Παρασκευή, 30 Μαΐου 2014

ΘΑ ΑΝΕΒΩ ΤΗΝ ΑΠΟΥΣΙΑ ΣΟΥ




Η γυναίκα που ήταν ο κόσμος σε μια υπερβολική ένταση — σαν να γεννούσε ανάποδα. Τα φρύδια σηκωμένα, ψηλές περισπωμένες γεμάτες τρόμο. Διέκρινες τις συσπάσεις που έκαναν οι μύες αριστερά και δεξιά του φύλου της. Κάποιος είπε ότι έπρεπε να παραμείνει το συναίσθημα, το άκουσα τρεις φορές να κολυμπάει στο στήθος μου. Και ερχόταν ένας βρώμικος αντίλαλος ανακατεμένος με νερά πλακούντα, ή ήταν χείμαρρος ζωής;

Θέλω να σε ανέβω, να σε ανέβω, έλεγε με λυσσασμένη αξιοπρέπεια.

***

Θα ανέβω την απουσία σου.

***

Έκανε τόση παγωνιά εκεί και προσπαθούσα να ζεσταθώ από την ενέργεια που έβγαζε η προσπάθεια, την πήρα στα χέρια μου και τη φύσαγα, φου, φου, φυσούσα την προσπάθειά μου με ακαταπόνητο δέος, φφφφφου. Σαν παλάτι μεγάλο ασύγκριτο έγινε με πολυελαίους. Η γυναίκα που ήταν ο κόσμος είδε τον πολυέλεο ανορθόγραφα, με άλφα γιώτα, και έγινε πάλι φως. Άναψε ανελέητο φως ανάμεσα στις χαρακιές των χειλιών της.

Άναψε σαν αναπάντεχο πυροτέχνημα και το πρόλαβα.

***

Τύλιξα τα χέρια μου γύρω απ’ τα αναμμένα χείλη της να μη σβήσει. Η μικρή βρεγμένη ανάσα της να μη σβήσει, σαν γη να μη σβήσει.

***

Μαζεύτηκαν έπειτα σαν φίδι γύρω απ’ τα χνώτα τους ενωμένοι, και σιγά σιγά καταστάλαζε η μορφή τους από σταγόνες, γενναία. Την κάπνιζε ο ήλιος σαν ολόκληρο δέρμα αλλόκοτο και το νερό παραμέρισε. Άνοιξε σαν γκρεμός στα δύο. Ήταν ένα βουνό με υδάτινο τρίχωμα, κανείς δεν το είχε δει αυτό το κομμένο από τότε που ο καιρός τελείωσε, κανείς ποτέ δεν είχε δει τέτοια στεγνή ομορφιά ραντισμένη.

Είδα το βουνό σαν τεράστια αγκαλιά νερένια.


(απόσπασμα από το βιβλίο μου ΚΑΠΝΙΣΜΕΝΟ ΚΟΚΚΙΝΟ, εκδ. Σμίλη, Δεκέμβριος 2013)

Τρίτη, 27 Μαΐου 2014

ΧΑΜΕΝΟΣ





Ι. Χορός σε άμμο και θάλασσα

Λοιπόν εδώ είμαστε ή μάλλον εδώ είμαι εγώ
Απόλυτα μόνος
Βλέποντας πράγματα που κάποτε μοιραζόντουσαν
Πριν πολύ καιρό…
Η μνήμη μου απλώνεται και μένω θαμπωμένος:
Ξέρεις πως ξέρω  πόσο όμορφα ήταν
Και πόσο είχα γελάσει…
Οι καιροί άλλαξαν, τώρα είσαι πολύ μακριά
Δεν μπορώ να παραπονεθώ:
Είχα όλες τις ευκαιρίες
Μα γλίστρησαν μέσα απ’ τα χέρια μου
Σαν την άμμο
Ξέρω πως ποτέ δεν θα χορέψω ξανά όπως πριν

Θα περιμένω να ξεσπάσει η μέρα
Πάνω στη γη και τη θάλασσα
Ελπίζοντας να συλλάβω όλες μου τις αναμνήσεις
Μετά θα πρέπει να κολυμπήσω ξανά
Τον δρόμο που άνοιξα
Με όλη μου την ύπαρξη να ψάχνει προσεκτικά
Τις τελικές λέξεις
Αλλά δεν υπάρχει κανείς
Η ανατολή του ήλιου με καλεί
Κι έχω κιόλας καθυστερήσει
Τόσο κοντά στην άνεση και πραγματικά δεν ξέρω
Γιατί νιώθω σα να θρηνώ
Ξέρω πως δεν θα ξαναχορέψουμε ποτέ όπως πριν

Κοίταξα ψηλά, σχεδόν τυφλώθηκα από την ζεστασιά
Που υπήρχε μέσα μου
Και την γεύση που είχε η ψυχή μου
Μα είμαι σχεδόν νεκρός, καθώς στέκομαι μόνος…


ΙΙ. Χορός στον πάγο

Φόρεσα τις διαθέσεις μου  σαν τόσο διαφορετικά κουστούμια
Αν και το σωστό δεν υπήρχε ποτέ τριγύρω
Καθώς έφευγες άκουσα το σώμα μου να βουίζει
Και η μνήμη μου γέμισε ουρλιαχτά
Ήταν πολύ αργά για να αντιμετωπίσω το νόημα όλων αυτών
Ξέρεις πως σε χρειάζομαι
Κι όμως δεν νομίζω να αναγνώρισες ποτέ
Την αγάπη μου

Κάποια στιγμή σε έχασα
Δεν ξέρω πώς ακριβώς συνέβη
Η χώρα των θαυμάτων βρισκόταν
Σε μια βάρκα από λευκό, αγνό πάγο
Κοίταξα γύρω μου
Και κατάλαβα πως ήμουν οριστικά χαμένος:
Δίχως το χέρι σου στο δικό μου είμαι νεκρός…
Η πραγματικότητα είναι κίβδηλη
Και τα παιχνίδια που δοκίμασα δεν είναι πλέον τα ίδια:
Χωρίς το χαμόγελό σου δεν υπάρχει μέρος να κρυφτώ
Και βαθειά μέσα μου
Νιώθω ότι ποτέ μου δεν έχω θρηνήσει
Όσο είμαι έτοιμος να το κάνω τώρα…

Αν μπορούσα μονάχα τις λέξεις να σχηματίσω
Που θα έκαναν τη φωτιά σου να κάψει
Όλο αυτό το νερό γύρω μου
Θα γινόταν η αγάπη που θα μας σκέπαζε

Πασχίζοντας να δω
Μέσα απ’ τα δάκρυα που με καθηλώνουν
Η καρδιά μου ματώνει στη σκέψη πως ίσως με ξαναβρείς…
Ή τουλάχιστον ότι μπορεί να ξεχάσω
Και να μείνω βουβός
Μα δεν μπορώ

Δεν μπορώ πια να σταματήσω
Οι λέξεις κυλούν μόνες τους:

ΣΑΓΑΠΩ


Lyrics © PETER HAMMILL AND VAN DER GRAAF GENERATOR
From the album H To He Who Am The Only One (1970)
Μετάφραση: Σταύρος Σταυρόπουλος


