Πέμπτη, 27 Φεβρουαρίου 2014

ΥΣΤΑΤΗ ΑΠΑΙΤΗΣΗ





Αν διοργανώναμε μια συναυλία
Θα χόρευαν γύρω μας
Οι υπαίθριοι έρωτες;
Θα έβγαζαν κλαδιά
Στα παράθυρα των ματιών μου
Οι δερμάτινες παιδικές φωνές;

Θα γινόταν ποτέ η πόλη γιορτή
Από χρυσούς αρλεκίνους
Που εκτελούν ριψοκίνδυνα όνειρα
Εν αγνοία τους;

Θα αρκούσε λες
Τόσο σπαταλημένο σκοτάδι
Για να ηλεκτροδοτήσει
Τις παλιές περισπωμένες
Στον ύπνο μας;

Κι αν ακόμα μας συνόδευε ο καιρός
Που τελείωσε
Αν ακόμα ισχύουν  τα όμορφα ψέματα
Εν καιρώ ειρήνης
Θα έτρεχες προς το μέρος μου
(Το μέρος που ποτέ δεν είχα)

Με όλα σου τα γενέθλια;

Θα γινόσουν για μένα η πόλη
Που έχασε ξαφνικά τον χρόνο
Μέσα απ’ τις βαλίτσες της;

Θα έλεγες
Αν υπήρχες
Στον κόσμο

Να πάψει επιτέλους

Να επιπλέει μέσα μου;


ΣΣ

Τρίτη, 25 Φεβρουαρίου 2014

Η ΕΝΤΟΣ ΚΟΛΑΣΗ: THIS IS HOW I MUST PAY



                                                                    Hieronymus Bosch (1450 - 1516)


(συνέχεια από την προηγούμενη ανάρτηση)


  she said son this is the road to hell

Το ποίημα οφείλει να είναι δοκιμασία. Και όχι δοκιμή ή μια απλή άσκηση ύφους με σύνθετες λέξεις. Είναι μια ναυμαχία στην οποία, αν δεν λάβεις μέρος, δεν έχεις και την δυνατότητα να την περιγράψεις επαρκώς. Όλα τα υπόλοιπα δεν συνιστούν ποίημα. Είναι περισσότερο σκίτσα ιδεών, ανταποκρίσεις από ένα άγνωστο μέτωπο.  Στην μεγάλη πλειοψηφία τους ελλιπείς. Ατελείς. Ουδέτερες.

Η ποίηση δεν είναι η περιγραφή της κόλασης. Είναι η ίδια η κόλαση, αυτοπροσώπως.

Σ.Σ.


Σάββατο, 22 Φεβρουαρίου 2014

ΜΙΑ ΟΦΕΙΛΟΜΕΝΗ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗ





Ένα ενδιαφέρον κείμενο που δημοσίευσε η Μαρία Χρονιάρη στο blog της, «συνομιλώντας», τρόπον τινά, με ένα δάνειο βίωμα, την Τρίτη 18 Φεβρουαρίου, απέφερε μια πρώτη, δική μου «αντίδραση», σχεδόν παρηχητική, αλλά απολύτως αυθόρμητη. Ίσως, γιατί ήμουν παρών κατά την διάρκεια των συνδηλώσεων που υπονοούνται. Ίσως, γιατί το να ζει κανείς με την Περσεφόνη, σηματοδοτεί κυρίως την δική του απόφαση να αιωρείται ανάμεσα σε δυο κόσμους.

Είναι πραγματικά εντυπωσιακός ο τρόπος με τον οποίον επικοινωνούν οι διαφορετικές ζωές των ανθρώπων: Και γιατί αφήνονται να παρασυρθούν, η μια απ’ την άλλη, σε ένα άγνωστο ρεύμα, και γιατί η μέθοδος που εγγράφονται οι πληροφορίες του βιώματος πάνω στο κάθε σώμα, συνιστούν υπόκωφα μια πρώτης τάξεως ευκαιρία να παραστούν όλοι μαζί, χωρίς να σηκώσουν τον ποδόγυρό τους, κάτω από την ίδια, ταλαιπωρημένη σημαία, επί σκηνής, όταν τα φώτα έχουν πια σβήσει.

Πολλές ζωές, εντελλόμενες. Πολλές ανακατεμένες μακροπορείες. Αποδεκτούν ενός ρήματος από το οποίο λείπει – σαν αποτέλεσμα του καιρού;- εκείνη η παλιά περισπωμένη. Μια, όμως, τελικά, η βρεγμένη. Αυτή που δημιούργησε, σκηνοθέτησε και έπαιξε το τέλος της πάνω σε μια παρτίδα από αναμμένα κάρβουνα.

