Σάββατο, 30 Ιουλίου 2011

ΕΝΑΣ ΠΟΛΥΔΑΙΔΑΛΟΣ ΗΧΟΛΗΠΤΗΣ ΤΗΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ


Για μένα ο Σταύρος Σταυρόπουλος είναι ένας πολυδαίδαλος εικονολήπτης – και γιατί όχι και ηχολήπτης- της πραγματικότητας. Γιατί, ενώ συνήθως ο ποιητής τυλίγει τον έξω κόσμο με τα σεντόνια του δικού του μέσα κόσμου, ο Σ.Σ. με τα ποιήματά του δίνει την εντύπωση ότι ο έξω κόσμος είναι αυτός που τον πλημμυρίζει και που για να μην πνιγεί, αναγκάζεται να εκβράσει το ποίημα.
Τα όπλα του σ’ αυτή τη δύσκολη αυτοάμυνα είναι αυτά τα ορισμένα, τα συγκεκριμένα στοιχεία που χαρακτηρίζουν την ποίησή του. Λέει σ’ ένα σύντομο ποίημα με τίτλο «Κριτικές Σημειώσεις»: «Χωρίζουν την ποίηση / Σε δεκαετίες / Είδη / Κινήματα / Αναιδείς κανόνες / Αντί να τη χωρίζουν / Απλά / Σε ομάδες αίματος».

Αναφέρομαι πρώτα στο ποίημα αυτό γιατί θέλω στη συνέχεια να πω ότι ένα από τα χαρακτηριστικά – ίσως το πιο χαρακτηριστικό – στοιχείο της ποίησης του Σ.Σ. είναι ένας ιδιότυπος σουρεαλισμός« όχι με την έννοια της ποιητικής μανιέρας, της σχολής που για μια ολόκληρη εποχή επιβλήθηκε στο ποιητικό σύμπαν, αλλά με την έννοια της πρόθεσης της πραγματικής υπέρβασης του πραγματικού, με συνδυασμούς που ξαφνιάζουν, αλλά που ποτέ δεν αποδεσμεύονται από την κυριαρχία του πραγματικού: «Φτάνει να παίρναμε μαζί μας / Έναν πλακόστρωτο ουρανό / Με τις βαλίτσες του να μονολογούν αύριο».
Κι όμως, αυτή η σουρεαλιστική εικόνα γεννήθηκε από ένα συγκεκριμένο ιστορικό γεγονός, τον Μάη του 68 στο Παρίσι, όπως εξηγεί στις σημειώσεις του βιβλίου του, σημειώσεις πλούσιες σε ελληνικές και ξένες αναφορές, ο Σ.Σ.

Από την άλλη μεριά, έχει κανείς συχνά την εντύπωση ότι ο συγκεκριμένος κόσμος του Σ.Σ. είναι ένας κόσμος που ο ποιητής γνώρισε μόνο μεταφορικά: «Την ώρα που η θάλασσα / Αυτή η μεγάλη ζωγραφική εκκρεμότητα» λέει κάπου. Άλλο στοιχείο που σφραγίζει την ποίηση του Σ.Σ. είναι η πρωτοτυπία, αφού ο σουρεαλισμός και η πρωτοτυπία δεν συμβαδίζουν απαραίτητα. Και πάλι εδώ έχουμε μια πρωτοτυπία που δεν δίνει την εντύπωση μιας απεγνωσμένης προσπάθειας να ειπωθεί κάτι εντελώς καινούργιο, αλλά μιας προσπάθειας σύνταξης, σύνθεσης ενός σύμπαντος που να περιέχει όλες του τις άπειρα ποικίλες μορφές και εκφάνσεις που στην πραγματικότητα αυτό περιέχει. Όπως: «Οι παράνομες γεωτρήσεις στο προαύλιο του Θεού», «Η δύση δεν ήταν τίποτε άλλο από μια υπόκλιση στο θάνατο», «Οι άνθρωποι κάτι ξεχαρβαλωμένες οικειότητες» και άλλα πολλά.