***



[Οι ποιητές μεταφράζουν  Pound, Verlaine, T.S.Elliot, William Blake. Μεταφράζουν  Ann Sexton, Sylvia Plath, Charles Bukowski  και σε εξαιρετικές περιπτώσεις Pavese, W.H.Auden, John Asbery, Dylan Tomas, Paul Celan, e.e.cummings κλπ.  Με κακά, τις περισσότερες φορές, ελληνικά, δανείζονται λίγο από την αύρα των μεγάλων. Συνήθως μια μετάφραση αποτελεί  τον προθάλαμο έκδοσης της επόμενης  συλλογής τους, αφού, πολλές φορές,  ο εκδότης, συμψηφίζει το «χρέος» του προς τον μεταφραστή με την έκδοση ενός βιβλίου του. Οι ποιητές πίνουν καφέ στο Φίλιον και τις Κυριακές επισκέπτονται μνημεία, συνοδεία εντυπωσιακών κυριών, ενίοτε φιλότεχνων. Γίνονται σύμβουλοι διαφόρων κρατικών οργανισμών, βιβλιοδετώντας τον πολιτισμό μας με ακίνητη ευαισθησία. Συχνάζουν όπου τους βλέπει πολύς κόσμος και ασχολούνται διακριτικά με σεμινάρια δημιουργικής γραφής.  Οι ποιητές μεταφράζουν τα πάντα υπέρ τους, και όταν αποποιούνται κάποια τιμή, πάντα έχουν συμφωνήσει – διαπραγματευόμενοι – για μια μεγαλύτερη. Εγώ μεταφράζω Van Der Graaf Generator, Rolling Stones, Jethro Tull, Rory Gallagher, Lou Reed, Pati Smith, Tim Buckley κλπ.  Από δημιουργική γραφή, γιοκ. Αναλφάβητος. Το ποινικό μου μητρώο είναι λευκό από βραβεία. Μέχρι σήμερα, δεν έχω αντιμετωπίσει πρόβλημα έκδοσης κάποιου βιβλίου μου.  Όλα συμβαίνουν με τον κανονικό τρόπο: Ο συγγραφέας γράφει, ο εκδότης εκδίδει.

Είναι κι αυτό μια στάση. Ένας συμβολισμός. Ένας τρόπος να απέχεις, όντας εκκωφαντικά παρών.]

ΣΣ


ΕΚΛΟΓΕΣ 2014: Ο ΠΟΝΟΣ ΚΑΙ Η ΠΕΙΝΑ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ







Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΣΤΑΜΑΤΟΠΟΥΛΟΥ

Όσοι έχουν το σθένος να παρατηρούν με ευθυμία τις κινήσεις των ανθρώπων βλέπουν με λύπη ότι τα σώματά μας έχουν πάψει να είναι ανοιχτά στον κόσμο, στο φως· αντιθέτως, τα περισσότερα είναι σαν ξυλάγγουρα, φοβισμένα, κλεισμένα στη χειραγώγηση που δέχονται από τα όρια της πολιτικής όπως ασκείται σήμερα (και πάντα;).Τα κλεισμένα σώματα είναι φυλακισμένα· παραιτημένα από την έξαρση, τη μεταρσίωση, τον χορό. Κινούνται μεν, αθλούνται, χορεύουν και λοιπά, αλλά έχει χαθεί η έλλαμψη, έχουν καταντήσει ρυθμικά· ο ρυθμός, ως γνωστόν (;), είναι η κατάπτωση των ενστίκτων, της άγριας λαχτάρας να ξεφύγουν (τα σώματα) από τον φασισμό που επιβάλλει η άτεγκτη λογική της πολιτικής. Πώς να αντέξουν τα κακόμοιρα τα σώματα τόση δικτατορία; Πώς να τολμήσουν να εκφράσουν την ελευθερία τους, τον ερωτισμό τους, το πνεύμα τους; Μας κυβερνούν ανδρείκελα, είτε μας αρέσει είτε όχι, καθορίζουν τους κανόνες συμπεριφοράς αφαιρώντας τον πόθο και το πάθος.

