Τρίτη, 28 Φεβρουαρίου 2012

ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΘΥΜΑΤΑΙ ΟΝΟΜΑΤΑ




Ο ΚΟΣΜΟΣ ήταν αγορασμένος. Γύρω του κούρνιαζαν νυσταγμένες οι οικογένειες. Ανακάτευαν μια φωτιά χαλασμένη. Με το ένα τους μάτι γυάλινο, τις ραγισμένες τους αγκαλιές στο τζάκι, τα εξασθενημένα, χωρίς ζωή, χνώτα. Τα σπίτια όλα ήταν από χειμώνα. Γυναίκες με κόκκινα, λυπημένα μαλλιά και άντρες ακατοίκητοι που έγερναν σαν άγνωστα τοπία. Παιδιά ξεκοιλιασμένα. Σε σχήμα σταυρού. Δεν μπορούσε κανείς να δει το στολισμένο τους πρόσωπο.

Οι ψυχές, ένας πόλεμος. Να καταργηθεί το φτηνό ύφασμα, το άβουλο μέσα. Όταν. Είπε, να ενωθούμε και πέθανε. Σκαλισμένος έως το κόκαλο, χωρίς να θυμάται ονόματα.

Τη νύχτα μεταμορφώθηκε πάλι σε ένα ακάθαρτο δέρμα. Θα ζήσει ξανά. Τα σβηστά είχαν πάλι ανάψει. Ρουφηγμένος και καταποντισμένος - υπήρχε ακόμη καιρός. Η ματιά του χρειαζόταν στρεβλώσεις. Του άρεσε να απεχθάνεται την πραγματικότητα.

Οι γωνίες του σώματός του ήταν σιδερωμένες με φως. Ανελέητο φως και του αρκούσε. Στο κρεβάτι, ο σιδερένιος δεσμός. Τυφλός γίγαντας, με τα χέρια δεμένα. Όταν κοιμόταν πάνω του ένιωθε ελαφρύς. Όλος.

Περνούσαν οι μέρες και γιατί. Πετούσαν με τα ορθάνοιχτα μάτια τους. Σ’ ένα πηχτό, γνώριμο, αδιαπέραστο χρώμα. Μέσα απ’ τα ξεκούμπωτα ρούχα τους, η ομορφιά. Θα μπορούσε να σκοτώσει γι αυτήν. Αλήθεια. Θα μπορούσε να διαλυθεί.

Από το στόμα της έβγαινε ίσια στον ωκεανό. Βαφόταν με κάτι τεράστια λέπια και μπορεί. Μόνο εκεί γινόταν να κατοικήσει. Φυτεμένος στον ουρανίσκο της. Σκεπασμένος από σάλιο, καθώς εμίκραινε. Όλο εμίκραινε. Σαν κερί που κάποτε τελειώνει.

Ήταν περισσότερο το τοπίο εκεί; Περισσότερο αυτή η εκπληκτική σιωπή; Θα ξεπερνούσε αυτό που φαινόταν για να γίνει πολίτης του αφανούς.

Ένιωθε εξουσιοδοτημένος. Σπαρμένος στην επιφάνεια της γης. Τον κρατούσε με πείσμα να μην βυθιστεί. Σαν νησί. Ο ήλιος το αναγνώριζε και συμφωνούσε. Του έβαζε την παραλία στα χέρια.

Θα στέκει από μια γωνιά, σ’ ένα ανθισμένο καιρό. Με ή χωρίς. Σε ένα καταυλισμό των σωσμένων. Δεν θα έχει λέξεις να πει, ιδέες να γράψει. Θα παίρνει εκείνο το παλιό λεωφορείο για τη θάλασσα. Θα αποβιβάζεται πάνω στα πρόσωπα των ανθρώπων. Θα τον αντέχει ο πρωινός ήλιος, θα χαμογελά μυστικά. Θα ανακατεύει τη λίμνη μέσα της.

Ό,τι υπήρξε, θα υπάρξει ξανά. Κάθε τι είναι απόσπασμα. Η μοναξιά του οριακού.