Επίσης, αυτό που συνήθως κατοικεί στον τελευταίο στίχο ή στους δυο τελευταίους στίχους του ποιήματος είναι το απρόοπτο, το απροσδόκητο, κάτι που θυμίζει το σασπένς μιας αστυνομικής διήγησης.
Ο ερωτισμός είναι έντονος στην ποίηση του Σ.Σ. αλλά κι εδώ πρωτοτυπεί, γιατί είναι στιγμές που μοιάζει ο έρωτας πιο πολύ με παιχνίδι. Το παιχνίδι όμως δεν είναι ανθρώπου που αστειεύεται αλλά κάποιου που βιώνει στη πέτσα του τη μαύρη πλευρά του κόσμου και θέλει να ξεχαστεί:
«Από το σ’ αγαπώ / Λείπουν πολύ / Η περισπωμένη / Κι εσύ».
Η απουσία, το ανάπηρο δίδυμο του έρωτα, κάνει την εμφανισή της στα ποιήματα του Σ.Σ., αλλά και πάλι δεν ξέρεις αν πρόκειται για απουσία συγκεκριμένου προσώπου ή για την περιγραφή της πιο συχνής κατάρας της ζωής. Λέει: «Μεταξύ μας / Όλο αυτό τον καιρό / Δεν παριστάνω τον θλιμμένο / Απλά καμιά φορά / Αναρωτιέμαι αν υπάρχεις».

Και το ποίημα; Τι είναι αλήθεια το ποίημα; Είναι μια εγχείρηση της ψυχής ή μια μοναδική πνευματική ταλαιπωρία; Λέει ο Σ.Σ.: « Εκτός και αν / Αυτές οι γόπες / Που μυρίζουν / Καμένες αναπνοές / Είναι το ποίημα». Το ποίημα που ο ποιητής το βάζει στην πιο σκληρή δοκιμασία πριν το προβάλει: Ό,τι ήθελα να πω / Το έλεγα πρώτα στον εαυτό μου / Για δοκιμή».

Ένα άλλο βασικό εργαλείο στην ποίηση του Σ.Σ. είναι το χιούμορ, που καλύπτει ένα ευρύ φάσμα, από την ειρωνεία ως το υπαρξιακό και μαύρο χιούμορ: «Μια οικογένεια που μόλις βγήκε / Από το σούπερ μάρκετ / Αλλά μετά χάθηκε» ή «Είχα αργήσει μια γενιά / Και τα πράγματα / Πήγαιναν ευτυχώς / Όλο και χειρότερα».
Το χιούμορ αποτελείται, κι αυτό, από διάφορα συστατικά. Ένα από αυτά είναι η αθυροστομία. Δεν φοβάται ο ποιητής να χαράξει στο χαρτί τις συνουσιαστικές λέξεις. Ένα άλλο είναι το παιχνίδι με τα γράμματα, όπως: «Λίγο ακόμα Π πριν περάσει(ς)»

Υπάρχει και μια άλλη, ελευθεροστομία θα την έλεγα αυτή, η ελεύθερη χρήση της Αγγλικής γλώσσας, πράγμα που εξηγεί βέβαια το χιούμορ, αλλά και οδηγεί στην άνετη κατανόηση της σύγχρονης ζωής, σπορ, διαδίκτυα και άλλα μηχανήματα.
Εγώ εδώ σταματάω να παρακολουθώ γιατί ούτε από τεχνολογία καταλαβαίνω, ούτε από γκολ, τα «ξυστά άουτ» του Σ.Σ. Λέω πάντα ότι ανήκω στον περασμένο αιώνα. Όμως αναρωτιέμαι: Σ’ αυτόν εδώ τον αιώνα όπου πατάς ένα κουμπί και όλα βγαίνουν στην επιφάνεια στη στιγμή, τι μπορεί πια να σημαίνει πρωτοτυπία; Για να γεννηθεί άραγε αυτή δε χρειάζεται λίγο και η φαντασία και οι περίεργοι συνδυασμοί που κάνει αυτή με την πραγματικότητα; Όταν όλα είναι γνωστά ή θάναι το επόμενο λεπτό πώς να δημιουργήσεις το άγνωστο πρωτότυπο;

Το ίδιο ισχύει και για τον σουρεαλισμό. Σε μια εποχή που τα πιο ασύλληπτα όνειρα ή οι πιο τρομαχτικοί εφιάλτες γίνονται πραγματικότητα πριν καλά καλά κανείς να έχει συνειδητοποιήσει τι επιθυμεί ή τι φοβάται, πώς μπορεί να εφεύρει το υπερ-πραγματικό, το σουρεαλιστικό; Όταν κάθε στιγμή, με το κινητό, είσαι σε επαφή με το πλάσμα που λαχταράς, πώς να αφήσεις τη φαντασία σου να καλπάσει μήπως και προλάβεις την αγάπη σου στο δρόμο; Όταν έχεις όλα τα τεχνικά μέσα για να αναλύσεις το παρελθόν και να προβλέψεις το μέλλον, η φαντασία μπαίνει σε ανεργία και όλα γίνονται, όπως λέει ο Σ.Σ. «υποδιαιρέσεις της ομοιότητας».

Όμως εδώ έχουμε ένα τόμο που ξεχειλίζει από τόλμη και γοητεία κι ας είναι «Δυο μέρη σιωπή (κι) ένα (μόνο) μέρος λέξεις». Ίσως νάναι γι αυτό ακριβώς η γοητεία του.

Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, περιοδ. Ποιητική
Τεύχος 7, Άνοιξη - Καλοκαίρι 2011

Κυριακή, 24 Ιουλίου 2011

Η ΖΩΗ ΕΙΝΑΙ ΑΛΛΟΥ




Ο Σταύρος Σταυρόπουλος είναι ο καλεσμένος της εκπομπής της Εύης Κυριακοπούλου, "Η ζωή είναι αλλού", την Τετάρτη 27 Ιουλίου, στις 9 μμ, που μεταδίδεται από την ΕΤ1.

Ο Σταύρος Σταυρόπουλος μιλά για τις λέξεις, τον έρωτα, τον χρόνο, τη ζωή και τον θάνατο, με την αφορμή του καινούργιου του βιβλίου "Πιο νύχτα δεν γίνεται" που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ο ξ υ.

ΔΕΙΤΕ ΕΔΩ
http://www.apostaktirio.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=982:-1&catid=53:2011-02-13-10-34-27&Itemid=63

http://petridisradio.blogspot.com/2011/07/blog-post_5343.html
http://moschato-tauros-life.blogspot.com/2011/07/1-2707.html

Πέμπτη, 21 Ιουλίου 2011

ΟΤΑΝ Η ΓΡΑΦΗ ΝΟΜΟΘΕΤΕΙ ΑΠΟ ΜΟΝΗ ΤΗΣ


Ο Σταύρος Σταυρόπουλος μιλά στο INDEX για το νέο βιβλίο του, "Πιο νύχτα δεν γίνεται", εκδ. Οξύ.


Το «Πιο νύχτα δεν γίνεται» προιδεάζει για ένα τέλος χρόνου, κάποτε. Είναι μια προετοιμασία τέλους. Πρώτα των συμπεριφορών, μετά των ανθρώπων και μετά, της έσχατης λύσης, των λέξεων. Με αυτή όμως ακριβώς την σειρά. Υπάρχει ένας σταδιακός εκφυλισμός των δομικών μορφών των προσώπων σε ένα κατεστραμμένο τοπίο.

Από κείμενο σε κείμενο, η παρουσία συγχέεται με την απουσία. Προϊούσης της αφήγησης η μια μπαίνει μέσα στην άλλη, εξεγείρεται εναντίον της, την αμφισβητεί. Οι άνθρωποι δρουν, κινούνται στο χώρο, σαν πρώην πρόσωπα, σαν να τους έχει αφαιρεθεί η βασική ιδιότητα, σαν να τους έχουν απαγορεύσει τον χρόνο. Λιώνουν. Είναι αλήθεια αυτό, είναι μια απόλυτα ρεαλιστική απεικόνιση της πραγματικότητας, χωρίς κανένα στοιχείο υπερρεαλισμού.

Ο κόσμος σήμερα είναι κατακερματισμένος. Το ίδιο οφείλει να είναι και η γραφή. Ζούμε το βασίλειο της εικόνας, τον βυθό των εύκολων λύσεων, το τέλος του καιρού. Οι λέξεις τρέχουν να προλάβουν, να αναγγείλουν. Είναι, επαναλαμβάνω, η έσχατη λύση.
Υπάρχει αυτή η γραμμένη ιστορία, των ανθρώπων, αλλά περισσότερο απ’ αυτή υπάρχει η ιστορία της μορφής. Ζούμε εν καιρώ πολέμου και οι λέξεις είναι το μοναδικό ρεύμα στο κέντρο μιας εποχής που απέρχεται. Ανατροφοδοτούν όσα μας είναι ήδη γνωστά, με ένα παράξενο φως. Ο λόγος βάφει. Γίνεται άθυρμα, νέμεση, ηλικία. Ο λόγος δεν είναι ούτε ζωντανός, ούτε νεκρός. Μόνο θάνατος που περιγράφει ζωή.

Το βιβλίο αυτό αποτελεί ένα προσωπικό ημερολόγιο βλεμμάτων. Προσπαθεί με εξωτερικό, αρχικά, τρόπο να περιγράψει το εσωτερικό. Δεν είναι εύκολο αυτό. Χρειάζεται ευρεία αντίληψη της στίξης, προσεκτικό ξεκλείδωμα των νοημάτων έως το σημείο εκείνο που θα πάψουν να υφίστανται με μια μόνο σημασία, επίθετα που να διαθέτουν το ειδικό βάρος του ουσιαστικού, για να το ξεθεμελιώνουν και μετά να το προσδιορίζουν εκ νέου. Σε κάθε περίπτωση, ο μύθος και η ιστορία υποχωρούν, ακολουθώντας τους ανθρώπους. Γιατί ο καιρός τελείωσε.

Άλλωστε η γραφή νομοθετεί από μόνη της. Όταν βρίσκεται προ του τέλους. Και γραφή είναι ό,τι καταργεί αυτό που γνωρίζουμε ως γραφή.

INDEX, Τεύχος 46, Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2011

ΔΕΙΤΕ ΕΔΩ ΤΗ ΣΕΛΙΔΑ ΤΟΥ INDEX
http://issuu.com/brainfood/docs/index46

Τρίτη, 19 Ιουλίου 2011

Η ΣΙΩΠΗ ΕΙΝΑΙ Η ΠΙΟ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΗ ΔΙΑΔΗΛΩΣΗ


Ο Σταύρος Σταυρόπουλος μιλάει στον Κυριακάτικο Ριζοσπάστη για το νέο βιβλίο του "Πιο νύχτα δεν γίνεται", εκδ. Οξύ




-Ποιά είναι η θέση των διανοουμένων στη σημερινή ζοφερή κατάσταση;

-Αυτό που εμφανίζεται ως πνευματικός κόσμος σήμερα, είναι μια κρατικοδίαιτη επιχείρηση, ένα εργοστάσιο προβολής του εγώ που διαρκώς δικαιώνει την ρήση Αιζενχάουερ: «Διανοούμενος είναι αυτός που χρειάζεται περισσότερες από τις αναγκαίες λέξεις για να πει περισσότερα από όσα γνωρίζει». Γύρω απ’ αυτήν δορυφορούν διάφορα «μαγαζάκια» που θέλουν να μεγαλώσουν την πελατεία τους.
Η πάγια τακτική κάθε εξουσίας είναι να εξαγοράζει φωνές για να τις στοιχίζει ομοιόμορφα και ομοιόχρωμα στο πλευρό της. Κάποιοι θέλουν να μας πείσουν ότι είναι σοβαρότερη η οικονομική κρίση από την κρίση πολιτισμού. Έχουν τους λόγους τους.
Κοιτάξτε τι γίνεται, όμως: Σήμερα έχουμε την επιστολή των 32. Πολύ ωραία. Οι «πνευματικοί ταγοί» την έγραψαν κρυφοκοιτάζοντας λοξά το είδωλό τους στον καθρέφτη. Καμαρώνοντας την υπογραφή τους. Αυτό είναι σαφές από το ύφος της επιστολής. Δεν βγαίνει καμία αγωνία. Το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι να αυτοπροσδιοριστούν ως ελίτ.
Όμως η θέση ενός διανοούμενου είναι πάντα η σιωπή. Η περισυλλογή. Η λύπη. Αυτά δεν περιφέρονται. Δεν βαφτίζονται στην κολυμπήθρα της εξουσίας. Η σιωπή είναι η πιο επικίνδυνη διαδήλωση. Αυτήν φοβάται περισσότερο το σύστημα.

-Τα κείμενα του δέκατου βιβλίου σας «Πιο νύχτα δεν γίνεται», μοιάζουν με ασπρόμαυρα όνειρα. «Αληθινό είναι μόνο ό,τι ονειρευόμαστε», λέτε.

- Ζούμε αυτό που ονομάζουμε πραγματικότητα κρυμμένοι καλά σε εξωτερικούς ερεθισμούς, παραδομένοι σε ανειλικρινείς σχέσεις, τρομαγμένοι από τις αντιφάσεις μας, σχεδόν μεταλλαγμένοι. Έχουμε την άποψη που μας επιβάλλει ο χώρος και ο χρόνος μας. Η κατάσταση του ονείρου είναι μια δεύτερη συνειδητότητα, πολυτελώς ειλικρινής, που αγγίζει αυτό που πραγματικά μας χαρακτηρίζει.
Ναι, αυτά τα κείμενα είναι, κατά ένα τρόπο, τα όνειρα που βλέπω με ανοιχτά μάτια. Το υλικό που έμεινε για να ονειρεύομαι τις αναμνήσεις μου. Δεν ξέρω πώς αλλιώς να τα χαρακτηρίσω. Εγώ, βλέπετε, είμαι με τις λέξεις, όχι με τα κινήματα. Ακούω προσεκτικά αυτό που μου λένε.

-«Η ακραία ηδονή είναι ακραία οδύνη». Θα ήθελα ένα μικρό σχόλιο…

-Η λογοτεχνία είναι ένας προορισμός. Ένας άλλος είναι η ζωή. Συναντώνται μόνο όταν βιώνονται σε ακραίο βαθμό. Ανάμεσά τους κατοικεί ο πόνος. Η οδύνη γι αυτό που δεν θάρθει ποτέ. Είναι το εισιτήριο της ηδονής που πληρώνουμε. Παρόλα αυτά, είναι μια θριαμβευτική είσοδος.

(συνέντευξη στον Γιώργο Κακουλίδη)

ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΟΣ ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, 17 Ιουλίου 2011

ΔΕΙΤΕ ΕΔΩ ΤΗ ΣΕΛΙΔΑ ΤΗΣ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑΣ
http://www2.rizospastis.gr/story.do?id=6346025&publDate=17/7/2011

http://tasosnastos.blogspot.com/2011/07/blog-post_7480.html
http://wqww.mindradio.gr/scene.php?t=news&id=3634
http://www.zougla.gr/page.ashx?pid=2&aid=345181&cid=18
http://www.inews.gr/43/pio-nychta-den-ginetai.htm

Παρασκευή, 15 Ιουλίου 2011

ΣΤΑΥΡΟΦΟΡΙΑ ΑΓΑΠΗΣ


Ο Σταύρος Σταυρόπουλος μιλάει στην ΑΤΗΕΝS VOICE για το καινούργιο του βιβλίο «Πιο νύχτα δεν γίνεται», που κυκλοφορεί από τις εκδ. Οξύ.


Ποιες προϋποθέσεις θα πρέπει να πληροί ένας αναγνώστης για να εισχωρήσει στον κόσμο του βιβλίου σας;

Το πρώτο που σκέφτομαι είναι ότι πρέπει να θέλεις και όχι να είσαι. Για να ξεκλειδώσεις ένα κείμενο ή για να αλλάξεις αναγνωστικό στάτους, προαπαιτούμενο είναι η θέληση και όχι η δυνατότητα. Κάτω απ’ αυτή τη σκοπιά το «Πιο νύχτα δεν γίνεται», παρά τις επί μέρους δυσκολίες του, απευθύνεται σε ένα ευρύ κοινό. Δεν πιστεύω στις κατηγοριοποιήσεις του αναγνωστικού κοινού. Στερούν από το γραπτό κείμενο μια άλλη ματιά, ένα διαφορετικό μέτρο. Όπως δεν πιστεύω και στις ειδολογικές κατατάξεις. Στα βιβλία μου η ποίηση προσπαθεί να προσανατολίσει την πεζογραφία και η πεζογραφία αντιστέκεται με ποιητικό μέτρο.
Το «Πιο νύχτα δεν γίνεται» εκκινεί από την αγάπη – τον υψηλότερο προορισμό του ανθρώπου. Είναι μια σταυροφορία γι’ αυτήν. Ο καθένας έχει δικαίωμα να εισέλθει εκεί με τις δικές του δυνάμεις, να διερωτηθεί, να συμπράξει, να επινοήσει, να παρακάμψει, να συγκροτήσει, να ονειρευτεί.

Θα γράφατε τις ίδιες ιστορίες εάν η συγγραφή δεν γινόταν σε αυτή την τόσο ζοφερή εποχή;

Πρόκειται για μια τραγική σύμπτωση της νύχτας του κόσμου με τη νύχτα μέσα μου. Είναι δύο διαφορετικές νύχτες, μια εξωτερική και μια εσωτερική, που αντικρίζει η μία την άλλη και ως ένα βαθμό την επαληθεύει. Κάθε χρονική περίοδος εγγράφει το χνάρι της στην ιστορία της λογοτεχνίας, αλλά πιστεύω ότι το μεγαλύτερο κομμάτι της αντλεί από τις προσωπικές λεπτομέρειες του συγγραφέα της, από τις αφανέρωτες ματιές του, συναποτελώντας ένα μικρό ημερολόγιο των στιγμών της ζωής του. Τα βιβλία –όλα τα βιβλία– μιλούν κυρίως για ένα πράγμα: για τον εαυτό τους.

Ανθρώπινος μύθος για εσάς είναι…

Είμαι γενικά κατά των ορισμών ή των αποκρίσεων. Ο συγγραφέας κατοικεί ένα γκρεμισμένο δωμάτιο γεμάτο ερωτηματικά. Απ’ αυτά προσπαθεί αγωνιωδώς να συνθέσει καινούργια, και όχι να απαντήσει. Ξέρετε, αυτό εγώ το ονομάζω δημιουργικό βάλτο. Βουλιάζεις μέσα σου ελαφρύς, έχοντας απαλλαγεί από όλες τις βεβαιότητες. Μοιάζει με λουτρό κάθαρσης. Ο στόχος είναι να φτάσεις στο μηδέν για να αναγεννηθείς και να προκύψεις ξανά καινούργιος.

Είστε οπαδός του σκληρού ρομαντισμού;

Το «σκληρός ρομαντισμός» είναι πράγματι ένας ενδιαφέρων όρος. Τον προτιμώ από το νεορομαντισμό, γιατί περιγράφει –ούτως ή άλλως– μια εσωτερική αντίφαση, έναν πόλεμο εννοιών. Νομίζω πως με χαρακτηρίζει, στο βαθμό που αναδιανέμει το «μαγικό ρεαλισμό» και τον εκτρέπει από τη βασική του κατεύθυνση. Όλα αυτά όμως ακούγονται πολύ θεωρητικά και ασφαλώς βαρετά. Η λογοτεχνία δεν συγκροτείται από -ισμούς, είναι η ακραία εκδήλωση ενός πάσχοντος υποκειμένου. Προσπαθεί να κατανοήσει τον πραγματικό κόσμο με λέξεις, όχι με ιδέες. Και είναι στη φύση της να αποτυγχάνει. Ούτως ή άλλως, όλα είναι μεταφορά. Εκείνο που μετράει είναι το αποτύπωμα.

(συνέντευξη στον Τάκη Σκριβάνο)

ATHENS VOICE, Τεύχος 355, 14-20 Ιουλίου 2011


ΔΕΙΤΕ ΕΔΩ ΤΗ ΣΕΛΙΔΑ ΤΗΣ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑΣ
http://www.athensvoice.gr/the-paper/article/355/%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%85%CF%81%CE%BF%CF%86%CE%BF%CF%81%CE%AF%CE%B1-%CE%B1%CE%B3%CE%AC%CF%80%CE%B7%CF%82

Πέμπτη, 14 Ιουλίου 2011

ΕΠΙ-ΓΡΑΦΕΣ 4



Τα υπόλοιπα είναι Θεός.


Η ανεξάντλητη δύναμη. Η αγέρωχη πίστη. Η οργή. Ο ιερός διάλογος. Πατέρα και γιού. Από τα έγκατα της ψυχής.

Ted Neeley, 1973 και 2006






Δευτέρα, 11 Ιουλίου 2011

ΕΠΕΙΔΗ ΤΕΛΟΣ




ΚΑΙ ΜΕΤΑ, ακούστηκε. Εκατόν ένα, εκατόν δύο. Επεφτε πάνω σ' έναν τσίγκο και με ακανόνιστο θόρυβο, σαν βροχή. Ανέβαινε. Αλλά με μια απόφαση.
Ηταν ένα χαρτί και έλεγε «ήρθε ο καιρός να χωρίσουν μέχρι θανάτου ο νους του ανθρώπου από το νου του κόσμου» (1). Η γυναίκα που ήταν ο κόσμος, αν και ουδέτερου γένους, είχε μια θηλαστική ομορφιά που έτρεφε. Από το αυτί της κρεμόταν ένα τηλέφωνο. Σαν πελώριο σκουλαρίκι ήταν και βάραινε και απ' τα καλώδια έτρεχε ένα παχύρρευστο υγρό, που ήταν κάτι ανάμεσα σε σπέρμα και ομίχλη.

ΕΧΕΙ εγκατασταθεί μια λύπη ανάμεσα σε μένα και τη γυναίκα. Και δεν αφήνει να βλέπω, αλλά είναι η τιμωρία της. Αυτή η λύπη είναι το αποτέλεσμα της γυναίκας. Που συνεχώς βαραίνει και τώρα τα καλώδια σφίγγουν τον λαιμό της και αναπνέει. Οπως λάμπα είναι που σβήνει.
Από το στόμα της βγήκε βαρύς ένας προορισμός. Σαν παραμύθι έγινε εξημερωμένο. Αλλά και σαν εκθαμβωτική όραση. Την αρμέγουν τα μάτια μου. Υπάρχει σάρκα και φωτιά εκεί. Χωρίς θέμα. Το θέμα κάνει τα μάτια να γερνούν.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ που ήταν ο κόσμος ράβεται πάνω στις κινήσεις της και τις σκεπάζει. Φλούδες πέφτουν από το πρόσωπό της. Από κάτω φαίνεται σαν φόδρα η εξειδίκευση. Θεωρείται η πιο εξελιγμένη μορφή και διαλύεται η καρδιά της πίσω απ' τον κόσμο γιατί τον άφησε, και έμεινε ο κόσμος μόνος του, χωρίς είδος, έμεινε ο κόσμος χωρίς αυτό που θεωρητικά ήταν ο κόσμος, δηλαδή η καρδιά του, η γυναίκα που ήταν ο κόσμος χωρίστηκε απ' τον κόσμο με θόρυβο και έμεινε μόνον ο κόσμος. Χωρίς καρδιά.

ΕΙΜΑΙ ο τελευταίος άνθρωπος πάνω στη γη. Και βλέπω. Αυτή η εργάσιμη γη, σαν πλακούντας. Τη βυζαίνουν άγνωστοι σπόροι. Που πάνε. Ο ουρανός μιλάει ελληνικά. Επιμένει, σαν νεκρή εντολή που ανοίγεται. Θα έρθουν με αέρα και από τη στεριά μεταφέρονται πάνω σε αδένες, χωρίς σπονδυλική στήλη. Τα νέα πλάσματα που φορούν μάσκες οξυγόνου και έχουν πάλι ουρά.
Η γυναίκα που ήταν ο κόσμος, αυτή η θηλαστική ομορφιά που είχε κρύψει τον κόσμο στο στήθος της, πέρασε κάτω από την επιφάνεια του νερού και λέει: Δεν θα γυρίσω ποτέ.
Σε αυτόν τον πρώην κατοικημένο κόσμο με τα ελληνικά χρόνια, τα πράγματα θα μιλάνε απέναντι. Να κατορθώσω να ξαναδώ σαν παιδί. Να δω σαν ήλιος τα πράγματα να ματώνουν.

ΠΗΡΕ έπειτα μια ζεματιστή κιθάρα στα χέρια και έγνεψε πάμε. Ο ορίζοντας είχε φορέσει προφυλακτικό. Η γυναίκα που ήταν ο κόσμος, χωρίς σκιά, βούλιαξε μέσα στις αρτηρίες της, όπως βουλιάζει μια μπότα στη λάσπη. Ξέχασα να πω ότι αυτή η γυναίκα υπέφερε από έλλειψη σκιάς. Ετσι λερωμένη, αχτένιστη, είχε δυο περίστροφα στα μάτια και μόνο καπνός έβγαινε. Η σφαίρα ήταν στρογγυλή με μια μικρή κόκκινη αιχμή στην κορυφή. Εσταζε.
Την έπιασα και την ακούμπησα στη βιτρίνα.

ΗΤΑΝ απόδειξη. Αυτού που ήταν πριν.
Αυτή η γυναίκα, αχτένιστη.
Χωρίς σκιά.
Με μια μικρή κόκκινη αιχμή στην κορυφή.
Εσταζε.

(1) Γιώργος Χειμωνάς, Ο γάμος

* Η στήλη "Απέναντι" θα αντικαταστήσει τη στήλη "Νύχτα είναι, θα περάσει" που ολοκλήρωσε τον κύκλο της μετά από δυόμιση χρόνια, στην Ελευθεροτυπία του Σαββάτου. Αυτό είναι το πρώτο κείμενο. Θα εμφανίζεται περιοδικά έως τα τέλη Σεπτέμβρη. Μετά, ο χρόνος θα δείξει.


ΔΕΙΤΕ ΕΔΩ ΤΗ ΣΤΗΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=291300

Τετάρτη, 6 Ιουλίου 2011

Κυριακή, 3 Ιουλίου 2011

ΤΕΤΡΑΠΤΥΧΟ


I.

τίποτα τίποτα


ούτε βροχή

ούτε χώμα


μια γρατζουνιά μόνο

ένα σεντόνι στο στόμα


κάτι καραμελωμένα φαντάσματα


ένας ουρανός πεζοδρόμιο

μονός

σα χαντάκι


ας κάνει ότι καιρό θέλει

ο καιρός τελείωσε



II.

χαρούμενη πια η νύχτα

με τις δαγκάνες της


φουσκώνει πάνω στα δάχτυλα των σπιτιών

αυτής της παρατημένης πλατείας


αφήνει στρογγυλά στόματα

στον ανοιχτό τάφο της


και τα φύλλα πέφτουν

ανεμοδείχτες


σαν δάκρυα


σε σεντόνια νεκρών


III.

ο φόβος της είναι πηγάδι


γύρω του σέρνονται

οι οικογένειες των ανθρώπων


κουνούν διστακτικά την ουρά τους


IIII.

πήγε να πει

διεκπεραιώθηκα

από τρίτους


να πει

δεν είμαι


πήγε

να πιάσει

το στυλό


να αποδείξει τις λέξεις


και κάηκε

Σταύρος Σταυρόπουλος
Περιοδ. Κουκούτσι, τχ. 4
Καλοκαίρι – Φθινόπωρο 2011