Δευτέρα, 21 Οκτωβρίου 2013

ΜΑΡΙΑ ΧΡΟΝΙΑΡΗ: Η ΚΟΡΗ ΤΗΣ ΠΕΤΡΑΣ



Η φιλόλογος Ελένη Σμπώκου με την Μαρία Χρονιάρη

Πριν λίγο καιρό ο Γιώργης Καράτζης, μου μίλησε για την πρόθεση του Κέντρου Κρητικής Λογοτεχνίας, να διοργανώσει αυτήν εδώ την ημερίδα. Στο μυαλό μου ήρθαν στίχοι δικοί του από το «Ολοκαύτωμα», όπου αναφερόμενος στην πέτρα – και στην ουσία υμνώντας την -  λέει: «Εσύ ‘σαι η μάνα του χωριού, εσύ με λίγα λόγια, είσαι αυτό που λέγεται και που γροικάται Ανώγεια». Σκεφτόμουν λοιπόν το οξύμωρο που δημιουργείται, πως μπορεί μια μάνα τόσο σκληρή, να γεννά παιδιά τόσο ευαίσθητα και προικισμένα, όσο αυτά που παρουσιάζονται εδώ σήμερα· που μπορούν και αναπτύσσουν ιδιαίτερες σχέσεις με την φύση, την αγάπη, τον έρωτα, τον θάνατο.
Μια «κόρη της πέτρας» λοιπόν, μου ανέθεσαν να σας παρουσιάσω σήμερα. Ο λόγος για την Μαρία Χρονιάρη. Η Μαρία Χρονιάρη γεννήθηκε στην Αθήνα και κατάγεται από τ’ Ανώγεια. Πολυπράγμων, πολυδιάστατη προσωπικότητα, με πολλά ενδιαφέροντα, σπούδασε τηλεόραση, έκανε σεμινάρια σκηνοθεσίας και εργάζεται ως οπερατέρ. Συνεργάζεται με την «Φωνή των Ανωγείων» μέσα από την στήλη «Ιστορίες του Ωκεανού». Στο θέατρο έχει σκηνοθετήσει την παράσταση της ομάδας IlluminArti «Το ροκ που παίζουν τα μάτια σου», από το ομώνυμο βιβλίο του Σταύρου Σταυρόπουλου.


Μέσα σ’ όλα αυτά και πάνω απ’ όλα αυτά, ασχολείται με την ποίηση και την πεζογραφία και έχει εκδώσει ως τώρα δύο βιβλία το Εκεί που αλλάζω ζωές (2010) και το Επειδή Μαζί (2012) από τις εκδόσεις Απόπειρα. Η γραφή για την Μαρία είναι μια ιεροτελεστία, μια μυσταγωγία, μια συναυλία σιωπής που γεννά λέξεις και πραγματώνει την ανάγκη της να επικοινωνήσει και να μοιραστεί. Και επειδή αυτό που διεγείρει την δημιουργική φαντασία δεν αποτελεί «κοινό τόπο», η ποίηση δεν προσδιορίζεται από συγκεκριμένο χώρο και χρόνο. Η έμπνευση μπορεί να έρθει με την κάμερα στο χέρι ή ατενίζοντας την θάλασσα κι έτσι αποτυπώνεται σε ένα κομμάτι σκισμένης εφημερίδας ή στην πλάτη ενός άδειου πακέτου τσιγάρων. 

Κάποιες φορές έμπνευση για την Μαρία είναι η ανάμνηση μιας στιγμής: «Κλείνω τα μάτια και συγκεντρώνω όλες τις αναπνοές στα χείλη μου. Όταν τα ανοίγω, ένα αστέρι πέφτει. Το πιάνω και το καρ­φιτσώνω δίπλα απ’ την τσέπη μου. Εκεί που θα σε βρίσκω κάθε που φεύγεις». Άλλοτε είναι το θραύσμα μιας εικόνας: «Όλοι οι δρόμοι μοιάζουν με καρτ ποστάλ. Βρίσκονται τα πάντα στην ίδια θέση, στο πλακόστρωτο τα βήματα ακούγονται το ίδιο σιγανά. Το σιντριβάνι με τα φίδια ακόμα παλεύει. Για τη γιατρειά. Εμείς λείπουμε. Λυπούμαι. Κι όμως, εκεί, ώρες πριν το ξημέρωμα, έζησαν όλα όσα μπορέσαμε ποτέ να υπάρξουμε». Και κάποτε πάλι είναι ο απόηχος ενός συναισθήματος: «Τη στιγμή που οι ζωές πολλαπλασιάζονται, άγριοι κύκνοι βγαίνουν και μπλέκονται στα σύννεφα. Το άσπρο και το μαύρο διαιρούν την ηδονή μου. Εκεί στη γωνία που στάζει το δάκρυ σου. Εκεί θέλω να ζω. Να είμαι. Ο σταλακτίτης των ματιών σου».

