Πέμπτη, 28 Φεβρουαρίου 2013

ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ






Σηκώθηκα δυο λεπτά πριν χτυπήσει το ξυπνητήρι. Το περίμενα. Χτύπησε. Το έκλεισα. Άνοιξα τα μάτια μου. Ο λεκές από υγρασία στο ταβάνι είχε μεγαλώσει. Κάθισα στην άκρη του κρεβατιού και αναζήτησα με τα πόδια τις παντόφλες μου. Βρήκα πρώτα την αριστερή. Τις φόρεσα, σηκώθηκα όρθιος και περπάτησα ως το μπάνιο. Κλείνω τα 49. Κλότσησα ελαφρά την πόρτα του μπάνιου. Κλότσησα τον εαυτό μου να περπατήσει ως τον νιπτήρα. Μου πήρε δύο χρόνια αυτή η κλοτσιά. Κλείνω τα 51. Έπιασα το σωληνάριο της οδοντόκρεμας με το δεξί μου χέρι και ζούληξα λίγη από την πάστα πάνω στην οδοντόβουρτσα που θα αγοράσω του χρόνου. Κλείνω τα 52. Απλώνω αφρό ξυρίσματος πάνω στα γένια μου. Ακουμπάω το μπλε ξυραφάκι και προσπαθώ να το σηκώσω. Ζυγίζει 500 κιλά. Σκέφτομαι πως ίσως φταίει το ασήκωτο χρώμα του – έχω να δω οτιδήποτε μπλε, ουρανό, θάλασσα ή μάτια από όταν έκλεισα τα 53. Μαζεύτηκε πολύ μπλε. Μένω αξύριστος. Κλείνω τα 54. κατευθύνομαι προς το υπνοδωμάτιο και ξαπλώνω ξανά  στο κρεβάτι χωρίς να βγάλω τις παντόφλες απ’ τα πόδια μου ή την παλιά μου εικόνα απ’ το μυαλό μου. Κοιμάμαι ως τις δέκα. Ξανακοιμάμαι ως τις δύο. Οι παντόφλες μου έχουν πέσει στο πάτωμα (πιστεύω) – οπότε τις ξαναψάχνω. Τις ψαχουλεύω ατάραχος για 10 ολόκληρα λεπτά, μετρώντας τις ρίγες της ταπετσαρίας. Δεν τις βρίσκω με τα πόδια και γι’ αυτό πέφτω στα γόνατα, σαν να ’θελα να τις παρακαλέσω παρά να τις ψάξω, όμως δεν βρίσκονται στο πάτωμα κάτω από το κρεβάτι (έχουν μπερδευτεί με τα σκεπάσματα). Ωστόσο κάτω απ’ το κρεβάτι βρίσκω μια κάλτσα που την είχα χάσει καιρό, μια εφημερίδα, τα γυαλιά μου για το διάβασμα, τα μάτια μου, τρεις μπάλες από χνούδι κι ένα σχετικά μεγάλο κομμάτι του κορμιού μου – από τη μέση ως τα γόνατα. Δεν μαζεύω τίποτα. (Δεν έχω καθόλου καιρό να σφουγγαρίσω – ούτε τα μάτια μου ούτε τον αφαλό μου ούτε την εφημερίδα ούτε το πέος μου. Κλείνω τα 55). Βρίσκω τις παντόφλες μου ανάμεσα στα σκεπάσματα και ξαναπέφτω για ύπνο. Σηκώνομαι στις τέσσερις και τέταρτο και κινώ, ξυπόλυτος, για την κουζίνα. Φτάνω στην πόρτα και γυρνάω πίσω να βάλω τις παντόφλες μου. Ξανασηκώνομαι παρά πέντε. Σέρνω τα πόδια μου ως την κουζίνα, σκοντάφτω στο χαλάκι και πέφτω στο πάτωμα. Πέφτω σε σαδιστικά αργή κίνηση, για δύο χρόνια. Κλείνω τα 57. Σηκώνομαι αργά αργά, στηριζόμενος στον κόκκινο καναπέ με τον λευκό λεκέ. Όταν τον αγόρασα, ήταν όλος λευκός.