Σε κάθε περίπτωση, οι δημιουργικές ανταλλαγές και οι ταυτίσεις που αυτές συνεπάγονται, είναι πάντα ευπρόσδεκτες. Το ρίσκο, βέβαια, παραμένει αγνώστου πατρότητας. Και ακόμη αναζητείται.


Το κείμενο της Μαρίας Χρονιάρη εδώ:



ΝΑ ΚΟΒΕΙΣ ΤΙΣ ΦΛΕΒΕΣ ΣΟΥ ΟΡΙΖΟΝΤΙΑ


Οδός Σταδίου. Τελευταίος σταθμός. Ασπρόμαυρος. Μιας ερωτικής πολιτείας ανέκδοτα σταυρωμένης. Καβαλέτο κι ένας ακρωτηριασμένος πίνακας. Τι απάντηση να δώσει κανείς στον έρωτα όταν αφαιρετικά τον κάνεις ρήμα;

Δύο. Διό. Να ζει μαζί με την Περσεφόνη. Στο νεκρομαντείο της Πρέβεζας, στα μυστήρια μιας πόλης στερητικής. Με την κατάληξη ενός βουνού που παραδίδει εντολές. Τον κοιτά κάνοντας ανάτρηση. Δάχτυλα κίτρινα, τσιγάρα πολλά, ησυχία.

Ένα φάντασμα χορεύει δίπλα σ' έναν τοίχο στα Εξάρχεια και χάνεται λαθραία μέσα σ' ένα ταξί. Η τιμή έληξε. Μια ημερομηνία και στην είσοδο ένα ασθενοφόρο. Να κόβεις τις φλέβες σου οριζόντια. Ποτέ κάθετα.

Μαζί ποτέ.


ΜΧ

Και η ανακλαστική των δεδομένων δική μου παρήχηση:


ΟΛΟΜΟΝΑΧΟΙ ΜΑΖΙ



Έμειναν δυο πεθαμένα μέρη: Το μέρος που δεν ήταν αυτή σε αυτόν και το μέρος που δεν ήταν αυτός σε αυτήν.



I.

Οδός Μαυρομιχάλη. Το όρος Σινά μετώκησε. Μια προσευχή δεν είναι ποτέ εντολή. Είναι ανάγκη αρχαία, για να θυμίζει Έλευ – Ση. Προς το μυστήριο του θανάτου. Ούτε ένας πίνακας δεν μπόρεσε να τον ζωγραφίσει. Όλες οι φλέβες έμειναν ασφαλείς στη θέση τους. Τις μάζεψαν τα ασθενοφόρα του δήμου και τις έραψαν σε χέρια, για το μάθημα της Ανθρωπολογίας. Μετά, γυρίζουν και σε καλώδια. Περασμένα σφιχτά, στο λαιμό της αγάπης.

Το δάνειο σώμα της Περσεφόνης ακολούθησε την φορά του βυθού. Ανακλήθηκε στην επιφάνεια του νερού και έμεινε κάτω. Ούτως ή άλλως, Εξ -αρχεια δεν υπήρξαν ποτέ. Οι ποιητές ονόμασαν έτσι τις ήττες τους, για να τις αντέχουν.

Εσύ το γράφεις αυτό;
Ναι, εγώ.
 
Γιατί είμαι ατελής, όπως ο έρωτας.


ΙΙ.

Τόπος αδιευκρίνιστος. Παγκόσμιος, μάλλον. Το θέατρο δεν έχει πατρίδα.  Ο έρωτας εκεί, τυλιγμένος σε γάζες.  Ίσως οι δυο πρωταγωνιστές του να μην υπήρξαν ποτέ. Έπαιξαν, όμως. Για το χειροκρότημα της ιστορίας. Το φανερώνουν τα κρεμασμένα κουστούμια τους, στο βάθος του φουαγιέ. Κάποιες ανεπίδοτες προσκλήσεις. Το ανόητο κείμενο ενός ανόητου κριτικού θεάτρου. Το ίχνος απ’ τον ιδρώτα του έρωτα στο παλιό στρώμα. Ο λεκές της αγάπης.

Στα γενέθλια του θανάτου, ο τάφος έχει ακόμα λουλούδια.

Των θαυμαστών;
Εκείνου του δημοσιογράφου που μετάνιωσε για την γνώμη του;
Των ίδιων των πρωταγωνιστών του;

Λες;

Ο έρωτας είναι η τελευταία παράσταση ζωής, πριν τον θάνατο.


ΙΙΙ.

Οι θεατές μπαίνουν μαζί με τις νυχτερίδες στο καμαρίνι των ηθοποιών. Δεν υπάρχει κανείς. Τα φώτα είναι αναμμένα και στον καθρέφτη της τουαλέτας είναι γραμμένο με κραγιόν ΕΙΔΑ ΕΚΕΙΝΟ ΤΟ ΕΡΓΟ ΝΑ ΒΥΘΙΖΕΤΑΙ ΜΑΖΙ ΣΟΥ. Από την ανοιχτή πόρτα, στο βάθος της εισόδου, σχηματίζεται ένα στρώμα αέρα, ακατάληπτο, σαν μικρός ανεμοστρόβιλος. Σηκώνει σιγά σιγά τους θεατές και τους μεταφέρει σ’ ένα άγνωστης ταυτότητας ελικόπτερο. Η σημαία του είναι αρχαία. Θα πρέπει να είναι τουλάχιστον 2.500 ετών.

Ένα παλιό πομπηνόφωνο θυμίζει πάλι κάποιους διαλόγους. Προς τα μέσα της διαδρομής διακρίνεται ένα δεύτερο ελικόπτερο που προηγείται. Προσγειώνεται. Οι δύο πρωταγωνιστές κατεβαίνουν σε μια βαθειά τάφρο, μάλλον μελλοντική. Ακουμπούν λίγα λουλούδια. Κοιτάζονται. Μετά, σκεπάζονται ο ένας με τον θάνατο του άλλου και ξαπλώνουν. Το χώμα είναι ζεστό, γαλήνιο και άσαρκο. Οι θεατές παρακολουθούν ένα μισό φεγγάρι να χάνεται.

Ο ύπνος ήταν πάντα το αγαπημένο παιχνίδι των εραστών.


ΑΥΛΑΙΑ


Σταύρος Σταυρόπουλος



Τετάρτη, 19 Φεβρουαρίου 2014

ΣΤΟΥΣ ΚΗΠΟΥΣ ΤΟΥ ΜΠΟΥΣΕ

 Francois Boucher (1703 - 1770)

 
_μ ι σ ό  λ ο υ λ ο ύ δ ι  π ι ό  π λ ο ύ σ ι ο ς_


Ένα χτύπημα στον μίσχο με το δάχτυλο

Λύνει τον ύπνο και δίνει σύνθημα στη νέα αγωνία

Τότε εκείνο  α ν ο ί γ ε ι  με το ελαφρύ αεράκι

Τα σταχτιά του πέταλα

Με τραβάει μέσα του και με μπολιάζει με επιθυμία

Λιγωμένες από πόθο καλλονές κολακεύουν το φύλο μου

Δεν αρνιούνται διόλου να αποδείξουν το σφρίγος τους

Κάνοντας έρωτα μια δωδεκάδα φορές   Θυμίζοντας θεές

Με στήθη από βαριά τριαντάφυλλα που αν τα χαιδέψεις περιστροφικά

Θα σε πάνε θωπεύοντας στην Κίρφη και στον Ελικώνα




Τίποτα δεν με κρατά   Χώνω τον εαυτό μου στο χώμα
 
Για να υπάρξει αυτό το λουλούδι υπαινίσσομαι  τ ρ υ φ ε ρ ό τ η τ α
 
Αυτή η λέξη θαρρώ πως είναι το πιό όμορφο τριαντάφυλλο του κήπου
 
 
 
Όμως γιατί να αυταπατώμαι με αντικείμενα ποιητικά!
 
Ό,τι μυρίζω   Ό,τι ανθίζω καταστρέφεται
 
Ο μίσχος όπως διατρέχει ολόκληρο το σώμα του ποιήματος
 
Δρόμος μακρινός άδειος και εξαντλημένος
 
 
 
Κι όμως, τα ύστερά μου λόγια αποβλέπουν
 
Σε μια σαρκική μεγαλοπρέπεια
 
Σε μια απελπισία φωτός ενσαρκωμένη
 
 
 
Έτσι όπως ανοίγω σαν έγκλημα τη νύχτα
 
στους βαθυκύανους Κήπους του Μπουσέ
 
Που ακολουθεί τροχάδην την οργή
 
Μεγάλων θηλυκών βισόνων-
 
 
 
 
[ Οι θεές για τις οποίες μιλώ  Εξατμίζονται
 
   Ό,τι μένει απ' αυτές         Δεν είναι παρά
 
  Ό,τι μένει από μένα   Εκεί όπου η θλίψη μου
 
Βρίσκεται ήδη εκτός -  Πολύ μακριά από τον εαυτό της ]


ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΛΙΣΑΝΟΓΛΟΥ
 
από την υπό έκδοση ποιητική ενότητα "Όρια άνοιξης"