Λες κι έχουν διαχωριστεί από τον κόσμο τα σώματα.  Από εκεί που τον είχαν μέσα τους ή τα ίδια έδιναν νόημα στον κόσμο, κατάντησαν αδιάφοροι παρατηρητές του, αδρανής μάζα, απεικάσματα. Έχουν πάψει να πυρπολούνται, να κολυμπάνε, να ίπτανται, να μετεωρίζονται στο σύμπαν του νου τους, να αιωρούνται στο αυτεξούσιο της φύσης. Πόσο ψευδή τα σώματα που ψηφίζουν θεωρώντας ότι συμμετέχουν σε δημοκρατικές διαδικασίες, πόσο μονοκόμματα, πόσο άχαρα (εξαιρούνται εκείνα που εκπέμπουν τη λύπη τους, που γνωρίζουν ότι ματαιοπονούν ψηφίζοντας και ότι ουδέποτε θα είναι σε θέση να συναποφασίζουν για τις τύχες τους και των παιδιών τους). Σώματα χωρίς ενέργεια, μάλλον με χαμένη ενέργεια. Πού, αλήθεια, πήγε όλη αυτή η ενέργεια; Παρωδία ύπαρξης τέτοια σώματα, ειδικά σε μέρες δημοκρατίας, σε μέρες δήθεν συμμετοχής στην κορυφαία τάχα στιγμή της ελευθερίας τους, δηλαδή στην άσκηση του εκλογικού δικαιώματος, σώματα απομακρυσμένα από τη μαγεία των ερωτικών κινήσεων, απογοητευμένα από τη μεγάλη αρρώστια της κατευθυνόμενης συνύπαρξης. 

Σώματα κωδικά, διαμελισμένα, ανόρεχτα, ξένα προς το παιχνίδι ή την πνευμάτωσή τους, σώματα συστημικά χωρίς στομάχι-καρδιά-συκώτι-νεφρά-αίμα· σώματα χωρίς συναισθήματα πια, χωρίς κουράγιο να αντιμετωπίσουν τον εκφυλισμό τους. Σώματα ορθολογικά, πρόστυχα, χωρίς συγκίνηση. Και όμως, αυτό που δίνει νόημα στη ζωή, στην καθημερινότητα, δεν είναι ο ορθός λόγος, αλλά η συγκίνηση. Πάει αυτή· πάν' όλα. Τα σώματα πονάνε, οδύρονται, πεινάνε, φθείρονται· εκεί εμείς! Σφαδάζουν αλλά δεν επαναστατούν, ούτε καν εξεγείρονται. Δεν γελάνε!

Όλο το πνεύμα το σώμα μας είναι, αρνούμαστε εντούτοις οι πολλοί να αξιολογήσουμε τη θεμελιώδη σημασία του στον πολιτισμό και την πολιτική. Συνειδητά(;) το ταλαιπωρούμε, το βασανίζουμε και μαζί του και το σώμα της χώρας· το καθιστούμε εχθρό του εαυτού του, απαιτούμε όμως να είναι ερωτεύσιμο και φιλικό προς το περιβάλλον. Σώματα ασώματα, φθονερά και δολερά, ξένα προς τη συμπάθεια, αρνούμενα να παρελάσουν στο ξέφωτο της κοινωνίας, να δουν πού είναι πραγματικά η πολιτική. Αλαλάζουν, παρακαλώ, μαζί με όσους (θεωρούν ότι) νίκησαν στις εκλογές της θλιβερής και ιδιοτελούς συμφεροντοσκοπικής δημοκρατίας.


ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ


Πέμπτη, 22 Μαΐου 2014

ΝΑ ΕΡΧΕΣΑΙ









Να έρχεσαι
Έχουν παγώσει μέσα μου
Οι ώρες κι οι μέρες
Στάζουν πάνω μου
Σαν όξινη βροχή

Να έρχεσαι
Τα χέρια που θυμάσαι
Γίναν κλαδιά για πέτρινα κοράκια
Κι έτσι κανένας δεν φωνάζει
«Ποτέ πια»

Να έρχεσαι
Γιατί το σώμα αυτό που κουβαλώ
Έχει γεμίσει άρρωστα μπαλώματα
Κι εγώ δεν ξέρω
Πως γιατρεύουν τη σήψη

Να έρθεις
Γιατί κανείς δεν ξέρει πιο καλά
Πως ν’ αγκαλιάσει την αγάπη

Όταν κρυώνει


Μαρία Χρονιάρη

(από την υπό έκδοση συλλογή Η ΣΚΙΑ ΜΟΥ ΚΙ ΕΓΩ)