cortez The Killer




Ι.

Είμαστε Μεχικάνοι
Όχι γιατί φοράμε σομπρέρος
Ούτε γιατί ταΐζουμε τις μύγες
Όταν καμιά φορά
Μας παίρνει ο ύπνος
Στην κάψα του μεσημεριού
Με τα παπούτσια

Είμαστε Μεχικάνοι
Γιατί έχουμε ψυχή
Κι ονειρευόμαστε
Είτε κοιμόμαστε είτε δεν κοιμόμαστε
Με ή χωρίς τα παπούτσια
Κι άμα λάχει

Φοράμε και σομπρέρος


ΙΙ.

Είμαστε Τσικάνοι
Γιατί ενώ είμαστε Μεχικάνοι
Είμαστε αναγκασμένοι
Να κυνηγάμε δολάρια για να ζήσουμε
Στις Ενωμένες Πολιτείες της Αμερικής
Και οπουδήποτε αλλού σ’ αυτό  τον κόσμο.
Και γιατί γουστάρουμε το Τεξ Μεξ
Το Ροκ εν Ρολλ
Και τους Λος Λόμπος 

(Είμαστε και λύκοι παρεμπιπτόντως)

Κι έχουμε ταξιδέψει με τον Πέδρο Πάραμο
Στη χώρα των νεκρών
Κανένας δεν ξέρει
Πότε και πώς χάσαμε το δρόμο μας
Ούτε αν γυρίσαμε ποτέ πίσω



ΙΙΙ.

Κάποτε είμαστε Αζτέκοι.
Λατρεύαμε τη μαγεία και τα πεγιότ
Τις μεγάλες συναυλίες και τα φεστιβάλ
Τις πολύχρωμες φορεσιές
Τον έρωτα και τα λουλούδια
Θυσιάζαμε και τις γυναίκες μας που και που
Γιατί ξέραμε ότι έπρεπε να δώσουμε πολλά
Για να πάρουμε κάτι πίσω.

Είχαμε θεοποιήσει κι ένα καραγκιόζη Μοντεζούμα
Που τον έπιασε κορόιδο ένας πούστης φονιάς Κορτέζ
Κι από τότε μας πήρε ο διάολος τον πατέρα.


(Κάποτε είμαστε και έλληνες
Γεννηθήκαμε και μεγαλώσαμε στον τόπο τους
Και μιλήσαμε με ότι απόμεινε από την γλώσσα τους
Τον ουρανό τη θάλασσα και τα βουνά τους)


IV.

Τώρα  είμαστε όλοι Ινδιάνοι.
Γιατί είμαστε ηττημένοι.
Αλλά έχουμε ψυχή
Κι ονειρευόμαστε
Κι όταν βρίσκουμε ευκαιρία

(Πού θα πάει δεν θα ξαναβρούμε;)

Του δίνουμε και καταλαβαίνει


V.

Δεν θα επιβιώσει ο λύκος;


Παναγιώτης Γαλανόπουλος

(από την ποιητική συλλογή που θα κυκλοφορήσει τον άλλο μήνα από τις εκδόσεις Κουκούτσι)




 







Σάββατο, 25 Απριλίου 2015

ΧΩΡΙΣ ΝΥΦΙΚΟ



 

ΕΠΕΙΔΗ Η ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΗΝ ΑΣΧΗΜΙΑ ΘΑ ΕΙΝΑΙ ΠΑΝΤΑ ΕΝΑ ΒΙΒΛΙΟ

ΣΤΑΥΡΟΣ ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ
ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΔΑΙΜΟΝΑ ΕΑΥΤΟΥ

ΤΟΝ ΙΟΥΝΙΟ ΑΠΟ ΤΙΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΣΜΙΛΗ




Φράσεις και νύξεις, με αυτοτελή νοήματα ή σκόρπιες, αρνούμενες σκόπιμα να αποτελέσουν έναν συμπαγή κορμό, χαραγμένες στον αγνώριστο ουρανό του τίποτα, για ό, τι δεν μπόρεσε, υγρές μες στην στεγνότητα του χαρτιού, που αφορούν κυρίως αυτό που δεν ήρθε, την νομοτέλεια εκείνου που δεν θέλησε να συμβεί, αλιευμένες τον τελευταίο χρόνο από βιαστικές σημειώσεις σε απλές κόλες ταβέρνας, σε πακέτα από τσιγάρα, σε ετικέτες κρασιών ανοιγμένων εις υγείαν, χωρίς την συγκρότηση ενός σημειωματάριου ιδεών, χωρίς το σχέδιο του επώνυμου αφορισμού, χωρίς ορθόδοξη ιδέα για τις ιδέες, χωρίς σειρά, απλώς έτσι, αφημένες κάτω απ’ το χαλάκι, συνοδεία μουσικής, κρυμμένες κρυφά στο στρώμα, πεταμένες στο πρόσωπο της γης για καληνύχτα, ένοχες γι αυτό που προσπάθησαν να διασώσουν, αθώες γι αυτό που ήλπισαν, πάντως ξυπόλητες, με πρησμένα μάτια και τις φτέρνες τους να ακουμπούν, ως μπαλαρίνα θανάτου, το τελευταίο αβέβαιο έδαφος, με την ουρίτσα τους να σκαλίζει τις τελευταίες ευχές στο δρόμο, σχεδιάσματα χωρίς νυφικό στην πόλη του πουθενά, αναπάντητα ερωτήματα, έρημα πλάνα.

Λέξεις. Απλώς. Μόνες.

Σ.Σ.

Πέμπτη, 23 Απριλίου 2015

ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΔΑΙΜΟΝΑ ΕΑΥΤΟΥ





Ζω με το βλέμμα της καρφωμένο στην πλάτη μου. Γεμάτο κατακερματισμένη απρέπεια. Από πάνω μου η δόξα του ουρανού. Αυτόπτης μάρτυρας στον φόνο.

Ουρανός λανθασμένος δεν γίνεται.

***

Η χειρονομία ενός βιβλίου είναι μια απελπισμένη πράξη. Ένας πίνακας από διαμπερείς λέξεις: Σαν ευφυές τραύμα. 

Από που πέφτουν όμως οι άγγελοι;

***

Μη δίνεις σημασία στο κόκκινο. Ήταν πάντοτε άπληστο. Όσο καιγόμασταν, υπήρχε ζωή. Η τελευταία πραγματικότητα είναι να ονειρεύεσαι μάτια. Κοίτα. Μας.

Ήθελα μόνο να μου ανήκεις.

***

Ο άνθρωπος φτιάχτηκε για να τον αγγίζουν τα φαντάσματα.


Σ.Σ.

[από το βιβλίο ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΔΑΙΜΟΝΑ ΕΑΥΤΟΥ που θα κυκλοφορήσει το καλοκαίρι]





Δευτέρα, 20 Απριλίου 2015

AMOUR NOIR






Τα μάτια της ήταν καρφωμένα πάνω μου, ορθάνοιχτα, σκληρά, λαμπερά, αλλά χωρίς να με βλέπουν. Ήταν μάτια τα οποία έβλεπαν ένα μέλλον όπου δεν υπήρχα. Ποτέ δεν είχα κοιτάξει τα μάτια της από τόσο κοντά, τόση ώρα, τόσο λαίμαργα. Ήταν σκούρα πράσινα, το ίδιο σκοτεινά σχεδόν με την κόρη τους. Δεν θα μπορούσα να γράψω ότι την κοιτούσα στο βάθος των ματιών γιατί τα μάτια αυτά δεν είχαν βάθος. Ήταν μόνο μια μαύρη επιφάνεια, απελπιστικά αδιαπέραστη, μάτια απάνθρωπα, αρπακτικού ή λύγκα, με σκληρότητα μαρμάρου ή μετεωρίτη, μάτια που με κοιτούσαν αλλά δεν μ’ έβλεπαν, που δεν μ’ αγαπούσαν, που δεν θα μ’ αγαπούσαν ποτέ, που δεν αγαπούσαν ούτε θα αγαπούσαν ποτέ κανέναν, μάτια αλλόκοσμα.

Dominique Noguez
Amour Noir, εκδ. Εκκρεμές 1999
Μτφ. Έρση Μπομπολέση