(Δεν πρόκειται για έναν λευκό λεκέ στην πλάτη ενός κόκκινου καναπέ, πρόκειται για έναν τεράστιο κόκκινο λεκέ από κρασί, μ’ ένα μικρό, αλέκιαστο κυκλάκι στην πλάτη). Ανάβω τη λάμπα. Δεν είμαι μόνο εγώ αξύριστος. Όλα τα αντικείμενα στο σπίτι έχουν βγάλει σκληρά γένια που γρατζουνάνε. Κατευθύνομαι προς την κουζίνα να ετοιμάσω κάτι να φάω. τρώω κρασί με τα χέρια, χωρίς μαχαιροπίρουνα, χωρίς ποτήρι, δεν πίνω, καταπίνω χωρίς να μασάω. (Βαριέμαι να μασάω, Με καθυστερεί. Κλείνω τα 58 και μπαίνω στα 59). Παραγγέλνω μια μερίδα μακαρόνια με κιμά. Έχω προπληρώσει 1000 ευρώ στο μαγειρείο, υπολογίζω τώρα να υπολείπονται 100 με 150. Μου αφήνουν τα μακαρόνια με το κιμά πάντα έξω από την πόρτα, στο χαλάκι.(Κάποιες μέρες μπερδεύομαι και τρώω το χαλάκι. Δεν έχει καμιά διαφορά στη γεύση). Κάθομαι στον καναπέ κι ανοίγω την τηλεόραση. Παίζει εκείνη τη διαφήμιση που δείχνει ένα χαμογελαστό παιδάκι πάνω στους ώμους του μπαμπά του να παίζουνε τρενάκι, και μετά μπαίνει στο πλάνο μια μανιακή γυναίκα και πνίγει τον μικρό και μετά γελάει δυνατά κι αυτοκτονεί. Έτσι θα τελείωνε αυτή η διαφήμιση αν μιμούνταν τη ζωή. Χτυπάει το τηλέφωνο και προσπαθώ ανεπιτυχώς να το σηκώσω με τα μάτια. Χτυπάει για πέντε λεπτά. Το σηκώνω (με τα χέρια) κι είναι η αδελφή μου να με ρωτήσει ζεις, ξύπνησες, σηκώθηκες, έφαγες, ετοιμάστηκες, και να μου πει ότι χαίρεται που αποφάσισα να της αναθέσω την αποψινή συγκέντρωση των γενεθλίων μου και ότι χάρηκαν όλοι που θα με δουν επιτέλους μετά από τόσα χρόνια κι ότι αυτό ίσως σημαίνει επιστροφή και ότι πολλοί άνθρωποι επανεφευρίσκουν τον εαυτό τους μετά από κάποια τραγωδία, ειδικά εκεί γύρω στα 60, κι όλα θα φτιάξουν, και ο χρόνος φαίνεται τελικά πως είναι γιατρός, κι ότι εκείνη τη φορά που είχαμε κάνει τα γενέθλιά μας μαζί, πολύ πριν από αυτό που έγινε, δεν θα την ξεχάσει ποτέ. Το πριν απ’ αυτό που έγινε το είπε λες και πρόφερε λέξεις που μόλις είχαν βγει από το χειρουργείο κι ο γιατρός  έπρεπε να πει στους συγγενείς λυπάμαι. Κλείνω το τηλέφωνο. Κλείνω τα 10: δέκα χρόνια απ’ αυτό απ’ αυτό που έγινε (από τη διαφήμιση που τελείωσε αλλιώς από αυτήν που παίζουν στην τηλεόραση). Η αδελφή μου θα ξεκινήσει σε  πέντε λεπτά, κι εγώ πρέπει να ντυθώ και να ετοιμαστώ ψυχολογικά να δω ανθρώπους, να συνηθίσω στην ιδέα να δω επιτέλους ανθρώπους κανονικούς, δερμάτινους – και όχι από χαρτί ή από γυαλί ή μέσα στο ποτήρι μου. Οι δεύτερες σκέψεις ξετρυπώνουν απ’ το δέρμα μου ανεξέλεγκτα, σαν ιδρώτας. Κλείνομαι στο μπάνιο και σκέφτομαι πως, για να υπάρχουν γκρεμοί, κάποια χρησιμότητα θα έχουν. Σκέφτομαι πως το να κάτσεις στην άκρη του γκρεμού και να του ρίξεις σκοινιά για να τον βοηθήσεις ν’ ανεβεί, πως το να προσπαθήσεις να ανελκύσεις τον γκρεμό, να τον σώσεις, να τον σηκώσεις σαν φόρεμα προς τα πάνω, αρπάζοντας τον γκρεμισμένο του ποδόγυρο, στέκει όσο στέκει το να περιμένεις πως, αν ξαναστήσεις σαν ντόμινο όλα τα χρόνια που έχεις ζήσει μέχρι σήμερα, ίσως και να μην πέσουν αυτή τη φορά. Ανοίγω την ντουλάπα μου, και πάνω από το γκρεμό κρέμεται το κουστούμι που έχω πει ότι θα φορέσω –είναι γκρι. Είμαι πολύ όμορφος με γραβάτα. Ποιον κοροϊδεύω; Είμαι σαν να κλείνω τα 150. Ακούω το κουδούνι της κάτω πόρτας και πανικοβάλλομαι, με πονάει το κεφάλι μου, με πονάει το στέρνο μου, με πονάει το πουκάμισό μου, θέλω να φορέσω τις παντόφλες μου. Κινώ προς το θυροτηλέφωνο, αλλά βγαίνοντας από το δωμάτιο με περιμένει μια έκπληξη. Ένα ηχηρό σαρπράαααααααααααααιζ, όπως στις ταινίες, με πυροβολεί στον κρόταφο. Στο σαλόνι βρίσκονται ήδη οι πρώτοι μου υποτίθεται καλεσμένοι, με τα ακάλεστα χαμόγελά τους, ο εαυτός μου σε ηλικία 5 χρονών, ο εαυτός μου σε ηλικία 8, ο εαυτός μου στο γυμνάσιο, ο εαυτός μου αγκαλιά με την πρώτη μου γκόμενα, ο εαυτός μου με το πτυχίο μου στο χέρι, ο εαυτός μου με το νυφικό της γυναίκας μου, ο εαυτός μου με το γιο μου σε φωτογραφία, ο εαυτός μου όταν παραιτήθηκα από το νοσοκομείο, ο εαυτός μου στα 40 μου, ο εαυτός μου στα 41 μου, στα 42 μου, στα 43, στα 44, στα 45, στα 46, στα 47, στα 48, στα 49, στα 50, στα 51, στα 52, στα 53, στα 54, στα 55, στα 56, στα 57, στα 58, στα 59. Ανοίγω το συρτάρι όπου κρύβω το περίστροφο. Κλείνω τα 60 στα ψιλά γράμματα μιας εφημερίδας.