Όλα αυτά τα ερεθίσματα, συνθέτουν ένα ψηφιδωτό στιγμών, εικόνων και συναισθημάτων που καλύπτεται από ένα αδιόρατο ερωτικό πέπλο ειδωμένο μέσα από την καθαρότητα της ψυχής και του λόγου της Μαρίας και μας προσφέρονται στην ποιητική συλλογή «Εκεί που αλλάζω ζωές». Τα ποιήματα της Μαρίας είναι δομημένα με μια πεζολογική φόρμα, όπου η παραδοσιακή ομοιοκαταληξία υποχωρεί δίνοντας την θέση της στον ελεύθερο στίχο, τον απαλλαγμένο από μετρικά δεσμά. Πρόκειται για ποιήματα ολιγόλεκτα, χωρίς στροφική ισορροπία. Μοιάζουν με σκέψεις άτακτα ριγμένες στην έρημο του λευκού χαρτιού. Η προσωρινότητα των λέξεων δημιουργεί το μόνιμο και μας κάνει κοινωνούς των σκέψεων της Μαρίας Χρονιάρη. Μέσα από τον λόγο της βγαίνει η δύναμη του χαρακτήρα της, η υπόσταση της ύπαρξής της που την διακρίνει η τάση για αλλαγή, ανανέωση, ανατροπή, διεκδίκηση ενός καλύτερου αύριο, που όμως για να υπάρξει, καθοριστικό ρόλο παίζει το σήμερα και η στάση μας σ’ αυτό, η απόρριψη του «φαίνεσθαι» και η αντιμετώπιση του «είναι».  «Όσα ακούς να λένε για την αλήθεια, είναι όλα ψέματα. Είναι μια κρυφή συνενοχή στην απάτη. Τίποτε δεν υπάρχει όπως το βλέπεις. Κι αν το νόμισμα έχει δυο όψεις, είναι για να ξεγελάμε τους εαυτούς μας. Ότι αλλάζουν τα πράγματα».

Για την Μαρία όλα λειτουργούν νομοτελειακά και οργανώνονται γύρω από έναν βασικό άξονα που καθορίζεται από την αρχή και το τέλος, την ζωή και τον θάνατο. Όχι τόσο τον βιολογικό που συνεπάγεται υλική φθορά όσο τον πνευματικό· τον θάνατο των ιδεών και των συναισθημάτων αυτών που μετατρέπει τον θάνατο της στιγμής σε ζωή της επόμενης στιγμής. Η γέννεση και η φθορά επιδίδονται σε ένα αέναο κυνηγητό αναιρώντας διαδοχικά η μια την άλλη. Και δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετικά «Επειδή Μαζί». Σ’ αυτό το βιβλίο τονίζεται ότι όσο η ζωή συνεχίζει να περιβάλλεται από θάνατο, τόσο ο θάνατος θα μεταβάλλεται σε αφορμή της.

Η παραδοχή της συνύπαρξης ζωής και θανάτου και της αμοιβαίας αλληλεπίδρασης και αλληλεξάρτησής τους, την οδηγεί στην αναζήτηση και τον προσδιορισμό του μεσοδιαστήματος που υπάρχει κι έτσι καταλήγει στην αφορμή των πάντων, την αγάπη. Μια αγάπη όμως που δεν αποτελεί δουλική υποταγή στο συναίσθημα, αλλά γίνεται πηγή δύναμης και δημιουργίας, διάθεση προσφοράς, θυσίας, ψυχικού τσαλακώματος, αντίδραση στις συμβάσεις της κοινωνίας και απόρριψη τετριμμένων αξιών που σαρκάζονται και αμφισβητούνται. Οι σιωπές της Μαρίας φωνάζουν δυνατά αυτά που δεν ειπώθηκαν ποτέ αλλά υπήρξαν: τον πόνο που γεννά η απουσία, το φόβο και την αβεβαιότητα που γεννά η προσμονή, την θλίψη για το ανεκπλήρωτο συναίσθημα, τη νοσταλγία που σε τραβάει στην αθωότητα των παιδικών σου χρόνων.

Ο ορίζοντας πίσω μου αναβοσβήνει συγγνώμες. Ο ορίζοντας μπροστά μου αναγνωρίζει πληγές. Για όλα φταίνε τα μάτια μου. Μπορούν πάντα να ακούνε τη βοή απ’ τα ψέματα. Γι’ αυτό θα έρχομαι πάντα ακεραιωμένη. Για να τελειώσω με απόφαση βέβαιη, κάθε αρχή που δεν φτάνει να πει.
Πίνω μια άδεια σαγκρία. Με τα τραγούδια μου όλα σπασμένα. Κάποτε, κάποιος ήταν εδώ. Τώρα μόνο φυγή. Προς τα πού αγαπιούνται οι άνθρωποι; Τί είναι αυτό που ποτέ δεν θα  λήξει; Τσουβαλιάζω τη θύμηση σε εστίες κενές. Ματωμένες φωτιές καθορίζουν το βλέμμα μου. Να ζήσω. Μόνο αυτό θέλησα. Μόνο αυτό είπα. Μα από τότε μόνο βροχή. Μαύρη βροχή· σαν θάνατος που απλώνει τα χέρια. Σαν τίποτα που γεννάει ευχές. Να θυμηθώ άλλο πια μη ζητήσω.
Το ρολόι στον τοίχο μου δείχνει χρόνια παρά. Όλοι οι δείκτες του συνωμοτούν για ένα επείγον. Πριν η ώρα χαράξει, θα ‘χω φύγει μετά. Θα ’χω φτάσει στο μέλλον που ιδρώνουν οι νύχτες. Κι εκεί, τότε, το ρολόι στον τοίχο θα χτυπήσει ακριβώς.

Ο λόγος της Μαρίας Χρονιάρη, πυκνός και πολυσήμαντος, θα μπορούσε να γεμίσει πολλές σελίδες φιλολογικών αναλύσεων. Με τις ρίζες της να χάνονται βαθιά στην Ανωγειανή γη, και παραφράζοντας τον ποιητή Ναζίμ Χικμέτ θα μπορούσαμε συνοπτικά να πούμε: «Αν η μισή καρδιά της Μαρίας είναι στην Αθήνα, η άλλη μισή στ’ Ανώγεια βρίσκεται».


Ελένη Σμπώκου


(Το κείμενο της Ελένης Σμπώκου διαβάστηκε σε ημερίδα του Κέντρου Κρητικής Λογοτεχνίας, στα Ανώγεια, στις 2 Ιουνίου 2013)

Δεν υπάρχουν σχόλια: