Δευτέρα, 20 Μαΐου 2013

ΕΠΕΙΔΗ ΜΑΖΙ ΣΤΟ POLIS



Το σπίτι μου είναι από μολύβι. Ό, τι χρώμα υπήρχε μέσα του, έγινε στάχτη στη βροχή. Μια όξινη δυνατή βροχή που καλύπτει τα πάντα. Τα έπιπλα κινούνται γύρω μου σαν πεταλούδες που χάθηκαν στο δρόμο.

 

Πιάνω το μοναδικό έγχρωμο έπιπλο και το κρεμάω στο λαιμό μου. Η φωτογραφία μιας απρόσμενης αγκαλιάς με κοιτάει με αγωνία. «Θα με σώσεις;»  Δεν ξέρω τι να της απαντήσω.

 

Έξω στο δρόμο οι άνθρωποι μοιάζουν με λίμνη. Νερένιοι, υγροί. Θέλω να πλησιάσω· όμως το σπίτι, μαζί κι εγώ, όσο πάμε και λιγοστεύουμε. Κάποτε, το σπίτι αυτό ήταν νησί. Μια ατέλειωτη κόκκινη παραλία. Ένας λύκος μια φορά, μου ‘χε χαρίσει το κέλυφος από ένα νεκρό σαλιγκάρι. Για να μην χάνομαι στις νύχτες της ερήμου. Τώρα ούτε λύκος, ούτε ματάκια. Σχεδόν ζωή. Μόνο λίγη άμμος που είχα φυλάξει κάποτε, για ώρα ανάγκης.

 

Όταν το σπίτι βουλιάζει, πέφτεις κι εσύ. Γιατί είναι το δικό σου σπίτι. Και κανείς ποτέ δεν εγκαταλείπει την προσπάθεια να κρατήσει το σπίτι του ζωντανό. Αν κάποτε βρεθούμε, το σπίτι μου κι εγώ, παρακαλώ να μας καρφώσετε στην θάλασσα.

 

Γιατί μόνο εκεί μπορούμε να ζούμε. Γιατί μόνο εκεί πεθαίνουμε.

 

Μαρία Χρονιάρη


 «Δεν υπάρχει πουθενά μέρος για τους ζωντανούς»

Δεν υπάρχουν σχόλια: