Κυριακή, 28 Σεπτεμβρίου 2014

ΠΩΣ ΜΕ ΛΕΝΕ, ΘΥΜΑΣΑΙ;




Όχι, Θάνο. Δεν θυμάται. Δεν υπάρχουν σωστά και λάθος ονόματα. Τελικά. Η απουσία είναι το μόνο σωστό όνομα. Βάλτε. Να πιούμε, να πιούμε, να πιούμε. Μας.


[Προχτές βράδυ, βιαστικά, έπεφταν κι άλλα βήματα, ψιχάλες, από που; από πότε; μπήκα στους "Χάρτες" χαμένα, στον κόσμο άλλοτε, πριν, πρώτα, τότε, συγκεντρωμένα ποτά, επείγοντα, η παρέα στη μέση, καθίστε, καθίστε, και ο Θάνος, βάλτε να πιούμε, έβαλαν, βάλαμε, βάλτε ξανά, ξαναέβαλαν, βάλτε να ζήσουμε, υπήρχαν κρυμένα, κάτω απ' το τραπέζι, κι όλο μεγάλωναν τα κύματα στο μπαρ, κι όλο έσταζε κόσμος, και κόλαγε πάνω στο μακό μου, σαν βρώμικη τσίχλα, τα σημάδια στο πάτωμα αραιά, είχε χυθεί λίγο παρελθόν στις γωνίες, να σκουπίσουμε, φώναξα γρήγορα τη σερβιτόρα, να σκουπίσουμε, εκεί, δεν βλέπεις; το μεγαλύτερο μέρος της καρδιάς μου έχει χωρίσει, στον τοίχο μια φωτογραφία της Τζάνις, έγνεψα γειά σου, λίτλ γκέρλ μπλου, να αλλάζεις την ρύθμιση της καρδιάς πότε πότε, να σε αισθάνεται το νερό, ένιωσα δεκάδες βλέμματα μέσα μου, πήγαιναν κάτω βαθιά, κανένα δεν ήταν δικό μου, ο Θάνος με κοίταξε με μια αγκαλιά, ολομόναχη, τελευταίος σταθμός.]





Σάββατο, 27 Σεπτεμβρίου 2014

ΕΜΕΙΣ





Ήμουν τυλιγμένη σε άσπρη γούνα και σε μαύρη και
Με γύμνωσες κι ύστερα
Σε χρυσό φως μέστησες
Κι ύστερα μ’ έστεψες
Καθώς το χιόνι έπεφτε διαγώνια, έξω
Απ’ την πόρτα, σαν βέλη.
Καθώς χιόνι ως δέκα ίντσες
Έπεσε σαν άστρα,
Σε μικρά, ασβεστώδη θραύσματα,
Εσύ κι εγώ ήμασταν στα δικά μας κορμιά
(εκείνη η κάμαρα που τάφος μας θα γίνει)
Κι εσύ ήσουν στο δικό μου κορμί
(εκείνη η κάμαρα που θα ζει μετά τον θάνατό μας)
Και, πρώτα, στέγνωσα τα πόδια Σου
Με μια πετσέτα
Γιατί ήμουν σκλάβα σου
Κι ύστερα με φώναξες πριγκίπισσα.
Πριγκίπισσα!

Ω, ύστερα
Ορθή σηκώθηκα μες’ στο χρυσό μου δέρμα
Κι έδιωξα σαν κατεβασιά τους ψαλμούς
Κι έδιωξα σαν κατεβασιά τα ρούχα
Κι από τον χαλινό με γύμνωσες
Τα σπλάχνα μου άνοιξες
Κι άνοιξα τα κουμπιά
Γυμνώθηκα από τα οστά, τα μπερδέματα
Τις καρτ ποσταλ της Νέας Αγγλίας
Τη νύχτα το Γενάρη, στις δέκα ακριβώς.
Κι ανυψωθήκαμε σαν στάρι,
Το ένα χρυσό εκτάρι μετά το άλλο,
Και θερίσαμε
Θερίσαμε.


