Σάββατο, 31 Δεκεμβρίου 2011

ΤΗΝ ΩΡΑ ΠΟΥ Η ΖΩΗ ΘΑ ΓΕΝΝΑΕΙ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΗΣ



Μια νύχτα θα κάψω τους νεκρούς μου και θα ρίξω τις στάχτες στη θάλασσα. Να πάρουν αυτό που τους αξίζει. Μετά θα κάνω μια ινδιάνικη τελετή για να ξορκίσω το κακό. Θα κρέμεται ο σκορπιός στο λαιμό μου και θα ’ρθω να σε βρω.

Την ώρα που η σιωπή θα γεννάει τα παιδιά της.


Μαρία Χρονιάρη
, Εκεί που αλλάζω ζωές, εκδ. Απόπειρα






(από την ανάγνωση του ποιήματος στο κτίριο των εκδ. Γαβριηλίδη στις 17 Δεκεμβρίου 2011 κατά την παρουσίαση του τόμου ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ 2010)


Πέμπτη, 29 Δεκεμβρίου 2011

UNPLUGGED





Καμιά φορά


Νομίζω πως θα χτυπήσει το κουδούνι

Και θα βγούμε όλοι έξω για διάλειμμα


Με τις ξύλινες χωρίστρες στο πλάι

Τα λούτρινα άλογα

Και τα ζιγκ ζαγκ μπλουζάκια μας

Φορεμένα ανάποδα


Σε ένδειξη διαμαρτυρίας


Η πόλη θα χει κρυφτεί φοβισμένη

Κάτω από τρείς δεκαετίες


Μόνο τα φώτα των μπαρ

Θα έχουν απομείνει

Για να κάνουν τσουλήθρα

Στους έρημους δρόμους

Τα όνειρά μας


Και να εμφανίζεται εκεί

Κάθε βράδυ


Live in concert

Η απελπισία


Unplugged


(ΔΥΟ ΜΕΡΗ ΣΙΩΠΗ, ΕΝΑ ΜΕΡΟΣ ΛΕΞΕΙΣ, Μεταίχμιο, 2009)

Κυριακή, 25 Δεκεμβρίου 2011

ΑΝ - ΗΜΕΡΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ



Η κόκκινη θάλασσα. Το νησί. Ναυμαχία. Στα νερά της Μαυρομιχάλη. Φωτάκια. Ρούχα, σαν τραβηγμένα εντόσθια. Χιτώνες. Καμήλες με δώρα. Πίσω απ’ τα έπιπλα είναι πεσμένα τα Χριστούγεννα. Αναβλήθηκαν. Τα ακριβά ναύλα του χρόνου. Διόδια, Ελευσίνα. Στοπ. Δυο φωνές. Πέτρινες.

Ο απέναντι κόσμος, σκισμένος. Παραταγμένος, με τις ασπίδες του. Το τελευταίο κράνος. Η τελευταία φορά. Χειμών. Όχι βαρύς. Θανάσιμος. Περασμένος βραχιολάκι στον καρπό. Φοβάμαι. Φοβάσαι. Φοβάται. Αυτό που είναι ανάμεσα φωνάζει.

Στο βούρκο των σεντονιών είναι κολλημένα τα σώματα. Βήτα, όπως βουλιάζω. Όπως βρασμός. Βλέμμα. Βάραθρο. Ριγούν ως το τέλος. Αχρωματοψία. Κεριά. Λιώνουν. Κρατούμενοι. Δεν βλέπω. Σκεπάσματα. Κάτι ανοίγει. Ακούγεται. Ένα ρολόι μετράει ανάποδα το ξημέρωμα. Τικ τακ τικ τακ. Λήξε. Είναι νύχτα. Με προβολείς. Νύχτα ποτέ. Θα μάθεις επιτέλους να παίζεις σωστά;

Ο ύπνος σε παρένθεση. Βάλε εισαγωγικά. Λάθος κλίμακα. Ξαφνικά, έχασε τις αισθήσεις του. Και βγήκε. Ραγίσματα. Εξάρχεια φάτνη. Παναγία σε φλασάκι. Μαρία. Παρθένος;

Κάνω τον Χριστό. Το παιδί που γεννιέται. Δεν παρέμεινε. Έπρεπε να γίνει τριάντα τριών χρονών. Έπρεπε, σε τρεις μήνες. Υποχρεωμένος να κουβαλάει εκείνο το ξύλο. Υποχρεωμένος να στολίζει την πλάτη του. Πώς παραδίδεται έτσι ο θάνατος, άσαρκος;

Ένα τζάμι σπασμένο. Ένα νεκρό καζανάκι. Κρέμεται. Η νύχτα και το σκοινί. Τα κόκκαλα. Τρίζουν. Μουσική. Ένα κρεββάτι, ένα κλουβί. Βρώμικο. Άνοιξε την πόρτα. Θα πετάξουμε. Μάτια μου. Είπα μάτια μου. Και έφεξε σκοτάδι.


Εκείνος είπε: Είναι αλήθεια ότι συμβαίνουν αυτά.

Εκείνη είπε: Δεν έχω. Δεν είμαι. Δεν ζω.

Εκείνος είπε: Χέρια. Κοιτάσματα. Με σκάβουν. Είναι όλο σκουριά εδώ μέσα. Και βρέχει. Θέλω να πιω όλα τα γράμματα.

Εκείνη είπε: Τίποτε. Ποτέ. Όχι.

Εκείνος είπε: Τα φιλιά σου είναι δεμένα στο στόμα μου. Ακροβάτες. Θα τα φτύσω στη θάλασσα. Να γεράσουν.

Εκείνη είπε: Χωρίς. Δεν.

Εκείνος είπε: Κάθε άνθρωπος είναι ένας μικρός λαός που εκκρεμεί όνειρα.

Εκείνη είπε: Μηδέν. Ούτε. Ούτε.

Εκείνος είπε: Μυρίζει επιτάφιος. Είμαι σε άλλη γιορτή. Αυγά. Ντύσου. Τα Χριστούγεννα συγχωνεύονται. Κάποιος ένωσε τη γέννηση με τον θάνατο. Πάμε. Πίσω.

Εκείνη είπε: Τέλος. Πουθενά. Όχι.

Εκείνος είπε: Τα μαλλιά σου είναι στα μάτια μου. Κουρεμένες κουρτίνες. Δεν έχουν ξεριζωθεί ακόμη από το σπίτι. Αρμέγουν φως.

Εκείνη είπε: Εναντίον. Κατά. Στάχτες.

Εκείνος είπε: Σε ανέβηκα για να χορέψω. Ο αφαλός σου ήταν λακκούβα. Φέρετρο. Μέσα του κολυμπούσαν οι πεθαμένοι. Δες. Η γιορτή πέφτει σα γύρη. Τριγύρω.

Εκείνη είπε: Θάνατος. Λερωμένη. Πόλεμος.

Εκείνος είπε: Έθαψα το τσεκούρι της λύπης στις σκάλες. Ο ήλιος στέγνωσε. Οι καπνοί του έχουν κολλήσει ακρίδες στο στόμα μου. Τώρα θα γεννηθώ. Τώρα.

Εκείνη είπε: Καμία. Δίχως. Ποτέ.

Εκείνος είπε: Είμαι ο χρόνος ανθίζω. Ο χρόνος ζωή. Τούτο εστί το αίμα μου.


Στο κέικ κοιτάζω τη σοκολάτα. Να χύνεται. Αναποδογυρισμένα Χριστούγεννα. Τα αμύγδαλα έχουν καεί. Το σπίτι πέταξε τα σκουπίδια του και βγήκε.

Όπου και να γυρίσω τα μάτια μου, βλέπω τον τάφο σου.



(απόσπασμα από το βιβλίο Πιο νύχτα δεν γίνεται, εκδ. Οξύ, 2011)

Πέμπτη, 22 Δεκεμβρίου 2011

ΚΑΠΟΙΕΣ ΑΝΕΞΕΛΕΓΚΤΕΣ ΜΕΡΕΣ ΧΩΡΙΣ ΦΩΝΗΕΝΤΑ




ΕΙΧΑΝ προηγηθεί, βέβαια, οι μεγάλες φουρτούνες που τρύπωναν κάτω απ’ το σλίπινγκ μπαγκ μας στο πλοίο, σαν κοκκινοσκουφίτσες, γαργαλώντας Αυγουστιάτικα τους αγγέλους. Μετά ακολούθησαν : Οι εξομολογήσεις των πάρκων της αριστεράς και της προόδου, το μπαλκόνι των ποδιών με τους διαφανείς αστραγάλους, η αόρατη κιλότα του φθινοπώρου με το παρεκκλήσι στο κέντρο — ένας άυλος τίτλος με εγγύηση προσευχής — μερικές φωτοβολίδες ξενοδοχείων που ταξίδευαν μαζί τις επιθυμίες της σάρκας, σαν την Ακρόπολη του Ντε Κίρικο, οι κορμοράνοι της Μήλου με τις σπασμένες κλειδώσεις, και κάποιες ανεξέλεγκτες μέρες χωρίς φωνήεντα — ένα τσιγάρο και φύγαμε.

Τούφες τούφες έπεφτε η αγάπη στους δρόμους κι η συμμετρία των σωμάτων πέταγε συνεχώς φύλλα. Μέχρι τα μέσα της διαδρομής όλα τα δειλινά ήταν με άσπρο κολάρο. Ύστερα ήρθαν τα μαθήματα ορθοφωνίας. Τα κατασκοπικά ονόματα Δανάη, Ιουλία ή Αλεξάνδρα. Οι πληροφορίες για έρωτα μέσα σε ένα ταξί, σε ένα δάσος, σε ένα ιατρείο. Σαν τα μυρμήγκια ανέβαιναν τα γεγονότα, με επιδέσμους ψηλά. Έπιαναν όλο τον ουρανό και τον στράγγιζαν. Μέχρι να στρίψεις το κεφάλι σου, το μπλε είχε χαθεί.

Από την αγωνία του τέλους τα κορμιά εξαντλήθηκαν. Εγώ έγινα ναυαγός κι εσύ γλίστρησες κάτω απ’ τα ρούχα μου παρανόμως και έγινες η επιδερμίδα μου.

Έκανα να αγγίξω το δέρμα μου, αλλά έπεσα.

(απόσπασμα από το βιβλίο Ο έρωτας θα μας κάνει κομμάτια, εκδ. Απόπειρα, 2010)


Δευτέρα, 19 Δεκεμβρίου 2011

ΣΤΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΜΙΑΣ ΕΓΚΥΜΟΣΥΝΗΣ



ΜΙΑ ΠΛΩΤΗ πόλη ταξιδεύει μέσα μου, με μυρωδιές πεύκου και αγκυροβολημένα καράβια. Η έκτασή της πιάνει όλο το σώμα μου και πολλές φορές το ξεπερνάει. Ξεπηδούν παλιά καφενεία από παντού, πλατείες περισσεύουν από τα χέρια μου, βγάζουν το κεφάλι τους έξω απ’ το πλάνο. Την έχτισα με κόπο όταν σε συνάντησα με σκοπό να μεταφερθούμε εκεί στα γεράματα. Χωρίς προκυμαία. Για να μην μπορούν να μας επισκέπτονται οι άλλοι.

Κάθε μέρα μεγάλωνα την αυλή της. Τοποθετούσα όλο και ψηλότερους δοκούς τριγύρω, έκοβα τα σκοινιά — με μια σκιά θλίψης, είναι η αλήθεια — πριόνιζα την είσοδο που πια ξεπερνούσε το ύψος του στήθους μου. Ήταν η ύπαιθρος του μυαλού μου.

Όταν τα συνεργεία διάσωσης εγκατέλειψαν, η μουσική απογοητεύτηκε και σταμάτησε. Η πόλη έσταζε απ’ τους τοίχους. Το προστατευτικό αστάρι του χρώματος είχε χαθεί. Σαν ένα καλλυντικό που έληξε.

Όλα τα διαθέσιμα σώματα ήταν εντελώς απρόθυμα να χωρέσουν μέσα τους μια υποβρύχια πόλη, που χάθηκε κάποτε στη διάρκεια μιας εγκυμοσύνης.


(απόσπασμα από το βιβλίο Ο έρωτας θα μας κάνει κομμάτια, εκδ. Απόπειρα, 2010)