(Χρόνια πολλά, μια ιστορία από το βιβλίο Γαμ.- Mυθιστορήματα του ενός λεπτού, της Κατερίνας Έσσλιν, εκδ. Απόπειρα, 2012. Ο λόγος που δημοσιεύεται εδώ είναι γιατί το θεωρώ οδηγό για το πώς πρέπει να γράφονται τα διηγήματα. Υποδειγματικό οδηγό).

Τρίτη, 26 Φεβρουαρίου 2013

ΤΑ ΕΝΔΥΜΑΤΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΟΥ




Ένας νέος ποιητής μ’ επεσκέφθηκε. Ήταν πολύ πτωχός, εζούσε από την φιλολογική του εργασία, και με φαίνονταν σαν κάπως να λυπούνταν βλέποντας το καλό σπίτι που κατοικούσα, τον δούλο μου που τον έφερε ένα καλό σερβιτό τσάι, τα ρούχα μου τα καμωμένα σε καλό ράπτη. Είπε: «Τι φρικτό πράγμα να έχη κανείς να παλεύη να βγάζη τα προς το ζην, να κυνηγάς συνδρομητάς για το περιοδικό σου, αγοραστάς για βιβλίο σου».

     Δεν θέλησα να τον αφήσω στην πλάνη του και τον είπα μερικά λόγια, περίπου σαν τα εξής. Δυσάρεστη και βαρυά η θέσις του – αλλά τι ακριβά που με κόστιζαν εμένα η μικρές μου πολυτέλειες. Για να ταις αποκτήσω βγήκα απ’ την φυσική μου γραμμή κ’ έγινα ένας κυβερνητικός υπάλληλος (τι γελοίο), και ξοδιάζω και χάνω τόσες πολύτιμες ώρες την ημέρα (στες οποίες πρέπει να προστεθούν  και η ώρες καμάτου και χαυνώσεως που τες διαδέχονται). Τι ζημιά, τι ζημιά, τι προδοσία. Ενώ εκείνος ο πτωχός δεν χάνει καμμιά ώρα· είναι πάντα εκεί, πιστό και του καθήκοντος παιδί της Τέχνης.

     Πόσες φορές μες στην δουλειά μου μ’ έρχεται μια ωραία ιδέα, μια σπάνια εικόνα, σαν ετοιμοκαμωμένοι αιφνίδιοι στίχοι, και αναγκάζομαι να τα παραμελώ, διότι η υπηρεσία δεν αναβάλλεται. Έπειτα σαν γυρίσω σπίτι μου, σαν συνέλθω κομμάτι, γυρεύω να τ’ ανακαλέσω αλλά πάνε πια. Και δικαίως. Μοιάζει σαν η Τέχνη να με λέγη  «Δεν είμαι δούλα εγώ· για να με διώχνης σαν έρχομαι, και νάρχομαι σαν θες. Είμαι η μεγαλήτερη Κερά του κόσμου. Και αν με αρνήθηκες – προδότη και ταπεινέ – για το ελεεινά σου καλό σπίτι, για τα ελεεινά σου καλά ρούχα, για την ελεεινή καλή σου κοινωνική θέσι, αρκέσου μ’ αυτά λοιπόν (αλλά πού μπορείς ν’ αρκεσθής), και με τες λίγες στιγμές που όταν έρχομαι συμπίπτει να ήσαι έτοιμος να με δεχθής, βγαλμένος στην πόρτα να με περιμένης, όπως έπρεπε να ήσαι κάθε μέρα».


Ιούνιος 1905




Mέσα σ' ένα κιβώτιο ή μέσα σ' ένα έπιπλο από πολύτιμον έβενο θα βάλω και θα φυλάξω τα ενδύματα της ζωής μου.

      Tα ρούχα τα κυανά. Kαι έπειτα τα κόκκινα, τα πιο ωραία αυτά από όλα. Kαι κατόπιν τα κίτρινα. Kαι τελευταία πάλι τα κυανά, αλλά πολύ πιο ξέθωρα αυτά τα δεύτερα από τα πρώτα.

      Θα τα φυλάξω με ευλάβεια και με πολλή λύπη.

      Όταν θα φορώ μαύρα ρούχα, και θα κατοικώ μέσα σ' ένα μαύρο σπίτι, μέσα σε μια κάμαρη σκοτεινή, θα ανοίγω καμιά φορά το έπιπλο με χαρά, με πόθο, και με απελπισία.

      Θα βλέπω τα ρούχα και θα θυμούμαι την μεγάλη εορτή - που θα είναι τότε όλως διόλου τελειωμένη.

      Όλως διόλου τελειωμένη. Tα έπιπλα σκορπισμένα άτακτα μες στες αίθουσες. Πιάτα και ποτήρια σπασμένα κατά γης. Όλα τα κεριά καμένα ώς το τέλος. Όλο το κρασί πιωμένο. Όλοι οι καλεσμένοι φευγάτοι. Mερικοί κουρασμένοι θα κάθονται ολομόναχοι, σαν κ' εμένα, μέσα σε σπίτια σκοτεινά - άλλοι πιο κουρασμένοι θα πήγαν να κοιμηθούν.



(από τα Kρυμμένα Ποιήματα 1877 - 1923, Ίκαρος 1993)

Κ.Π.Καβάφης