Anne Sexton, Εμείς
Απόδοση: ThalaMys

Artwork: Max Ernst

Πέμπτη, 25 Σεπτεμβρίου 2014

ADIEU







Τέλος.
Από τη λέξη τέλος αρχίζει λοιπόν αυτό το ποίημα
που ο πρώτος του στίχος ορίζει την αλήθεια,
αφού finir est definir
όπως θα έλεγες και συ με τα άψογα γαλλικά σου.
Μπορείς όμως ν' αντέξεις αυτόν τον χωρισμό
που διαιρώντας ολοκληρώνει;

[...]

Η πτώση αυτή δεν είχε τέλος.
Οι απολογισμοί ήταν ανώφελοι.
Γιατί είναι δύσκολο να μιλάς
και ταυτόχρονα να συγκεντρώνεις
την προσοχή σου αλλού,
σ' αυτό που σκέφτεσαι πραγματικά
που ακούγεται μέσα σου πνιχτά
ψιθυριστά
σαν να ζητάει συγγνώμη που δεν έχει πεθάνει.

Τι παράξενο μια λέξη να σβήνει το χρώμα
και η αγάπη, τόση αγάπη, να γίνεται χώμα.

[...]

Όπως είπε ο Σταντάλ οι τέλειες γυναίκες
είναι για τους άντρες που δεν έχουν φαντασία.
Κατ' επέκταση το τέλειο ποίημα
για όσους δεν αντέχουν να δουν τις ρυτίδες κάτω από το μακιγιάζ.
Εσύ βέβαια πιστεύεις ότι αληθινή ποίηση σημαίνει
τα μάτια να είναι διαρκώς υγρά
και να γράφεις κρατώντας στα χέρια χαρτομάντηλα.
Λες και μπορεί κάποιος να παίξει ένα κοντσέρτο βιολιού
ή να σμιλεύσει ένα άγαλμα αν τα χέρια του τρέμουν από συγκίνηση.
Αλλά τα ψεύτικα ποιήματα, όπως και τα faux bijou,
μοιάζουν πάντοτε πιο λαμπερά, πιο πολύτιμα.
Επομένως τα ποιήματά μου δεν είναι για σένα ma chérie.
Εσύ ποθείς «αβυσσαλέα πάθη» και «ζοφερά σκοτάδια»
κι εγώ το μόνο που έχω να σου προσφέρω
είναι τη λέξη adieu.


Χάρης Βλαβιανός, Adieu (1996)
Photo: Pascal DURIF

 

Δευτέρα, 22 Σεπτεμβρίου 2014

ΟΛΟΜΟΝΑΧΟΙ ΕΓΩ



 I.

ΖΑΠΠΕΙΟ, 19 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 2014
[ΤΗ ΜΕΡΑ ΠΟΥ Ο ΚΟΣΜΟΣ ΠΕΘΑΝΕ]

Αυτή η ανάρτηση είναι δύσκολη. Συμβαίνει όταν αντικρίζει κανείς τη ζωή από κάτω. Χωρίς ανεμόσκαλα. Όταν έχει περάσει η γη. Ο Χρήστος μου είπε «είναι τόσο όμορφο, Σταύρο, που δεν μπορώ να το αγγίξω». Δεν πλησίαζα. Έκανα μικρές κυκλικές βόλτες γύρω απ’ το περίπτερο της Σμίλης, γύρω απ’ τον εαυτό μου, γύρω απ’ τον Χρήστο. Δεν πλησίαζα. Ένιωθα πώς αν το ακουμπήσω, θα πεθάνω. Υπάρχουν τόσοι νεκροί εκεί μέσα. Τόσα κατεστραμμένα σώματα στις σελίδες. Και ένα, μεγάλο. Το νεκρότερο όλων. Το πιο σημαντικό. Το χαρτί στο εξώφυλλο σα να με προσκαλούσε. Στο νερό. Όχι αυτό του καπνισμένου. Όχι. Ήταν ένα άλλο νερό, οριστικό. Σαν τελευταία γιορτή. Ένα δείπνο χωρίς συνδαιτυμόνες. Δηλητηριασμένο. Μου ήρθε στο μυαλό ο στίχος του Τζιμ Μόρισον: before I sink into the big sleep I want to hear the scream of the butterfly. Κοίταξα γύρω μου για πεταλούδες – καμία. Χρειαζόμουν απεγνωσμένα μια νύχτα, ένα πράσινο βλέμμα, ένα ζευγάρι χέρια για να αφήσω την προσευχή μου. Πάντα χρειάζεσαι μια απεύθυνση όταν δημιουργείς κάτι οριστικό. Κάτι που από γέννηση γίνεται ξαφνικά φόνος. Ήταν βέβαια ο Σαράντης εκεί. Πάντα είναι ο Σαράντης εκεί. Και ο Χρήστος, «το βγάλαμε». Μοιράστηκε. Ειλικρινά. Πιστά. Περήφανος Χρήστος. Έλαμπε. Είδα τον Γιώργο Χρονά, «είναι υπέροχο», «αληθινά αντάξιο», μου είπε. Με φίλησε. Για μια στιγμή σα να απομακρύνθηκα χωρίς να μετακινηθώ. Έπρεπε. Κάθισα στο τραπέζι χωρίς λαθρεπιβάτες. Το δείπνο ήταν στρωμένο. Επίσημο. Λευκό τραπεζομάντηλο. Από σάρκες. Και στη μέση ένα γλυπτό. Των εραστών. Που είναι οι μόνοι που θα παραμείνουν νεκροί.

Όχι, αυτή η ανάρτηση δεν έχει φωτογραφία. Δεν θα μπορούσε. Το τέλος δεν φωτογραφίζεται. Δεν συνοδεύεται, δεν παρελαύνει. Το τέλος απλώς τελειώνει. Το τέλος δεν έχει κανένα μέλλον. Είναι μόνο τέλος. Ολομόναχο.

Ολομόναχοι εγώ.



II.

ΜΟΣΧΑΤΟ, 20 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 2014
[ΜΙΑ ΜΕΡΑ ΜΕΤΑ]

Το κοιτάζω. Με δυσκολία. Νομίζω πως δεν θα καταφέρω να το διαβάσω ποτέ ολόκληρο. Σκέφτομαι την Θέκλα, την Φαίδρα, την Λητώ. Το στοίχημα με τον Απρίλιο που διαρκεί. Ακούω πως η Νάξος δεν είναι πια εκεί. Έφυγε κάτω απ’ τη θάλασσα, σαν παράλογο τέρας. Λίγο πριν εξαφανιστεί άφησε ένα ποίημα στον Άγιο Προκόπιο. Αδημοσίευτο. Τι να το κάνω; Θέλω να πάρω ένα σφυρί και να σπάσω το γλυπτό στο εξώφυλλο. Να σπάσω το χαρτί που με κοροϊδεύει. Όχι για το μέλλον, όχι. Δεν υπάρχει κανένα μέλλον στους νεκρούς. Αλλά για να μη μένει ο λόγος ορφανός. Όμως το έργο τελείωσε. Εκεί προς τη μέση του ποιήματος «Αίμα» έχει φυτρώσει ένα δέντρο. Κερασιά. Τα κεράσια είναι τώρα εκτός εποχής. Πάντα ήταν. Περνάνε, όπως οι λέξεις. Και πλησιάζει χειμώνας. Μα, τι λέω. Πάντα χειμώνας ήταν. Πάντα. Δεν υπήρξε ποτέ άλλη εποχή εκτός από χειμώνα. Ποτέ δεν υπήρξε τίποτα άλλο εκτός από τίποτα.

Same old blues again.



III.

ΣΗΜΕΡΑ, 22 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 2014
[ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΜΕ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΜΟΥ - ΚΑΠΟΙΕΣ ΣΥΜΒΟΥΛΕΣ]

Να γδέρνεις τα ποιήματα με τα νύχια σου. Κι αν ματώνουν, βγάλ τα. Πέταξέ τα στο πάτωμα και συνέχισε με το πίσω μέρος της παλάμης. Εκεί που το κόκκαλο κόβει σα μαχαίρι. Συνέχισε. Η απομυθοποίηση έχει πολλές γωνίες. Παντού παραμονεύουν σκυλιά. 

Όλα ηττημένα.

(Αυτό το "ηττημένα" στο τέλος, προσωρινά με ησύχασε)


ΟΛΟΜΟΝΑΧΟΙ ΜΑΖΙ

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΣΜΙΛΗ, 2014



*Οι πρώτες σκέψεις όταν κυκλοφόρησε το βιβλίο την Παρασκευή 19 Σεπτεμβρίου, στην έκθεση του Ζαππείου. Η σφραγίδα μιας εποχής, μιας τετραλογίας, μιας θάλασσας. Ένα τέλος. Μέσα σε εκατό σελίδες χαρτί. Από σήμερα στα βιβλιοπωλεία.
**Ευχαριστώ τον Χρήστο και τον Σαράντη που ήταν κοντά μου όλο αυτό το δύσκολο διάστημα της αποπεράτωσης. Και θέρμαιναν το κουκούλι της, υπομένοντας.
***Το βιβλίο παρουσιάζεται την Δευτέρα 29 Σεπτεμβρίου στο Polis Art Cafe, στις 8μμ. Εκεί θα πέσει η αυλαία.




Παρασκευή, 19 Σεπτεμβρίου 2014

ΟΛΟΜΟΝΑΧΟΙ ΜΑΖΙ







[...]



Κάποτε εγκατέλειψα τα μάτια μου
Τα πέταξα από τον πρώτο όροφο
Άφησα ακόμη κι εκείνη την κούπα
Από όπου έπινα σταγόνα σταγόνα
Κρυφά για να μη με βλέπει κανείς
Τα αξιολύπητα αποτελέσματα των ημερών σου

Θυμάσαι που σου έλεγα ότι ζούσα διπλασιασμένος ;
Μετά το Όνειρο της Αντιγόνης τριπλασιάστηκα
Μετά απλώθηκα επί χιλιάδες φορές
Μέσα σε χιλιάδες αλλαγμένες ζωές
Σε άγνωστα σπίτια
Με τους χιλιάδες ανθρώπους που έβγαιναν από κει
Απροειδοποίητα νάνοι

Κανείς τους δεν ήταν κανείς

Όταν οι ηθοποιοί παρουσιάστηκαν όλοι μαζί
Για την τελική πρόβα
Με αυγά στο κεφάλι
Τα τσόφλια έπεσαν όλα μέσα μου
Άφησα ανοιχτή την πόρτα πίσω
Και βγήκα
Κρατώντας για παρέα μου
Μόνο μια νυχτερίδα

Σ’ αφήνω τώρα
Πάω να ξεθάψω τον Παπαδιαμάντη
Με τόσο χιόνι πάνω του
Τόσο ανεπίδοτο έρωτα

Θα έχει παγώσει

(ΟΛΟΜΟΝΑΧΟΙ ΜΑΖΙ, εκδ. Σμίλη, 2014)

* Απόσπασμα από το ποίημα ΑΝΑΜΕΣΑ. 
** Το ΟΛΟΜΟΝΑΧΟΙ ΜΑΖΙ θα βρίσκεται σήμερα, αύριο και μεθαύριο στην έκθεση βιβλίου στο Ζάππειο στο περίπτερο των εκδόσεων Σμίλη. Από Δευτέρα, κανονικά, σε όλα τα βιβλιοπωλεία. 
*** Η φωτογραφία είναι του Pascal DURIF.

ΔΕΙΤΕ ΕΔΩ ΤΗΝ ΤΑΙΝΙΑ ΤΟΥ ΚΙΜ ΚΙ - ΝΤΟΥΚ




Πέμπτη, 18 Σεπτεμβρίου 2014

ΞΟΦΛΗΣΕ




 

O κόσμος ξεκίνησε χωρίς τον άνθρωπο και θα τελειώσει χωρίς αυτόν.

Claude Levi-Strauss