Και το οριακό δεν θυμάται ονόματα.


( απόσπασμα από το βιβλίο ΠΙΟ ΝΥΧΤΑ ΔΕΝ ΓΙΝΕΤΑΙ, εκδ. Οξύ, 2011)


Κυριακή, 26 Φεβρουαρίου 2012

ΣΥΣΤΑΣΕΙΣ





Είμαι

Η ταμπέλα του εαυτού μου
Η αταξινόμητη ροή προς την αλήθεια
Η άοκνη αντίρρηση
Η επινόηση του παράφορου έρωτα

Το λάθος

Νάντια Γαβαλά
(από την ανέκδοτη ποιητική συλλογή Η ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ ΜΟΥ ΦΕΡΝΕΙ ΠΛΗΞΗ)

Πέμπτη, 23 Φεβρουαρίου 2012

ΤΟ ΛΑΘΟΣ ΧΡΩΜΑ



ΔΕΚΕΜΒΡΗΣ 2008


Το φως της ημέρας

Επέπλεε

Πάνω στα στρώματα των ανθρώπων

Οι φωνές τους χώλαιναν

Έως την άκρη του δρόμου


Διαμπερή τραύματα

Κυνηγούσαν σφαίρες

Για το xριστουγεννιάτικο δέντρο τους

Και τις τελευταίες δύο σακούλες παραμύθια

Που είχαν μείνει

Στο ράφι της επιβίωσης


Η ώρα είχε περάσει πολύ

Και όλοι ανέπνεαν

Με τη βοήθεια δακρυγόνων


Μέσα στο σπίτι

Με χρωματιστό εξώφυλλο

Άνθιζε

Ένας κοντοκουρεμένος θάνατος

Από κεκτημένη συνήθεια

--------------------------------

ΟΜΟΛΟΓΙΑ


Εγώ φταίω

Που τα συνθήματά μας

Ήταν πάντοτε

Παρατατικός


Και μιλάω για τη γενιά μου


( απόσπασμα από το βιβλίο ΔΥΟ ΜΕΡΗ ΣΙΩΠΗ, ΕΝΑ ΜΕΡΟΣ ΛΕΞΕΙΣ, εκδ. Μεταίχμιο, 2009)





(επανάληψη μέχρι να το εμπεδώσουμε και να κάνουμε επιτέλους κάτι)

Τρίτη, 21 Φεβρουαρίου 2012

ΣΤ' ΑΣΤΕΙΑ ΠΑΙΖΑΜΕ



στη μικρή Μαρία,
τον Σόιμπλε, τον Γιούνγκερ,
και τα άλλα καλά παιδιά που μας κυβερνούν
επειδή
η ευτυχία θα είναι η εκδίκησή μας


Δὲ χάσαμε μόνο τὸν τιποτένιο μισθό μας
Μέσα στὴ μέθη τοῦ παιχνιδιοῦ σᾶς δώσαμε καὶ τὶς γυναῖκες μας
Τὰ πιὸ ἀκριβὰ ἐνθύμια ποὺ μέσα στὴν κάσα κρύβαμε
Στὸ τέλος τὸ ἴδιο τὸ σπίτι μας μὲ ὅλα τὰ ὑπάρχοντα.

Νύχτες ἀτέλειωτες παίζαμε, μακριὰ ἀπ᾿ τὸ φῶς τῆς ἡμέρας
Μήπως πέρασαν χρόνια; σαπίσαν τὰ φύλλα τοῦ ἡμεροδείχτη
Δὲ βγάλαμε ποτὲ καλὸ χαρτί, χάναμε· χάναμε ὁλοένα
Πῶς θὰ φύγουμε τώρα; ποῦ θὰ πᾶμε; ποιὸς θὰ μᾶς δεχτεῖ;

Δῶστε μας πίσω τὰ χρόνια μας δῶστε μας πίσω τὰ χαρτιά μας.

Κλέφτες!

Στὰ ψέματα παίζαμε!


Μανώλης Αναγνωστάκης